1216/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1216/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατ' άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα).
Full text
Απόφαση 1216 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1216/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) X. (Τ.) Z. (Ζ.) χας X. (Τ.) A. (Α.), για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της α. X. (Τ.) K. (Κ.) του A. (Α.) και β. X. (Τ.) N. (Ν.) του A. (Α.), 2) X. (Τ.) G. (Γ.) του I. (Ι.), 3) X. (Τ.) S. (Σ.) του V. (Β.) και 4) X. (Τ.) I. (Ι.) του R. (Ρ.), κατοίκων Π. Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Τ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Σ. του Κ., 2) Κ. Α. συζ. Μ. Σ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 3-11-2014 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7488/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-7-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις 3273Β' και 3272Β', με ημερομηνία 14-11-2017, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Σ. Ν. προκύπτει ότι, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 5-7-2017, αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα.
Συνεπώς, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατ' άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 2 περ. ιβ' και 9 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999), το οποίο φέρει τον τίτλο "Στάση και στάθμευση", "η στάση ή στάθμευση οχήματος απαγορεύεται... στους αυτοκινητόδρομους και τις οδούς ταχείας κυκλοφορίας, εκτός των χώρων στάθμευσης, που καθορίζονται με σήμανση" και "ο οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος, εκτός των δίτροχων μοτοποδηλάτων και δίτροχων μοτοσικλετών χωρίς καλάθι, αν υποχρεωθεί να σταθμεύσει σε οδόστρωμα σε θέση που απαγορεύεται η στάθμευση, είναι υποχρεωμένος να τοποθετήσει πινακίδα ή κατάλληλη συσκευή, σύμφωνα με το άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα, με τρόπο ώστε να ειδοποιούνται από απόσταση οι οδηγοί που πλησιάζουν.
Η πινακίδα τοποθετείται στο οδόστρωμα και σε απόσταση μεγαλύτερη από είκοσι (20) μέτρα στις κατοικημένες περιοχές, πενήντα (50) δε μέτρα εκτός κατοικημένων περιοχών, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του παρόντος...", ενώ, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του ίδιου Κώδικα, το οποίο φέρει τον τίτλο "Κίνηση οχημάτων σε αυτοκινητόδρομους, οδούς ταχείας κυκλοφορίας και σήραγγες", "εάν όχημα ακινητοποιηθεί αναγκαστικά επί του οδοστρώματος από βλάβη ή άλλη αιτία, ο οδηγός του υποχρεούται να καταβάλλει κάθε προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός του οδοστρώματος και, αν δεν μπορεί, να τοποθετήσει αμέσως την κατ' άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το όχημα ή την ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση και κατά τη νύχτα να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης".
Ως αυτοκινητόδρομος ή οδός ταχείας κυκλοφορίας νοείται, κατά το άρθρο 2 του ίδιου ΚΟΚ, "οδός ειδικής μελέτης και κατασκευής για την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και μοτοσικλετών, η οποία δεν εξυπηρετεί τις συνορεύουσες με αυτήν ιδιοκτησίες", παρά μόνο, όσον αφορά την οδό ταχείας κυκλοφορίας, με παράπλευρες βοηθητικές οδούς και κόμβους και η οποία, εκτός των άλλων, έχει χαρακτηριστεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και έχει ειδική σήμανση με πινακίδες ως αυτοκινητόδρομος ή οδός ταχείας κυκλοφορίας.
Από τις ρυθμίσεις αυτές προκύπτει ότι για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 29 παρ. 3 ΚΟΚ απαιτείται, μεταξύ των άλλων, η αναγκαστική ακινητοποίηση του οχήματος να έχει γίνει επί του οδοστρώματος αυτοκινητόδρομου ή οδού ταχείας κυκλοφορίας, αλλιώς, αν η εν λόγω ακινητοποίηση έγινε σε άλλη οδό, δεν εφαρμόζεται η πιο πάνω διάταξη αλλά εκείνη του άρθρου 34 παρ. 9 ΚΟΚ, δηλαδή και τότε επιβάλλεται η τοποθέτηση της κατά το άρθρο 81 παρ. 16 ΚΟΚ τριγωνικής πινακίδας σε απόσταση μεγαλύτερη από είκοσι (20) μέτρα, αν πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, και περισσότερο από πενήντα (50) μέτρα εκτός κατοικημένων περιοχών.
Επισημαίνεται ότι μεταξύ των δύο αυτών διατάξεων δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά, έστω και αν η πρώτη διάταξη (του άρθρου 29 παρ. 3) αναφέρεται σε αναγκαστική ακινητοποίηση οχήματος και η δεύτερη (του άρθρου 34 παρ. 9) σε στάθμευση, στην οποία υποχρεώνεται να προβεί ο οδηγός. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, γι' αυτό, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 97/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς τα ζητήματα των συνθηκών του επίδικου τροχαίου ατυχήματος (που είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ των άλλων, και τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των αναιρεσειόντων Α.
Τ.) και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σ' αυτό, καθώς και της συνυπαιτιότητας του εν λόγω Α. Τ., τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Στις 11 Δεκεμβρίου 2013 και περί ώρα 18.15, η πρώτη ενάγουσα της υπό στοιχείο α' αγωγής Τ. (X.) Ζ. (Z.), οδηγώντας το με αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του συζύγου της Τ. (X.) Α. (A.), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τέταρτη εναγομένη της β' αγωγής ασφαλιστική εταιρία, κινείτο στην Εθνική Οδό ..., με κατεύθυνση προς ..., με συνεπιβάτες τον σύζυγό της (στη θέση του συνοδηγού) και τα δύο τέκνα τους, Τ. (X.) Κ. (K.) και Τ. (X.) Ν. (N.), στις θέσεις πίσω από τον συνοδηγό και τον οδηγό, αντίστοιχα.
Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κυκλοφορίας, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και διαχωριστικό τσιμεντένιο στηθαίο ασφαλείας μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, έχει πλάτος οδοστρώματος 7,20 μέτρα, ενώ στο σημείο που συνέβη το ένδικο ατύχημα είναι ευθεία και οριζόντια. Η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και επικρατούσε καλοκαιρία, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά εμπόδια, ήταν νύχτα με ανύπαρκτο τεχνητό φωτισμό και το όριο ταχύτητας ήταν 110 χλμ/ώρα.
Ενώ βρισκόταν στο ύψος του 16ου χιλιομέτρου της ανωτέρω εθνικής οδού και βαίνοντας στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, η πρώτη ενάγουσα, στην προσπάθειά της να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και να καταλάβει τη δεξιά λωρίδα, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και, προσπαθώντας να το επαναφέρει στην αρχική του θέση, έστριψε το τιμόνι απότομα προς τα αριστερά και χτύπησε, με το εμπρόσθιο και αριστερό μέρος του αυτοκινήτου...
στο τσιμεντένιο διάζωμα της εθνικής οδού, αφήνοντας χρώμα επί του διαζώματος επί μήκους 3 μέτρων... Το αυτοκίνητο περιστράφηκε και ακινητοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, καταλαμβάνοντας θέση σχεδόν κάθετη, σε σχέση με την αρχική του πορεία, έχοντας στραμμένη την εμπρόσθια πλευρά του πλαγίως προς τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και την οπίσθια πλευρά του ακουμπισμένη πλαγίως στο τσιμεντένιο στηθαίο...
Κατά το χρόνο ακινητοποίησης του οχήματος ήταν αναμμένα τα φώτα πορείας του, όχι όμως και τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ), επειδή δε ήταν νύχτα και το αυτοκίνητο είχε σκούρο πράσινο χρώμα, ήταν δύσκολο να γίνει ορατό από τους διερχόμενους οδηγούς... Μόλις το αυτοκίνητο που οδηγούσε η α' ενάγουσα της α' αγωγής ακινητοποιήθηκε, ο σύζυγος αυτής βγήκε από τη θέση του συνοδηγού, προκειμένου να ελέγξει τις ζημιές του αυτοκινήτου του και κινήθηκε αρχικά στο εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου και εν συνεχεία στο οπίσθιο τμήμα αυτού, κατευθυνόμενος στη θέση του οδηγού, ενώ η πρώτη ενάγουσα ετοιμαζόταν να εξέλθει του αυτοκινήτου από τη θέση του οδηγού, ο ανήλικος γιος τους Τ. (X.) Ν. (N.), τρίτος ενάγων, βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου, στη θέση όπισθεν του οδηγού, η δε ανήλικη κόρη τους Τ. (X.) Κ. (K.), δεύτερη ενάγουσα, είχε ήδη βγει από τη θέση όπισθεν του συνοδηγού και είχε ανέβει στο τσιμεντένιο διάζωμα της οδού.
Την ίδια χρονική στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος της υπό στοιχείο α' αγωγής και δεύτερος ενάγων, αντίστοιχα, της υπό στοιχείο β' αγωγής, Σ. Μ., οδηγώντας το με αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της συζύγου του, δεύτερης εναγομένης της α' αγωγής και πρώτης ενάγουσας, αντίστοιχα, της β' αγωγής, κινούνταν στην ίδια, ως άνω, εθνική οδό, ομόρροπα με το αυτοκίνητο της α' ενάγουσας της α' αγωγής, ήτοι με κατεύθυνση προς Ν.
Μ., στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Φτάνοντας στο ύψος του 16ου χιλιομέτρου της ανωτέρω οδού, ο ανωτέρω οδηγός, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε να επιδείξει και λόγω της υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει, η οποία ξεπερνούσε το επιτρεπόμενο όριο στην περιοχή (118,75 χλμ/ώρα...), δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως ούτε το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο της α' ενάγουσας της α' αγωγής ούτε τον Τ. (X.) Α. (A.), ο οποίος βρισκόταν έξω από το αυτοκίνητό του και δη στο οπίσθιο μέρος αυτού και, παρά την τροχοπέδηση που επιχείρησε, μήκους 19 μέτρων..., δεν κατόρθωσε να σταματήσει εγκαίρως το αυτοκίνητό του ή να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας, ώστε να αποφύγει το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο και επέπεσε με σφοδρότητα, αρχικά στον πεζό Τ. (X.) Α. (A.), τον οποίο κτύπησε με σφοδρότητα με τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του, γι' αυτό και ο ανεμοθώρακας έσπασε στην αριστερή πλευρά του και εκτίναξε τον πεζό στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και, στη συνέχεια δε, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Σ.
Μ. επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος και την αριστερή εμπρόσθια γωνία με σφοδρότητα στην οπίσθια αριστερή θύρα του αυτοκινήτου της α' ενάγουσας της α' αγωγής, το οποίο μετακίνησε είκοσι (20) μέτρα μακρύτερα, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, κατά το ήμισυ εκτός του οδοστρώματος, όπου και ακινητοποιήθηκε. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Σ.
Μ., μετά τη σύγκρουση, κατέληξε στη δεξιά πλευρά της οδού, σε απόσταση 15 μέτρων εντός του οδοστρώματος... Οι δε ζημίες που υπέστησαν τα δύο οχήματα ήταν για μεν το αυτοκίνητο της α' ενάγουσας της α' αγωγής στην δεξιά πλευρά και στρέβλωση αυτής προς το εσωτερικό του, καθώς και στο εμπρόσθιο μέρος και στην αριστερή πίσω θύρα με στρέβλωση αυτής προς το εσωτερικό του, για το δε αυτοκίνητο της β' εναγομένης της ίδιας αγωγής στο εμπρόσθιο τμήμα, στην αριστερή εμπρόσθια γωνία, στην αριστερή οπίσθια γωνία και στον ανεμοθώρακα, ο οποίος έσπασε στην αριστερή πλευρά του από την πτώση του πεζού επάνω του, ενώ δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι ο ίδιος, μετά τη σύγκρουση, ζήτησε από κάποιους οδηγούς να σπάσουν τελείως τον ανεμοθώρακα προκειμένου να πάρει αέρα...
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, στη συνυπαιτιότητα της α' ενάγουσας της α' αγωγής κατά ποσοστό 50% και του α' εναγομένου της α' αγωγής ομοίως κατά ποσοστό 50%. Ειδικότερα, η πρώτη, μετά την πρόσκρουση του αυτοκινήτου που οδηγούσε στο τσιμεντένιο διάζωμα της οδού, ενώ το αυτοκίνητο που οδηγούσε μπορούσε να μετακινηθεί..., εντούτοις η α' ενάγουσα δεν μετακίνησε αυτό εκτός του οδοστρώματος (παράβαση άρθρ. 29 παρ. 3 ν. 2696/1999), ώστε να μην παρεμποδίζει τα υπόλοιπα κινούμενα οχήματα, ούτε τοποθέτησε πίσω από το αυτοκίνητό της και σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων το ειδικό αντανακλαστικό τρίγωνο επισήμανσης, ούτε...
άναψε τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ) για ειδοποίηση των ερχόμενων οδηγών (παράβαση άρθρ. 29 παρ. 3, 34 παρ. 9, 81 παρ. 16, 37 παρ. 5, 71 ν. 2696/1999), ενώ η συνυπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου της α' αγωγής έγκειται στο ότι οδηγούσε χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του, ώστε ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, έχοντας παράλληλα αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα (118,75 χλμ/ώρα), με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως το κάθετα στο δρόμο ακινητοποιημένο όχημα των εναγόντων και να μην τροχοπεδήσει εγκαίρως ή να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό με αλλαγή κατεύθυνσης προς τα δεξιά, ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση, καθώς, όπως αποδείχθηκε, η τροχοπέδηση που επιχείρησε, από απόσταση 19 μέτρων, δεν στάθηκε ικανή να αποτρέψει το ατύχημα λόγω της αυξημένης ταχύτητάς του (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2, 20 ΚΟΚ).
Τέλος, στην πρόκληση του ατυχήματος συνέβαλε και το γεγονός ότι τα ελαστικά του αυτοκινήτου του τελευταίου δεν ήταν σε καλή κατάσταση λόγω παλαιότητας, αλλά και λόγω του ότι δεν ήταν ούτε του ίδιου εργοστασίου κατασκευής ούτε του ίδιου τύπου, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να μην έχει καλή πρόσφυση και αποτελεσματική ικανότητα πέδησης...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών Τ. (X.) Α. (A.) ευθύνεται για την πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του λόγω του ότι βρισκόταν νύχτα επί του οδοστρώματος, έξω από το αυτοκίνητό του και επιθεωρούσε τις ζημίες που αυτό υπέστη χωρίς να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, κυκλοφορούσε δε επί της ως άνω Εθνικής Οδού, μολονότι τούτο απαγορεύεται, και παρεμπόδιζε την κυκλοφορία (παράβαση άρθρ. 29 παρ. 1 και 38 παρ. 2 ν. 2696/1999...).
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο θανών βαρύνεται για την πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του με συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 20%...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμες, τις τρεις εφέσεις που συνεκδίκασε, ήτοι α) την από 23-9-2015 των αναιρεσιβλήτων, β) την από 25-9-2015 των αναιρεσειόντων και γ) την από 30-9-2015 των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη 7488/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κρίνει διαφορετικά, δεχόμενο ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του Α.
Τ. είναι ο οδηγός του ... αυτοκινήτου πρώτος αναιρεσίβλητος, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν τις δύο ένδικες, από 24-7-2014 και 3-11-2014, αγωγές των αναιρεσειόντων και των δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, τις οποίες και δέχθηκε, κατά ένα μέρος, επιδικάζοντας σε αυτούς τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης, ανάλογα, αφού έκρινε ότι είναι συνυπαίτιοι.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά την άποψη που επικράτησε, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα ουσιώδη ζητήματα της συνυπαιτιότητας, αφενός μεν, της οδηγού του ... αυτοκινήτου - πρώτης αναιρεσείουσας στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, αφετέρου δε, του θύματος Α.
Τ. στον θανάσιμο τραυματισμό του, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το ότι ορθά εφαρμόστηκαν οι διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, καθώς και εκείνες των άρθρων 2, 29 παρ. 1 και 3, 34 παρ. 9, 81 παρ. 16, 37 παρ. 5, 71, 38 παρ. 2 ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου και, άρα, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται, όπως από το σύνολο των παραδοχών του προκύπτει, ότι η αμέλεια της πρώτης αναιρεσείουσας συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και τεταμένη την προσοχή με αποτέλεσμα, στην προσπάθειά της να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας (από την αριστερή λωρίδα προς τη δεξιά του ρεύματος πορείας ... - ..., όπου κινούνταν), να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου της και, επιχειρώντας να το επαναφέρει στην αρχική του πορεία, στρίβοντας απότομα το τιμόνι προς τα αριστερά, να περιστραφεί, να επιπέσει στο τσιμεντένιο διαχωριστικό στηθαίο, όπου και ακινητοποιήθηκε, καταλαμβάνοντας θέση σχεδόν κάθετη σε σχέση με την αρχική του πορεία, με την εμπρόσθια πλευρά στραμμένη πλαγίως προς τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και την οπίσθια στο τσιμεντένιο στηθαίο, ενώ, στη συνέχεια, δεν μετακίνησε το αυτοκίνητο, καίτοι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές, αυτό μπορούσε να μετακινηθεί και παρέλειψε, αν και ήταν νύκτα με ανύπαρκτο φωτισμό, να επισημάνει στους κινούμενους ομόρροπα, πίσω απ' αυτήν, οδηγούς και, συγκεκριμένα, στον πρώτο αναιρεσίβλητο το εμπόδιο του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου, μη τοποθετώντας την τριγωνική πινακίδα πίσω από το αυτοκίνητο και σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων και μη θέτοντας σε λειτουργία τα φώτα έκτακτης ανάγκης ("αλάρμ") αυτού, όπως είχε υποχρέωση, αφού το όχημά της είχε ακινητοποιηθεί και δημιουργούνταν κίνδυνος για τους τρίτους από την ακινησία αυτού.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται ότι η αμέλεια του Α. Τ., ως προς το θανάσιμο τραυματισμό του, συνίσταται στο ότι βρισκόταν νύκτα επί του οδοστρώματος, χωρίς να έχουν ληφθεί τα προαναφερθέντα μέτρα ασφαλείας, παρεμποδίζοντας την κυκλοφορία. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμα όσα για το αντίθετο υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον μοναδικό, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ενώ οι ειδικότερες αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο λόγο, δηλαδή για το ότι α) το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο δεν ήταν δυνατό να μετακινηθεί και β) η θέση αυτού ήταν "ελαφρώς διαγώνια" και όχι κάθετη, είναι απαράδεκτες, γιατί ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στην παραπάνω διάταξη πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ένα, όμως, μέλος του Δικαστηρίου, ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές, είχε την ακόλουθη γνώμη: Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα, υπό στοιχ.
ΙΙ, σκέψη της παρούσας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προαναφερόμενη κρίση του, παραβίασε, εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, τις διατάξεις των άρθρων 10 ν. ΓΠΝ/1911, 300, 330 εδάφ. β', 914 ΑΚ, 2, 12 παρ. 1 και 4, 29 παρ. 1 και 3, 34 παρ. 2 περ. ιβ' και παρ. 9 και 38 παρ. 2 ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της (συν)υπαιτιότητας (αμέλειας) της πρώτης αναιρεσείουσας, οδηγού του ...
αυτοκινήτου, στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, καθώς και της συνυπαιτιότητας του συζύγου της Α. Τ. στο θάνατό του, όπως επίσης και ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς α) της οδηγού - πρώτης αναιρεσείουσας και β) του θύματος Α. Τ. και του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των αναφερόμενων στην απόφασή του διατάξεων και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα: 1) δεν προσδιορίζεται πόσος χρόνος μεσολάβησε από τότε που ακινητοποιήθηκε αναγκαστικά το αυτοκίνητο της πρώτης αναιρεσείουσας μέχρι την πρόσκρουση σε αυτό του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν η πρώτη είχε τη δυνατότητα - ικανό χρόνο να συμμορφωθεί προς τις επιταγές του ΚΟΚ, δηλαδή αν είχε τον αναγκαίο χρόνο να μετακινήσει το αυτοκίνητό της, που, κατά την οικεία ανέλεγκτη παραδοχή, ήταν δυνατό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 132/2002) και επιπλέον, στη συνέχεια, να μεταβεί στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου της (ή σε άλλη προσιτή θέση), να λάβει από εκεί (πορτ-μπαγκάζ κ.λπ.) το προειδοποιητικό τρίγωνο, να το συναρμολογήσει και, ακολούθως, να μεταβεί σε απόσταση 100 μέτρων για να το τοποθετήσει κατ' άρθρ. 29 παρ. 3 ΚΟΚ (ΑΠ 1952/2017, ΑΠ 1308/2014) ή, έστω, σε απόσταση 50 μέτρων τουλάχιστον, με την εκδοχή ότι το Εφετείο εφάρμοσε, εν πάση περιπτώσει, τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 9 του ΚΟΚ, την οποία, επίσης, αναφέρει, μαζί με εκείνη του άρθρου 29 παρ. 3, στη σελίδα 19 της απόφασής του, αν ληφθεί υπόψη και η σχετική παραδοχή ότι η πρώτη αναιρεσείουσα δεν τοποθέτησε καθόλου προειδοποιητική τριγωνική πινακίδα (ΑΠ 1670/2017). 2) Όσον αφορά την (τελευταία) παράλειψη της πρώτης αναιρεσείουσας να μην ανάψει αμέσως τα φώτα έκτακτης ανάγκης ("αλάρμ") ως ένα πρόσθετο προειδοποιητικό σήμα για τους οδηγούς των λοιπών επερχόμενων αυτοκινήτων, δεν διευκρινίζεται γιατί η παράλειψη αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο ατύχημα, με βάση και τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι η πρώτη αναιρεσείουσα είχε αναμμένα τα φώτα πορείας και ότι το αυτοκίνητό της "...ακινητοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, καταλαμβάνοντας θέση σχεδόν κάθετη, σε σχέση με την αρχική του πορεία, έχοντας στραμμένη την εμπρόσθια πλευρά του πλαγίως προς τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και την οπίσθια πλευρά του ακουμπισμένη πλαγίως στο τσιμεντένιο στηθαίο...", χωρίς μάλιστα να αποσαφηνίζεται αν το αυτοκίνητο αυτό διέθετε "πλευρικά αλάρμ". 3) Περαιτέρω, η ίδια απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες στο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του Α.
Τ. ως προς τον θανάσιμο τραυματισμό του, δεδομένου ότι, πέραν των όσων προεκτέθηκαν, δεν εξειδικεύει τη συνδρομή της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του γεγονότος ότι αυτός στεκόταν όρθιος επί του οδοστρώματος, πίσω από το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο, και του θανάσιμου τραυματισμού του (ΑΠ 132/2002), λαμβάνοντας υπόψη και τις, ανέλεγκτες αναιρετικά, παραδοχές ότι τα φώτα πορείας του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου ήταν αναμμένα και ότι η εθνική οδός, στο κρίσιμο εκείνο σημείο, ήταν ευθεία και οριζόντια και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά εμπόδια.
Να επισημανθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν, ενδεχομένως, αμελή οδηγική συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσείουσας, πριν από την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου της, και δημιουργήθηκε, έτσι, η επικίνδυνη για την ασφάλεια της κυκλοφορίας κατάσταση, δεν μπορούν, κατά νόμο, να αποτελέσουν, στην παρούσα περίπτωση, αντικείμενο αναιρετικού ελέγχου κατ' άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, παρά την αντίθετη άποψη της πλειοψηφίας, δεδομένου ότι, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, η αμέλεια της πρώτης αναιρεσείουσας συνίσταται μόνο στις επίμαχες τρεις παραλείψεις της μετά την ακινητοποίηση του οχήματός της (βλ.
ιδίως 18η και 19η σελίδες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης), ενώ η προηγούμενη οδηγική συμπεριφορά της αναφέρθηκε διηγηματικά, προκειμένου να προσδιοριστεί πώς το αυτοκίνητό της ακινητοποιήθηκε, χωρίς να της καταλογιστεί γι' αυτήν υπαιτιότητα και χωρίς να συνδέεται κατά πρόσφορη αιτιότητα με το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επήλθε.
Ως εκ τούτου, κατά την άποψη που μειοψήφησε, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως, άλλωστε, οι σχετικοί, θεμελιωτικοί αυτών, ισχυρισμοί είχαν προταθεί και με τις από 6-12-2016 εφετειακές προτάσεις των αναιρεσειόντων.
ΙΙΙ. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, κατά πλειοψηφία, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης τρίτης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα, ως προς τους απόντες πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, αφού, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε αυτά, ούτε, βέβαια, υπέβαλαν σχετικό αίτημα επιδίκασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, κατά πλειοψηφία, την από 5 Ιουλίου 2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 145/6-7-2017 αίτηση των Ζ. Τ. κ.λπ. για αναίρεση της 97/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης των αναιρεσιβλήτων ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ