Legislator Case Law & Legislation
1216/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment in construction contract dispute regarding architect authority.

Case Number 1216/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Plurality Court of Athens. The court found the lower court correctly rejected the claim that the employer failed to personally supervise the construction, noting the architect had sufficient expertise and authority. Consequently, the appellant was ordered to pay the legal costs of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495 and 560 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a failure to provide specific reasons for rejecting a partial claim does not constitute a ground for appeal if the decision logically addresses the arguments presented and reaches a different conclusion based on the evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility construction contract architect authority personal supervision legal costs code of civil procedure contractual liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 560 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1216 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1216/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αλμπανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ζ... Τ... του Δ., κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/7/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3881/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4459/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 4/3/2015 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 447/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 4459/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1727/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/6/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 1727/2017 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η από 22-3-2011 έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 3881/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 9-7-2009 αγωγή της αναιρεσείουσας και είχε υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το επιδικαζόμενο ποσό με τους νόμιμους τόκους. Μετά, δε, την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης, το ως Εφετείο δικάζον ως άνω Δικαστήριο, εξετάζοντας κατ' ουσίαν την αγωγή απέρριψε αυτήν. Σημειώνεται ότι, μετά την άσκηση έφεσης από την αναιρεσίβλητη κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, είχε εκδοθεί η 4459/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που μετά την παραδοχή της έφεσης και την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με αυτήν απόφασης, είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την αγωγή, όμως, η αναιρεσίβλητη άσκησε κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης και ο Άρειος Πάγος, με την 447/2016 απόφασή του, αναίρεσε την ως άνω τελεσίδικη απόφαση. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της παρούσας υπόθεσης ήταν η εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 9-7-2009 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επικαλούμενη την κατάρτιση μεταξύ αυτής και της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης, σύμβασης έργου, και συγκεκριμένα την από την τελευταία ανάθεση σ' αυτήν της κατασκευής βιβλιοθήκης στην οικία της, και ιστορούσα την εκτέλεση και παράδοση του συμφωνηθέντος έργου, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 4.140 ευρώ, ως υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής, με το νόμιμο τόκο.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία, την 3881/2010 οριστική απόφασή του, με την οποία, έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Για να καταλήξει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην παραδοχή της αγωγής, δέχθηκε, εκτός των άλλων, σε απάντηση του ισχυρισμού της εργοδότη ότι υπαναχώρησε από τη σύμβαση λόγω έλλειψης συμφωνημένων ιδιοτήτων του έργου, ότι η εργολάβος κατασκεύασε τη βιβλιοθήκη σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρχιτέκτονα Ε...

Μ... , αντιπροσώπου της εργοδότη και ότι σε κάθε περίπτωση οι συμφωνημένες ιδιότητες δεν ήταν ουσιώδεις, γι' αυτό η εργοδότης δεν είχε δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση αυτής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκε η εναγομένη με την από 22-3-2011 έφεσή της για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, που ανάγονται, κυρίως, σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ισχυριζόμενη, ειδικότερα, ότι λόγω της έλλειψης συμφωνημένων ιδιοτήτων στο κατασκευασθέν έργο, είχε υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και δεν οφείλει την αμοιβή.

Επί της έφεσης εκδόθηκε η 4459/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα: α) με την καταρτισθείσα σύμβαση, συμφωνήθηκαν οι αναφερόμενες ιδιότητες της βιβλιοθήκης, και συγκεκριμένα ότι το καθαρό ύψος κάθε ραφιού της βιβλιοθήκης να μην είναι μικρότερο από 26 εκατοστά και η βιβλιοθήκη να είναι πλήρως προσαρμοσμένη αισθητικά στο συγκεκριμένο χώρο, β) στον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι επήλθαν τροποποιήσεις από την αντιπρόσωπο της εργοδότη στο αρχικό σχέδιο της βιβλιοθήκης και το έργο εκτελέστηκε σύμφωνα με αυτές, που ήταν σε γνώση της τελευταίας, δέχθηκε ότι η εργοδότης είχε αποβλέψει στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα και ότι η εργολάβος δεν είχε εκφράσει ρητά αντιρρήσεις ότι το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το προσδοκώμενο, αν η βιβλιοθήκη κατασκευάζονταν σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, γ) ότι πραγματικά η παραδοθείσα βιβλιοθήκη δεν είχε τις αναφερόμενες ανωτέρω συμφωνημένες ιδιότητες, καθόσον είχαν κατασκευαστεί ράφια που δεν είχαν το ύψος που είχε συμφωνηθεί, αλλά τούτο ανέρχονταν σε κάποια σε 20,2 εκατοστά και σε κάποια σε 17,7 εκατοστά, ώστε να μη μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το σκοπό που είχε αποβλέψει η εργοδότης και επίσης, υπήρχε κενό μεταξύ της βιβλιοθήκης και του πίσω τοίχου, το οποίο καλύφθηκε εκ των υστέρων με κακότεχνο τρόπο και προκαλούσε αισθητικό πρόβλημα.

Με βάση αυτές τις παραδοχές, δέχθηκε ότι η εργοδότης είχε ενεργό δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση, όπως είχε προβάλει με σχετική ένστασή της. Για το λόγο αυτό εξαφάνισε στο σύνολό της την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά. Ακολούθως, το ως άνω Δικαστήριο, έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια κατ' ουσίαν βάσιμη, την υποβληθείσα από την εργολάβο αντένσταση περί εγκρίσεως του έργου από την αντιπρόσωπο της εργοδότη εναγομένης, αρχιτέκτονα Ε...

Μ..., αλλά και από την ίδια την εργοδότη, που είχε ως συνέπεια την απαλλαγή της εργολάβου από την ευθύνη της για έλλειψη των συμφωνημένων ιδιοτήτων και δικάζοντας την ως άνω αγωγή, δέχθηκε αυτήν και ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εργοδότη σε καταβολή του μη καταβληθέντος υπόλοιπου ποσού της αμοιβής, με το νόμιμο τόκο.

Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε από την εναγομένη η από 4-3-2015 αίτηση αναίρεσης, προβάλλοντας ειδικότερα τους εξής λόγους αναίρεσης: Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυρίστηκε ότι το Εφετείο, προκειμένου να δεχθεί ότι η επιβλέπουσα το έργο αρχιτέκτονας είχε και εξουσία παραλαβής και έγκρισης του έργου, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, παρόλο που έμμεσα, έστω, διαπίστωσε σχετικό κενό στη σύμβαση των διαδίκων.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, αφού αντίθετα προς τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δέχθηκε ότι η άνω αρχιτέκτονας είχε κατά τη σύμβαση των διαδίκων ως αντιπρόσωπος της εργοδότη, εξουσία παραλαβής και έγκρισης του έργου παρά την έλλειψη των συμφωνημένων ιδιοτήτων και επομένως αντίθετα προς το συμφέρον της τελευταίας.

Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης απορρίφθηκαν ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση και συγκεκριμένα, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να δεχθεί την ύπαρξη εξουσίας παραλαβής και έγκρισης του έργου από την αρχιτέκτονα Ε... Μ..., δέχθηκε ότι η αρχιτέκτονας είχε "ρητή εντολή" από την ήδη αναιρεσίβλητη "περί παραλαβής και έγκρισης του έργου" και δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της σύμβασης των διαδίκων, ούτε διαπίστωσε αντίστοιχο κενό, αλλά κατέληξε στη σχετική παραδοχή εκτιμώντας τις αποδείξεις, ενίσχυσε, δε, απλώς τη σχετική παραδοχή της με την πρόσθετη σκέψη ότι η εντολή αυτή ήταν λογική και αναμενόμενη από το περιεχόμενο της σύμβασης των διαδίκων.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης, προβάλλονταν η αιτίαση ότι, το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 211, 233 και 692 ΑΚ, δεχόμενο ότι η εξουσία παραλαβής και έγκρισης του έργου ήταν απεριόριστη υπό την έννοια ότι η αντιπρόσωπος ως άνω αρχιτέκτονας θα μπορούσε να παραλάβει και εγκρίνει έργο που δεν είχε τις συμφωνημένες ιδιότητες.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, έγινε δεκτός, καθόσον, ενώ, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η εξουσία παραλαβής και έγκρισης του έργου που δόθηκε στην αρχιτέκτονα Ε... Μ... δεν ήταν απεριόριστη υπό την έννοια ότι αυτή θα μπορούσε να παραλάβει και εγκρίνει έργο που δεν θα είχε τις συμφωνημένες ιδιότητες και κυρίως το αναφερόμενο καθαρό ύψος των ραφιών της βιβλιοθήκης που ανέλαβε να κατασκευάσει και να τοποθετήσει η ήδη αναιρεσείουσα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ως άνω αρχιτέκτονας χωρίς αντίστοιχη εξουσία αντιπροσώπευσης ενέκρινε τελικά ανεπιφύλακτα την παραλαβή και τοποθέτηση της επίδικης βιβλιοθήκης στην οικία της εργοδότη, παρόλο που η βιβλιοθήκη δεν είχε τις συμφωνημένες κύριες ιδιότητες και συνεπώς, δεν εξέλιπε από το λόγο αυτό η ευθύνη της εργολάβου για την έλλειψη των συμφωνημένων ιδιοτήτων της βιβλιοθήκης.

Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, η εναγομένη υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τη διάταξη του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον ενώ διαπίστωσε κενό ως προς το ζήτημα της έγκρισης του έργου από την ίδια, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε ως αβάσιμος, καθόσον έγινε δεκτό ότι το Δικαστήριο προσέφυγε στους κανόνες αυτούς για να κρίνει σχετικά ότι η συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά δηλωτική σιωπηρή έγκριση του έργου.

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η εναγομένη, απέδιδε την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Δικαστήριο, εάν κριθεί ότι προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για να διαπιστώσει την έγκριση του έργου από την ίδια την εναγομένη, εσφαλμένα εφάρμοσε αυτούς, δεχόμενο, με την επάλληλη αιτιολογία, έγκριση της ίδιας της εργοδότη, συναγόμενη από τη μη αντίδραση αυτής επί μια εβδομάδα από την παράδοση της βιβλιοθήκης, μετά την προφανώς ενδελεχή εξέταση της βιβλιοθήκης την ίδια ημέρα της παράδοσης αυτής, μετά την επιστροφή από την εργασία της, λίγες ώρες μετά την παράδοσή της.

Ο λόγος αυτός έγινε, επίσης, δεκτός, καθόσον το Εφετείο προσέφυγε, κατ' αρχήν, έμμεσα στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), προκειμένου να κρίνει σχετικά ότι συνιστά συμπεριφορά δηλωτική σιωπηρής έγκρισης του έργου από την εργοδότη η παράλειψή της να αντιδράσει στις ελλείψεις της βιβλιοθήκης αυθημερόν με την παράδοσή της, αλλά ανέμενε μία εβδομάδα για να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, παρόλο που οι ελλείψεις "ήταν απολύτως ευχερές να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση την ημέρα παραλαβής του έργου", ορθά ερμηνεύοντας τους κανόνες αυτούς, πλην, όμως, τους εφάρμοσε εσφαλμένα, αφού κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, το διάστημα της μιας εβδομάδας που παρήλθε για να αντιδράσει η εργοδότης, είναι εύλογος χρόνος αντίδρασης και δεν υποδηλώνει σιωπηρή από μέρους της έγκριση του έργου, αν ληφθεί υπόψη ότι κατά το διάστημα αυτό δεν υπήρξε η οποιαδήποτε ενέργειά της που θα μπορούσε να εκληφθεί ως έγκριση του έργου και αντίθετα ήταν απολύτως αναγκαίο για να καθορίσει αυτή την τελική στάση της.

Με παραδοχή των ανωτέρω τρίτου και πέμπτου λόγων της αναίρεσης και αφού κρίθηκε ότι παρέλκει η εξέταση του έκτου λόγου αυτής, περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 692 ΑΚ, σε περίπτωση που κριθεί ότι δεν υπήρξε προσφυγή στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες για το ζήτημα της έγκρισης του έργου από την ίδια την εργοδότη, με την 447/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η ως άνω τελεσίδικη απόφαση.

Μετά την αναίρεση της απόφασης παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτημένο από άλλους δικαστές εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση. Ακολούθως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Δικαστήριο παραπομπής μετά την αναιρετική απόφαση, επαναδικάζοντας την υπόθεση, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, μετά από παραδοχή της έφεσης και εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την αγωγή.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση αυτής, ύστερα από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το Μάρτιο του έτους 2009, η εκκαλούσα, ανέθεσε το σχεδιασμό μίας βιβλιοθήκης στην αρχιτέκτονα μηχανικό Ε...

Μ... προτιθέμενη να αναθέσει περαιτέρω την κατασκευή αυτής και την τοποθέτησή της στον τοίχο του καθιστικού της προς την κυρία είσοδο της οικίας, προκειμένου να καλύψει τις δικές της ειδικές ανάγκες, αλλά και του συζύγου της προς αρχειοθέτηση και ταξινόμηση μεγάλου όγκου βιβλίων, φακέλων και ντοσιέ. Κατόπιν πολλών επισκέψεων στην οικία της εκκαλούσας και συνεννοήσεων μεταξύ της εκκαλούσας και της ως άνω αρχιτέκτονος, η τελευταία, καταγράφοντας τις επιθυμίες του ζεύγους, αποτύπωσε σε σχέδιο το υπό κατασκευή έπιπλο, το οποίο θα κάλυπτε τοίχο διαστάσεων 4,50μ Χ 2,76μ..

Στο εν λόγω δε σχέδιο αποτυπωνόταν λεπτομερώς η υπό κατασκευή βιβλιοθήκη και αναγράφονταν οι διαστάσεις των επιμέρους τμημάτων αυτής. Ακολούθως, για την κατασκευή της ως άνω βιβλιοθήκης, επιλέχθηκε κατόπιν υποβολής σχετικής προσφοράς η εφεσίβλητη εταιρία, μεταξύ δε του νομίμου εκπροσώπου της οποίας, Μ.

Τ. , και της εναγομένης, ήδη εκκαλούσας, υπεγράφη την 5.3.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφερόταν ότι η εταιρία αναλάμβανε να "κατασκευάσει και να τοποθετήσει στο σπίτι της πρώτης (της εναγομένης) τη βιβλιοθήκη που είναι σχεδιασμένη στο συνημμένο και υπογεγραμμένο από τα μέρη σχέδιο, υπό τις υποδείξεις και τον έλεγχο της αρχιτέκτονοςΕ...

Μ.... Η βιβλιοθήκη θα κατασκευαστεί από υλικό πλακάζ με περιθώρια οξυά και επένδυση καπλαμά οξυάς...". Βάσει δε αυτού του συμφωνητικού συμφωνήθηκε ρητώς αφενός μεν τα καθαρά ύψη των ραφιών της βιβλιοθήκης να είναι συγκεκριμένα, απόλυτα, και ιδίως κανένα ράφι να μην έχει καθαρό ύψος υπολειπόμενο των 26 εκατοστών, διότι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα μπορούσαν να τοποθετηθούν σε αυτό βιβλία, αφετέρου δε η κατασκευασθείσα βιβλιοθήκη θα ήταν πλήρως προσαρμοσμένη αισθητικά στο συγκεκριμένο χώρο.

Σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης η εφεσίβλητη εταιρία-εργολάβος, αφού μέσω των αρμόδιων τεχνιτών-υπαλλήλων της προέβη σε μετρήσεις και αποτύπωσε την πραγματική κατάσταση του χώρου της εκκαλούσας-εργοδότριας, την 29.6.2009, ενώ απουσίαζε η τελευταία η οποία βρισκόταν στην εργασία της, αλλά ήταν παρούσα η αρχιτέκτονας Ε...

Μ..., προέβη στην τοποθέτηση της βιβλιοθήκης στον συμφωνηθέντα χώρο. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία Ιούλιος 2009 τεχνική έκθεση του Δ... Ν..., αρχιτέκτονος μηχανικού, που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η εκκαλούσα, από τη συγκεκριμένη βιβλιοθήκη έλλειπαν οι συμφωνημένες μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ιδιότητες και δη α) υπήρχαν διαφοροποιήσεις ως προς τα καθαρά ύψη των ραφιών, απόκλιση από το αρχικά συμφωνηθέν σχέδιο, η οποία οφείλονταν κυρίως στην αύξηση του ύψους του κάτω ντουλαπιού από 66εκ, στα 74,8εκ., στην αύξηση του πάχους των ραφιών από 2,5εκ., στα 3,6εκ.

και στην τοποθέτηση ξύλινης διατομής πάχους 5,5εκ. περιμετρικά της βιβλιοθήκης σε σχήμα Π. Οι εν λόγω δε διαφοροποιήσεις είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση του ύψους του τελευταίου ραφιού σε όλο το μήκος της βιβλιοθήκης, από το αρχικά προβλεπόμενο και συμφωνηθέν 26εκ. στα 20,2εκ. και των αντίστοιχων πάνω από την πόρτα από 26εκ.

σε 17,7εκ., καθιστώντας το προβληματικό για χρήση βιβλιοθήκης, β) υπήρχε κενό μεταξύ της βιβλιοθήκης και του πίσω τοίχου, ιδιαιτέρως στα ράφια πλάι στην είσοδο, το οποίο καλύφθηκε εκ των υστέρων με προσθήκη στο πίσω μέρος του συνόλου των ραφιών λεπτού ξύλινου πήχη από εμφανώς διαφορετικό υλικό και με εμφανώς μικρότερο πάχος από του ραφιού, κακοτεχνία, η οποία ήταν άμεσα ορατή και δημιουργούσε αισθητικό πρόβλημα.

Ο ισχυρισμός δε της ενάγουσας, εργολήπτριας εταιρίας, περί του ότι ανεξαρτήτως του τελικού αποτελέσματος, αυτή ακολουθούσε τις υποδείξεις και τις τροποποιήσεις του αρχικού σχεδίου καθ' υπόδειξη της αρχιτέκτονος μηχανικού Ε... Μ... και ότι η εργοδότης - εναγομένη τελούσε εν γνώσει αυτών, αλυσιτελώς προβάλλεται, εφόσον η τελευταία απέβλεψε σε ορισμένο αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως του εάν αυτό τελικώς ήταν υλοποιήσιμο με βάση το αρχικό ή τα μεταγενέστερα σχέδια.

Εφόσον μάλιστα η εργολήπτρια εταιρία είχε διαγνώσει, ενόψει και της εμπειρίας της στο χώρο αλλά και των ικανοτήτων του εξειδικευμένου προσωπικού που διέθετε, ότι εφαρμοσθέντων των σχετικών-αρχικού ή μεταγενέστερων-σχεδίων, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το προσδοκώμενο, όφειλε να εκφράσει ρητά τις αντιρρήσεις της προς την εναγομένη εργοδότρια, αναιρώντας έτσι την τυχόν προβολή εκ μέρους της τελευταίας, κατ' άρθρο 691 ΑΚ, του δικαιώματός της για τυχόν ελλείψεις του έργου, σε περίπτωση που αυτή επέμενε στην εφαρμογή των ελαττωματικών σχεδίων, στοιχείο η συνδρομή του οποίου δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεξε εν προκειμένω.

Δηλαδή, στην περίπτωση που ο εργολάβος εκτελέσει το έργο σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοδότη, όπως επικαλείται εν προκειμένω ότι συνέβη η εργολάβουσα εταιρία, χωρίς, όμως, προηγουμένως να του έχει τονίσει τον κίνδυνο από την εκτέλεση των οδηγιών αυτών και χωρίς να υφίσταται εμμονή του εργοδότη για την εκτέλεσή τους, τότε ο εργολάβος ευθύνεται για τις ελλείψεις που παρουσιάζονται στο έργο...

Συνεπώς, εφόσον εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι το έργο κατασκευάστηκε και παραδόθηκε χωρίς να εκφράσει τις ρητές επιφυλάξεις της και αντιρρήσεις της η εργολάβουσα εταιρία, ότι η αρχιτέκτονας επιβλέπουσα το έργο μηχανικός δεν είχε εξουσία αντιπροσώπευσης να τροποποιήσει το αρχικά συμφωνηθέν εγγράφως σχέδιο, αλλά ότι αυτή περιοριζόταν μόνο στο να επιβλέπει την κατασκευή και τοποθέτηση της συγκεκριμένης βιβλιοθήκης προκειμένου να αποτραπούν τυχόν προβλήματα που θα ανέκυπταν από τη μη τήρηση του συμφωνημένου σχεδίου, παρέχοντας σχετικές συμβουλές και υποδείξεις, γεγονός εν γνώσει του οποίου τελούσε η εφεσίβλητη ενόψει της ρητής αναφοράς στο από 5-3-2009 συμφωνητικό έγγραφο περί των αρμοδιοτήτων της συγκεκριμένης και ότι το έργο δεν έφερε τις συμφωνημένες ιδιότητες στην ύπαρξη των οποίων απέβλεψε ρητά η εργοδότρια, ανεξαρτήτως του εάν αυτές ήταν ουσιώδεις ή μη, συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για άσκηση εκ μέρους της τελευταίας του δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση λόγω έλλειψης συμφωνημένων ιδιοτήτων του έργου κατ' εφαρμογή του άρθρου 389 ΑΚ, όπως άλλωστε έκρινε και το παρόν Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 4459/2014 απόφασή του, η οποία δεν εθίγη με την ασκηθείσα από την εναγομένη αίτηση αναίρεσης ως προς τη συγκεκριμένη της διάταξη.

Περαιτέρω, την 29-6-2009, οπότε έλαβε χώρα η πραγματική παράδοση του έργου στην εναγομένη, η τελευταία απουσίαζε μεν από την οικία της λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, αλλά είχε αναθέσει την επίβλεψη της καλής εγκατάστασης και της παραλαβής αυτού στην αρχιτέκτονα μηχανικό Ε... Μ..., ως αντιπρόσωπο αυτής. Η τελευταία ήταν παρούσα καθ' όλη τη διάρκεια της κατασκευής του έργου στο χώρο της εκκαλούσας, μέχρι την αποπεράτωση και την τελική τοποθέτηση αυτού, παραλαμβάνοντάς το για λογαριασμό της εργοδότριας, χωρίς να διατυπώσει καμία επιφύλαξη, παρά το ότι οι ως άνω περιγραφόμενες ελλείψεις αυτού μπορούσαν να διαπιστωθούν ευχερώς από την ίδια, ως πρόσωπο που διέθετε τις αναγκαίες γνώσεις, άμεσα δια γυμνού οφθαλμού, με κανονική εκ μέρους της εξέταση, και παρά το ότι η αντιπροσωπευτική της εξουσία περιλάμβανε την παραλαβή της βιβλιοθήκης, όπως αυτή αποτυπωνόταν στο αρχικό και συνημμένο στην από 5-3-2009 σύμβαση σχέδιο, χωρίς κατ' επέκταση να διαθέτει αντίστοιχη αντιπροσωπευτική εξουσία περί έγκρισης του έργου χωρίς αυτό να φέρει τις συμφωνημένες βάσει του αρχικού σχεδίου ιδιότητες, στοιχείο υπό τη συνδρομή του οποίου θα επερχόταν δέσμευση της εναγομένης - εργοδότριας και κατάλυση του δικαιώματός της για υπαναχώρηση από την επίδικη σύμβαση έργου λόγω ελλείψεων συμφωνημένων ιδιοτήτων.

Εντός δε ευλόγου χρόνου από την παραλαβή του έργου, και δη εντός εβδομάδας από την τοποθέτηση της βιβλιοθήκης στην οικία της η τελευταία προέβη σε εξώδικη άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησής της, δια του από 6-7-2009 εξωδίκου της (βλ. την επικαλούμενη υπ' αριθ. 302Β/7-7-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν...

Ζ...), δικαίωμα το οποίο προβάλει αμυντικώς και στα πλαίσια της προκειμένης δίκης με την οποία διώκεται εναντίον της η αξίωση καταβολής υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής, επικαλούμενη τις ανωτέρω ελλείψεις των συμφωνημένων ιδιοτήτων που έφερε το παραδοθέν έργο, χωρίς στο μεσοδιάστημα να υπήρξε εκ μέρους της οποιαδήποτε ενέργεια, προς την ίδια τουλάχιστον την ενάγουσα-εφεσίβλητη που θα μπορούσε να εκληφθεί ως εκ μέρους της έγκριση του έργου, γεγονός που αναιρεί τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της ενάγουσας περί έγκρισης από μέρους αυτής (της εναγομένης) του παραδοθέντος έργου, ρητής ή σιωπηρής.

Όσον αφορά δε την προβληθείσα αντένσταση της ενάγουσας στο ασκηθέν από την εναγομένη δικαίωμα υπαναχώρησης της από τη σύμβαση έργου περί καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος, η οποία παραδεκτά κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ προτείνεται ως υπερασπιστικός ισχυρισμός κατά της έφεσης στα πλαίσια της μετ' αναίρεση δίκης και η οποία, κατ' εκτίμηση, εμπεριέχει και τον προβληθέντα ισχυρισμό της περί εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 288 ΑΚ, με την οποία αυτή αιτείται την κατάλυση του σχετικού δικαιώματος, επικαλούμενη ότι αφενός μεν η εναγομένη ενεργώντας κατά τρόπο αντίθετο στις συναλλαγές, επιδεικνύοντας αμέλεια για την πρόοδο του έργου δεν γνωστοποίησε έγκαιρα στον εκπρόσωπό της ότι η μηχανικός στην οποία είχε αναθέσει την επίβλεψη του έργου δεν είχε εξουσία αντιπροσώπευσης στην έκταση που ο ίδιος θεωρούσε, ότι δεν ήρθε σε καμία επαφή με αυτόν, ενημερώνοντάς τον ότι το σχέδιο που είχε σχεδιαστεί από την αρχιτέκτονα μεταγενέστερα δεν την ικανοποιούσε, ότι δεν εξέφρασε καμία απορία ενώ είδε να τοποθετείται κάσσα την οποία δεν περιλάμβανε το αρχικό σχέδιο, με αποτέλεσμα η ίδια (η ενάγουσα) να υποβληθεί σε έξοδα για τα υλικά και τις αμοιβές των εργατών, τα οποία θα είχε αποφύγει εάν είχε τη σχετική ενημέρωση και διέκοπτε την εκτέλεση του έργου σε πρόωρο στάδιο, αφετέρου δε ότι οι ατέλειες του έργου, το οποίο εκτελέστηκε σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές της αρχιτέκτονος, ως έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, ήταν ασήμαντες και επουσιώδεις, αφού μόνο το πάνω ράφι στο δεξιό τμήμα του επίπλου έχει μικρότερο από το ελάχιστο ύψος, ενώ είναι δυνατή η μετακίνηση της βάσης του ώστε με την κατάργησή του να επιτυγχάνεται το σκοπούμενο αποτέλεσμα, και ότι το υπόλοιπο έπιπλο δεν εμφανίζει παρά μόνο ασήμαντη απόκλιση σε σχέση με την αρχική σχεδίαση, έτσι ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι η εκ μέρους της παροχή εκπληρώθηκε ως επιτάσσουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, και ότι σε περίπτωση που γίνει δεκτή η υπαναχώρηση η ίδια (η ενάγουσα) πέραν του ότι θα υποχρεωθεί να αποδώσει την προκαταβολή, θα πρέπει να παραλάβει και το έπιπλο χωρίς να μπορεί να αγοραστεί από τρίτο, με συνέπεια να απωλέσει τουλάχιστον το 50% της ξυλείας, λεκτέα είναι τα ακόλουθα:

ο συγκεκριμένος ισχυρισμός κατά το δεύτερο σκέλος του τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον εφόσον εν προκειμένω οι ατέλειες που έφερε το κατασκευασθέν έπιπλο επρόκειτο για ελλείψεις συνομολογημένων ιδιοτήτων, δεν ασκεί επιρροή για την άσκηση του προβλεπόμενου από στη διάταξη του άρθρου 689 ΑΚ δικαιώματος υπαναχώρησης το εάν οι σχετικές ελλείψεις είναι ουσιώδεις ή μη, όπως προαναφέρθηκε, ζήτημα εξ άλλου ως προς το οποίο είχε αποφανθεί με την υπ' αριθ. 4459/2014 απόφασή του το παρόν δικαστήριο, κατά την εξέταση του σχετικού λόγου έφεσης.

Άλλωστε η ευθύνη της ενάγουσας για την έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων είναι αντικειμενική και η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης χωρεί ανεξάρτητα από την υπαιτιότητά της ή των βοηθών της σε σχέση με την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας, οι συνέπειες δε από την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης στα συμβαλλόμενα μέρη, όπως η οικονομική ζημία που επικαλείται εν προκειμένω η ενάγουσα ότι θα υποστεί είναι οι προβλεπόμενες από το νόμο.

Κατά το πρώτο του δε σκέλος ο εν λόγω ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθόσον από το υπογραφέν συμφωνητικό δεν προέκυπτε καμία υποχρέωση της εναγομένης να επικοινωνήσει με την ενάγουσα για να ασκήσει εποπτεία στη δουλειά της, την οποία είχε αναθέσει στην επιβλέπουσα μηχανικό, η οποία όφειλε να ελέγχει την ενάγουσα άλλωστε να διασφαλίσει ότι θα κατασκευαζόταν το εγγράφως συμφωνηθέν έργο".

Με τις αιτιολογίες αυτές, το Δικαστήριο, δεχθέν νόμιμη άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από την εναγομένη εργοδότη λόγω της έλλειψης των μνημονευόμενων συμφωνημένων ιδιοτήτων, εξαφάνισε, κατά παραδοχή του σχετικού τρίτου λόγου της έφεσης, την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, και ακολούθως, αφού απέρριψε την αντένσταση έγκρισης του έργου και την υποβληθείσα από την αναιρεσείουσα ενώπιόν του, ένσταση καταχρηστικής άσκησης από την εργοδότη του δικαιώματος υπαναχώρησης, απέρριψε την ένδικη αγωγή, συνεπεία της εκ της υπαναχώρησης απόσβεσης της συμβατικής υποχρέωσης της εργοδότη για καταβολή της αμοιβής.

Η εργολάβος εταιρεία, άσκησε κατά της απόφασης αυτής την ένδικη αίτηση αναίρεσης,

Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Επομένως οι αποφάσεις αυτές είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναίρεσης.

Κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με νομικό ζήτημα που ανάγεται στο ουσιαστικό ή δικονομικό δίκαιο και κρίθηκε με την απόφαση αυτή, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο ΚΠολΔ ορίζει: α) Στο άρθρο του 579 παρ. 1 ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ? αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ? αυτήν", β) στο άρθρο του 580 παρ. 3, ότι "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές" και γ) στο άρθρο του 581 παρ. 2 ότι "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση..".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναίρεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (ΑΠ 845/2010, ΑΠ 129/2004).

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του εφετείου, που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαψε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσία η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (Ολ ΑΠ 40/1996, ΑΠ 1102/2017, ΑΠ 297/2016).

Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ., δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν ακυρώνεται, ακόμη και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο, διότι, με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 963/1999) ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1421/2002).

Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, επίσης, ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 975/2000). Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 304/2016, ΑΠ 386/2014, ΑΠ 738/2012).

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 359/2017, ΑΠ 493/2011).

Στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα με την αναίρεση κεφάλαιά της. Ως τέτοια νοούνται οι οριστικές διατάξεις της απόφασης που αποφαίνονται στις επί μέρους αυτοτελείς αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναιρείται ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα κεφάλαια ως προς τα οποία χώρησε αναίρεση της απόφασης, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 679/2011, ΑΠ 493/2011, ΑΠ 614/2009).

Ως αρρήκτως συνδεόμενα προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια, στα οποία επεκτείνεται η αναίρεση, νοούνται όσα αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, τα οποία συναναιρούνται και επομένως ως προς ολόκληρο το αναιρεθέν κεφάλαιο η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο ενώ ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της απόφασης διατηρείται το δεδικασμένο της (ΑΠ 752/2014).

Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση, ερευνώντας μόνον τους λόγους έφεσης που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται και αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής με την απόφασή του (ΑΠ 387/2018, ΑΠ 1145/2005).

Συνεπώς, το εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, δεν μπορεί να εξετάσει τα λοιπά κεφάλαια ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, είτε διότι δεν προσβλήθηκαν με λόγο αναίρεσης, είτε επειδή απορρίφθηκαν οι προβληθέντες σχετικοί λόγοι αναίρεσης, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ (ΑΠ 306/2015, ΑΠ 2072/2007).

Όμως, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας και να εκτιμήσει διαφορετικά, από την αναιρεθείσα, τις αποδείξεις, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 129/2004). Το εφετείο δεσμεύεται μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 270/2015, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 137/2004).

Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι έφεσης και ως αναιρετικοί λόγοι, κατ? αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης. Και στην περίπτωση αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της έφεσης, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι, είναι ως λόγοι έφεσης απαράδεκτοι (ΟλΑΠ 13/2011, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 738/2012), κατά την απορρέουσα από την αναιρετική παραπεμπτική απόφαση ενδοδιαδικαστική δέσμευση.

Η απόρριψη της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας μετά την παραδοχή καταλυτικής ενστάσεως,, προϋποθέτει ότι προηγουμένως υπήρχε δικαίωμα που ήδη καταλύεται και δημιουργείται δεδικασμένο για την προηγούμενη ύπαρξή του.

Συνεπώς όταν αναιρείται η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή μετά από παραδοχή της καταλυτικής ενστάσεως, επειδή ο Άρειος Πάγος διαπίστωσε πλημμέλεια ως προς την παραδοχή της καταλυτικής ενστάσεως, το δικαστήριο της παραπομπής έχει εξουσία να εξετάσει μόνο την καταλυτική ένσταση και να αποφανθεί αναλόγως για την τύχη της αγωγής, χωρίς να ερευνήσει εξαρχής την προηγούμενη ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος, γιατί ως προς αυτό, αφού δεν ερευνήθηκε από το αναιρετικό δικαστήριο κατόπιν παραπόνου του ηττηθέντος διαδίκου.

υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο (ΑΠ 1473/2012, ΑΠ 479/2009, ΑΠ 614/2008, ΑΠ 66/2004). Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο, κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική, όπως, επίσης, είναι απαράδεκτος νέος λόγος αναίρεσης για παράβαση άλλων δικονομικών κανόνων, σε περίπτωση συμμόρφωσης του δικαστηρίου της παραπομπής προς την αναιρετική απόφαση (ΑΠ 1298/2018, ΑΠ 1663/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους λόγους αναίρεσης προσάπτει στην πληττόμενη ως άνω απόφαση, εκτός των κατωτέρω ειδικά εξεταζόμενων, και τις ακόλουθες πλημμέλειες: 1) Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη την εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι έλαβε υπόψη της πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς να έχει προτείνει αυτά η αναιρεσίβλητη.

Συγκεκριμένα διατείνεται ότι έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι η βιβλιοθήκη κατασκευάστηκε και παραδόθηκε, χωρίς η ίδια να εκφράσει τις ρητές επιφυλάξεις της και αντιρρήσεις, ότι με την εφαρμογή των αρχικών σχεδίων της βιβλιοθήκης το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το προσδοκώμενο, όπως έπρεπε ενόψει της εμπειρίας της, ώστε, σε περίπτωση που η εργοδότης επέμενε στην εφαρμογή αυτών να αναιρέσει το δικαίωμα υπαναχώρησης για ελλείψεις του έργου, μολονότι η εργοδότης αναιρεσίβλητη δεν πρόβαλε ούτε πρωτοδίκως ούτε στο δεύτερο βαθμό τέτοιο ισχυρισμό και έτσι έκρινε ότι γεννήθηκε ευθύνη της (αναιρεσείουσας εργολάβου) από το άρθρο 691 ΑΚ. 2) Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην απόφαση την εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που η ίδια είχε προτείνει και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η ίδια ζητούσε με την αγωγή της το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής για έργο που εκτέλεσε και παρέδωσε και ενώ αυτά τα πραγματικά περιστατικά αποτελούσαν την ιστορική βάση της αγωγής της και τη νομική θεμελίωση αυτής ευθέως στην εφαρμογή των άρθρων 681 και 689 ΑΚ, και δεν επικαλέστηκε ότι παρέδωσε μεν ελαττωματικό έργο αλλά σύμφωνο και ανταποκρινόμενο στις επιθυμίες της εργοδότη και ότι δεν είχε προβάλει αντιρρήσεις, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω προταθέντα από αυτήν, αλλά θεμελίωσε την ευθύνη της στη διάταξη του άρθρου 691 ΑΚ. 3) Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 295/2016 ένορκης βεβαίωσης της αρχιτέκτονος μηχανικού Ε...

Μ..., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Χίου, δεχόμενο ως αποδειχθέντα εντελώς αντίθετα γεγονότα από εκείνα που βεβαιώνονται σ' αυτήν, 4) Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσβάλει την απόφαση με την εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι δεν έλαβε υπόψη της τις ακόλουθες ενστάσεις που προέβαλε ως εφεσίβλητη στη δίκη, οι οποίες ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση αυτής, καθόσον καθεμία τούτων κατέλυε τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί ελλείψεως συμφωνημένων ιδιοτήτων και γέννησης δικαιώματος υπαναχώρησης.

Ειδικότερα, επικαλείται ότι είχε προτείνει, με το αναλυτικά εκτιθέμενο περιεχόμενο σε κάθε ένα αυτοτελή ισχυρισμό της: α) την αντένσταση ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως του συμφωνητικού της σύμβασης κατασκευής της βιβλιοθήκης, η σύμβαση έργου ήταν ατέλεστη εφόσον η ίδια είχε διατηρήσει επιφυλάξεις (άρθρο 192 ΑΚ) και ότι η σύμβαση καταρτίστηκε μεταγενέστερα της άνω ημερομηνίας με την άρση της επιφυλάξεως και τη συναίνεση της αναιρεσίβλητης για την κατασκευή του επίπλου χωρίς τις ιδιότητες που είχαν αναφέρει στο συμφωνητικό, β) την ένσταση της τροποποίησης με τη συναίνεση της αναιρεσίβλητης των κρίσιμων όρων μετά την υπογραφή του συμφωνητικού και συνακόλουθα της κατάργησης του όρου περί των αναφερόμενων σε αυτή ιδιοτήτων του επίπλου (άρθρο 361 ΑΚ), γ) την αντένσταση ότι η σχετική αρχική συμφωνία που προέβλεπε τις συνομολογημένες ιδιότητες (επί τη εκδοχή ότι συνήφθη τέτοια συμφωνία) τροποποιήθηκε (άρθρο 361 ΑΚ) με μεταγενέστερη συμφωνία της αρχιτέκτονος μηχανικού που ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης και του εκπροσώπου της ίδιας με αποτέλεσμα να έχει καταργηθεί ο επίμαχος όρος και δ) τον αυτοτελή ισχυρισμό κατά τον οποίο και επί τη εκδοχή ότι είχε συμφωνηθεί όρος για ορισμένο ελάχιστο ύψος στα ράφια κ.α., αυτός καταργήθηκε με την εκδήλωση της δικαιοπρακτικής βουλήσεως της αρχιτέκτονα μηχανικού, η οποία ενήργησε μεν ως άμεσος αντιπρόσωπος της εναγομένης χωρίς να έχει κατ' αρχήν τη σχετική εξουσία, πλην όμως την καταρτισθείσα μεταγενέστερα τροποποιητική συμφωνία, καταργητική του επίμαχου όρου, ενέκρινε η αναιρεσίβλητη ως αντιπροσωπευομένη.

Επίσης, προβάλει ότι είναι αμφίβολο εάν οι αντενστάσεις αυτές εξετάστηκαν μόνο υπό το πρίσμα της επιλεγείσας από την ίδια νομικής θεμελίωσης. 5) Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό της που πρότεινε με τις προτάσεις της, σύμφωνα με τον οποίο ενημέρωσε προβάλλοντας αντιρρήσεις και επιφυλάχθηκε ζωηρώς προς την αρχιτέκτονα για το ανέφικτο από τεχνικής απόψεως της κατασκευής του έργου με τον τρόπο που το είχε σχεδιάσει και ότι αυτή υιοθέτησε τις απόψεις της, δεχόμενη, έστω εμμέσως, την τροποποίηση της σύμβασης κατασκευής του επίπλου με την κατάργηση των όρων περί συνομολογηθεισών ιδιοτήτων. 6) Με τον έκτο αναιρετικό λόγο αιτιάται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα του άρθρου 691 ΑΚ, καθώς και ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της ευθύνης της, στηριζόμενη στο ότι δεν προέβαλε αυτή ρητές αντιρρήσεις, περιοριζόμενη να αναφέρει ότι η αρχιτέκτων δεν ήταν άμεσος αντιπρόσωπος της εργοδότριας, ιδιότητα όμως που δεν ήταν αναγκαία για να θεωρηθεί αρμόδια για την αποδοχή των αντιρρήσεων και κατά νομική αναγκαιότητα να λογιστεί ότι ταυτίζεται με την εργοδότρια, εφόσον αρκούσε για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες ότι είχε οριστεί από την τελευταία ως επιβλέπουσα, με την ιδιότητά της ως διπλωματούχου μηχανικού και ως έχουσα ιδιαίτερες γνώσεις επιστήμης.

Υποστηρίζει, δε, ότι και υπό την εκδοχή ότι ορθά το δικαστήριο προέβη στο νομικό χαρακτηρισμό και υπήγαγε τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 691 ΑΚ, όφειλε να ερευνήσει τον ισχυρισμό της και να αποφανθεί ότι για το ελαττωματικό έργο, αφού κατασκευάστηκε παρά τις αντιρρήσεις της και η αναιρεσίβλητη ενέμενε στις απόψεις της, δεν φέρει ευθύνη.

Με τα ανωτέρω αποδίδει στην προσβαλλόμενη τις πλημμέλειες εκ των αρ. 1, 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. 7) Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ερμήνευσε ψευδώς τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ προσδίδοντας στο νοηματικό περιεχόμενο αυτής περιορισμένη-στενότερη έννοια και ακολούθως δεν προέβη στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου και έτσι, αν και διαπίστωσε ότι αυτή είχε υποχρέωση να τηρεί τις συστάσεις και οδηγίες της αρχιτέκτονα κατά την κατασκευή του έργου, απέκρουσε ότι υπήρχε στο πρόσωπο αυτής εξουσία αντιπροσώπευσης της αναιρεσίβλητης και ότι συνεπώς δεν είχε δικαίωμα να επιφέρει και ορισμένες επιβαλλόμενες από τη φύση του έργου, οπωσδήποτε επουσιώδεις αλλαγές, με τροποποίηση της σύμβασης, λαμβανομένης υπόψη και της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ.

Με το περιεχόμενο αυτό αποδίδει στην απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. 8) Με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Ότι για τη θεμελίωση της αντένστασης περί ύπαρξης στην αρχιτέκτονα εξουσίας αντιπροσώπευσης της εργοδότου αναιρεσίβλητης, είχε επικαλεστεί και παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά για τη συναγωγή συμπεράσματος σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την ύπαρξη φαινόμενης πληρεξουσιότητας, ήτοι περιστατικών που, υπαγόμενα στις διατάξεις των άρθρων 211 επ.

ΑΚ, συναγόταν η παροχή από την αναιρεσίβλητη στην αρχιτέκτονα εξουσίας αντιπροσώπευσης που είχε περιεχόμενο την εξουσία της τελευταίας να επιφέρει αλλαγές δικαιοπρακτικού χαρακτήρα στη σύμβαση, επουσιώδεις και επιβαλλόμενες, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 288 και 281 ΑΚ, τροποποιήσεις της αρχικής συμφωνίας.

Αποδίδει δε στο Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά αυτά περιστατικά που θεμελιώνουν τέτοια (φαινόμενη) πληρεξουσιότητα και ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, αφού στηρίζουν την αντένσταση ότι η αρχιτέκτονας συναίνεσε στις μεταβολές της μορφής του επίπλου που της πρότεινε η αναιρεσείουσα, έχοντας φέρει τις αντιρρήσεις της για το εάν το έπιπλο μπορούσε να κατασκευασθεί όπως το επιθυμούσε η αναιρεσίβλητη και έτσι, με τη συναίνεση της αρχιτέκτονα, επήλθε τροποποίηση των όρων της σύμβασης, κατάργηση του όρου για ελάχιστα ύψη των ραφιών, αύξηση διατομής των μερών του επίπλου, δραστική μείωση της ωφέλιμης επιφάνειας λόγω της τοποθέτησης κάσας και αποκλίσεις από τα συμφωνηθέντα, ήτοι παράβαση από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Επίσης, ότι με τις αιτιολογίες που διέλαβε στην προσβαλλόμενη, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού δεν υπάρχει καμία αναφορά στα πραγματικά περιστατικά που πρότεινε για την αντένσταση αυτή, ώστε να δίνεται η δυνατότητα αναιρετικού ελέγχου της ορθής ή μη υπαγωγής τούτων στον κανόνα του άρθρου 211 ΑΚ, παραβαίνοντας τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ. 9) Με τον ένατο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη με την αιτίαση από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 713 επ.

και ιδίως των άρθρων 717, 718, 723 ΑΚ, και για το λόγο αυτό δεν εφάρμοσε την τελευταία διάταξη αν και συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της. Ειδικότερα, διατείνεται ότι και αν ακόμη δεν υπήρχε σχέση αντιπροσώπευσης μεταξύ της αρχιτέκτονα και της αναιρεσίβλητης, οπωσδήποτε συνέδεε αυτές σχέση εντολής και εφόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου η αρχιτέκτονας παρεξέκλινε της εντολής που την συνέδεε χωρίς να ενημερώσει την εντολέα της, αν και ήταν ευχερές να το πράξει και σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνωρίζει ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα αποδεχόταν την παρέκκλιση, υπαιτιότητα βαρύνει την αρχιτέκτονα για τη μη εκτέλεση της εντολής, αφού παρείχε εντολές και συστάσεις κατά την κατασκευή του έργου, χωρίς να μεριμνήσει να τηρηθούν συγχρόνως οι συνομολογημένες ιδιότητες που ήταν αδιαπραγμάτευτες-υποχρεωτικές και όχι ενδεικτικές.

Συνεπεία, δε, της εσφαλμένης ερμηνείας των άνω διατάξεων, δέχθηκε ότι δεν μπορούσαν να έχουν εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση και γι' αυτό δεν ερεύνησε διόλου τη συμπεριφορά της αρχιτέκτονα μηχανικού και δεν δέχθηκε την ευθύνη αυτής. Υπό το ανωτέρω περιεχόμενο, οι εκτιθέμενοι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτοι.

Ειδικότερα: Ο ανωτέρω τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης της αρχιτέκτονα Ε... Μ..., είναι απαράδεκτος διότι η παραμόρφωση εγγράφου δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους, στη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης που επιτρέπονται κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως είναι η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον η διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι ειδική και αποκλείει την ίδρυση, κατ' αυτών των αποφάσεων, του προβλεπόμενου με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου (ΑΠ 839/2018, ΑΠ 757/2017, ΑΠ 13/2017).

Άλλωστε, οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν, κατά το άρθρο 421 ΚΠολΔ, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και όχι έγγραφο αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 339 ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του οποίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου (ΑΠ 612/2019, ΑΠ 625/2018). Οι δε λοιποί λόγοι, είναι απαράδεκτοι διότι συνάπτονται με τις παραδοχές της απόφασης οι οποίες καλύπτονται από το δεδικασμένο που προκύπτει από την 4459/2014 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεδομένου ότι αυτές οι παραδοχές, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ανωτέρω μνημονευόμενων διαδικαστικών εγγράφων της πορείας της υπόθεσης, είτε δεν προσβλήθηκαν με την από 4-3-2015 αίτηση αναίρεσης που άσκησε η ήδη αναιρεσίβλητη κατά της ως άνω απόφασης, ούτε, βέβαια με αίτηση αναίρεσης της ήδη αναιρεσείουσας, που μπορούσε να ασκήσει, έστω και επικουρικώς για την περίπτωση παραδοχής της αναίρεσης που είχε ασκήσει η αντίδικός της, είτε απορρίφθηκαν, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, με την 447/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την απόρριψη των πρώτου, δεύτερου και τέταρτου λόγων αναίρεσης που αφορούσαν τα αντίστοιχα ζητήματα.

Οπότε, τα ζητήματα αυτά δεν κατέστησαν αντικείμενο της δίκης ενώπιον του κατά παραπομπή Δικαστηρίου που εξέδωσε την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Από την ως άνω 4459/2014 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει δεδικασμένο ως προς την κατάρτιση της σύμβασης και τους όρους της, την κατά τη σύμβαση συμφωνία των συμβληθέντων για την ύπαρξη συμφωνημένων ιδιοτήτων στο ανατεθέν έργο, ήτοι την κατασκευή της βιβλιοθήκης, την κατασκευή και παράδοση του έργου, την έλλειψη σ' αυτό των συγκεκριμένων ιδιοτήτων που είχαν συμφωνηθεί, την αντιπροσώπευση της εργοδότριας αναιρεσίβλητης από την αρχιτέκτονα Ε...

Μ... με τα όρια της αντιπροσωπευτικής εξουσίας, τη μη τροποποίηση της ένδικης σύμβασης αναφορικά με τις συμφωνημένες ιδιότητες που έπρεπε να έχει η βιβλιοθήκη είτε από την άνω αντιπρόσωπο της εργοδότη, είτε από την εργοδότη - αναιρεσίβλητη, τη μη κατάργηση του όρου της σύμβασης για την ύπαρξη αυτών των συμφωνημένων ιδιοτήτων και εν τέλει, το ότι συνεπεία της έλλειψης των συμφωνημένων ως άνω ιδιοτήτων παρέχεται στην εργοδότρια αναιρεσίβλητη το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση, καθώς και τη μορφή της έννομης σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους.

Τούτο διότι, με την απόφαση έγινε δεκτή αντένσταση της αναιρεσείουσας εργολάβου περί εγκρίσεως του παραδοθέντος έργου, υποβληθείσα για την κατάλυση της ευθύνης από την έλλειψη της ύπαρξης σ' αυτό των συμφωνημένων ιδιοτήτων, και την απαλλαγή της εργολάβου, η οποία (παραδοχή της αντένστασης) προϋποθέτει την ύπαρξη του δικαιώματος υπαναχώρησης λόγω της έλλειψης αυτής των συμφωνημένων ιδιοτήτων, ζητήματα για τα οποία υπήρχε η κρίση του Δικαστηρίου.

Συνεπώς, με την αναίρεση της απόφασης λόγω της παραδοχής των λόγων με τους οποίους προσβάλλονταν η απόφαση για την κρίση της περί της έγκρισης του έργου από την αντιπρόσωπο της εργοδότριας αναιρεσίβλητης και από την ίδια, η παραπομπή στο Δικαστήριο της ουσίας αφορούσε μόνο το κεφάλαιο της αντένστασης αυτής, όχι όμως και τα άλλα ζητήματα, τα οποία πλέον δεν μπορούν να ερευνηθούν, καθόσον ούτε και το Δικαστήριο της ουσίας θα μπορούσε να ερευνήσει λόγω της δέσμευσής του από το δεδικασμένο.

Από τα άρθρα 681, 688 και 690 ΑΚ συνάγεται ότι με τη σύμβαση έργου μεταξύ εργολάβου και κυρίου του έργου, ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε κύριος του έργου (εργοδότης) να του καταβάλει την εργολαβική αμοιβή. Η αμοιβή καταβάλλεται, σύμφωνα με το άρθρο 694 ΑΚ, κατά την παράδοση του έργου, εκτός άλλης συμφωνίας των συμβληθέντων.

Ως παράδοση του έργου, νοείται η πλήρης εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου με την προσπόριση του έργου στον εργοδότη, δηλαδή την περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, το οποίο όμως πρέπει να είναι το προσήκον, δηλαδή να μην είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, γιατί αλλιώς δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος εκπλήρωσε πρώτος την βαρύνουσα αυτόν υποχρέωση.

Ωστόσο, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 688, 689, 690, και 694 ΑΚ προκύπτει ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο, έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη, που το καθιστούν άχρηστο. Έτσι, η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ' αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής.

Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, που διαγράφονται στα άρθρα 688-690 ΑΚ, εκτός βέβαια διαφορετικής συμφωνίας τους (ΑΠ 1129/2017, ΑΠ 183/2011). Μεταξύ των δικαιωμάτων που παρέχονται στον εργοδότη στην περίπτωση που το έργο το οποίο εκτελέστηκε και παραδόθηκε έχει ουσιώδη ελαττώματα που το κάνουν άχρηστο ή που του λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες, είναι και της υπαναχώρησης από τη σύμβαση.

Η άσκηση της υπαναχώρησης γίνεται με μονομερή δήλωση βουλήσεως του εργοδότη η οποία απευθύνεται στον αντισυμβαλλόμενό του και με την περιέλευση σ' αυτόν γίνεται αμετάκλητη, επιφέρει, δε, την άμεση διάλυση της σύμβασης έργου, με αναδρομική ενέργεια. Αποτέλεσμα της άσκησης είναι η απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχές που πηγάζουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1035/2010, ΑΠ 1759/2009, ΑΠ 1743/2008).

Έτσι, αν ασκήσει ο εργοδότης το δικαίωμα της υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου, λόγω έλλειψης συμφωνημένων ιδιοτήτων σ' αυτό, η σύμβαση λύεται αναδρομικά και δεν έχει πλέον υποχρέωση καταβολής της αμοιβής. Στην απαλλαγή του εργολάβου από την ευθύνη του για ελλείψεις του έργου και συνεπώς στην κατάλυση του δικαιώματος του εργοδότη για υπαναχώρηση από τη σύμβαση, οδηγεί, κατά το άρθρο 692 ΑΚ, και η έγκριση του έργου από τον εργοδότη, εκτός αν οι ελλείψεις δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση, όταν έγινε η παραλαβή του έργου, ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο.

Έγκριση είναι η επιδοκιμασία του έργου από το εργοδότη, με την οποία αυτός αναγνωρίζει ότι το έργο δεν έχει ελλείψεις. Η έγκριση, που προϋποθέτει πραγματική παράδοση του έργου, μπορεί να είναι ρητή, με την έννοια ότι ο εργοδότης δήλωσε ότι το έργο εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές της εργολαβικής σύμβασης, ή σιωπηρή που μπορεί να συναχθεί από την ανεπιφύλακτη ή χωρίς διαμαρτυρία παραλαβή του έργου από τον εργοδότη, η οποία, περαιτέρω, προκύπτει και από τη μη έγερση αξίωσης κατά του εργολάβου εντός εύλογου χρόνου (ΑΠ 1254/2018, ΑΠ 1129/2017, ΑΠ 226/2012, ΑΠ 1199/2007).

Προκύπτει έτσι όχι μόνο δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση του εργοδότη να εξετάσει το έργο, που του παραδίδεται και αναλόγως να το εγκρίνει ή να αρνηθεί την έγκρισή του, αν έχει ελλείψεις, διαφορετικά, αν δηλαδή παραλάβει το έργο χωρίς να το εξετάσει, φέρει αυτός τον κίνδυνο των ελλείψεων και υποχρεούται να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνημένη αμοιβή του παρά την ύπαρξη ελλείψεων, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρο 692 ΑΚ.

Η εξέταση του έργου θεωρείται κανονική, αν γίνει είτε από τον ίδιο τον εργολάβο ή από αντιπρόσωπό του ή και από τρίτο πρόσωπο στο οποίο ανατέθηκε η εξέταση και έγκριση του έργου, είτε από ειδικό που έχει τις αναγκαίες γνώσεις, αν κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και την καλή πίστη οι ελλείψεις του συγκεκριμένου έργου δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές από οποιονδήποτε (ΑΠ 819/2019, ΑΠ 447/2016, ΑΠ 1511/2014).

Παρά την έγκριση του εργοδότη ο εργολάβος ευθύνεται για τις ελλείψεις του έργου, αν αυτές δεν μπορούσαν να διαγνωσθούν με την παραπάνω εξέταση αυτού κατά την παραλαβή του και μάλιστα είτε έγινε η "κανονική" εξέταση είτε όχι (ΑΠ 361/2014, ΑΠ 226/2012, ΑΠ 446/2012, ΑΠ 1804/2001), είτε όταν ο εργολάβος απέκρυψε τις ελλείψεις αυτές με δόλο.

Η έγκριση του παραδοθέντος έργου, μπορεί να γίνει είτε από τον εργοδότη, είτε από τον άμεσο αντιπρόσωπό του. Εάν η δήλωση βούλησης του αντιπροσώπου αυτού για την έγκριση του έργου γίνει μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου, σύμφωνα με το άρθρο 211 ΑΚ και συνεπώς είναι σαν να ενέκρινε το παραδοθέν έργο ο ίδιος ο εργοδότης.

Από το συνδυασμό, όμως, της διάταξης αυτής, προς τις διατάξεις των άρθρων 160, 200, 216, 217, 219 ΑΚ, προκύπτει, ότι εάν η έγκριση του έργου από τον αντιπρόσωπο γίνει καθ' υπέρβαση των ορίων της αντιπροσώπευσης, είναι άκυρη και δεν δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο που την αποκρούει και δεν την εγκρίνει, γιατί η υπέρβαση αυτή ισοδυναμεί με ενέργεια χωρίς πληρεξουσιότητα (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 1818/2014, ΑΠ 1600/2013, ΑΠ 1443/2012).

Εξάλλου, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και προβλέπονται στο άρθρο 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ, είναι αντίστοιχοι με τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ίδιου Κώδικα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ.

α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη (ΑΠ 1042/2017).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με την αντένσταση της αναιρεσείουσας περί της έγκρισης από την αρχιτέκτονα Ε...

Μ..., ως αντιπρόσωπο της εργοδότη αναιρεσίβλητης, της βιβλιοθήκης που είχε κατασκευάσει και παραδώσει στην κυρία του έργου αναιρεσίβλητη, δέχθηκε, εκτός των άλλων σχετικών που παρατίθενται στο σκεπτικό της απόφασης, ειδικότερα τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, την 29-6-2009, οπότε έλαβε χώρα η πραγματική παράδοση του έργου στην εναγομένη, η τελευταία απουσίαζε μεν από την οικία της λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, αλλά είχε αναθέσει την επίβλεψη της καλής εγκατάστασης και της παραλαβής αυτού στην αρχιτέκτονα μηχανικό Ε...

Μ..., ως αντιπρόσωπο αυτής. Η τελευταία ήταν παρούσα καθ' όλη τη διάρκεια της κατασκευής του έργου στο χώρο της εκκαλούσας, μέχρι την αποπεράτωση και την τελική τοποθέτηση αυτού, παραλαμβάνοντάς το για λογαριασμό της εργοδότριας, χωρίς να διατυπώσει καμία επιφύλαξη, παρά το ότι οι ως άνω περιγραφόμενες ελλείψεις αυτού μπορούσαν να διαπιστωθούν ευχερώς από την ίδια, ως πρόσωπο που διέθετε τις αναγκαίες γνώσεις, άμεσα δια γυμνού οφθαλμού, με κανονική εκ μέρους της εξέταση, και παρά το ότι η αντιπροσωπευτική της εξουσία περιλάμβανε την παραλαβή της βιβλιοθήκης, όπως αυτή αποτυπωνόταν στο αρχικό και συνημμένο στην από 5-3-2009 σύμβαση σχέδιο, χωρίς κατ' επέκταση να διαθέτει αντίστοιχη αντιπροσωπευτική εξουσία περί έγκρισης του έργου χωρίς αυτό να φέρει τις συμφωνημένες βάσει του αρχικού σχεδίου ιδιότητες, στοιχείο υπό τη συνδρομή του οποίου θα επερχόταν δέσμευση της εναγομένης - εργοδότριας και κατάλυση του δικαιώματός της για υπαναχώρηση από την επίδικη σύμβαση έργου λόγω ελλείψεων συμφωνημένων ιδιοτήτων".

Με το δέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση, κατά το πρώτο μέρος του, την αιτίαση που συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 211, 217 και 288 ΑΚ. Κατά τη σχετική αιτίαση, η εσφαλμένη ερμηνεία και η συνεπεία αυτής μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται στο ότι παρά το ότι η αρχιτέκτονας με τη σύμβαση αντιπροσώπευσης είχε εξουσία να ελέγχει το έργο, ώστε να ανταποκρίνεται στη σύμβαση και στους όρους της και μολονότι αυτή την έννοια έχει η παρεχόμενη από τη σύμβαση δυνατότητα διαπίστωσης ότι το έργο εκτελέστηκε κανονικά, έκρινε ότι από το συμφωνητικό ανάθεσης του έργου δεν συνάγεται παροχή πληρεξουσιότητας της αναιρεσίβλητης προς την αρχιτέκτονα, ώστε να εγκρίνει το κατασκευασθέν και παραδοθέν έργο και απέρριψε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα αντένσταση, εκ του άρθρου 692 ΑΚ, με την οποία θα απαλλασσόταν από κάθε ευθύνη.

Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 692 ΑΚ, αναφορικά με την παραδοχή της ότι η αρχιτέκτονας είχε μεν πληρεξουσιότητα να εγκρίνει το έργο, περιορίζει, όμως, την εξουσία της στην έγκριση του έργου που θα εκτελεστεί όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί και αποκρούει την εκ μέρους της έγκριση έργου έχοντος την έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων, λόγω έλλειψης σχετικής πληρεξουσιότητας, χωρίς να αιτιολογεί γιατί αποκλείεται να είχε η αρχιτέκτονας δικαίωμα έγκρισης του έργου με τη μορφή και τα χαρακτηριστικά που αυτό είχε και παρουσιάζουν απόκλιση από τα εμφαινόμενα στα αρχικό σχέδιό της στο χρόνο που ολοκληρώθηκε, τη στιγμή που είχε δικαίωμα παροχής εντολών και οδηγιών τις οποίες η αναιρεσείουσα εργολάβος τήρησε χωρίς παρέκκλιση και χωρίς αναφορά ότι αυθαιρέτησε και παρεξέκλινε των εντολών και οδηγιών αυτής, καθώς επίσης, ενώ αρνείται την κατάρτιση της σύμβασης άμεσης αντιπροσώπευσης της αναιρεσίβλητης από την αρχιτέκτονα, στη συνέχεια αποδέχεται την ύπαρξη εξουσίας αντιπροσώπευσης για την παραλαβή του έργου και έγκριση αυτού, την περιορίζει όμως αυθαίρετα σε έργο που θα ανταποκρινόταν στην αρχική σχεδίαση, χωρίς να διευκρινίζει από που συνάγεται αυτός ο περιορισμός και χωρίς να διασαφηνίσει για ποιο λόγο θα έπρεπε παρά την παροχή εντολών και οδηγιών να μην υπάρχει απόκλιση από το αρχικό σκαρίφημα.

Με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και ακολούθως εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211, 217 και 288 ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στην σαφή παραδοχή ότι η αρχιτέκτονας Ε... Μ..., είχε εξουσία αντιπροσώπευσης της εργοδότη αναιρεσίβλητης, με συγκεκριμένο περιεχόμενο, περιγραφόμενο ειδικά στη σύμβαση έργου που συνέδεε τους διαδίκους,, το οποίο συνίσταται στην επίβλεψη της κατασκευής και τοποθέτησης της βιβλιοθήκης, τον έλεγχο της κατασκευής και την παροχή συμβουλών και υποδείξεων για την τήρηση του συμφωνημένου σχεδίου και την καλή εκτέλεση, καθώς επίσης και την παραλαβή του παραδιδόμενου μετά την εκτέλεσή του έργου.

Επίσης, ότι η άνω αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, δεν είχε την εξουσία να εγκρίνει τη βιβλιοθήκη και στην περίπτωση που αυτή δεν θα είχε, εκτός των άλλων, τις συμφωνημένες ιδιότητες και κυρίως βιβλιοθήκη που τα ράφια θα είχαν μικρότερο ύψος από το καθορισμένο και που δεν θα ταίριαζε αισθητικά στο χώρο, ιδιότητες που ρητά είχαν συμφωνηθεί και για λόγους που την αφορούσαν η αναιρεσίβλητη είχε αποβλέψει στην τήρησή τους.

Μάλιστα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αρχιτέκτονας δεν είχε εξουσία αντιπροσωπευτική σε τέτοιο βαθμό ώστε να εγκρίνει τη βιβλιοθήκη που δεν θα είχε τις συγκεκριμένες ιδιότητες οι οποίες προέκυπταν από το αρχικό σχέδιο που είχε συντάξει η αρχιτέκτονας, στο οποίο περιγράφονταν οι συμφωνημένες ως άνω ιδιότητες, αφού είχε, επίσης, δεχθεί ότι η αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης ως άνω αρχιτέκτονας, δεν είχε αντιπροσωπευτική εξουσία να τροποποιήσει το συμφωνημένο να εκτελεστεί αρχικό σχέδιο.

Υπό τα γενόμενα δε, ανελέγκτως δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, με τα οποία το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο προσδιόρισε τη φύση και την έκταση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας που είχε η αρχιτέκτονας Ε... Μ..., πράγματι δικαιολογείται το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, ότι δηλαδή, κατά το νοηματικό περιεχόμενο της κρίσης του, η έγκριση ήταν άκυρη αφού έγινε καθ' υπέρβαση της εξουσίας αντιπροσώπευσης και συνεπώς, δεν υπήρξε νόμιμη έγκριση της παραδοθείσας βιβλιοθήκης από αυτήν, συνεπεία της οποίας να επέρχεται κατάλυση του δικαιώματος της εργοδότη αναιρεσίβλητης για υπαναχώρηση από τη σύμβαση λόγω της έλλειψης σ' αυτήν συμφωνημένων ιδιοτήτων, και εντεύθεν απαλλαγή αυτής από την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής.

Εξάλλου, το Εφετείο, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ότι η αρχιτέκτονας Ε... Μ... δεν είχε αντιπροσωπευτική εξουσία να εγκρίνει έργο στο οποίο θα έλλειπαν συμφωνημένες ιδιότητες με βάση το αρχικό σχέδιο κατασκευής που είχε συνταχθεί. Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, όπως τούτο εκτίθεται ανωτέρω, προκύπτει ότι ο σκοπός κατασκευής του επίπλου ήταν η χρήση αυτού ως βιβλιοθήκης για την αρχειοθέτηση και ταξινόμηση μεγάλου όγκου βιβλίων, φακέλων και ντοσιέ, ότι το συγκεκριμένο ύψος των ραφιών είχε επιλεγεί και είχε αποβλέψει ρητά σ' αυτό η αναιρεσίβλητη καθόσον σε μικρότερο ύψος δεν θα μπορούσαν να τοποθετηθούν τα βιβλία αυτής και του συζύγου της και θα ήταν προβληματική η χρήση της για το σκοπό που αποφασίστηκε η κατασκευή της και ότι η αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, αρχιτέκτονας Ε...

Μ..., δεν είχε εξουσία τροποποίησης του αρχικού σχεδίου που προέβλεπε τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του επίπλου, Τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν πλήρως την παραδοχή του περί του ότι η αντιπρόσωπος δεν είχε εξουσία να εγκρίνει έργο που θα έφερε την έλλειψη της συγκεκριμένης ιδιότητας που είχε συμφωνηθεί, κρίση που ανταποκρίνεται πλήρως και προς το σκοπό κατασκευής του επίπλου και το συμφέρον της αναιρεσίβλητης, και για την πληρότητα της αιτιολογίας του, δεν ήταν αναγκαίο να εκθέτει για ποιο λόγο το Εφετείο απέκλεισε το δικαίωμα έγκρισης έργου με τα χαρακτηριστικά που είχε με την τελική μορφή του και παρά την απόκλιση από το αρχικό σχέδιο, μολονότι η αρχιτέκτονας είχε δικαίωμα παροχής εντολών και οδηγιών, ενόψει μάλιστα της ρητής παραδοχής ότι δεν είχε εξουσία να τροποποιεί το αρχικό σχέδιο της βιβλιοθήκης, ούτε να εκθέσει από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στηρίχθηκε η κρίση του για την παραδοχή αυτή.

Έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, αναφορικά με την αντένσταση της έγκρισης της βιβλιοθήκης που η αναιρεσείουσα κατασκεύασε και παρέδωσε, από την ως άνω αντιπρόσωπο της αναιρεσίβλητης εργοδότη, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη αυτήν κατά το αντίστοιχο μέρος της, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και συνεπώς, ο δέκατος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος,

Κατά τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση κατά απόφασης του ειρηνοδικείου ή απόφασης του πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης του ειρηνοδικείου, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Έτσι, ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

Εξάλλου, η κατά τη διάταξη του άρθρου 692 ΑΚ έγκριση του έργου από τον εργοδότη, η οποία οδηγεί στην απαλλαγή του εργολάβου από κάθε ευθύνη για τις ελλείψεις του, εκτός αν αυτές δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση όταν έγινε η παραλαβή του έργου ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο, μπορεί να είναι ρητή, με την έννοια ότι ο εργοδότης δήλωσε ότι το έργο εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές της εργολαβικής σύμβασης που κατάρτισε με τον εργολάβο, ή σιωπηρή που μπορεί να συναχθεί από την ανεπιφύλακτη ή χωρίς διαμαρτυρία παραλαβή του έργου από τον εργοδότη.

Η εκ του άρθρου αυτού αντένσταση του εργολάβου, με την οποία αποκρούεται ένσταση του εργοδότη περί μη οφειλής της συμφωνηθείσας αμοιβής λόγω υπαναχώρησής του από τη σύμβαση επειδή στο κατασκευασθέν και παραδοθέν έργο λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες, μπορεί να στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικά εκτιμώμενα, θεμελιώνουν τη συναγωγή της κρίσης περί της σιωπηρής έγκρισης του έργου.

Καθένα από τα περιστατικά αυτά που απαρτίζουν τη συμπεριφορά του εργοδότη, η οποία συνιστά τη σιωπηρή έγκριση του έργου, αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η δε μη λήψη υπόψη κάποιου από τα περιστατικά αυτά ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης (πρβλ.

ΑΠ 356/2011, ΑΠ 2255/2011). Με τον ενδέκατο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η αναιρεσίβλητη έδειξε την ικανοποίησή της για το τελικό αποτέλεσμα του έργου, ζήτησε από την αρχιτέκτονα να της γνωστοποιήσει λογαριασμό για την κατάθεση της αμοιβής της και στη συνέχεια της ανέθεσε και άλλη εργασία, δηλαδή το σχεδιασμό της κάτοψης της οικίας της ώστε να προμηθευτεί έπιπλα που θα εναρμονιζόταν με το έπιπλο που της είχε κατασκευάσει, γεγονότα που ερμηνευόμενα κατά την καλή πίστη συνιστούν σαφή, έστω και έμμεσα συναγόμενη, έγκριση του έργου από την ίδια, καθώς, επίσης, δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό της (αναιρεσείουσας), σύμφωνα με τον οποίο οι αποκλίσεις του έργου ήταν ασήμαντες και επουσιώδεις και ότι το έργο εν τέλει κατασκευάστηκε κατά τρόπο άρτιο και σύμφωνο με τους κανόνες της τέχνης, ώστε λαμβανομένης υπόψη και της επιδοκιμασίας του έργου από την αρχιτέκτονα, να συνάγεται ότι, εάν αυτά τα πραγματικά περιστατικά είχαν εκτιμηθεί από το δικαστήριο θα ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα της δίκης.

Προβάλει, δε, με το ανωτέρω περιεχόμενο του λόγου αναίρεσης, πλημμέλεια από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικά με τον εξεταζόμενο ενδέκατο λόγο της αναίρεσης, δέχθηκε, εκτός των άλλων πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται ανωτέρω στην παράθεση του περιεχομένου της απόφασής του, ειδικότερα τα ακόλουθα: "Εντός δε ευλόγου χρόνου από την παραλαβή του έργου, και δη εντός εβδομάδας από την τοποθέτηση της βιβλιοθήκης στην οικία της η τελευταία προέβη σε εξώδικη άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησής της, δια του από 6-7-2009 εξωδίκου της (βλ.

την επικαλούμενη υπ' αριθ. 302Β/7-7-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Ζ.), δικαίωμα το οποίο προβάλει αμυντικώς και στα πλαίσια της προκειμένης δίκης με την οποία διώκεται εναντίον της η αξίωση καταβολής υπολοίπου της εργολαβικής αμοιβής, επικαλούμενη τις ανωτέρω ελλείψεις των συμφωνημένων ιδιοτήτων που έφερε το παραδοθέν έργο, χωρίς στο μεσοδιάστημα να υπήρξε εκ μέρους της οποιαδήποτε ενέργεια, προς την ίδια τουλάχιστον την ενάγουσα-εφεσίβλητη που θα μπορούσε να εκληφθεί ως εκ μέρους της έγκριση του έργου, γεγονός που αναιρεί τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της ενάγουσας περί έγκρισης από μέρους αυτής (της εναγομένης) του παραδοθέντος έργου, ρητής ή σιωπηρής".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, είναι φανερό ότι έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί της σιωπηρής έγκρισης του έργου από την εργοδότη αναιρεσίβλητη, με όλα τα απαρτίζοντα αυτόν στοιχεία συμπεριφοράς της τελευταίας που προσδιορίζουν την επικαλούμενη σιωπηρή έγκριση και τα οποία, κατά τα ανωτέρω, πρότεινε η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της αντένστασης και όχι μόνο την εντός εύλογου χρόνου αντίδραση της αναιρεσίβλητης στη διαπιστωθείσα έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων.

Τούτο διότι, σαφώς δέχεται ότι δεν υπήρξε από την πλευρά της εργοδότη οποιαδήποτε ενέργεια που να υποδηλώνει και να μπορεί να εκληφθεί από την αναιρεσείουσα, ως έγκριση του έργου από την αναιρεσίβλητη, συνάγοντας έτσι πόρισμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί αληθές η αναιρεσείουσα και μη δεχόμενη τη βασιμότητα των επικαλούμενων, με όσα εκτίθενται στον ισχυρισμό περί σιωπηρής έγκρισης του έργου από την εργοδότη, πραγματικών περιστατικών.

Εξάλλου, τον ίδιο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί σιωπηρής έγκρισης του έργου, δεν παρίστανται ικανά να στηρίξουν το ουσιώδες ή επουσιώδες των συμφωνημένων ιδιοτήτων που έλλειπαν, ούτε ο τεχνικά άρτιος τρόπος κατασκευής του έργου, ούτε η επιδοκιμασία του έργου από την αρχιτέκτονα, αφού αυτά δεν αποτελούν στοιχεία συμπεριφοράς της εργοδότου δηλωτικά σιωπηρής έγκρισης του έργου, ώστε και αν ακόμη δεν έλαβε αυτά υπόψη το Εφετείο, δεν μπορούν να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης, αφού δεν είναι ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, παρεκτός του ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι επρόκειτο για σημαντικές και ουσιώδεις ελλείψεις ιδιοτήτων με σαφή απόκλιση από το συμφωνημένο αρχικό σχέδιο, καθώς και ότι η εργοδότης δεν είχε εγκρίνει την τροποποίηση του αρχικού σχεδίου που προέβλεπε τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της βιβλιοθήκης, στα οποία στηρίζεται η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης.

Επομένως, το Εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του πράγματα που πρότεινε η αναιρεσείουσα και στα οποία στηρίζονταν η προβληθείσα από αυτήν αντένσταση σιωπηρής έγκρισης του έργου και οι αιτιάσεις στις οποίες θεμελιώνεται ο εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ενδέκατος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμες.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος." Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου (ΑΠ 123/2017).

Σύμφωνα, δε, με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η ειρημένη αδράνεια του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο.

Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001).

Εξάλλου, από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν για τη θεμελίωση ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 560 αρ. 5 περ.

β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτά προβληθεί, υπό την προϋπόθεση ότι με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1854/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, έγιναν δεκτά όσα πραγματικά περιστατικά διαλαμβάνονται στο περιεχόμενό της που παρατέθηκε ανωτέρω, ειδικότερα δε τα εξής: "Όσον αφορά δε την προβληθείσα αντένσταση της ενάγουσας στο ασκηθέν από την εναγομένη δικαίωμα υπαναχώρησης της από τη σύμβαση έργου περί καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος, η οποία παραδεκτά κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ προτείνεται ως υπερασπιστικός ισχυρισμός κατά της έφεσης στα πλαίσια της μετ' αναίρεση δίκης και η οποία, κατ' εκτίμηση, εμπεριέχει και τον προβληθέντα ισχυρισμό της περί εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 288 ΑΚ, με την οποία αυτή αιτείται την κατάλυση του σχετικού δικαιώματος, επικαλούμενη ότι αφενός μεν η εναγομένη ενεργώντας κατά τρόπο αντίθετο στις συναλλαγές, επιδεικνύοντας αμέλεια για την πρόοδο του έργου δεν γνωστοποίησε έγκαιρα στον εκπρόσωπό της ότι η μηχανικός στην οποία είχε αναθέσει την επίβλεψη του έργου δεν είχε εξουσία αντιπροσώπευσης στην έκταση που ο ίδιος θεωρούσε, ότι δεν ήρθε σε καμία επαφή με αυτόν, ενημερώνοντάς τον ότι το σχέδιο που είχε σχεδιαστεί από την αρχιτέκτονα μεταγενέστερα δεν την ικανοποιούσε, ότι δεν εξέφρασε καμία απορία ενώ είδε να τοποθετείται κάσσα την οποία δεν περιλάμβανε το αρχικό σχέδιο, με αποτέλεσμα η ίδια (η ενάγουσα) να υποβληθεί σε έξοδα για τα υλικά και τις αμοιβές των εργατών, τα οποία θα είχε αποφύγει εάν είχε τη σχετική ενημέρωση και διέκοπτε την εκτέλεση του έργου σε πρόωρο στάδιο, αφετέρου δε ότι οι ατέλειες του έργου, το οποίο εκτελέστηκε σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές της αρχιτέκτονος, ως έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, ήταν ασήμαντες και επουσιώδεις, αφού μόνο το πάνω ράφι στο δεξιό τμήμα του επίπλου έχει μικρότερο από το ελάχιστο ύψος, ενώ είναι δυνατή η μετακίνηση της βάσης του ώστε με την κατάργησή του να επιτυγχάνεται το σκοπούμενο αποτέλεσμα, και ότι το υπόλοιπο έπιπλο δεν εμφανίζει παρά μόνο ασήμαντη απόκλιση σε σχέση με την αρχική σχεδίαση, έτσι ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι η εκ μέρους της παροχή εκπληρώθηκε ως επιτάσσουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, και ότι σε περίπτωση που γίνει δεκτή η υπαναχώρηση η ίδια (η ενάγουσα) πέραν του ότι θα υποχρεωθεί να αποδώσει την προκαταβολή, θα πρέπει να παραλάβει και το έπιπλο χωρίς να μπορεί να αγοραστεί από τρίτο, με συνέπεια να απωλέσει τουλάχιστον το 50% της ξυλείας, λεκτέα είναι τα ακόλουθα:

ο συγκεκριμένος ισχυρισμός κατά το δεύτερο σκέλος του τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον εφόσον εν προκειμένω οι ατέλειες που έφερε το κατασκευασθέν έπιπλο επρόκειτο για ελλείψεις συνομολογημένων ιδιοτήτων, δεν ασκεί επιρροή για την άσκηση του προβλεπόμενου από στη διάταξη του άρθρου 689 ΑΚ δικαιώματος υπαναχώρησης το εάν οι σχετικές ελλείψεις είναι ουσιώδεις ή μη, όπως προαναφέρθηκε, ζήτημα εξ άλλου ως προς το οποίο είχε αποφανθεί με την υπ' αριθ. 4459/2014 απόφασή του το παρόν δικαστήριο, κατά την εξέταση του σχετικού λόγου έφεσης.

Άλλωστε η ευθύνη της ενάγουσας για την έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων είναι αντικειμενική και η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης χωρεί ανεξάρτητα από την υπαιτιότητά της ή των βοηθών της σε σχέση με την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας, οι συνέπειες δε από την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης στα συμβαλλόμενα μέρη, όπως η οικονομική ζημία που επικαλείται εν προκειμένω η ενάγουσα ότι θα υποστεί είναι οι προβλεπόμενες από το νόμο.

Κατά το πρώτο του δε σκέλος ο εν λόγω ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθόσον από το υπογραφέν συμφωνητικό δεν προέκυπτε καμία υποχρέωση της εναγομένης να επικοινωνήσει με την ενάγουσα για να ασκήσει εποπτεία στη δουλειά της, την οποία είχε αναθέσει στην επιβλέπουσα μηχανικό, η οποία όφειλε να ελέγχει την ενάγουσα ώστε να διασφαλίσει ότι θα κατασκευαζόταν το εγγράφως συμφωνηθέν έργο".

Με το δωδέκατο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι είχε προβάλει στο δικαστήριο της ουσίας την εκ του άρθρου 281 ΑΚ αντένσταση, συνιστάμενη στο ότι, και αν ακόμη, υπό τα εκτιθέμενα ως εκδοχή, πραγματικά περιστατικά, η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση, από το σύνολο των περιστάσεων, αντίθετα προς την καλή πίστη και προς τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος προέβη στην υπαναχώρηση που είχε αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής της, για να αποφύγει την πληρωμή της αμοιβής.

Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι η αναιρεσίβλητη, ενεργώντας κατά τρόπο αντίθετο στις συναλλαγές και επιδεικνύοντας αμέλεια και αμεριμνησία για την πρόοδο του έργου, μη γνωστοποιώντας στην αναιρεσείουσα έγκαιρα ότι η αρχιτέκτονας δεν είχε εξουσία αντιπροσώπευσης στην έκταση που η αναιρεσείουσα θεωρούσε ότι υπάρχει, την οδήγησε στο να παραπλανηθεί και να πιστεύει ότι είχε τη σχετική εξουσία και έτσι να συνεχίσει την εκτέλεση της κατασκευής, την οποία υπέδειξε η αρχιτέκτονας μηχανικός, καταρτίζοντας νέα σχέδια, ενώ αν της είχε γνωστοποιηθεί η έλλειψη πληρεξουσιότητας, θα είχε ενημερώσει την αναιρεσίβλητη για τις αλλαγές που έπρεπε να γίνουν στο έργο και ανάλογα με την απόφασή της θα είχε αποφύγει εξ υπαρχής την εκτέλεση ή θα είχε διακόψει την εκτέλεση σε πρόωρο στάδιο και θα είχε αποφευχθεί ο πλήρης διασχηματισμός της ξυλείας για την κατασκευή του επίπλου, η δαπάνη της αμοιβής των εργατών και της αγοράς των υλικών, ότι η αναιρεσίβλητη επί πέντε μήνες μετά την ανάθεσή του κατά τους οποίους διαρκούσε η εκτέλεση του έργου μέχρι την παράδοση αυτού, δεν είχε έλθει σε καμία επαφή με την αναιρεσείουσα για να διαμαρτυρηθεί ότι το σχέδιο της βιβλιοθήκης που είχε σχεδιαστεί μεταγενέστερα από τη μηχανικό δεν την ικανοποιούσε και ήταν αυθαίρετη επιλογή εκείνης, ότι δεν συναινούσε στις αλλαγές και ενέμενε στην αρχική άποψή της του σχεδίου που είχε προσαρτηθεί στη συμφωνία τους, δεδομένου ότι, και αν ακόμη δεν ενημερώθηκε από τη μηχανικό για τις αλλαγές, είδε από τις πρώτες ημέρες κατασκευής του, την τοποθέτηση της κάσας σε σχήμα Π, που από μόνη της σήμαινε διαφοροποίηση από το αρχικό σχέδιο στο οποίο δεν προβλεπόταν τέτοια πρόσθετη κατασκευή, ούτε εκδήλωσε κάποια σχετική απορία, ζητώντας από την εργολάβο να της εξηγήσει σε τι χρησιμεύει αυτή η κατασκευή και γιατί άλλαζε η αρχική πρόβλεψη.

Επίσης, ότι οι ατέλειες του έργου, ως έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, είναι ασήμαντες και επουσιώδεις, αφού μόνο το πάνω ράφι στο δεξιό τμήμα του επίπλου έχει μικρότερο από το ελάχιστο ύψος, ενώ όλα τα λοιπά στοιχεία του επίπλου εμφανίζουν μόνο ασήμαντη, ανεπαίσθητη παραλλαγή και απόκλιση σε σχέση με την αρχική σχεδίαση.

Ότι όλα αυτά δεν δικαιολογούν την υπαναχώρηση, η οποία αν γίνει δεκτή, θα έχει συνέπεια να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να αποδώσει την προκαταβολή, αλλά και να απωλέσει την εργολαβική αμοιβή, παράλληλα δε θα υποχρεωθεί αυτή να πάρει το κατασκευασθέν έπιπλο και να το διαλύσει, αφού αποτελεί ειδική κατασκευή προσαρμοσμένη στο χώρο της οικίας της αναιρεσίβλητης και δεν μπορεί να αγοραστεί από τρίτον, τούτο, δε, θα έχει ως συνέπεια να απωλέσει η αναιρεσείουσα το 50% τουλάχιστον της αξίας της ξυλείας, εφόσον αυτή θα απορριφθεί ως άχρηστη και δεν θα χρησιμοποιηθεί.

Επιπλέον, θα αποδειχθεί μάταιη η αμοιβή της εργασίας του προσωπικού που απασχολήθηκε το χρονικό αυτό διάστημα με την κατασκευή του επίπλου, το οποίο προσωπικό θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει σε άλλες δραστηριότητες ήτοι για κατασκευές που είχαν παραγγείλει πελάτες αυτής. Εξάλλου, η κατασκευή, όπως εμφανιζόταν στην αρχική σχεδίαση, δεν ήταν εφαρμόσιμη τεχνικά και οποιοσδήποτε ξυλουργός αναλάμβανε την κατασκευή της, θα είχε φέρει αντιρρήσεις και θα είχε εκφράσει αδυναμία να κατασκευάσει το έργο έτσι όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί.

Ενόψει, δε, αυτού του περιεχομένου του ισχυρισμού της, αιτιάται 1) με το πρώτο μέρος του, για εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία είχε ως συνέπεια τη μη εφαρμογή αυτής, που εντάσσεται σε παράβαση του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον: α) απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό της ότι οι αποκλίσεις από τη μορφή του συμφωνηθέντος επίπλου ήταν ασήμαντες, ελάχιστες και επουσιώδεις, μολονότι αυτό το περιστατικό, συνδυαζόμενο και με το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα της κατασκευής συνέβαλαν οι εντολές και υποδείξεις της αρχιτέκτονα, οι οποίες ήταν ορθές και ανταποκρινόμενες στην τέχνη και επιστήμη, αποτελούσε στοιχείο που, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων, θεμελιώνει κρίση ότι η άσκηση της υπαναχώρησης παρίσταται αντίθετη στις αρχές του άνω άρθρου 281 ΑΚ.

β) ότι η προσβαλλόμενη απέρριψε μεν τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης (κατά το διαχωρισθέν απ' αυτή πρώτο σκέλος του), ως αβάσιμο, είναι, όμως, πρόδηλο ότι υπό την επίφαση της απόρριψης αυτού ως αβάσιμου, υποκρύπτεται απόρριψή του ως μη νόμιμου, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη εργοδότης δεν είχε υποχρέωση να έλθει σε επαφή με την αναιρεσείουσα.

Αποδίδει, δε, ότι με την απόρριψη της ένστασης ως μη νόμιμης, εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. 2) Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με αιτίαση που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που είχαν προταθεί από την αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη της όλα τα επιμέρους στοιχεία - πραγματικά περιστατικά, που πρότεινε για τη συγκρότηση της προβληθείσας, εκ του άρθρου 281 ΑΚ, αντένστασης.

Ειδικότερα, διατείνεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ότι: α) ότι η αποκλειστική απασχόληση μόνο από την αρχιτέκτονα της πορείας της κατασκευής του έργου δημιούργησε στην αναιρεσείουσα την πλανημένη πεποίθηση ότι η αρχιτέκτονας έχει απεριόριστη εξουσία να εκπροσωπεί την αναιρεσίβλητη, β) ότι είναι σύνηθες σε όμοιες περιπτώσεις, όπου ο εργοδότης αναθέτει σε διπλωματούχο μηχανικό την εποπτεία και παρακολούθηση του έργου από το αρχικό στάδιο της σχεδιάσεως έως την τοποθέτηση, χωρίς ο ιδιοκτήτης να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη να δημιουργείται σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης ανάμεσα στην εργολάβο και τη μηχανικό, ώστε να μη μπορεί ο ιδιοκτήτης να αμφισβητήσει την κατασκευή επικαλούμενος απόκλιση από τα συμφωνηθέντα, γ) ότι ήδη μετά την τοποθέτηση της κάσας στην κατοικία της αναιρεσίβλητης, καθίστατο φανερά προφανές ότι το έπιπλο δεν θα είχε τη μορφή που αποτύπωνε το αρχικό σχέδιο αλλά διαφορετική, εφόσον η ύπαρξη της κάσας και μόνο συνεπαγόταν μείωση της ωφέλιμης επιφάνειας του επίπλου, ασφαλώς δε η αναιρεσίβλητη θα διαπίστωσε την τοποθέτηση της κάσας και ευχερώς θα μπορούσε να σκεφθεί την ύπαρξη διαφοροποίησης, πλην όμως δεν εναντιώθηκε ούτε προέβαλε αντιρρήσεις, δ) ότι η εκδήλωση της δυσαρέσκειας της αναιρεσίβλητης υπήρξε ιδιαίτερα καθυστερημένη, μόλις μετά την εγκατάσταση του επίπλου με αποτέλεσμα οι συνέπειες να είναι επαχθείς στην αναιρεσείουσα σε σχέση με εκείνες που θα είχαν προκληθεί εάν η αντίδραση εκδηλώνονταν σε πρόωρο στάδιο της κατασκευής, διότι τότε δεν θα είχε προωθήσει την κατασκευή, η ζημία που θα προκαλούνταν θα ήταν ελάχιστη και σε σχέση με την αμοιβή του προσωπικού και σε σχέση με το διασχηματισμό της ξυλείας και των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν και που πλέον μόνο εν μέρει μπορεί να διασωθεί, η επαύξηση συνεπώς της ζημίας της οφείλεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης.

Υποστηρίζει, δε,, ότι παραλείποντας το Εφετείο να λάβει υπόψη του τα ως άνω επιμέρους πραγματικά περιστατικά στα οποία στηριζόταν η αντένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης, υπέπεσε στο αναιρετικό λόγο από τον αρ. 4 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Υπό τις διαλαμβανόμενες στην απόφασή του παραδοχές, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ως αληθή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αναφορικά με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα αντένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση της αναιρεσίβλητης, λόγω της έλλειψης των συμφωνημένων ιδιοτήτων της βιβλιοθήκης.

Ειδικότερα: 1) Κατά το πρώτο σκέλος του πρώτου μέρους του, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, το σφάλμα για το οποίο αιτιάται η αναιρεσείουσα, ενόψει της αντίθετης σαφούς κρίσης του Εφετείου ότι οι ελλείψεις των συμφωνηθεισών ιδιοτήτων της βιβλιοθήκης ήταν ουσιώδεις και όχι, όπως αυτή υποστηρίζει στον σχετικό ισχυρισμό της, ασήμαντες και επουσιώδεις, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Τούτο διότι, η μη απόρριψη ως ανεπιτήδειου για τη στήριξη της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης, αυτού του επιμέρους πραγματικού περιστατικού, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό λόγο (όπως είναι πράγματι το νοηματικό περιεχόμενο της σχετικής παραδοχής), και η εκτίμησή του κατ' ουσίαν, δεν θα οδηγούσε σε πόρισμα περί συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της αντένστασης εκ του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά στην κατ' ουσίαν απόρριψη του ισχυρισμού, με συνέπεια να μη παρέχεται λόγος αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. 2) Κατά το δεύτερο σκέλος του πρώτου μέρους του, ο άνω αναιρετικός λόγος είναι, επίσης, αβάσιμος, ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη εκτίμηση από την αναιρεσείουσα, ότι η αντένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης απορρίφθηκε στην πραγματικότητα ως μη νόμιμη.

Με τις προηγηθείσες παραδοχές του, που αφορούν την κρίση του ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των επικαλούμενων, για τη θεμελίωση του, εκ του άρθρου 281 ΑΚ, προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού, πραγματικών περιστατικών, το Εφετείο απέρριψε, ορθά, κατ' ουσίαν την αντένσταση αυτή και όχι ως μη νόμιμη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα στον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης.

Τέλος, ο δωδέκατος αυτός λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, το οποίο στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 (ως είναι το ορθό με βάση το περιεχόμενό του και όχι το αναγραφόμενο στο αναιρετήριο αρ. 4) ΚΠολΔ, ήτοι της μη λήψης υπόψη αυτοτελών περιστατικών που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα στο δικαστήριο της ουσίας, καθένα από τα οποία αποτελούσε στοιχείο θεμελιωτικό της αντένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης από την αναιρεσίβλητη,, είναι αβάσιμος.

Τούτο διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως τούτο εκτέθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του όλα τα προβληθέντα για τη θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού στοιχεία. Ειδικότερα, σαφώς προκύπτει από την παράθεση στο οικείο μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης των στοιχείων του προταθέντος λόγου έφεσης, ενώπιον του Εφετείου για πρώτη φορά, που αποτελούν και τα πραγματικά περιστατικά στα οποία η αναιρεσείουσα στήριξε το σχετικό ισχυρισμό της, διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο από αυτά.

Η μη αιτιολόγηση της κρίσης περί του αβάσιμου κάθε επί μέρους στοιχείου, δεν ιδρύει τον εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης. Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί της μη ενασχόλησης και επίδειξης προσωπικού ενδιαφέροντος της ίδιας της εργοδότη-αναιρεσίβλητης κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, όπως επίσης περί του επουσιώδους και ασήμαντου των ελλείψεων, περί της πεποίθησης της αναιρεσείουσας για την αντιπροσωπευτική εξουσία της αρχιτέκτονα, πλην όμως κατέληξε σε διαφορετική κρίση από εκείνη που θεωρεί ορθή η αναιρεσείουσα, αφού δέχθηκε ότι δεν υπήρχε υποχρέωση προσωπικής ενασχόλησης με την κατασκευή, καθόσον είχε ορίσει αντιπρόσωπό της στην εκτέλεση του έργου την προαναφερόμενη αρχιτέκτονα, που είχε εκπονήσει το εφαρμοστέο σχέδιο της βιβλιοθήκης και είχε τις απαραίτητες ειδικές γνώσεις, και, όπως προεκτέθηκε, ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε τα όρια της αντιπροσωπευτικής εξουσίας της αρχιτέκτονα και ότι οι ελλείψεις των συμφωνημένων ιδιοτήτων ήταν ουσιώδεις.

Άλλωστε, τα ισχυριζόμενα ότι η αναιρεσίβλητη δεν εξέφρασε αντιρρήσεις σχετικά με τη μορφή του επίπλου κατά τη διάρκεια της κατασκευής του, ότι δεν διαμαρτυρήθηκε για την κατασκευή της βιβλιοθήκης με νέο σχέδιο που δεν την ικανοποιούσε, ότι δεν ενημέρωσε την αναιρεσείουσα για τη μη συναίνεσή της στην αλλαγή του αρχικού σχεδίου, στηρίζονται σε εσφαλμένη βάση, καθόσον στην προσβαλλόμενη δεν υπάρχει παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε τη μεταβολή του αρχικού σχεδίου ή ότι είχε διαπιστώσει την τροποποίηση αυτού μετά την τοποθέτηση της κάσας του επίπλου, ώστε να εκφράσει τις αντιρρήσεις ή τη δυσαρέσκειά της.

Επομένως, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του και υπό την επικαλούμενη πλημμέλεια εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 10-6-2017 αίτηση για αναίρεση της 1727/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-6-2017 αίτηση του της ετερρόρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ" για αναίρεση της 1727/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 01η Δεκεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ (Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ