1216/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1216/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εάν εκ του πίνακος κατατάξεως, τελεσιδίκου γενομένου, προκύψη ότι κακώς εγένετο ο συμψηφισμός, υποχρεούται η δανείστρια ίνα επιστρέψη τα ληφθέντα εντόκως προς 9% προς τον εκ του πίνακος δικαιούχον". Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες εισάγουν παρεκκλίσεις από τις αντίστοιχες γενικές διατάξεις των άρθρων 1004 επόμ.
Full text
Απόφαση 1216 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1216/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσαυγή Σπανού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και των ήδη μη διαδίκων Γ. Τ. και Δ. Τ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7951/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 5909/2006 μη οριστική ως προς τον αναιρεσίβλητο και 930/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-5-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 14-2-2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση αυτού του δικαστηρίου Αρεοπαγίτου Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι διατάξεις των άρθρων 61 και 62 του Ν. Δ/τος 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με το άρθρο 52 αριθ.3 του Εισαγωγικού του νόμου ορίζουν τα ακόλουθα η πρώτη απ’ αυτές "1. Ο υπερθεματιστής υποχρεούται να καταβάλει το πλειστηρίασμα προς την δανείστριαν λαμβάνων δυνάμει της καταβολής περίληψιν της κατακυρωτικής εκθέσεως. 2.
Η δανείστρια μετά συμψηφισμόν των οφειλομένων αυτή καταθέτει το υπόλοιπον δικαστικώς. 3. Εάν υπερθεματιστής είναι η δανείστρια συμψηφίζει την απαίτηση αυτήν προς πλειστηρίασμα και το τυχόν υπόλοιπον καταθέτει δικαστικώς" και η δεύτερη "1. Επί του πλειστηριάσματος γίνεται υπό του συμβολαιογράφου πίναξ κατατάξεως. 2.
Εάν εκ του πίνακος κατατάξεως, τελεσιδίκου γενομένου, προκύψη ότι κακώς εγένετο ο συμψηφισμός, υποχρεούται η δανείστρια ίνα επιστρέψη τα ληφθέντα εντόκως προς 9% προς τον εκ του πίνακος δικαιούχον". Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες εισάγουν παρεκκλίσεις από τις αντίστοιχες γενικές διατάξεις των άρθρων 1004 επόμ.
ΚΠολΔ. για τη διευκόλυνση της ταχύτερης πληρωμής και εκκαθάρισης των ασφαλισμένων με υποθήκη χρηματικών απαιτήσεων των ανωνύμων εταιρειών και τραπεζών, έχουν εφαρμογή αποκλειστικώς και μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η τράπεζα επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση με βάση επιταγή του ως άνω νομοθετικού διατάγματος, η οποία συντάσσεται κάτω από περίληψη συμβολαιογραφικού εγγράφου ενυπόθηκου δανείου (άρθρο 57 σε συνδυασμό με το άρθρο 50 του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος) και όχι όταν η τράπεζα επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση όπως οποιοσδήποτε δανειστής με βάση πρώτο απόγραφο εκτελεστό δικαστικής αποφάσεως ή διαταγής πληρωμής, οπότε εφαρμόζονται οι κοινοί κανόνες της αναγκαστικής εκτελέσεως του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι δεν προβλέπουν συμψηφισμό της απαιτήσεως του επισπεύδοντος ενυπόθηκου δανειστή με το πλειστηρίασμα και δικαστική κατάθεση του υπολοίπου.
Ειδικότερα, κατά μεν το άρθρο 1004 παρ.1 εδ.α?ΚΠολΔ. ο υπερθεματιστής οφείλει να καταβάλει αμέσως ολόκληρο το πλειστηρίασμα, εκτός αν ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του επιτρέψει να καταβάλει το πέραν της εγγυοδοσίας οφειλόμενο πλειστηρίασμα ή μέρος του μέσα σε δεκαπέντε το αργότερο ημέρες, κατά δε το άρθρο 1005 παρ.1 εδ.α του ίδιου κώδικα από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως.
Εξαίρεση από τον κανόνα της άμεσης καταβολής του πλειστηριάσματος καθιερώνεται με την παρ.2 του άρθρου 1004 ΚΠολΔ., με την οποία ορίζεται ότι αν ο υπερθεματιστής είναι ενυπόθηκος δανειστής, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί να επιτρέψει να μην καταβάλει το ποσό του πλειστηριάσματος που αναλογεί στην ενυπόθηκη απαίτησή του ή μέρος του ποσού αυτού, ώσπου να γίνει η οριστική κατάταξη, με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) Ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα και 4) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιατικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Η αρχικώς εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." ("ΙΛΤΕ Α.Ε.") - η οποία στη συνέχεια συγχωνεύθηκε δι’ απορροφήσεώς της από την εφεσίβλητη [ήδη αναιρεσείουσα], με αποτέλεσμα αυτή να εξομοιούται με καθολική της διάδοχο - είχε καταρτίσει τις ακόλουθες συμβάσεις με την εδρεύουσα στο ...
Αττικής ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Γ. Τ. Ο.Ε.", της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι οι Γ. Τ. και Δ. Τ. [πρώτος και δεύτερη ενάγοντες και ήδη μη διάδικοι]: 1) Στις 24-7-1989 την υπ’ αριθμ.... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του πιστωτικού ορίου των 3.000.000 δραχμών, το οποίο αυξήθηκε με τις υπ’ αριθμούς .../30-11-1990 και .../16-4-1992 πρόσθετες πράξεις συμπληρωματικής πιστώσεως μέχρι του ποσού των 10.000.000 και 15.000.000 δραχμών αντίστοιχα, με τόκο αρχικό 24% και από 1-10-1991 26,5% (με βάση την από 1-10-1991 πρόσθετη πράξη καθορισμού του επιτοκίου), καθώς και προμήθεια 1% ετησίως, καταβλητέων και ανατοκιζομένων στο τέλος κάθε τριμήνου, 2) Στις 9-4-1990 την υπ’ αριθμ....
σύμβαση δανείου ποσού δραχμών 20.000.000, με επιτόκιο αρχικό 26,5% και από 9-4-1990 27,5% (με βάση την από 12-12-1991 πρόσθετη πράξη καθορισμού επιτοκίου), καθώς και προμήθεια 1% ετησίως, το οποίο ήταν εξοφλητέο σε επτά έτη με ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, αρχόμενες μετά δεκαοκτώ μήνες από την πρώτη χορήγηση, 3) Στις 11-6-1990, με εντολή της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας η αρχικώς εναγομένη εξέδωσε την υπ’ αριθμ....
εγγυητική επιστολή προς τον Ο.Δ.Δ.Υ. για το ποσό των 6.300.000 δραχμών και 4) Στις 11-6-1991 την υπ’ αριθμ.... σύμβαση δανείου ποσού 10.000.000 δραχμών, με επιτόκιο 31% και προμήθεια 1% ετησίως, το οποίο ήταν εξοφλητέο σε επτά έτη με ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, αρχόμενες μετά δεκαοκτώ μήνες από την πρώτη χορήγηση. Επίσης στις 24-1-1991 η αρχικώς εναγομένη "ΙΛΤΕ Α.Ε." είχε καταρτίσει με την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Γ.
Τ. και Σια Ο.Ε." την υπ’ αριθμ.... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό μέχρι του πιστωτικού ορίου των 5.000.000 δραχμών, το οποίο αυξήθηκε με τις υπ’ αριθμ..../4-3-1991, .../29-3-1991, .../15-5-1991, ... /11-12-1991 και …/27-1-1992 πρόσθετες πράξεις συμπληρωματικής πιστώσεως μέχρι του ποσού των 7.000.000, 12.000.000, 15.000.000, 20.000.000 και 25.000.000 δραχμών αντίστοιχα, με ετήσιο επιτόκιο 31% και προμήθεια 1%, καταβλητέων και ανατοκιζομένων στο τέλος κάθε τριμήνου.
Την τήρηση των όρων των πιο πάνω συμβάσεων πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό και των πρόσθετων πράξεων αυτών, των δανειστικών συμβάσεων και της εγγυητικής επιστολής, καθώς και την ολοσχερή εξόφληση αυτών κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα εγγυήθηκαν εγγράφως προς την άνω πιστώτρια τράπεζα ο καλών-εκκαλών [τρίτος ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος] Κ.
Τ., καθώς και ο Γ. Τ. και η Δ. συζ. Κ. Τ., ευθυνόμενοι ως πρωτοφειλέτες, παραιτηθέντες όλων των σχετικών ενστάσεων του εγγυητού, με συμβάσεις εγγυήσεως ενσωματωμένες στις παραπάνω συμβάσεις παροχής πιστώσεως, δανείου και εγγυητικής επιστολής και με τους ειδικότερα αναφερόμενους όρους. Τα ανωτέρω δάνεια, οι πιστώσεις με ανοικτό λογαριασμό και η εγγυητική επιστολή ήταν εμπραγμάτως εξασφαλισμένα υπέρ της εφεσίβλητης ως ακολούθως: 1) Η με αριθμό .../1989 σύμβαση:
α) Με Α’ προσημείωση υποθήκης για δραχμές 5.000.000, εγγεγραμμένη... επί του υπό στοιχεία Ι-2 καταστήματος του ισογείου οικοδομής, κειμένης στο ... επί της οδού ..., επιφανείας Μ2 67,30, ανήκοντος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καλούντα-εκκαλούντα (και κατά το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου στην επίσης εγγυήτρια Δ. Τ.) και β) Με Δ’ προσημείωση υποθήκης για δραχμές 10.000.000, εγγεγραμμένη...
επί ακινήτου, ήτοι πολυώροφης οικοδομής, κειμένης στο ..., επί της οδού ..., αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο και τρεις υπέρ το ισόγειο ορόφους, κτισμένης επί οικοπέδου εκτάσεως Μ2 206, ανήκουσας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καλούντα-εκκαλούντα (και κατά το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου στην επίσης εγγυήτρια Δ. Τ.), 2) Η με αριθμό .../1990 σύμβαση δανείου:
α) Με Α’ προσημείωση υποθήκης για δραχμές 40.000.000, εγγεγραμμένη... επί της προπεριγραφόμενης πολυώροφης οικοδομής, ανήκουσας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καλούντα-εκκαλούντα (και κατά το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου στην επίσης εγγυήτρια Δ. Τ.), και β) Με Α’ προσημείωση για δραχμές 10.000.000, εγγεγραμμένη... επί του προαναφερομένου υπό στοιχεία Ι-2 καταστήματος του ισογείου οικοδομής, κειμένης στο ...
επί της οδού ..., επιφανείας Μ2 67,30, ανήκοντος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καλούντα-εκκαλούντα (και κατά το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου στην επίσης εγγυήτρια Δ. Τ.), 3) Η υπ’ αριθμ..../1990 εγγυητική επιστολή: Με Β’ προσημείωση υποθήκης για δραχμές 7.000.000, εγγεγραμμένη... επί της προαναφερόμενης πολυώροφης οικοδομής, ανήκουσας κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καλούντα-εκκαλούντα (και κατά το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου στην επίσης εγγυήτρια Δ.
Τ.), 4) Η με αριθμό .../1991 σύμβαση δανείου: α) Με Α’ προσημείωση υποθήκης για δραχμές 5.000.000, εγγεγραμμένη... επί του υπό στοιχεία Ι-2 προπεριγραφομένου καταστήματος, συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρίαν του καλούντος-εκκαλούντος και της Δ. Τ., β) Με Β’ προσημείωση υποθήκης για δραχμές 15.000.000, επί του υπό στοιχεία Γ-1 διαμερίσματος του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας Μ2 85,16 και επί της υπό στοιχεία Υ-2 αποθήκης του υπογείου επιφανείας Μ2 14,89, πολυκατοικίας κειμένης στο ...
επί της οδού ..., ιδιοκτησίας της εγγυήτριας Δ. Τ. και γ) Με Γ’ προσημείωση υποθήκης για δραχμές 24.000.000, εγγεγραμμένη... επί της προαναφερομένης πολυώροφης οικοδομής, συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρίαν του καλούντος-εκκαλούντος και έτερης εγγυήτριας Δ. Τ., 5) Η με αριθμό .../1991 σύμβαση: α) Με Α’ προσημείωση υποθήκης δρχ 25.000.000, εγγεγραμμένη...
επί του υπό στοιχεία Ι-1 καταστήματος του ισογείου οικοδομής, κειμένης εντός των ορίων του Δήμου ..., επί των οδών ... και ... (4), επιφανείας Μ2 117,20, συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου του ενάγοντος και των ετέρων δύο συνεγγυητών κατά ποσοστό 40%, 40% και 20% αντιστοίχως και β) Με Ε’ προσημείωση υποθήκης δραχμών 25.000.000 και ΣΤ’ προσημείωση υποθήκης δραχμών 30.000.000, εγγεγραμμένες...
επί της προαναφερομένης πολυώροφης οικοδομής, συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρίαν του καλούντος-ενάγοντος και της ετέρας συνεγγυήτριας Δ. Τ.. Οι πιστούχοι ομόρρυθμες εταιρείες έκαναν χρήση των πιστώσεων που χορηγήθηκαν με τις πιο πάνω υπ’ αριθμ..../1989 και .../1991 συμβάσεις, τις οποίες όμως κατήγγειλε η αρχικώς εναγομένη πιστώτρια τραπεζική εταιρεία στις 24-8-1994 και έκλεισε τους λογαριασμούς τους με οριστικό χρεωστικό εις βάρος αυτών (πιστούχων) κατάλοιπο 5.722.317 δραχμών για την πρώτη σύμβαση και 14.349.225 δραχμών για τη δεύτερη, γνωστοποιώντας την 1-9-1994 την καταγγελία, το κλείσιμο των λογαριασμών, καθώς και το προκύψαν χρεωστικό κατάλοιπο στις πιστούχους εταιρείες και στους εγγυητές τους...
Κατόπιν της από 10-2-1995 αίτησης της εναγομένης πιστώτριας τράπεζας, με βάση την ως άνω .../24-1-1991 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. . 3524/1995 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν η πιστούχος εταιρεία ("Γ. Τ. και Σια Ο.Ε.") και οι συνεγγυητές, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην εναγομένη τράπεζα 14.349.225 δραχμές με το νόμιμο τόκο υπερημερίας επί των τραπεζικών χορηγήσεων από 24-8-1994 και με τον ειδικό φόρο προς 4%, πλέον του νομίμου τόκου υπερημερίας επί των καθυστερουμένων τόκων υπερημερίας, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.289/30-10-1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, μέχρι την εξόφληση, καθώς και δραχμές 461.000 για τα δικαστικά έξοδα.
Αντίγραφο εξ απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στους καθ’ ων... Περαιτέρω η πιστούχος ομόρρυθμη εταιρεία έλαβε τα δάνεια που χορηγήθηκαν σ’ αυτήν με βάση τις προαναφερόμενες υπ’ αριθμ..../9-4-1990 και .../11-6-1991 συμβάσεις αλλά δεν τήρησε τους όρους εξόφλησης αυτών, καθόσον δεν κατεβλήθη στις 5-6-1992 η δεύτερη δόση εξόφλησης του πρώτου δανείου και στις 13-9-1992 η πρώτη δόση εξόφλησης του δεύτερου δανείου και για το λόγο αυτό, σύμφωνα με σχετικό όρο των δανειακών συμβάσεων, τα δάνεια κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά.
Μετά ταύτα, κατόπιν της από 10-2-1995 αίτησης της εναγομένης πιστώτριας τράπεζας, με βάση την υπ’ αριθμ..../9-4-1990 σύμβαση δανείου, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.12096/1994 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η δανειολήπτρια ομόρρυθμη εταιρεία και οι εγγυητές της, μεταξύ των οποίων και ο καλών-ενάγων, να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην εναγομένη 48.886.663 δραχμές με το νόμιμο τόκο υπερημερίας επί των τραπεζικών χορηγήσεων από 25-8-1994 και με τον ειδικό φόρο προς 4%, πλέον του νομίμου τόκου υπερημερίας επί των καθυστερουμένων τόκων υπερημερίας, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.289/30-10-1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, μέχρι την εξόφληση, καθώς και δραχμές 1.630.000 για δικαστικά έξοδα.
Αντίγραφο εξ απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στους καθ’ ων, μεταξύ των οποίων και στον ενάγοντα... Επίσης κατόπιν της από 13-9-1994 αίτησης της εναγομένης πιστώτριας τράπεζας, με βάση την υπ’ αριθμ..../11-6-1991 σύμβαση δανείου, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 12099/1994 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η δανειολήπτρια ομόρρυθμη εταιρεία και οι εγγυητές της, μεταξύ των οποίων και ο καλών-ενάγων, να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην εναγομένη 19.522.552 δραχμές με το νόμιμο τόκο υπερημερίας επί των τραπεζικών χορηγήσεων από 25-8-1994 και με τον ειδικό φόρο προς 4%, πλέον του νομίμου τόκου υπερημερίας επί των καθυστερουμένων τόκων υπερημερίας, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.289/30-10-1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, μέχρι την εξόφληση, καθώς και δραχμές 619.000 για δικαστικά έξοδα.
Αντίγραφο εξ απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή κοινοποιήθηκε στους καθ’ ων η διαταγή, μεταξύ των οποίων και στον καλούντα-ενάγοντα... χωρίς να ασκηθεί κατ’ αυτής η ανακοπή του άρθρου 632 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Με την υπ’ αριθμ.4031/24-12-1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως η πιστούχος ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Γ.
Τ. και Σια Ο.Ε.", καθώς και τα ομόρρυθμα μέλη της Γ. Τ. του Π. και Δ. συζ. Κ. Τ., ορίστηκε ημέρα παύσεως πληρωμών η 15-2-1996 και διορίσθηκε προσωρινή σύνδικος η Π. Α.... Στις 13-3-1997 η ως άνω υπ’ αριθμ. 12099/1994 διαταγή πληρωμής επιδόθηκε εκ νέου στον ενάγοντα συνεγγυητή και στην Π. Α., ως σύνδικο πτώχευσης της πιστούχου ομόρρυθμης εταιρείας και των δύο ομορρύθμων μελών της, συνεγγυητών...
Μετά ταύτα, μη ασκηθείσης ανακοπής εντός της δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρου 633 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., η ως άνω διαταγή πληρωμής κατέστη τελεσίδικη... Περαιτέρω η εκδοθείσα υπέρ της "Γ. Τ. Ο.Ε." υπ’ αριθμ. .../11-6-1990 εγγυητική επιστολή προς τον Ο.Δ.Δ.Υ. κατέπεσε εν μέρει... και η εκδούσα αυτήν αρχικώς εναγομένη τράπεζα κατέβαλε προς τον Ο.Δ.Δ.Υ.
στις 14-10-1994 το ποσό των 2.458.701 δραχμών, στις 10-3-1995 το ποσό των 424.206 δραχμών και στις 5-7-1995 το ποσό των 685.755 δραχμών... για την καταβολή των οποίων, σύμφωνα με τα ανωτέρω, υπόχρεοι ήταν η ομόρρυθμη εταιρεία "Γ. Τ. Ο.Ε." και οι εγγυηθέντες υπέρ αυτής, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων. Εις εκτέλεση των ανωτέρω διαταγών πληρωμής η εναγομένη προέβη στην κατάσχεση των προαναφερόμενων ακινήτων που ήταν βεβαρημένα με τις ως άνω εγγραφείσες υπέρ αυτής προσημειώσεις υποθηκών.
Ειδικότερα: Α) Σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ.12096/1994 διαταγής πληρωμής: α) με την υπ’ αριθμ. .../17-2-1995 έκθεση κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Γ. κατέσχε ποσοστό 80% εξ αδιαιρέτου του υπό στοιχεία Ι-1 καταστήματος του ισογείου ορόφου οικοδομής κειμένης στο Δήμο ... επί των οδών ..., επιφανείας Μ2 117,20, το οποίο (ποσοστό) ανήκε εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία στον ενάγοντα και την εις ολόκληρον συνοφειλέτιδα (συνεγγυήτρια) Δ.
Τ., β) με την από 14-3-1995 δήλωση συνεχίσεως πλειστηριασμού αναγγέλθηκε με ισχύ κατασχέσεως και επέσπευσε για τις 14-6-1995 πλειστηριασμό του ετέρου ποσοστού συνιδιοκτησίας 20% εξ αδιαιρέτου του ιδίου ως άνω καταστήματος που ανήκε στον έτερο συνεγγυητή και εις ολόκληρον συνοφειλέτη Γ. Τ., γ) με την υπ’ αριθμ..../4-5-1995 έκθεση κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Γ. κατέσχε το υπό στοιχεία Ι-2 κατάστημα του ισογείου ορόφου μιας οικοδομής κειμένης στο Δήμο ... και επί των οδών ..., επιφανείας (του καταστήματος) Μ2 67,30, ανήκοντος εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία στον ενάγοντα και την εις ολόκληρον συνοφειλέτιδα Δ. Τ., Β) Σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ..../1995 διαταγής πληρωμής, με την υπ’ αριθμ..../13-3-1995 έκθεση κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Γ. κατέσχε την πολυώροφη οικοδομή που βρίσκεται στο Δήμο ... επί της οδού ..., αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο, δεύτερο και τρίτο υπέρ το ισόγειο ορόφους, κτισμένη επί οικοπέδου επιφανείας Μ2 206 και ανήκουσα εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία στον ενάγοντα και τη Δ. Τ., Γ) Σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ..../1995 διαταγής πληρωμής, με την υπ’ αριθμ..../17-2-1995 έκθεση κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Γ. κατέσχε το υπό στοιχείο Γ-1 διαμέρισμα του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου και την υπό στοιχεία Υ-2 αποθήκη του υπογείου της πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στο Δήμο ... επί της οδού ... και ανήκε στην ιδιοκτησία της Δ. Τ.. Περαιτέρω στις 10-5-1995 με επίσπευση της εναγομένης, δυνάμει της υπ’ αριθμ..../10-5-1995 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Σταθοπούλου-Μπάχλα, εκπλειστηριάσθηκε και κατακυρώθηκε στην εναγομένη στο ποσό των δραχμών 71.000.000 η πολυώροφη οικοδομή η κατασχεθείσα με την υπ’ αριθμ..../13-3-1995 έκθεση κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανασίου Γεωργαντόπολου (εις εκτέλεση της υπ’ αριθμ.. 3524/1995 διαταγής, εκδοθείσας με βάση την υπ’ αριθμ..../1991 σύμβαση πιστώσεως) και ανήκουσα εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία στον ενάγοντα και τη Δ.
Τ.. Στον ως άνω πλειστηριασμό αναγγέλθηκε η εναγομένη με την από 11-5-1995 αναγγελία της, για το σύνολο των απαιτήσεών της που απέρρεαν από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, ως ενυπόθηκη δανείστρια, καθώς και η Δ.Ο.Υ. ... για το ποσό των 804.408 δραχμών. Με την υπ’ αριθμ. .../29-6-1995 πράξη συμψηφισμού εκπλειστηριάσματος της ως άνω υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ο νόμιμος εκπρόσωπος της αρχικώς εναγομένης υπερθεματίστριας και ενυπόθηκης δανείστριας δήλωσε ότι, αφού κατέβαλε από το ως άνω ποσό του εκπλειστηριάσματος 1.008.980 δραχμές για έξοδα εκτελέσεως και 804.408 δραχμές για την εξόφληση της αναγγελθείσας ως άνω απαιτήσεως του Δημοσίου, ήτοι συνολικά 1.813.388 δραχμές (συνταχθείσης της υπ’ αριθμ..../29-6-1995 πράξεως καταβολής πλειστηριάσματος της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου), "...σήμερα με την πράξη αυτή συμψηφίζει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1004 παρ.2 Κ.Π.Δ.
το ποσό των δραχμών 69.186.612, δηλαδή εις το ίσο ποσό εκ του παρ’ αυτής ως υπερθεματίστριας υπολοίπου καταβλητέου, μετά την αφαίρεση των παραπάνω εξόδων εκτέλεσης και της απαίτησης του Δημοσίου, από το συνολικό πλειστηρίασμα των δραχμών 71.000.000 και εξοφλεί έτσι μερικώς τον οφειλέτη και μόνο κατά το εν λόγω ποσό των δραχμών 69.186.612 επιφυλασσομένη ρητώς για το υπόλοιπο, σύμφωνα με την από 11-5-1995 αναγγελία της...
δήλωσε ότι το ανωτέρω συμψηφιζόμενο ποσό αφορά κεφάλαιο, μέρος τόκων και δικαστικών εξόδων...". Πρέπει να σημειωθεί ότι ανεξαρτήτως του χρόνου που συντάχθηκε η ως άνω πράξη συμψηφισμού, η δια του ως άνω συμψηφισμού απόσβεση των ενυπόθηκων απαιτήσεων της αρχικώς εναγομένης κατά το ποσό των 69.186.612 δραχμών επήλθε στις 10-5-1995 (χρόνος διενέργειας πλειστηριασμού) διότι, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες εν προκειμένω διατάξεις των άρθρων 61 παρ.3 και 62 του ν.δ.17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" - που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με το άρθρο 52 αριθ.3 του εισαγωγικού του νόμου, εισάγουν δε παρεκκλίσεις από τις αντίστοιχες γενικές διατάξεις των άρθρων 1004 επομ.
του Κ.Πολ.Δ. - κατά τον ως άνω χρόνο όφειλε αυτή (αρχικώς εναγομένη), ως επισπεύδουσα ενυπόθηκη δανείστρια (για απαιτήσεις της από τις αναφερόμενες στις διατάξεις του ανωτέρω διατάγματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες από τη δόση δανείου ή πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό) και τελευταία υπερθεματίστρια, να υπολογίσει το ύψος της απαίτησής της που έπρεπε να ικανοποιηθεί από το πλειστηρίασμα και να την συμψηφίσει προς αυτό, καταθέτοντας δικαστικώς το υπόλοιπο...
Επομένως ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι στις 5-7-1995, οπότε έγινε εκτελεστός ο πίνακας κατάταξης, αποσβέσθηκαν μετά από συμψηφισμό κατά το ως άνω ποσό των 69.186.612 δραχμών οι ένδικες απαιτήσεις της, χρεώνοντας τόκους υπερημερίας και επί του ποσού αυτού από το χρόνο πλειστηριασμού (10-5-1995) μέχρι τις 5-7-1995, δεν είναι νόμιμος.
Περαιτέρω στις 14-6-1995, με επίσπευση της εναγομένης εκπλειστηριάσθηκαν και κατακυρώθηκαν στην εναγομένη τράπεζα: α) δυνάμει της υπ’ αριθμ..../14-6-1995 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, στο ποσό των δραχμών 12.600.000, το ως άνω υπό στοιχεία Ι-2 κατάστημα, το οποίο είχε κατασχεθεί με την υπ’ αριθμ..../4-5-1995 έκθεση κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Γ. (εις εκτέλεση της υπ’ αριθμ.12096/1994 διαταγής, εκδοθείσας με βάση την υπ’ αριθμ..../1990 σύμβαση δανείου) και ανήκε εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία στη συγκυριότητα του ενάγοντος και της Δ. Τ., β) δυνάμει της υπ’ αριθμ..../14-6-1995 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, στο ποσό των δραχμών 27.500.000, ποσοστό 80% εξ αδιαιρέτου του ως άνω υπό στοιχεία Ι-1 καταστήματος, το οποίο είχε κατασχεθεί με την υπ’ αριθμ. .../4-5-1995 έκθεση κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Γ. (εις εκτέλεση της υπ’ αριθμ.12096/1994 διαταγής, εκδοθείσας με βάση την υπ’ αριθμ..../1990 σύμβαση δανείου) και ανήκε εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία στη συγκυριότητα του ενάγοντος και της Δ. Τ. και γ) δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../14-6-1995 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γιαννακοπούλου-Δημητρακάκη, στο ποσό των δραχμών 6.500.000, το υπόλοιπο ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου του ως άνω υπό στοιχεία Ι-1 καταστήματος, που ανήκε στο Γ.
Τ.. Επίσης η εναγομένη είχε επισπεύσει τον πλειστηριασμό των κατασχεθέντων με την υπ’ αριθμ..../17-2-1995 έκθεση κατασχέσεως υπό στοιχεία Γ-1 διαμερίσματος και Υ-2 αποθήκης της οδού ... (εις εκτέλεση της .../1995 διαταγής πληρωμής, που είχε εκδοθεί με βάση την υπ’ αριθμ..../1991 σύμβαση δανείου), που ανήκαν στη Δ. Τ., δυνάμει του υπ’ αριθμ..../24-2-1995 προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού, καθώς και των επαναληπτικών προγραμμάτων Α’ , Β’ , Γ’ , Δ’ , Ε’ και Ζ’ υπ’ αριθμ..../12-4-1995, .../14-6-1995, .../4-10-1995, .../21-2-1996, .../17-7-1996 και .../13-11-1996 του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, με το τελευταίο δε πρόγραμμα ο πλειστηριασμός είχε οριστεί για τις 19-2-1997".
Στη συνέχεια στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχεται εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με το αληθές ύψος της οφειλής του ενάγοντος και περαιτέρω γίνονται δεκτά τα εξής: "Σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις η οφειλή του εναγομένου [εννοείται: ενάγοντος] από τις προαναφερόμενες συμβάσεις στις 10-5-1995 ανερχόταν: 1) από τη .../1991 σύμβαση σε 24.556.510 δραχμές, 2) από τη .../1990 σύμβαση σε 47.838.546 δραχμές, 3) από τη .../1991 σύμβαση σε 16.997.487 δραχμές, 5) από τη .../1989 σύμβαση σε 6.134.024 δραχμές και 6) από την .../1990 εγγυητική επιστολή σε 3.717.044 δραχμές και συνολικά σε 99.243.611 δραχμές.
Όπως έχει προεκτεθεί, δυνάμει της υπ’ αριθμ..../10-5-1995 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Σταθοπούλου-Μπάχλα, με επίσπευση της εναγομένης στις 10-5-1995 εκπλειστηριάσθηκε και κατακυρώθηκε στην επισπεύδουσα ενυπόθηκη δανείστρια εναγομένη, ως τελευταία υπερθεματίστρια, στο ποσό των δραχμών 71.000.000 η πολυώροφη οικοδομή της οδού ...
που ανήκε εξ αδιαιρέτου στον ενάγοντα και τη συνοφειλέτιδα (συνεγγυήτρια) Δ. Τ.. Στον εν λόγω πλειστηριασμό είχε αναγγελθεί η εναγομένη με την από 11-5-1995 αναγγελία της προς την υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο Αθηνών Ειρήνη Μπάχλα για τις παρακάτω απαιτήσεις της απορρέουσες: 1) από τη 12096/1994 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε δυνάμει της .../1990 δανειακής σύμβασης για το ποσό των 50.664.163 δραχμών (από το οποίο 48.886.663 δραχμές για επιδικασθέν κεφάλαιο με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από 25-8-1994, πλέον των επί των τόκων νομίμων τόκων υπερημερίας, σύμφωνα με τη Ν.Ε.289/1980 και πλέον ΕΦΤΕ) νομιμοτόκως από 13-2-1995, 2) από τη .../1995 διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε δυνάμει της .../1991 συμβάσεως πιστώσεως για το ποσό των 14.885.225 δραχμών (από το οποίο 14.349.225 δραχμές για επιδικασθέν κεφάλαιο με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από 24-8-1994, πλέον των επί των τόκων νομίμων τόκων υπερημερίας σύμφωνα με τη Ν.Ε.289/1980 και πλέον ΕΦΤΕ) νομιμοτόκως από 3-3-1995, 3) από τη .../ 1994 διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε δυνάμει της .../1991 δανειακής συμβάσεως για το ποσό των 20.311.552 δραχμών (από το οποίο 19.522.552 δραχμές για επιδικασθέν κεφάλαιο με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από 25-8-1994, πλέον των επί των τόκων νομίμων τόκων υπερημερίας σύμφωνα με τη Ν.Ε.289/1980 και πλέον ΕΦΤΕ) νομιμοτόκως από 13-2-1995, 4) από τη .../24-7-1989 σύμβαση πίστωσης για το ποσό των 5.722.317 δραχμών πλέον του νομίμου τόκου υπερημερίας επί των τραπεζικών χορηγήσεων, πλέον των επί των τόκων νομίμων τόκων υπερημερίας και ΕΦΤΕ από 25-8-1994, 5) από την .../11-6-1990 εγγυητική επιστολή για το ποσό των 3.723.406 δραχμών, πλέον των επί των τόκων νομίμων τόκων υπερημερίας και ΕΦΤΕ από 1-4-1995 (ήτοι για τμήμα της που δεν έχει καταπέσει 377.842 δραχμές πλέον προμηθείας 1,5%, για τμήμα της που έχει καταπέσει 2.895.387 δραχμές πλέον νομίμου τόκου υπερημερίας επί των τραπεζικών χορηγήσεων πλέον των επί των τόκων νομίμων τόκων υπερημερίας και ΕΦΤΕ από 1-4-1995 και για τους μέχρι 30-3-1995 τόκους υπερημερίας του τμήματος της εγγυητικής που έχει καταπέσει 450.537 δραχμές πλέον των επί των τόκων νομίμων τόκων υπερημερίας και ΕΦΤΕ από 1-4-1995), ήτοι συνολικά για το ποσό των 95.306.663 δραχμών πλέον τόκων και εξόδων.
Μετά την αφαίρεση από το ως άνω ποσό του επιτευχθέντος πλειστηριάσματος (71.000.000 δραχμών) των εξόδων εκτέλεσης (1.008.930 δραχμών) και της αναγγελθείσης απαίτησης του Δημοσίου (804.408 δραχμών), για την οποία είχε καταταγεί αυτό στον συνταχθέντα πίνακα κατάταξης, όπως έχει προεκτεθεί, απέμεινε το υπόλοιπο ποσό των 69.186.612 δραχμών, το οποίο μετά την κατακύρωση του πλειστηριασθέντος ακινήτου στην επισπεύδουσα εναγομένη δανείστρια, συμψηφίστηκε αυθημερόν (10-5-1995) προς τις ως άνω αναγγελθείσες ενυπόθηκες απαιτήσεις αυτής, οι οποίες εξοφλήθηκαν μερικώς κατά το ως άνω ποσό.
Η κρίση ως προς το χρόνο μερικής εξόφλησης (κατά το ως άνω ποσό) των αναγγελθεισών απαιτήσεων της επισπεύδουσας ενυπόθηκης δανείστριας εναγομένης τράπεζας, μετά το συμψηφισμό τους προς το ως άνω υπόλοιπο ποσό του πλειστηριάσματος, δεν αναιρείται από το χρόνο σύνταξης της σχετικής .../29-6-1995 πράξης συμψηφισμού εκπλειστηριάσματος της ως άνω υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθόσον η υπερθεματίστρια ενυπόθηκη εναγομένη τράπεζα όφειλε κατά το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού και μετά την κατακύρωση του πλειστηριασθέντος ακινήτου σ’ αυτήν, να υπολογίσει το ύψος των απαιτήσεών της που έπρεπε να ικανοποιηθούν από το πλειστηρίασμα και να τις συμψηφίσει προς αυτό αυθημερόν, το δε υπόλοιπο να το καταθέσει δικαστικώς (άρθρο 61 παρ.3 ν.δ.
της 17-7-1923). Περαιτέρω κανένας διάδικος δεν επικαλείται αλλά ούτε αποδεικνύεται μονομερής από τον ενάγοντα οφειλέτη προσδιορισμός του τρόπου καταλογισμού του ως άνω ποσού του πλειστηριάσματος στα περισσότερα ένδικα χρέη του ούτε και συμφωνία των μερών (ρητή ή σιωπηρή) για τον τρόπο καταλογισμού, ώστε αυτό θα καταλογισθεί σύμφωνα με τη σειρά που ορίζει η παρ.2 του άρθρου 422 Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται και στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως όταν το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκεί για την εξόφληση όλων των χρεών προς τον ίδιο (επισπεύδοντα ή αναγγελθέντα) δανειστή...
όπως στην προκειμένη περίπτωση. Από τα ως άνω χρέη που ήταν όλα ληξιπρόθεσμα και παρείχαν την ίδια ασφάλεια στην εναγομένη καθόσον όλα είχαν εξασφαλισθεί με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, ήταν δε εξίσου επαχθή για τον οφειλέτη, καθόσον τα δύο απ’ αυτά ανατοκίζονταν ανά εξάμηνο με επιτόκιο 29% ετησίως (δανειακές συμβάσεις .../1990 και .../1991) και τα υπόλοιπα ανά τρίμηνο με επιτόκιο 27,5%, εξοφλήθησαν ολοσχερώς με το ποσό του πλειστηριάσματος τα αρχαιότερα (με βάση το χρόνο γενέσεως του χρέους) και δη τα χρέη που απέρρεαν:
α) από τη .../24-7-1989 σύμβαση πιστώσεως, ύψους 6.134.024 δραχμών και β) από τη .../9-4-1990 δανειακή σύμβαση, με χρεωστικό υπόλοιπο 47.838.546 δραχμών, ήτοι συνολικού ποσού 53.972.570 δραχμών. Το υπόλοιπο ποσό του πλειστηριάσματος εκ δραχμών 15.214.042 δραχμών ήταν καταλογιστέο στην αρχαιότερη από τις ανεξόφλητες οφειλές και δη σ’ αυτήν από τη .../24-1-1991 σύμβαση, από την οποία έμεινε τελικώς ανεξόφλητο το ποσό των (16.997.487 - 15.972.570 =) 1.024.917 δραχμών, παρέμεινε δε ανεξόφλητο και το χρεωστικό υπόλοιπο της αμέσως νεότερης οφειλής από τη .../11-6-1991 δανειακή σύμβαση ποσού 24.556.510 δραχμών καθώς και της πλέον νεότερης από την .../1990 εγγυητική επιστολή (αυτή είχε γεννηθεί το πρώτον στις 7-6-1993) ποσού 3.717.044 δραχμών, ώστε το σύνολο της ανεξόφλητης οφειλής από τις τρεις τελευταίες συμβάσεις στις 10-5-1995 ανερχόταν στο ποσό των (1.024.917 + 24.556.510 + 3.717.044 =) 29.298.471 δραχμών.
Στις 14-6-1995 η οφειλή από τις ως άνω ανεξόφλητες συμβάσεις ανήλθε: 1) από τη .../1991 σύμβαση πιστώσεως: τόκοι υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 11-5/14-6-1995 (1.024.917 Χ 27,5% Χ 35 ημέρες =) 27.027 δραχμές πλέον 1.081 δραχμών για ΕΦΤΕ και συνολικά 1.053.025 δραχμές, 2) από τη .../11-6-1991 δανειακή σύμβαση: τόκοι υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 11-5/14-6-1995 (24.556.510 Χ 29% Χ 35 ημέρες =) 682.872 δραχμές πλέον 18.007 δραχμών για ΕΦΤΕ και συνολικά 25.257.389 δραχμές και 3) από την .../1990 εγγυητική επιστολή:
τόκοι υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 11-5/14-6-1995 (3.717.044 Χ 27,5% Χ 35 ημέρες =) 98.017 δραχμές πλέον 3.920 δραχμών για ΕΦΤΕ και συνολικά 101.937 δραχμές, συμπεριλαμβανομένου δε και του ποσού των 315.000 δραχμών που κατέπεσε στις 7-6-1995 (το οποίο η εναγομένη κατέβαλε στις 7-7-1995 στον ΟΔΔΥ), η συνολική οφειλή από την ως άνω εγγυητική ανήλθε στις 14-6-1995 σε (3.717.044 + 101.937 + 315.000 =) 4.133.981 δραχμές, ώστε το σύνολο της οφειλής από τις ως άνω ανεξόφλητες συμβάσεις ανήλθε σε (1.053.025 + 25.257.389 + 4.133.981 =) 30.444.395 δραχμές.
Ακολούθως με επίσπευση της εναγομένης στις 14-6-1995 εκπλειστηριάσθηκαν και κατακυρώθηκαν σ’ αυτήν: α) δυνάμει της .../14-6-1995 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Ειρήνης Σταθοπούλου-Μπάχλα, στο ποσό των δραχμών 27.500.000, ποσοστό 80% εξ αδιαιρέτου του υπό στοιχεία Ι-1 καταστήματος (το οποίο είχε κατασχεθεί με την .../4-5-1995 έκθεση κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Γ., εις εκτέλεση της 12096/1994 διαταγής, εκδοθείσας με βάση τη .../1990 σύμβαση δανείου) και ανήκε εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία στη συγκυριότητα του ενάγοντος και της Δ. Τ. και β) δυνάμει της .../14-6-1995 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γιαννακοπούλου-Δημητρακάκη, στο ποσό των δραχμών 6.500.000, το υπόλοιπο ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου του ως άνω υπό στοιχεία Ι-1 καταστήματος που ανήκε στο συνεγγυητή, συνοφειλέτη Γ.
Τ. (το οποίο είχε κατασχεθεί με την υπ’ αριθμ..../7-12-1994 έκθεση κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Χ. Π., εις εκτέλεση της 12096/1994 διαταγής, εκδοθείσας με βάση τη .../1990 σύμβαση δανείου). Η εναγομένη αναγγέλθηκε στους ως άνω πλειστηριασμούς των ποσοστών 20% και 80% εξ αδιαιρέτου του Ι-1 καταστήματος με τις από 15-6-1995 δύο αναγγελίες της για τις ίδιες ως άνω απαιτήσεις για τις οποίες είχε αναγγελθεί και στον πλειστηριασμό της πολυώροφης οικοδομής της οδού ....
Μετά την κατακύρωση του ως άνω πλειστηριασθέντος ακινήτου στην επισπεύδουσα εναγομένη ενυπόθηκη δανείστρια συμψηφίστηκαν αυθημερόν (14-6-1995) προς τις ανεξόφλητες από τις ως άνω αναγγελθείσες ενυπόθηκες απαιτήσεις αυτής, ύψους 30.491.512, κατ’ άρθρο 61 παρ.3 ν.δ. της 17-7-1923: α) από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα για το ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου του Ι-1 καταστήματος, ποσού 6.500.000 δραχμών, το ποσό των 4.779.895 δραχμών...
και β) από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα για το ποσοστό 80% εξ αδιαιρέτου του Ι-1 καταστήματος, ποσού 27.500.000 δραχμών, το ποσό των 26.083.709 δραχμών... ώστε οι ως άνω απαιτήσεις της εξοφλήθησαν ολοσχερώς και απέμεινε υπόλοιπο πλειστηρίασμα προς διανομή ή αποδοτέο στον ενάγοντα (4.779.895 + 26.083.709 = 30.863.604 - 30.444.395 =) 419.209 δραχμών.
Παραταύτα, ενώ η εναγομένη στις 14-6-1995 είχε εξοφληθεί πλήρως για όλες τις απαιτήσεις της που απέρρεαν από τις προαναφερόμενες συμβάσεις με τον πλειστηριασμό του υπό στοιχεία Ι-1 καταστήματος, αυτή επέσπευσε κατά την ίδια ημέρα (14-6-1995) τον πλειστηριασμό και του υπό στοιχεία Ι-2 καταστήματος, το οποίο είχε κατασχεθεί με την υπ’ αριθμ..../4-5-1995 έκθεση κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Γ. (εις εκτέλεση της 12096/ 1994 διαταγής, εκδοθείσας με βάση τη .../1990 σύμβαση δανείου) και ανήκε εξ αδιαιρέτου και κατ’ ισομοιρία στη συγκυριότητα του ενάγοντος και της Δ. Τ.. Το εν λόγω ακίνητο στις 14-6-1995 εκπλειστηριάσθηκε και κατακυρώθηκε στην αρχικώς εναγομένη ενυπόθηκη δανείστρια, για εξοφληθείσες απαιτήσεις της, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../14-6-1995 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου στο ποσό των δραχμών 12.600.000.
Στον πλειστηριασμό αυτό αναγγέλθηκε η αρχικώς εναγομένη με την από 15-6-1995 αναγγελία της προς την υπάλληλο του πλειστηριασμού συμβολαιογράφο Αθηνών Ειρήνη Μπάχλα για όλες τις παραπάνω απαιτήσεις της, για τις οποίες είχε αναγγελθεί και στους δύο προηγούμενους πλειστηριασμούς. Μετά την κατακύρωση του ως άνω πλειστηριασθέντος ακινήτου στην επισπεύδουσα αρχικώς εναγομένη, "συμψηφίστηκε" αυθημερόν (14-6-1995) προς τις αναγγελθείσες, πλην όμως εξοφληθείσες απαιτήσεις της από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα το ποσό των 9.614.673 δραχμών...
ώστε η αρχικώς εναγομένη για την κατακύρωση του εν λόγω ακινήτου σ’ αυτήν, ως τελευταία υπερθεματίστρια, κατέβαλε μόνο το υπόλοιπο ποσό των (12.600.000 - 9.614.673 =) 2.985.327 δραχμών. Οι αρμόδιοι υπάλληλοι και οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αρχικώς εναγομένης γνώριζαν το αληθές ύψος του χρεωστικού υπολοίπου των ως άνω συμβάσεων στις 10-5-1995 καθώς και ότι μετά την εκπλειστηρίαση της τριώροφης οικοδομής (10-5-1995) αρκούσε η εκπλειστηρίαση του υπό στοιχεία Ι-1 καταστήματος για την ολοσχερή εξόφληση των εν λόγω απαιτήσεών της και παραταύτα αυτοί, ενεργώντας κακόβουλα και καταχρηστικά, έδωσαν εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο της να προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση της εξοφληθείσας 12096/1994 διαταγής πληρωμής (εκδοθείσας με βάση τη .../1990 σύμβαση) εις βάρος των συνιδιοκτητών του, δηλαδή του ενάγοντος και της Δ.
Τ.. Η κατάχρηση συνίστατο στο ότι η επισπεύδουσα αρχικώς εναγομένη, παρά την υπερεξόφληση των απαιτήσεών της και την εντεύθεν αποδυνάμωση του ως άνω τίτλου (12096/1994 διαταγής πληρωμής) έκανε χρήση αυτού, επισπεύδοντας βάσει αυτού εκτέλεση. Η κρίση για τη γνώση των νομίμων εκπροσώπων της αρχικώς εναγομένης στηρίζεται τόσο στη μεγάλη αταξία που επικρατεί στην τήρηση των καρτελών των λογαριασμών των ενδίκων συμβάσεων, η οποία είναι ηθελημένη, καθόσον επαναλαμβάνεται και διακρίνει όλες τις καρτέλες των λογαριασμών, ενώ αυτές συντάσσονται διπλές ή τριπλές για κάθε λογαριασμό, με διαφορετικά ποσά κάθε φορά και μάλιστα με την εφαρμογή διαφορετικών επιτοκίων σε ορισμένες περιπτώσεις.
Πάντως οι διαφορές που υπάρχουν στις χρεώσεις των ίδιων λογαριασμών στις υπάρχουσες στη δικογραφία καρτέλες δεν οφείλονται στην αμφισβήτηση που υπήρχε ως προς την ερμηνεία της Ν.Ε.289/1980 (άλλωστε η αλλαγή της σταθερής νομολογίας έγινε το έτος 1998 με τις αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου 8 και 9/1998), όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, καθόσον, όπως προκύπτει από τα τηρηθέντα από την αρχικώς εναγομένη αντίγραφα καρτελών, οι καθυστερημένοι τόκοι στις μεν ένδικες δανειακές συμβάσεις ανατοκίζονταν ανά εξάμηνο - και όχι με μικρότερα χρονικά διαστήματα - στις δε ένδικες συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό ανά τρίμηνο, όπως είχε συμφωνηθεί (σύμφωνα και προς τα ήδη ισχύοντα με το άρθρο 12 του νεότερου ν.2601/1998), ώστε δεν υπήρχε αμφιβολία ως προς τα χρονικά διαστήματα ανατοκισμού.
Η υπερχρέωση των οφειλών από τις ένδικες συμβάσεις οφείλεται στην επιβάρυνσή τους με προμήθειες, εισφορές του ν.128/1975, εφαρμογή επιτοκίων σε ορισμένες περιπτώσεις ανωτέρων, ακόμη και από τα αναφερόμενα για τα ίδια χρονικά διαστήματα στο από 20-3-1998 υπηρεσιακό σημείωμα του υποκαταστήματός της προς τη διεύθυνση δικαστικού αυτής, στο διπλό εκτοκισμό τόκων σε μεμονωμένες περιπτώσεις (πέραν της...
περίπτωσης του λογαριασμού της ... συμβάσεως που διεγράφη ο διπλός εκτοκισμός μετά τον εντοπισμό του από τους συνοφειλέτες) καθώς και στην μετά τον πλειστηριασμό της 10-5-1995 συνέχιση επιβάρυνσης του συνόλου της οφειλής με ανατοκιζόμενους τόκους υπερημερίας και μετά τις 10-5-1995, θεωρώντας ότι ο συμψηφισμός του πλειστηριάσματος (της 10-5-1995) προς την οφειλή και η μερική εξόφλησή της κατ’ αυτό έγινε με την τελεσιδικία του πίνακα κατατάξεως και ότι τα πλειστηριάσματα της 14-6-1995 δεν συμψηφίστηκαν αυθημερόν προς το ανεξόφλητο υπόλοιπο της οφειλής αλλά συνέχισαν να επιβαρύνονται με ανατοκιζόμενους τόκους υπερημερίας μέχρι την τελεσιδικία των πινάκων.
Η κακοβουλία δε αυτή των νομίμων εκπροσώπων της αρχικώς εναγομένης και των αρμοδίων υπαλλήλων της επιτάθηκε από το γεγονός ότι αυτοί έσπευσαν να εκπλειστηριάσουν τρία ακίνητα των οφειλετών τους μέσα σε χρονικό διάστημα τριάντα πέντε ημερών (τα δύο εξ αυτών την ίδια ημέρα), χωρίς να στέρξουν στις επανειλημμένες αιτήσεις των τελευταίων, μετά την επλειστηρίαση του πρώτου ακινήτου τους (πολυώροφης οικοδομής), να τους παράσχουν αντίγραφα των συμβάσεων για να ελέγξουν την κίνηση των λογαριασμών τους αλλά και στη συνέχεια δεν χορηγούσαν επαρκή στοιχεία σ’ αυτούς για το ύψος των χρεωστικών υπολοίπων των συμβάσεων, αφού με τις από 11-4-1996 επιστολές της η εναγομένη γνωστοποίησε στην οφειλέτιδα ομόρρυθμη εταιρεία σε ποιους λογαριασμούς πιστώθηκαν τα ποσά των πλειστηριασμάτων που επιτεύχθηκαν κατά τους πλειστηριασμούς των προαναφερομένων τριών ακινήτων, χωρίς να κάνει αναφορά στις συμβάσεις για τις οποίες τηρήθηκαν οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί, ώστε δεν ήταν εφικτός ο έλεγχος αυτών.
Μόνο μετά την από 12-6-1997 αίτηση του συνεγγυητή Γ. Τ., η πιστώτρια τράπεζα χορήγησε σ’ αυτόν αντίγραφα χειρόγραφων καρτελών που τηρούνταν για τους λογαριασμούς των ενδίκων συμβάσεων πιστώσεων και δανειακών συμβάσεων, ώστε μετά από έλεγχο της κίνησης του λογαριασμού της υπ’ αριθμ..../1990 δανειακής συμβάσεως, η οφειλέτιδα "Γ.
Τ. Ο.Ε." και οι συνεγγυητές της (μεταξύ των οποίων και ο ενάγων Κ. Τ.) άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπ’ αριθμ. καταθέσεως 8259/1997 αγωγή τους κατά της αρχικώς εναγομένης "Ι.Λ.Τ.Ε. Α.Ε.", με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη παρανόμως και αντισυμβατικώς επιβάρυνε το λογαριασμό της ως άνω συμβάσεως με τόκους ποσού 17.404.313 δραχμών...
Λόγω της συνεχιζόμενης άρνησης της αρχικώς εναγομένης για ενημέρωσή τους ως προς τα χρεωστικά υπόλοιπα και τον καταλογισμό των πλειστηριασμάτων και για χορήγηση αντιγράφων των συμβάσεων και των τηρηθέντων λογαριασμών τους οι συνοφειλέτες συνέχισαν να την οχλούν προφορικώς, άρχισαν δε και σχετικό δικαστικό αγώνα...
με συνέπεια να αναγκαστεί αυτή να αναγνωρίσει την παράνομη χρέωση του λογαριασμού της υπ’ αριθμ..../1990 δανειακής συμβάσεως, χορηγώντας σ’ αυτούς τα νέα αντίγραφα του λογαριασμού της ως άνω συμβάσεως, στα οποία έχουν διαγραφεί οι παράνομες επιβαρύνσεις του. Ενισχυτικό στοιχείο της ως άνω κρίσεως για την κακοβουλία των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης συνιστά και η αρνητική στάση που επέδειξαν αυτοί και προς τον...
πραγματογνώμονα, στον οποίο παρέδωσαν με καθυστέρηση και μετά από αλλεπάλληλες οχλήσεις του τα κρίσιμα στοιχεία που ζητούσε για τη διεξαγωγή της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης. Περαιτέρω όμως η εναγομένη, ακόμη και μετά τον πλειστηριασμό των ως άνω τριών ακινήτων, συνέχισε την αναγκαστική εκτέλεση σε άλλα κατασχεθέντα ακίνητα των οφειλετών της για την ικανοποίηση των ίδιων εξοφληθεισών οφειλών της και συγκεκριμένα επέσπευσε τον πλειστηριασμό των κατασχεθέντων με την υπ’ αριθμ..../17-2-1995 έκθεση κατασχέσεως υπό στοιχεία Γ-1 διαμερίσματος και Υ-2 αποθήκης της οδού ... (εις εκτέλεση της εξοφληθείσας .../1995 διαταγής πληρωμής που είχε εκδοθεί με βάση την υπ’ αριθμ..../1991 σύμβαση δανείου) που ανήκαν στη Δ.
Τ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../24-2-1995 προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού, καθώς και των επαναληπτικών προγραμμάτων Α’ , Β’ , Γ’ , Δ’ , Ε’ και Ζ’ υπ’ αριθμ..../12-4-1995, .../14-6-1995, .../4-10-1995, .../21-2-1996, .../17-7-1996 και .../13-11-1996. Έτσι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης, ενεργώντας δόλια, εκπλειστηρίασαν το υπό στοιχεία Ι-2 κατάστημα συνιδιοκτησίας του ενάγοντος, ενώ εμφανίζουν μέχρι σήμερα αυτόν (καθώς και τους λοιπούς συνεγγυητές και τις ομόρρυθμες εταιρείες) οφειλέτη τους, αφού συνεχίζουν την αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος της εις ολόκληρον συνοφειλέτιδας Δ.
Τ., απειλώντας την περιουσία της με πλειστηριασμό των ως άνω ακινήτων της. Μάλιστα ήδη η εναγομένη ισχυρίζεται ότι στις 15-5-2000 η προς αυτήν οφειλή του ενάγοντος ανερχόταν: α) από τη ... σύμβαση σε 23.919.815 δραχμές και β) από την 99/1988 σύμβαση (η οποία δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω καθόσον δεν είναι ένδικη, συμβλήθηκε δε σ’ αυτήν ως πιστούχος τράπεζα η εναγομένη, αφού διαδέχθηκε την αρχικώς εναγομένη).
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων δεν άσκησε ανακοπή κατά της εκτελέσεως που επέσπευσε η πιστώτρια τράπεζα για την εκπλειστηρίαση του Ι-2 καταστήματος, καθόσον, μη διαθέτοντας επαρκή στοιχεία, τα οποία δεν χορηγούσε σ’ αυτόν η τελευταία που τα διέθετε, είχε στερηθεί της δυνατότητας ελέγχου και υπολογισμού του ακριβούς ύψους της οφειλής του.
Από τις ως άνω υπαίτιες και παράνομες πράξεις των νομίμων εκπροσώπων της αρχικώς εναγομένης απαλλοτριώθηκε παράνομα το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητος του ενάγοντος επί του εκπλειστηριασθέντος για εξοφληθείσα απαίτηση υπό στοιχ.Ι-2 καταστήματος. Η αντικειμενική αξία του ακινήτου αυτού κατά τον χρόνο πλειστηριασμού του ανερχόταν σε 4.584.059 δραχμές, εκπλειστηριάσθηκε δε για το ποσό των 12.600.000 δραχμών.
Πρόκειται για ισόγειο γωνιαίο κατάστημα εμβαδού 67,30 μ2, κείμενο στη συμβολή των οδών ... στο ... Αττικής, το οποίο αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου ορόφου οικοδομής που έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν.3741/1929 με την .../1981 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυρίδωνα Μαγκλάρη και έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο εκτάσεως 336,20 μ2.
Με τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως είναι γνωστό σε όλους, η αγοραία αξία των ακινήτων, κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υπερέβαινε το τριπλάσιο της αντικειμενικής αξίας τους, καθώς και ότι η αγοραία αξία των εκπλειστηριαζομένων ακινήτων υπερβαίνει το ποσό του επιτυγχανομένου πλειστηριάσματος, η αγοραία αξία του ως άνω καταστήματος ανερχόταν στο ποσό των 18.000.000 δραχμών και όχι σ’ αυτό των 25.000.000 δραχμών, στο οποίο την αναβιβάζει ο ενάγων.
Επομένως η ζημία του ενάγοντος από την απαλλοτρίωση του ποσοστού συγκυριότητάς του στο παρανόμως πλειστηριασθέν Ι-2 κατάστημα ανέρχεται στο ποσό των (18.000.000 Χ 1/2) 9.000.000 δραχμών που αντιστοιχεί στην αγοαραία αξία του ακινήτου κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του επ’ αυτού (1/2 εξ αδιαιρέτου). Επίσης ο ενάγων, εξαιτίας της αποξένωσής του από τη συννομή και συγκατοχή του στο κατάστημα αυτό, στερήθηκε την εκμετάλλευσή του με την εκμίσθωσή του σε τρίτο, για την οποία το μηνιαίο μίσθωμα θα ανερχόταν σε 120.000 δραχμές ώστε εξ αυτής της αιτίας απώλεσε το ποσό των 60.000 δραχμών μηνιαίως που αναλογεί στο ποσοστό συννομής και συγκατοχής του, το οποίο θα κέρδιζε με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 1995 έως και τον Ιούνιο 1998 (στην αγωγή περιλαμβάνεται και ο Ιούλιος 1998 αλλά όχι ουσιαστικά, αφού οι μήνες για όλο το χρονικό διάστημα υπολογίζονται τελικώς σε 35 και όχι 36) και συνολικά το ποσό των (35 μήνες Χ 60.000 δρχ. =) 2.100.000 δραχμών.
Το αιτούμενο ποσό αποζημίωσης των 1.266.708 δραχμών (2.533.417 Χ 1/2) για έξοδα πλειστηριασμού του υπό στοιχ. Ι-2 ακινήτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν καθόσον τα έξοδα αυτά δεν πληρώθηκαν από τον ενάγοντα αλλά προαφαιρέθηκαν από το πλειστηρίασμα του ακινήτου, η αξία του οποίου αποδίδεται ήδη με την παρούσα στον ενάγοντα κατά την αναλογία του ποσοστού συγκυριότητάς του.
Κατά συνέπεια η συνολική ζημία του ενάγοντος από τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις των οργάνων της εναγομένης ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (9.000.000 + 2.100.000 δρχ. =) 11.100.000 δραχμών ή 32.575,20 ευρώ. Περαιτέρω όμως από τις ίδιες ως άνω παράνομες και υπαίτιες (δόλιες) πράξεις των οργάνων της εναγομένης ο ενάγων, λόγω της οριστικής απώλειας του πλειστηριασθέντος ως άνω περιουσιακού του στοιχείου, της εξ αυτής στενοχωρίας του και εμπλοκής του σε πολυδάπανους δικαστικούς αγώνες, υπέστη πράγματι ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία, λαμβανομένων υπόψη του ύψους της ζημίας του, του βαθμού της υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης και της οικονομικής κατάστασης των μερών ανέρχεται στο ποσό των 8.000 ευρώ.
Την ως άνω ζημία και χρηματική ικανοποίηση υποχρεούται να ανορθώσει η εναγομένη τραπεζική εταιρεία, ως καθολική διάδοχος του νομικού προσώπου της αρχικώς εναγομένης, καθόσον αυτή προκλήθηκε από τις επιζήμιες, παράνομες και υπαίτιες πράξεις των οργάνων της τελευταίας, που τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε ότι η εναγομένη του οφείλει κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών το ποσό των 40.575,20 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Σύμφωνα με τις ανωτέρω (ανέλεγκτες) παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που ενδιαφέρουν τον πιο κάτω πρώτο λόγο αναίρεσης, η εναγομένη υπερθεματίστρια δεν κατέβαλε, μετά την κατακύρωση σ’ αυτήν του εκπλειστηριασθέντος στις 10-5-1995 ακινήτου, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού το υπόλοιπο, (μετά την πληρωμή των εξόδων εκτέλεσης και την εξόφληση της αναγγελθείσης απαίτησης του Δημοσίου), πλειστηρίασμα ποσού 69.186.612 δραχμών, το οποίο και "συμψήφισε στις 29-6-1995 με μέρος της απαίτησής της κατά του καθ’ ου η εκτέλεση-ενάγοντος, σύμφωνα με την .../29-6-1995 πράξη συμψηφισμού του υπαλλήλου του πλειστηριασμού".
Συνεπώς, η εναγομένη δεν δικαιούται τόκους υπερημερίας για το ποσό αυτό των 69.186.612 δραχμών από το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού (10-5-1995) μέχρι τις 5-7-1995, (που ο πίνακας κατάταξης έγινε εκτελεστός), μολονότι δεν τυγχάνουν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφαρμογής οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 61 και 62 του Ν. Δ/τος 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών". Τούτο διότι, στην αντίθετη περίπτωση, η εναγομένη Τράπεζα, στην οποία περιήλθε το εκπλειστηριασθέν ακίνητο, θα καθίστατο αδικαιολόγητα πλουσιότερη, δεδομένου ότι το ποσό του πλειστηριάσματος, που δεν κατέβαλε, θα μπορούσε να το καταθέσει (κατά το ως άνω χρονικό διάστημα) σε έντοκο λογαριασμό προς δική της ωφέλεια, ενώ επιπλέον θα εισέπραττε και τόκους υπερημερίας για την (μη συμψηφισθείσα λόγω μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων) απαίτησή της κατά του καθ’ ου η εκτέλεση. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η εναγομένη δεν δικαιούται τόκους υπερημερίας για το ως άνω ποσό των 69.186.612 δραχμών από 10-5-1995 μέχρι τις 5-7-1995, εσφαλμένως μεν εφήρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 61 και 62 του Ν. Δ/τος 17-7/13-8-1923, πλην όμως σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της εσφαλμένης εφαρμογής των ως άνω διατάξεων είναι αβάσιμος κατ’ άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Με βάση τα ανωτέρω και τις λοιπές προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, με το να δεχθεί την ένδικη αγωγή, δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις. Ειδικότερα, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούται το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 914 ΑΚ, αφού η ανωτέρω συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης τράπεζας, συνισταμένη στις παράνομες υπερχρεώσεις των οφειλών του ενάγοντος από τις ένδικες συμβάσεις και στον αναγκαστικό πλειστηριασμό στις 14-6-1995 δύο ακινήτων αυτού (ενάγοντος), μολονότι για την εξόφληση της απαίτησής της αρκούσε ο πλειστηριασμός του ενός ακινήτου, ήταν υπαίτια και παράνομη, με την έννοια της αντίθεσής της στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης, ενώ η προαναφερθείσα ζημία του αναιρεσιβλήτου ήταν απότοκη της συμπεριφοράς αυτής.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της Αρεοπαγίτου Ευφημίας Λαμπροπούλου, με τις πιο πάνω παραδοχές του το εφετείο: α) παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 61 και 62 ν.δ. 17-7/13-8-1923, τις οποίες εφάρμοσε ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση αλλά και εκείνες των άρθρων 1004 επ.
Κ.Πολ.Δ., τις οποίες δεν εφάρμοσε ενώ ήταν εφαρμοστέες και ειδικότερα δέχθηκε ότι τα όργανα της αρχικά εναγομένης της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσείουσα, είχαν υποχρέωση, με βάση τις πρώτες (μη εφαρμοστέες εν προκειμένω) διατάξεις, να προβούν σε συμψηφισμό των απαιτήσεών της κατά του αναιρεσιβλήτου με το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε από τους προηγούμενους πλειστηριασμούς (οι οποίοι έλαβαν χώρα στις 10-5-1995 και στις 14-6-1995) κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες διενέργειας των πλειστηριασμών και κατακυρώσεως των πλειστηριασθέντων ακινήτων, δεν ερεύνησε δε τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων των άρθρων 1004 επ.
Κ.Πολ.Δ., με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι από τις ανωτέρω ημερομηνίες οι απαιτήσεις της αρχικά εναγομένης έπαυσαν να γεννούν τόκους και στο επίσης εσφαλμένο περαιτέρω συμπέρασμα ότι τα όργανα αυτής, αν και γνώριζαν ότι με τον πλειστηριασμό του καταστήματος με τα στοιχεία Ι-1 είχαν εξοφληθεί πλήρως οι απαιτήσεις αυτές, παρά ταύτα προχώρησαν στον πλειστηριασμό και του καταστήματος με τα στοιχεία Ι-2, ο οποίος μάλιστα κατά της παραδοχές της προσβαλλομένης έγινε την ίδια ημέρα και ώρα με εκείνον του καταστήματος με τα στοιχεία Ι-1 και β) παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 Α.Κ.
και ειδικότερα δέχθηκε ότι ο μη συμψηφισμός των απαιτήσεων της αρχικά εναγομένης κατά του αναιρεσιβλήτου με το πλειστηρίασμα κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες διενέργειας των πλειστηριασμών και κατακυρώσεως των πλειστηριασθέντων ακινήτων (στον οποίο κατά τα προεκτεθέντα τα όργανα της αρχικά εναγομένης δεν ήταν υποχρεωμένα να προβούν) προσέδιδε στη συμπεριφορά των οργάνων αυτών το στοιχείο του παρανόμου.
Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι και έπρεπε να γίνουν δεκτοί.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (ο οποίος κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Μαΐου 2013 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα Ανώνυμος Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "Alpha Bank" για αναίρεση της 930/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 30 Σεπτεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ