Legislator Case Law & Legislation
1216/2008 AI generated

1216/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1216/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2504/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 492/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/7/2007 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1216/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της ΑΚ 931 παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις ΑΚ 929 και 932.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1216 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1216/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαγεωργίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Της εδρεύουσας στην Αθήνα ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και στην αγγλική γλώσσα με την επωνυμία "AXA INSURANCE SA", ως εκπροσώπου και με την ιδιότητά της ως εκκαθαριστή της αρχικά αναιρεσιβλήτου ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GUARDIAN ROYAL EXCHANGE ASSURANCE PLC", σύμφωνα με την από 11-2-08 και με αριθμό Κ3-299 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδων Κρίκο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2504/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 492/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/7/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 26/3/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της 2ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, είναι δυνατό να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.

Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της ΑΚ 931 παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις ΑΚ 929 και 932.

Επομένως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως και της επίδρασης αυτής στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις ΑΚ 929 και 932, από τα οποία (ειδικά περιστατικά) θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του.

Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ επιδικάζεται στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Εξ άλλου ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 της ΚΠολΔ 559 στοιχειοθετείται και όταν το Εφετείο αξίωσε πλείονα των υπό του νόμου απαιτουμένων προς ύπαρξη του διωκομένου δικαιώματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων-ενάγων στην επιτρεπτώς κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκοπούμενη αγωγή του εκθέτει μεταξύ άλλων ότι όντας μόνιμος αρχιφύλακας της Ελληνικής Αστυνομίας κατά το τροχαίο ατύχημα, που συνέβη κατά την άσκηση των καθηκόντων του σε διατεταγμένη υπηρεσία πεζού τροχονόμου, και που οφείλεται σε υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης υπέστη συνδεσμική κάκωση του δεξιού γόνατος και συγκεκριμένα κάκωση του έσω και του έξω μηνίσκου και του έξω πλαγίου συνδέσμου του δεξιού γόνατος, ότι υποβλήθηκε στις θεραπείες που αναφέρει και ότι η δευτεροβάθμια υγειονομική επιτροπή της Νομαρχίας Αθηνών αποφάνθηκε ότι πάσχει από κάκωση του δεξιού γόνατος, κάκωση του έσω και του έξω μηνίσκου και του έξω πλαγίου συνδέσμου του ανωτέρω γόνατος, από πάρεση του περονιαίου νεύρου ως και από ριζιτικές εκδηλώσεις 05-11 και τον έκρινε ανάπηρο με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67% για πέντε χρόνια.

Εξάλλου, η Αναθεωρητική Υγειονομική Επιτροπή της Ελληνικής Αστυνομίας με την 68/25-10-1999 γνωμάτευσή της αποφάνθηκε ότι εξαιτίας της βλάβης της υγείας του κρίνεται ανίκανος για την ενεργό υπηρεσία και ικανός για υπηρεσία γραφείου της Ελληνικής Αστυνομίας, χωρίς να φέρει όπλο και την ανωτέρω βλάβη της υγείας άφησε ποσοστό αναπηρίας 15%.

Εκθέτει ακόμη περαιτέρω, ότι "εάν ληφθεί υπόψη 1) ότι εξαιτίας της υπαιτίου συμπεριφοράς της πρώτης των εναγομένων υπέστη την προαναφερθείσα σοβαροτάτη βλάβη της υγείας του, 2) ότι εξαιτίας της ανωτέρω βλάβης της υγείας του ετύγχανε πλήρως ανίκανος για την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων από του χρόνου του προκειμένου τροχαίου ατυχήματος μέχρι της 25-10-1999, ότι στη συνέχεια επειδή ακριβώς παρουσίαζε μόνιμη ήτοι εφόρου ζωής, μερική με ποσοστό 20% αναπηρία, κρίθηκε ανίκανος για την ενεργό υπηρεσία και ικανός για υπηρεσία γραφείου της Ελληνικής Αστυνομίας, χωρίς να φέρει όπλο, ότι δεν αναμένεται αποκατάσταση ή έστω βελτίωση αλλ' απεναντίας αναμένεται επιδείνωση της ανωτέρω βλάβης της υγείας του και ότι εξαιτίας της ανωτέρω βλάβης της υγείας του, υποφέρει από του χρόνου του ατυχήματος και θα υποφέρει εφόρου ζωής, μειονεκτεί έναντι των υγιών συναδέλφων του από του χρόνου του ατυχήματος μέχρι σήμερα και θα μειονεκτεί εφόρου ζωής στις οικογενειακές, επαγγελματικές και κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές του, 3) ότι η παραπάνω αναπηρία του επιδρά από του χρόνου του ατυχήματος μέχρι σήμερα και θα επιδρά δυσμενώς εφόρου ζωής στην οικογενειακή, επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική ζωή του και δη στην επαγγελματική εξέλιξή του για το λόγο ότι εξαιτίας της ανωτέρω αναπηρίας του χάνει από του χρόνου του ατυχήματός του μέχρι σήμερα και θα χάνει μέχρι του χρόνου συνταξιοδότησής του τα προαναφερθέντα επιδόματα, που απολαμβάνουν οι υπόλοιποι υγιείς και ανήκοντες στην ενεργό υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας συνάδελφοί του, θα στερηθεί της περαιτέρω επαγγελματικής εξέλιξης και σταδιοδρομίας του, ότι είναι μειωμένη η απόδοσή του κατά το ανωτέρω ποσοστό (15%) της ένδικης μόνιμης μερικής αναπηρίας του ως υπηρετούντος σε υπηρεσία γραφείου της Ελληνικής Αστυνομίας όσον και κατά την εκπλήρωση των προσωπικών και οικογενειακών υποχρεώσεών του και ότι μειονεκτεί στις οικογενειακές, επαγγελματικές και κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές του 4) ότι προ του χρόνου του ατυχήματός του βρισκόταν σε αρίστη κατάσταση από απόψεως υγείας 5) ότι τυγχάνει ηλικίας 44 ετών, καλής κοινωνικής θέσεως και καλής οικονομικής καταστάσεως 6) ότι έχει κι' αυτός το δικαίωμα να απολαμβάνει τα αγαθά της ζωής, που απολαμβάνουν οι υπόλοιποι υγιείς συνάνθρωποί του και 7) ότι δικαιούται να αξιώσει σύμφωνα με το άρθρ. 931 ΑΚ ξεχωριστή αποζημίωση, ήτοι πέραν της αποζημιώσεως που οφείλεται κατ' εφαρμογή των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ και έτσι θα πρέπει εύλογα κατά την κρίση του δικαστηρίου να του επιδικαστεί ως αποζημίωση για την παραπάνω σωματική αναπηρία του και τις συνέπειές της, στην οικογενειακή, επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική ζωή του ως και στην επαγγελματική εξέλιξή του ως και στις συνέπειές της, στις οικογενειακές, επαγγελματικές και κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές του το ποσόν των 20.000.000 δρχ ή 58.694 ευρώ".

Το Εφετείο απέρριψε τον δεύτερο λόγο της έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης (που είχε απορρίψει το εν λόγω αίτημα), γιατί έκρινε ότι το ανωτέρω αίτημα είναι μη νόμιμο, με την ακόλουθη αιτιολογία: "ο ενάγων ζητεί με την ένδικη αγωγή του και το ποσόν των 20.000.000 δραχμών, ως αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, λόγω της κατά το ανωτέρω ποσοστό (15%) μόνιμης μερικής αναπηρίας του, η οποία τον κατέστησε ανίκανο για την ενεργό υπηρεσία και ικανό για υπηρεσία γραφείου της Ελληνικής Αστυνομίας, με περαιτέρω συνέπεια να δημιουργούνται προβλήματα στην οικογενειακή, οικονομική, κοινωνική και κυρίως επαγγελματική εξέλιξή του, καθόσον λόγω της ανωτέρω αναπηρίας του χάνει από του χρόνου του ατυχήματός του και μέχρι του χρόνου συνταξιοδότησής του τα επιδόματα που απολαμβάνουν οι υπόλοιποι υγιείς και ανήκοντες στην ενεργό υπηρεσία της ΕΛ.ΑΣ συνάδελφοί του, θα στερηθεί την περαιτέρω επαγγελματική εξέλιξη και σταδιοδρομία.

Το αίτημα όμως αυτό της αγωγής, είναι μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο, καθόσον ο παθών και εν προκειμένω ο ίδιος αυτός ενάγων, για την απώλεια ή μείωση των εισοδημάτων του από την ανικανότητα ή περιορισμένη δυνατότητα ασκήσεως προηγούμενης επαγγελματικής του δραστηριότητας δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 929 του ΑΚ, όπως αυτός άλλωστε κάνει εν προκειμένω.

Η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τέθηκε για να καλύψει την ίδια ζημία, που καλύπτει ήδη το άρθρο 929 ΑΚ, αλλά η ζημία που καλύπτει πρέπει να είναι διαφορετική και πέραν από αυτή που αναφέρεται στο τελευταίο αυτό άρθρο. Δηλαδή, μέσω της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ ο παθών επιδιώκει να λάβει κάτι που δεν μπορεί να το απαιτήσει βάσει της διατάξεως του άρθρου 929 ΑΚ, στην περίπτωση όμως που επιδιώκει την ίδια απαίτηση βάσει και των δύο ως άνω διατάξεων, το σχετικό αίτημά του δεν μπορεί να έχει έρεισμα και στη διάταξη 931 ΑΚ".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου, με την έννοια ότι αξίωσε πλείονα των υπό της ΑΚ 931 απαιτουμένων προς ύπαρξη του διωκομένου δικαιώματος. Ειδικότερα στην αγωγή εκτίθενται τα περιστατικά που συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας και οι δυσμενείς συνέπειες που επέρχονται εξαιτίας αυτής στο μέλλον του και κυρίως στην επαγγελματική και οικονομική ζωή του αναιρεσείοντος, τα οποία είναι εν μέρει διαφορετικά (κατ' ορθή εκτίμηση της αγωγής) από εκείνα που εκτίθενται προς θεμελίωση της αξίωσης από την ΑΚ 929 και αφού κατά τα ανωτέρω αναπτυσσόμενα στη μείζονα σκέψη η αξίωση από το άρθρο 931 ΑΚ είναι διαφορετική από την αξίωση του άρθρου 929 ΑΚ, αυτοτελής και μπορεί να ασκηθεί είτε μεμονωμένως είτε σωρευτικώς με την άλλη, έπεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού αξίωσε για τη θεμελίωση της αξίωσης από την ΑΚ 931, να μην υφίσταται αξίωση από την ΑΚ 929. (Η εκκαλουμένη απέρριψε το ανωτέρω αγωγικό αίτημα, από την ΑΚ 931, ως ουσιαστικά αβάσιμο, ενώ το Εφετείο, κατ' ορθή εκτίμηση της αναιρεσιβαλλομένης, απέρριψε το εν λόγω αίτημα μόνον ως μη νόμιμο, ενόψει και του ότι η σκέψη της προσβαλλομένης ότι ορθά εκτίμησε, εν προκειμένω, τις αποδείξεις η εκκαλουμένη δεν συνοδεύεται από καμιά αιτιολογία επί της ουσίας του εν λόγω αιτήματος).

Ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, επομένως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει κατά τη διάταξη που απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος για επιδίκαση αποζημίωσης από το άρθρο 931 ΑΚ, και, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση για το αναιρούμενο αυτό μέρος στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 492/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά ένα μέρος, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ