1216/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου - Εισηγήτρια, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1216/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο χώρο του ποινικού δικονομικού δικαίου γίνεται δεκτό ότι η αναδρομική εφαρμογή του δικονομικού ποινικού νόμου είναι επιτρεπτή, δοθέντος ότι οι δικονομικοί κανόνες ούτε θεμελιώνουν ούτε επαυξάνουν το αξιόποινο, εκτός αν ο ίδιος ο δικονομικός νόμος περιέχει ρύθμιση διαφορετική, χωρίς να τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής "n.c.n.p.s.l." και έχουν, ως εκ τούτου, άμεση εφαρμογή από τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος τους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1216 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1216/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου - Εισηγήτρια, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Α. Λ., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Φωτοπούλου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3697/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ.πρωτ. 9345/23-12-2015 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 57/2016.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 22-12-2015 δήλωση αναίρεσης της 3697/2015 απόφασης του Γ’ Τριμελούς Εφετείου, (επί των πλημμελημάτων), Αθηνών με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης επτά μηνών και στέρηση των πολιτικών της δικαιωμάτων επί ένα έτος για παραβίαση της διάταξης του αρθ. 242 Π Κ κατ εξακολούθηση ,είναι τυπικά δεκτή, ως ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, και, πρέπει, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Σύμφωνα με το άρ. 10 παρ. 7 [1] Ν. 3904/2010, η παρ. 7 του αρ. 111 ΚΠΔ αναριθμείται σε παρ. 6 και το περιεχόμενο της αντικαθίσταται, ώστε πλέον το καθεστώς της ιδιάζουσας δωσιδικίας να περιορίζεται, πλέον, μόνο σε δικαστές, δικηγόρους και μέλη του ΝΣΚ, ενώ, κάθε άλλη διάταξη, είτε του ΚΠΔ είτε ειδικών ποινικών νόμων, με την οποία καθιερώνεται ιδιάζουσα δωσιδικία, καταργείται, μεταξύ των οποίων και οι διατάξεις των άρ. 36 του Κώδικα Συμβολαιογράφων.
Στο χώρο του ποινικού δικονομικού δικαίου γίνεται δεκτό ότι η αναδρομική εφαρμογή του δικονομικού ποινικού νόμου είναι επιτρεπτή, δοθέντος ότι οι δικονομικοί κανόνες ούτε θεμελιώνουν ούτε επαυξάνουν το αξιόποινο, εκτός αν ο ίδιος ο δικονομικός νόμος περιέχει ρύθμιση διαφορετική, χωρίς να τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής "n.c.n.p.s.l." και έχουν, ως εκ τούτου, άμεση εφαρμογή από τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος τους.
Δικαιολογητικός λόγος της αρχής αυτής είναι ότι οι δικονομικοί νόμοι έχουν τεθεί προς το συμφέρον των ατόμων και της κοινωνίας, και κατά τεκμήριο οι νεώτεροι νόμοι είναι αρτιότεροι των παλαιών. Ως εκ τούτου, θα ήταν αντιφατικό να επιβιώνει ο προγενέστερος νόμος και να διατηρούνται τα ελαττώματα τα οποία ο νεώτερος νόμος θέλει να θεραπεύσει.
Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις ο νέος νόμος εφαρμόζεται για το ατέλεστο μέρος της δίκης, της οποίας η περαιτέρω εκδίκαση και μέχρι έως ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση, κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του νέου νόμου (Α.Π. 1571/1988, Α.Π. 181/1961, Α.Π. 1001/1981).Τέτοιο νόμο -δικονομικό - συνιστά και εκείνος που ρυθμίζει την αρμοδιότητα των δικαστηρίων, για τον οποίο, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ. 2 παρ. 1 Π Κ και 596 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι έχει την κατά τα ανωτέρω αναδρομική ισχύ, εκτός αν έχει ήδη εκδοθεί απόφαση σε πρώτο βαθμό (ΑΠ 10/2005 [Ολομ.].
Έτσι, και η αλλαγή στην δωσιδικία των συμβολαιογράφων που επήλθε με την διάταξη του αρθ 10 παρ. 7 [1] Ν. 3904/2010, εφαρμόζεται αναδρομικά από την έναρξη ισχύος της εκτός αν έχει εκδοθεί απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Άλλωστε, και συναφώς, με το άρ. 33 παρ. 1 Ν. 3904/2010 ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: "Υποθέσεις που έχουν παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμοδίου μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δικαστηρίου εκδικάζονται από αυτό...", έτσι ώστε και εξ αντιδιαστολής να συνάγεται ότι κάθε υπόθεση που θα οδηγηθεί στο ακροατήριο μετά τη δημοσίευση του πιο πάνω νόμου καταλαμβάνεται από τις νέες διατάξεις, για το ποια πρόσωπα υπάγονται στην ιδιάζουσα δωσιδικία, τα οποία πλέον καθορίζονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του άρ. 111 παρ. 6 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει .
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο και δεύτερο λόγο η αναιρεσείουσα αιτιάται πλημμέλεια εκ του αριθ. 510 παρ. 1 στοιχ. ζ και Η σχετικά με την με υλική αναρμοδιότητα του δικάσαντος δικαστηρίου και την υπέρβαση της εξουσίας αυτού , λόγω της ιδιότητας της αναίρεσείουσας ως συμβολαιογράφου εν ενεργεία κατά το χρόνο τέλεσης της πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, με το επιχείρημα ότι αυτές έλαβαν χώρα πριν την ισχύ του Ν. 3904/2010.
Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας είναι απορριπτέοι, δεδομένου ότι. με το άρ. 10 παρ. 7 [1] Ν. 3904/2010, ανατράπηκε αναδρομικά, δηλαδή και για τις εκκρεμείς υποθέσεις όπως η παρούσα, το έως τότε ισχύον ως προς -και- τους συμβολαιογράφους ειδικό καθεστώς της ιδιάζουσας δωσιδικίας, που στηριζόταν στο αρ. 36 του Κώδικα Συμβολαιογράφων και επομένως αυτή ορθά δικάστηκε σε πρώτο βαθμό από το αρμόδιο καθ’ υλη, με βάση την τροποποιηθείσα πλέον διάταξη του αρθ 111 Κ.Ποιν.Δ , από το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο από το Τριμελές Εφετείο.
Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται, κατ’ άρ. 242 παρ. 1 ΠΚ, ο δράστης να έχει την ιδιότητα τού, κατ’ αρ. 13 α ή 263 Α ΠΚ, υλικά και τοπικά αρμόδιου υπάλληλου -έστω και συναρμόδιου με άλλους υπαλλήλους- για τη σύνταξη ή έκδοση εγγράφου, ο οποίος, δρώντας εντός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων, συντάσσει ή εκδίδει υποστατό -έστω και άκυρο- δημόσιο έγγραφο, κατ’ άρ. 438 ΚΠολΔ, που είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία και έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ έναντι πάντων, και με πρόθεση βεβαιώνει σε αυτό πραγματικό περιστατικό αναληθές ή παραλείπει να βεβαιώσει την ύπαρξη, κατά νόμο, σημαντικού αληθούς πραγματικού περιστατικού, που αρμοδίως διαπίστωσε ο δράστης, και το περιστατικό αυτό να μπορούσε - αφηρημένα, και ανεξάρτητα, αν από άλλες νομικές αιτίες αποκλείσθηκε, (in concreto), η επέλευση της έννομης συνέπειας- να έχει κατά νόμον σημασία για την ίδρυση, διατήρηση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου.
Δεν απαιτείται για την συγκρότηση της πράξης η εγκυρότητα του εγγράφου, ούτε η καθ’ ολοκληρίαν συμπλήρωση και αποπεράτωση του, αφού το έγκλημα πραγματώνεται και στην περίπτωση που απαιτείται για την ολοκλήρωση του εγγράφου η προσυπογραφή του από άλλα πρόσωπα, εκτός του υπαλλήλου που το εξέδωσε, ενώ υποκειμενικά απαιτείται δόλος, έστω και ενδεχόμενος περί την γνώση των περιστατικών που θεμελιώνουν την υπαλληλική ιδιότητα και την καθ’ υλη και κατά τόπο αρμοδιότητα και ότι το έγγραφο είναι δημόσιο με αναληθές περιεχόμενο επί περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες .
Στα πρόσωπα του αρθ 13 ΠΚ περιλαμβάνονται και οι συμβολαιογράφοι κατά την υπ αυτών καταχώρηση των οικείων συμβολαιογραφικών πράξεων στο υπό του αρθ. 14 του Κώδικα περί Συμβολαιογράφων προβλεπόμενο βιβλίο (ευρετήριο). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 14 ν.2830/2000 (κώδικας Συμβολαιογράφων) ο Συμβολαιογράφος υποχρεούται να τηρεί ένα βιβλίο, "ευρετήριο", αριθμημένο και θεωρημένο από τον κατά τόπο αρμόδιο Ειρηνοδίκη στο οποίο καταχωρεί τα συντασσόμενα έγγραφα, αμέσως μετά την υπογραφή τους με αύξοντα αριθμό, ο οποίος αριθμός σημειώνεται στο πρωτότυπο έγγραφο και στα χορηγούμενα αντίγραφα.
Στο ευρετήριο καταχωρούνται επίσης η χρονολογία υπογραφής της πράξης, το ονοματεπώνυμο και το επάγγελμα των δικαιοπρακτούντων, το αντικείμενο της πράξης και τα ποσά των τελών και δικαιωμάτων. Τίθεται δε η υπογραφή των εμφανισθέντων, εκτός αν η συμβολαιογραφική πράξη συντάσσεται εκτός του γραφείου του Συμβολαιογράφου, οπότε επιτρέπεται εξαιρετικά η παράλειψη μετακόμισης του βιβλίου στον τόπο που θα συνταχθεί η πράξη.
Αλλά τότε βεβαίως η καταχώρηση θα γίνει αυθημερόν, αφού σημειωθεί στην οικεία στήλη που προορίζεται για την υπογραφή των συμβαλλομένων η φράση "εκτός γραφείου". Σκοπός της τήρησης του βιβλίου αυτού είναι[η αποφυγή καταχρήσεων με τη μορφή είτε παράλειψης καταχώρησης υπογραφέντων συμβολαίων είτε καταχώρησης μεταγενέστερων συμβολαίων προχρονολογημένων.
Το βιβλίο αυτό έχει αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου, ως συντασσόμενο από συμβολαιογράφο, ήτοι δημόσιο λειτουργό όπως ορίζεται στην διάταξη του αρθ. 1 και 14 ν.2830/2000, μη εντασσόμενο στα υπό του αρθ 444 ΚΠολΔ αναφερόμενα έγγραφα, αφού πρόκειται για έγγραφο προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη του γεγονότος που βεβαιώνεται σ’ αυτό, (του είδους της πράξεως που καταχωρήθηκε), έναντι πάντων (αρμόδιων ελεγκτικών οργάνων, των συμβαλλομένων μερών) και όχι για εσωτερική υπηρεσία.
Τέλος η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 610 παρ. 1 στοιχ.
ε’ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν n παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθμό 3697/15-6-2015 προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το δίκασαν κατ’ έφεση Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου) δέχθηκε στο αιτιολογικό του, μετά την παράθεση του νομικού μέρους, ότι, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, αποδείχθηκαν αναφορικά με τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τον Νοέμβριο του έτους 2012 οι υπάλληλοι - ελεγκτές του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείων Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου Δωδεκανήσου, κατόπιν εντολής αυτού, διενήργησαν έκτακτο έλεγχο στα βιβλία της κατηγορουμένης, προκειμένου να διαπιστωθεί η εκ μέρους της απόδοση στον Σύλλογο των οφειλομένων προς αυτόν αναλογικών δικαιωμάτων που εισέπραξε από τους υπόχρεους συμβαλλομένους.
Η έρευνα αυτή έγινε με αντιπαραβολή του πρωτοτύπου συμβολαίου με την αντίστοιχη καταχώριση του στο Βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων (ευρετήριο). Από τον έλεγχο αυτό διαπιστώθηκε ότι η κατηγορουμένη, η οποία είχε ελεγχθεί με τακτικό έλεγχο από τον Σύλλογο έως 8.10.2010, είχε συντάξει και τα κατωτέρω αναφερόμενα συμβόλαια για τα οποία δεν είχαν καταβληθεί στον Σύλλογο τα οφειλόμενα προς αυτόν δικαιώματα, πράγμα που ο τακτικός έλεγχος δεν είχε εντοπίσει διότι ορισμένα από αυτά είχαν καταχωρισθεί στο ευρετήριο, ψευδώς, ως πληρεξούσια για τα οποία προβλεπόταν πάγια αμοιβή, ορισμένα δε είχαν καταχωρισθεί, ομοίως ψευδώς, ως πώληση μεταξύ ιδιωτών, για τα οποία οφειλόταν μεν από τον υπόχρεο συμβαλλόμενο στον συμβολαιογράφο η καταβολή αναλογικής αμοιβής, πλην όμως δεν εντάσσονταν στην κατηγορία των τραπεζικών ή κρατικών συμβολαίων, ως προς τα οποία υπήρχε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, υποχρέωση καταθέσεως στο ταμείο του Συλλόγου ποσοστού επι των δικαιωμάτων αυτών.
Ειδικότερα, Π κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο ευρετήριο το αντικείμενο των ακόλουθων συμβολαίων, καθώς επίσης είχε καταχωρίσει ψευδώς τα ποσά των τελών και δικαιωμάτων, (δηλαδή είχε καταχωρίσει τα τέλη και δικαιώματα που αντιστοιχούν σε πληρεξούσια και συμβόλαια αγοραπωλησίας μεταξύ ιδιωτών και όχι τα αναλογικά δικαιώματα που προβλέπονται στο αρθρ. 117 παρ. 1,3 του ως ο άνω νόμου (...παρατίθενται τα συμβόλαια που είχαν συνταχθεί και ο τρόπος καταχώρισης των).
Με τον τρόπο αυτό η κατηγορουμένη απέφυγε την καταβολή στον ως άνω Συμβολαιογραφικό Σύλλογο, εντός της προθεσμίας του αρθ.119 παρ. 1 ως άνω νόμου, αναλογικών δικαιωμάτων ύψους 35.777,77 ευρώ ποσό που κατέβαλε πολύ αργότερα ήτοι στις 23-11-2012 μετά την διαπίστωση των ανωτέρω ψευδών εγγράφων στο ευρετήριο από τους ελεγκτές του Συλλόγου (βλ το υπ’ αριθμό. .../23.11.2012 τριπλότυπα εισπράξεως συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων του ως άνω Συμβολαιογραφικού Συλλόγου και ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα Δ.
Π. υπαλλήλου του Συλλόγου). Ο δόλος της κατηγορουμένης καταδεικνύεται από την επαναληψιμότητα των ψευδών εγγράφων στο ευρετήριο αλλά και από την ομοιότητα του είδους των πράξεων που καταχώριζε ψευδώς σε αυτό, καταχωρίσεις με τις οποίες σε όλες αυτές τις περιπτώσεις απέφευγε την καταβολή στο Σύλλογο των αναλογικών δικαιωμάτων.
Η κατηγορουμένη συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως για την οποία κατηγορείται. Και στην συνέχεια την κήρυξε ένοχη του ότι : "Στην Αθήνα στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους τέλεσε την παρακάτω αξιόποινη πράξη στις 7-7-2008, 17-11-2008, 28-11-2008, 17-12-2008, 29-12-2008, 17-2-2009,17-3-2009, 7-5-2009, 31-7-2009, 17-9-2009, 1-10-2009, 12-10-2009, 19-10-2009, 9-12-2009, 14-1-2010, 9-2-2010, 16-2-2010, 12-3-2010 και 15-7-2010, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ως υπάλληλος, που στα καθήκοντα της, ανάγεται η έκδοση ή Π σύνταξη δημοσίων εγγράφων, σε τέτοια έγγραφα, βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς, περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες- συνέπειες.
Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ως συμβολαιογράφος, δηλαδή υπάλληλος, κατά την έννοια του αρθ. 13 περ. α ΠΚ, και άρθ. 1 του Ν. 2830/2000, που στα καθήκοντα της, ανάγονταν η σύνταξη βιβλίου, (ευρετηρίου), συμβολαιογραφικών πράξεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ, 14 του Ν. 2830/2000, στο οποία καταχωρίζονται, αμέσως μετά την υπογραφή τους, όλα τα συντασσόμενα έγγραφα, με αύξοντα αριθμό και επίσης, αναγράφονται σε αυτό η χρονολογία υπογραφής της πράξης, το ονοματεπώνυμο και το επάγγελμα των δικαιοπρακτούντων, το αντικείμενο της πράξης και τα ποσά των τελών και δικαιωμάτων, ο δε, αύξων αριθμός σημειώνεται και στο πρωτότυπο του αντίστοιχου εγγράφου αυτή ενώ καταχώρισε στο εν λόγω βιβλίο (ευρετήριο) τις παρακάτω αναφερόμενες πράξεις με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς ότι αφορούν πληρεξούσια και ορισμένα εξ αυτών αγοραπωλητήρια συμβόλαια, ενώ, το αληθές ήταν ότι επρόκειτο περί περιλήψεων κατακυρωτικής έκθεσης, που ο επισπεύδων ή ο αιτών ή συνεχίζων η καθ’ ου είναι ημεδαπές η αλλοδαπές Τράπεζες, οι οποίες λειτουργούν ή συμβάλλονται στην Ελλάδα και ως εκ τούτου, τα αναλογικά δικαιώματα από τις πράξεις αυτές εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθ. 117§3 Ν. 2830/2000, σύμφωνα με το οποίο, ο συμβολαιογράφος από τα αναλογικά δικαιώματα, έχει υποχρέωση να καταθέσει στο Ταμείο του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου ή στον εντεταλμένο συμβολαιογράφο το 60% στο Τ.Α.Σ.
το 25%, από τα οποία το 10% υπέρ του κλάδου Προνοίας και το 15% υπέρ του κλάδου Υγείας και παρακρατήσει το υπόλοιπο 15%. Η κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει του ψεύδους αυτού. Ειδικότερα, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς το αντικείμενο των ακόλουθων συμβολαίων, καθώς επίσης, είχε καταχωρίσει ψευδώς τα ποσά των τελών και δικαιωμάτων, (δηλαδή είχε καταχωρίσει τα τέλη και δικαιώματα, που αντιστοιχούν σε πληρεξούσια και συμβόλαιο αγοραπωλησίας μεταξύ ιδιωτών και όχι τα αναλογικά δικαιώματα, που προβλέπονται στο άρθ. 1 17§3 Ν. 2830/2000), στο βιβλίο (ευρετήριο) συμβολαιογραφικών πράξεων, που τηρούσε: 1) το υπ’ αριθ. .../7-7-2003 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με επισπεύδουσα την Τράπεζα Marfin και κατακύρωση στην Εθνική Τράπεζα, αξίας 100.001 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πληρεξούσιο, 2) το υπ αριθ. .../17-11-2008 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με κατακύρωση στην Τράπεζα Πειραιώς, αξίας 648.883 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πληρεξούσιο, 3) το υπ’ αριθ. .../17-12-2008 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με επισπεύδουσα την Τράπεζα PROTON και κατακύρωση στην Εμπορική Τράπεζα, αξίας 60.500 εύρο, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πληρεξούσιο, 4) το υπ’ αριθ. .../29-12-2008 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με κατακύρωση στην Τράπεζα ALPHA BANK, αξίας 90.573,12 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πληρεξούσιο, 5) το υπ’ αριθ. .../17-2-2009 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με κατακύρωση της στην Τράπεζα EFG Eurobank αξίας 92.200 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πληρεξούσιο, 6) το υπ αριθ. .../17-2-2009 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με κατακύρωση στην Τράπεζα EFG Eurobank, αξίας 180.000 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πληρεξούσιο, 7) το υπ’ αριθ. .../17-3-2009 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτϊκής έκθεσης με επισπεύδουσα την Τράπεζα PROTON Α.Ε και κατακύρωση στην Εμπορική Τράπεζα, αξίας 81000 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει, ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίωνς πώληση μεταξύ ιδιωτών, 8) το υπ’ αριθ. .../7-5-2009 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με επισπεύδουσα την Τράπεζα PROTON και κατακύρωση στην Εμπορική Τράπεζα, αξίας 61.009/20 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης, ως πώληση μεταξύ ιδιωτών, το υπ’ αριθ. .../31-7-2009 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με κατακύρωση στην Τράπεζα PROTON , αξίας 87,000 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πληρεξούσιο, 10) το υπ’ αριθ. .../ 17-9-2009 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με υπερθεματίστρια την Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα ΣΥΝ.ΠΕ., αξίας 375.240,82 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πληρεξούσιο, 11) το υπ ‘ αριθ. .../1-10-2009 συμβόλαιο της, περίληψη και ακυρωτικής έκθεσης με κατακύρωση στην Τράπεζα EFG EYROBANK άξιας 76.800 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πληρεξούσιο, 12) το υπ’ αριθ. .../1-10-2009 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με κατακύρωση στην Τράπεζα Eurobank αξίας 91.440 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πληρεξούσιο, 13) το υπ’ αριθ. .../12-10-2009 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με κατακύρωση στην Εμπορική Τράπεζα αξίας 74.000 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πληρεξούσιο,14) το υπ αριθμό .../19-10-2009 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με κατακύρωση στην Τράπεζα Marfin αξίας 180,000 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πληρεξούσιο, 15) το υπ’ αριθ. .../9-12-2009 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με κατακύρωση στην Τράπεζα Πειραιώς αξίας 64.622 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πληρεξούσιο, 16) το υπ’ αριθ. .../14-1-2010 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με κατακύρωση στην Τράπεζα Alpha Bank αξίας 105.000 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πώληση μεταξύ ιδιωτών, 17) το υπ’ αριθ. .../9-2-2010 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με κατακύρωση στην Τράπεζα EFG EUROBANK αξίας 120.000 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πώληση μεταξύ ιδιωτών 18) το υπ’ αριθ. .../16-2-2010 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με κατακύρωση στην Εμπορική Τράπεζα, αξίας 493.000 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πληρεξούσιο 19) το υπ’ αριθ. .../15-7-2010 συμβόλαιο της, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης με κατακύρωση στην Εθνική Τράπεζα, αξίας 67.567 ευρώ, η κατηγορουμένη είχε καταχωρίσει ψευδώς στο βιβλίο καταχώρισης συμβολαίων, ως πληρεξούσιο.
Το παραπάνω ψευδές γεγονός μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, αφού τα αναλογικά δικαιώματα, από τις περιλήψεις των παραπάνω κατακυρωτικών εκθέσεων, που ως συμβολαιογράφος ήταν υποχρεωμένη να καταθέσει στο Ταμείο ταυ οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου και στο Τ.Α.Σ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 11753 Ν. 2830/2000, είναι υψηλότερα σε σχέση με ότι προβλέπεται για τα πληρεξούσια συμβόλαια και τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια μεταξύ ιδιωτών.
Έτσι, η κατηγορουμένη δεν κατέβαλε στο συμβολαιογραφικό σύλλογο τα αντίστοιχα δικαιώματα, ύψους 35.777,77 Ευρώ...".- Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, για το οποία καταδίκασε την κατηγορουμένη , τις αποδείξεις που το θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα το δίκασαν δικαστήριο στο σκεπτικό της απόφασης εκθέτει κατ’ είδος τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθησαν, χωρίς να απαιτείται να διευκρινίζει από πού ή από ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, μεταξύ δε αυτών έλαβε υπόψη και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης.
Εν συνεχεία με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρει: 1) το είδος , ως δημοσίων εγγράφων, των ευρετηρίων που τηρούσε η κατηγορουμένη συμβολαιογράφος, ως υπόχρεη εκ του νόμου, στα οποία καταχώρησε εν γνώσει της ψευδώς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και διατακτικό συμβόλαια κυρίως κατακυρωτικές εκθέσεις πλειστηριασμού ως πληρεξούσια ή αγοραπωλητήρια συμβόλαια 2) την ιδιότητα αυτής ως δημοσίου υπαλλήλου αφού στα καθήκοντα της ως συμβολαιογράφου περιλαμβάνονταν και εκείνα της καταχώρησης κατά τον οικείο κώδικα των πράξεων που κατήρτιζε στο τηρούμενο κατά τον νόμο (αρθ. 14 παρ. 1 εδ α ν.2830/2000), βιβλίο (ευρετήριο) και 3) τις έννομες συνέπειες των ενδίκων ψευδών βεβαιώσεων και 4) τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν τον δόλο της .
Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι (έκτος και έβδομος) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 242 παρ. 1 Π.Κ στις προϋποθέσεις της οποίας περιλαμβάνεται και η καθ’ ύλη αρμοδιότητα του τελούντος το έγκλημα υπαλλήλου, για το λόγο ότι το δίκασαν Δικαστήριο δέχθηκε αφενός μεν την ιδιότητα της ως δημοσίου υπαλλήλου , αφετέρου ότι τα εν λόγω έγγραφα ήταν δημόσια , μολονότι ήταν εσωτερικά έγγραφα της υπηρεσίας του συμβολαιογραφείου και ότι οι ψευδείς βεβαιώσεις δεν επέφεραν έννομες συνέπειες, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο (έβδομο) λόγο αναίρεσης (αρθ. 510 παρ 1 Δ Κ.Ποιν.Δ) αιτιάται επιπλέον ότι η σχετική κατ’ άρθρο 79 ΠΚ περί επιμετρήσεως της στερητικής της ελευθερίας ποινής διάταξη, δεν έχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά την επιμέτρηση της ποινής το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψη την βαρύτητα του τελεσθέντος εγκλήματος και την προσωπικότητα του εγκληματία και ειδικότερα αναφέρει ότι: "Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το Δικαστήριο αποβλέπει στη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, στη φύση, στο είδος και στο αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης, σε όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευαν την ένταση του δόλου ή στο βαθμό της αμέλειας του κατηγορουμένου.
Κατά την εκτίμηση της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο σταθμίζει ιδίως το βαθμό της εγκληματικής του διάθεσης που εκδήλωσε κατά την πράξη. Για να τον διαγνώσει με ακρίβεια εξετάζει τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και το σκοπό που επιδίωξε, το χαρακτήρα του και στο βαθμό της ανάπτυξης του, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του, τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του".
Εντεύθεν και το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής, η οποία σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανήκει στην κυριαρχική κρίση αυτού, (δικαστηρίου της ουσίας), έλαβεν υπ’ όψη του την βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα της καταδικασθεί σας αναιρεσείουσας, με τα κατά νόμον απαιτούμενα κριτήρια δι’ εκάστην αυτών (άρθρο 79 παρ. 2 και 3 ΠΚ) όπως προέκυψαν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή της, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφαση του ειδικότερη δι’ όλα αυτά αιτιολογία απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου λόγου αναιρέσεως εκ του αρθ. 510 παρ. 1 εδ Δ .
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1Α’ και 171 παρ.1α Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, που λαμβάνεται υπ’ όψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων....
για ακυρότητα εξ αιτίας κακής συνθέσεως του. Περαιτέρω από τις διατάξεις των παρ. 1, 3 και 4 του άρθρου 17 στοιχ. Β’ του Ν.1736/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών" προκύπτει ότι προκειμένου για το Εφετείο Αθηνών, όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δέκα πέντε (15) εφετών και εισαγγελέων, το Τριμελές Ποινικό Εφετείο συντίθεται, κατ’ άρθρον 8 παρ.1 γ’ Κ.Π.Δ.
από τον πρόεδρο Εφετών ή του αναπληρωτή του και από δύο εφέτες (και με την συμμετοχή του κληρωθέντος επίσης εισαγγελέως ή αντεισαγγελέως εφετών), χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδομένη απόφαση ότι εκείνοι που μετέσχον στη σύνθεση του δικαστηρίου είναι αυτοί που κληρώθηκαν, ούτε σε σχέση με τον προεδρεύοντα εφέτη ότι κωλύεται ο πρόεδρος εφετών και οι αρχαιότεροι εφέτες.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 3697/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο συνετέθη "από προεδρεύοντα εφέτη και δύο εφέτες", εξού και η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι υπάρχει κακή σύνθεση του δικαστηρίου, διότι δεν αναφέρεται ότι κωλύεται ο πρόεδρος εφετών και οι αρχαιότεροι του εφέτες, εφ’ όσον προήδρευσε εφέτης.
Ο σχετικός, συνεπώς, λόγος (όγδοος), αναιρέσεως εκ των άρθρων 171 παρ. 1α και 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Κ.Π.Δ. περί απολύτου ακυρότητος, λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, προτεινόμενος υπό της αναιρεσείουσας, αφού, κατά τ’ άνω, δεν είναι αναγκαία η αναφορά κωλύματος του προέδρου εφετών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, κατά το αρθ. 470 Κ.Ποιν.Δ στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Δεν εμποδίζεται, όμως, η επιβολή παρεπόμενης ποινής, που από παραδρομή δεν επιβλήθηκε, αν και σύμφωνα με το νόμο έπρεπε υποχρεωτικά να επιβληθεί, ή η επιβολή μέτρου ασφάλειας προβλεπόμενου από τον ποινικό κώδικα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 263 ΠΚ όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 3849 /2010 και ισχύει από 26-5-2010 "1.Στον υπάλληλο που καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης για κάποια από τις πράξεις των άρθρων 235 μέχρι και 261 επιβάλλεται πρόσκαιρη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, εκτός αν το Δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του κρίνει διαφορετικά".
Η εν λόγω διάταξη πριν από την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 του ν. 3849/2010 είχε ως ακολούθως: "όταν το Δικαστήριο επιβάλλει φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών για κάποια από τις πράξεις των άρθρων 235 μέχρι και 261, μπορεί συγχρόνως να απαγγείλει στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων (άρθρο 61)". Κατά δε την έννοια του άρθρου 2 παρ.1 του Π.Κ που προβλέπει την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου, όταν από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, ως ηπιότερος νόμος θεωρείται εκείνος ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει ευμενέστερες διατάξεις για τον κατηγορούμενο, δηλαδή, με την εφαρμογή με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται με κάθε μια απ’ αυτές. Εάν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται επιβαρύνεται το ίδιο απ’ όλους τους νόμους τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος, ίΐς επιεικέστερος νόμος θεωρείται όχι μόνο αυτός που προσδιορίζει το είδος και το ύψος της ποινής, αλλά και κάθε διάταξη που μπορεί να επηρεάσει την τύχη του κατηγορουμένου.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 263 ΠΚ μετά την κατά τα άνω τροποποίηση του η επιβολή από το Δικαστήριο της παρεπόμενης ποινής της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων σε σχέση και με το αδίκημα του άρθρου 242 ΠΚ ήταν υποχρεωτική και κατά τούτο είναι δυσμενέστερη σε σχέση με την προ της τροποποιήσεως ισχύουσα τοιαύτη (διάταξη), που η επιβολή της παρεπόμενης ποινής της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων ήταν δυνητική με μόνη προϋπόθεση της επιβολής ποινής μεγαλύτερης των τριών μηνών.
Πλην όμως στο κατ εξακολούθηση έγκλημα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας επί μέρους πράξης, έστω και αν ακόμα αυτός είναι αυστηρότερος (ΑΠ 1154/2010 Α.Π 375/1983 Ποιν.
Χρον ΛΔ 301, Α.Π 172/1983 Ποιν Χρον. ΛΓ 725, Α.Π 1058/1986 Ποιν Χρον. ΛΣΤ 925). Κατά συνέπεια, εάν η τελευταία επί μέρους πράξη του αδικήματος της ψευδούς βεβαίωσης κατ εξακολούθηση, άρχισε να τελείται πριν την 24-5-2010, ολοκληρώθηκε όμως μετά την άνω ημερομηνία τότε εφαρμοστέα στο σύνολο της είναι η διάταξη του αρθ. 263 ΠΚ ως τροποποιήθηκε επί το αυστηρότερο και ισχύει μετά την 26-5-2010, με την υποχρεωτική, πλέον ,επιβολή της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων στον καταδικασθέντα.
Συνεπώς και στην προκειμένη περίπτωση, που το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για το αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης κατ εξακολούθηση, που ολοκληρώθηκε την 15-7-2010, ήτοι μετά την τροποποίηση επί το αυστηρότερον της διάταξης του αρθ. 263 ΤΤΚ και της επέβαλε στέρηση των πολιτικών της δικαιωμάτων για χρονικό διάστημα ενός έτους ορθά ,εφάρμοσε το νόμο χωρίς να τον παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και χωρίς να υπερβεί την εξουσία του, και , περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως εκ του αρθ. 510 παρ. 1 εδ Δ Ε και Η (τρίτος τέταρτος και πέμπτος) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως θα πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολο της και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικών εξόδων (583 Κ.Ποιν.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-12-2015 δήλωση αναίρεσης της 3697/2015 απόφασης του Γ’ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί των πλημμελημάτων).
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων εκ διακοσίων πενήντα ευρώ (250)
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ