Supreme Court dismisses appeal for admitting unproven facts and rejecting vague legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property transfer contract. The appellant argued the lower court admitted unproven facts and failed to address specific legal errors, but the court found these grounds vague and unsupported by the record. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9), 559(10), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the admission of unproven facts or vague legal errors without clear factual basis is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1216 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1216/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λένο.
Των αναιρεσίβλητων: 1....και 2. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σαμψών.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/1995 μη οριστική, 104/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 172/2003 μη οριστική, 320/2004 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 21-1-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ., κατ' ορθή υπαγωγή, λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση άφησε αδίκαστη την έφεσή του κατά της 104/202/40/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει τόσο από το σκεπτικό, όσο και από το διατακτικό της, ότι αυτή ερεύνησε την έφεση κατά της ως άνω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου και όχι την με τον ίδιο αριθμό απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, που ανεγράφη από την γραμματέα από παραδρομή στα προκαταρκτικά της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ, αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 372 του ίδιου Κώδικα, σύμβαση στην οποία ο προσδιορισμός της παροχής ανατίθεται στην απόλυτη κρίση ενός από τους συμβαλλόμενους είναι άκυρη.
Οι ανωτέρω διατάξεις δεν αναφέρονται ευθέως, και συνεπώς δεν μπορούν και να εφαρμοστούν ευθέως, στις μονομερείς δικαιοπραξίες, παρά μόνο με ανάλογη εφαρμογή υπό την προϋπόθεση της συνδρομής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση των προϋποθέσεων της αναλογίας. Έτσι, δεν υπάρχει περιθώριο ανάλογης εφαρμογής των άρθρων 371 και 372 ΑΚ, στην πληρεξουσιότητα, εφόσον η πληρεξουσιότητα δεν ιδρύει μόνη της ενοχή και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος και για παροχή.
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 372 ΑΚ. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι "στην ένδικη υπόθεση με το ....πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Χίου Κωνσταντίνου Κόκκινου, η αποβιώσασα θεία του ενάγοντος ...
παρέσχε στον πρώτο εναγόμενο την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και δικαίωμα, ενεργώντας αντ' αυτής, να πωλεί, παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει προς οιονδήποτε, ακόμα και προς τον εαυτό του με αυτοσύμβαση αντί οιουδήποτε τιμήματος και με οιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει, ακίνητα κτήματα της εντολέως του κείμενα στη ... .
Με την εντολή αυτή, ερμηνευόμενη όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, δεν προκύπτει ότι ο προσδιορισμός της παροχής είχε ανατεθεί στην απόλυτη και αυθαίρετη κρίση του πρώτου εναγόμενου, ούτε ότι είχε αποκλειστεί η δυνατότητα ελέγχου της κρίσης του από την εντολέα του ή από το δικαστήριο.
Αντίθετα, ο τελευταίος αφέθηκε να κινηθεί ελεύθερα, μέσα σε ένα προκαθορισμένο συμβατικό πλαίσιο, η δε ανάθεση σ' αυτόν της εκτελέσεως της εντολής, κατά την ελεύθερη κρίση του, είναι θεμιτή και υπόκειται στον κανόνα της δίκαιης κρίσης". Κατόπιν αυτού το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως προς τη βάση της περί ακυρότητας της ως άνω πληρεξουσιότητας λόγω παράβασης του άρθρου 372 ΑΚ ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο περιέλαβε εσφαλμένες αιτιολογίες ότι και επί πληρεξουσιότητας έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 372 ΑΚ, ενώ δεν έχει. Την εσφαλμένη όμως αυτή αιτιολογία το παρόν δικαστήριο την αντικαθιστά, εφόσον το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης επ' αυτού είναι ορθό (άρθρο578 ΚΠολΔ), και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (Ολ.
Α.Π. 24/1992). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να διαλαμβάνoνται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, γ) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη, μνεία της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς το σε τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
Α.Π. 32/1996). Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο τμήμα του, με τον οποίο προσάπτεται στην πρoσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή υπαγωγή, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο εκτίθενται μόνο μεμονωμένες νομικές σκέψεις και αποσπασματικές παραδοχές του δικαστηρίου, χωρίς να παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά μόνο με επιλεκτικές αναφορές, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του, παραδοχές που είναι αναγκαίες για τη διαπίστωση της έλλειψης ή μη νόμιμης βάσης της πρoσβαλλόμενης απόφασης, αλλά ούτε και η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, επιπροσθέτως δε διότι υπό την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης υπό την επίκληση αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 8, 11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος, ελλείψει σαφούς αντίστοιχου πραγματικού. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο, κατά το σχετικό μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό του, ότι η κληρονομούμενη θεία του ουδέποτε έλαβε γνώση του επίμαχου συμβολαίου μεταβιβάσεως του ακινήτου και ουδέποτε εισέπραξε το αναγραφόμενο σ' αυτό τίμημα, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά, χωρίς απόδειξη δέχθηκε, ότι αυτή όχι μόνον έλαβε γνώση του πιο πάνω συμβολαίου, αλλά και εισέπραξε το τίμημα.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων (καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων). Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2006 αίτηση του... για αναίρεση της 320/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ