Supreme Court dismisses appeal due to procedural default and non-reviewable fact-finding errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final decision on bankruptcy insolvency. The appellant argued that the lower court erred in applying the common sense rule regarding insolvency and failed to properly evaluate evidence. The court rejected these claims because they concerned the assessment of facts and evidence, which are not subject to appellate review under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 568 para. 2, 3, 4 of the Code of Civil Procedure; Art. 573 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure; Art. 3 para. 1 of Law 3588/2007: Appeals against judgments are limited to legal errors; the Supreme Court cannot review the assessment of evidence or the evaluation of facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1215 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1215/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζαχαρούλα Ντίτα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "... ΕΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Γ. του Β., κατοίκου ...ς, ομορρύθμου εταίρου της ως άνω εταιρίας, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2018 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2022 του Τριμελούς Εφετείου ...ς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (2-2-2024).
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οι αναιρεσίβλητοι, ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΤΕΡΡΟΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ" και το διακριτικό τίτλο "... Ε.Ε." και Α. Γ., δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.
Από τις υπ' αριθμ. 10748Γ' και 10747Γ'/30-10-2023, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λαρίσης Δ. Γ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη δικηγόρο Λαρίσης Β.
Μ., ως νόμιμη αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων, η οποία είχε εκπροσωπήσει αυτούς ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 143 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με τον αρ. 1, άρθρο πρώτο παρ. 2 του ν. 4335/2015).
Συνεπώς, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Με την υπό κρίση από 20-6-2022 (αρ. κατ. 27/2022) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, υπ' αριθμ. 19/2022 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαρίσης, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. 43/2019 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, το οποίο είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 31-7-2018 αίτηση αυτής, περί κηρύξεως των καθ' ων, ήδη αναιρεσιβλήτων, σε κατάσταση πτωχεύσεως.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 5 του ν. 3588/2007 (Πτωχ.Κ.), ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως και εφαρμόστηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 533 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι για την κήρυξη της πτωχεύσεως απαιτούνται δύο κυρίως ουσιαστικές προϋποθέσεις, δηλαδή:
α) η πτωχευτική ικανότητα εκείνου του οποίου ζητείται η πτώχευση και β) η παύση των πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του υποχρεώσεων. Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα που έχουν την εμπορική ιδιότητα, καθώς και οι ενώσεις προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό, άρα και η ετερόρρυθμη εταιρεία, η πτώχευση της οποίας συνεπιφέρει, κατά το άρθρο 7 παρ. 4 Πτωχ.Κ., τη συμπτώχευση των ομορρύθμων εταίρων αυτής.
Παύση πληρωμών, κατά την έννοια του νόμου, συνιστά, όχι οποιαδήποτε μη πληρωμή του εμπόρου, αλλά η μη πληρωμή ληξιπρόθεσμων, δηλαδή, εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών, χρηματικών χρεών του, η οποία έχει το χαρακτήρα της γενικότητας και της μονιμότητας και υποδηλώνει συγχρόνως νέκρωση ή διακοπή της εμπορικής κινήσεως ή αθεράπευτο κλονισμό της πίστεως του εμπόρου ή διαταραχή στην οικονομική του υπόσταση, με συνέπεια να μην είναι αρκετή η διαπίστωση της απλής ελλείψεως ρευστότητας εκ μέρους του οφειλέτη.
Η εν λόγω μη πληρωμή, προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του, μπορεί δε να συναχθεί, κατά τις περιστάσεις, και από τη μη πληρωμή και ενός μόνο χρέους, εφόσον, λόγω της σημασίας του ή του χαρακτήρα του, εμφανίζει τα στοιχεία της μονιμότητας και της γενικότητας (Α.Π. 684/2021, Α.Π. 1357/2019, Α.Π. 829/2003).
Η παύση των πληρωμών πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο που κηρύσσεται η πτώχευση. Ως τέτοιος χρόνος πρέπει να θεωρείται αυτός της συζητήσεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος της δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως. Η κατ' αρέσκεια του οφειλέτη εμπόρου πληρωμή μερικών μόνο χρεών του, δεν εμποδίζει την πτώχευσή του, διότι τούτο αντίκειται σε έναν από τους σκοπούς της πτωχεύσεως, που είναι η σύμμετρη και ίση ικανοποίηση των δανειστών του.
Προϋπόθεση, επομένως, για την παύση πληρωμών, με την έννοια της αδυναμίας πληρωμής από τον οφειλέτη, είτε λίγων μόνο χρεών είτε και ενός μόνου χρέους, αποτελεί η διάγνωση της σημασίας ή του χαρακτήρα της αδυναμίας αυτής ως "μόνιμης και γενικής". Έτσι, η διάγνωση της παύσεως των πληρωμών απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου, το οποίο θα στηριχθεί στα πραγματικά εκείνα γεγονότα που αποδεικνύουν την ιδιαίτερη θέση του οφειλέτη, εξαιτίας της οποίας αυτός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει, κατά τρόπο διαρκή και μόνιμο και όχι απλώς παροδικά, τις χρηματικές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 10/2011,7/2006, 4/2005, Α.Π. 69/2023, Α.Π. 182/2023, Α.Π. 1289/2022).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 555/2023, Α.Π. 1163/2020, Α.Π. 931/2019, Α.Π. 191/2018).
Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1525/2022).
Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό, των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1525/2022, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1525/2022, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 860/2018, Α.Π. 208/2018). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π 1/2020, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 8/2018, Α.Π. 809/2022, Α.Π. 111/2021, Α.Π. 990/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1417/2023, Α.Π. 667/2023, Α.Π. 468/2023, Α.Π. 1056/2022).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Α.Π. 78/2020, Α.Π. 59/2020).
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1500/2022, Α.Π. 1504/2021, Α.Π. 947/2020, Α.Π. 1544/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 19/2022 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η πρώτη των εφεσίβλητων (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) εμπορική εταιρία με επωνυμία "...
ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ" και διακριτικό τίτλο "... ΕΕ - ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟ ΥΛΙΚΟ", που εδρεύει στη ..., έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία ηλεκτρολογικού υλικού και είναι έμπορος κατά το τυπικό κριτήριο. Προήλθε εκ μετατροπής, της ανωνύμου εταιρίας με επωνυμία "...
ΑΕ", σε ετερόρρυθμη, με το από 30-6-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ. Μέχρι το 2009 η παραπάνω εταιρία, με την προηγούμενη μορφή της, ήταν εύρωστη οικονομικά και συνεπής στις υποχρεώσεις της. Λόγω της γενικευμένης οικονομικής κρίσης, που ενέσκηψε στο τέλος του 2009, μειώθηκε ο κύκλος εργασιών της, λόγω της κάμψης του κατασκευαστικού τομέα.
Το έτος 2011 παρουσίασε το πρώτον ζημία ύψους 836.356,23 ευρώ και δυσκολία στην κάλυψη των υποχρεώσεών της, χωρίς ωστόσο να σταματήσει τις δραστηριότητές της. Οι οφειλές της προς τρίτους, στο τέλος του 2011, ανήλθαν εν τέλει σε 40.163.545 ευρώ. Λόγω της τεράστιας δυσκολίας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις αυτού του ύψους, κατέθεσε αίτηση υπαγωγής της στη διαδικασία συνδιαλλαγής, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 36/2011 απόφαση, η οποία την έκανε δεκτή, άνοιξε τη διαδικασία της συνδιαλλαγής και όρισε μεσολαβητή από τον κατάλογο πραγματογνωμόνων. Λόγω δε της νομοθετικής μεταβολής που μεσολάβησε με τον ν. 4013/2011, με τον οποίο αντικαταστάθηκε η διαδικασία της συνδιαλλαγής με αυτή της εξυγίανσης, αποφασίσθηκε η συνέχιση της διαδικασίας σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, δικαίωμα που προέβλεπε η μεταβατική διάταξη του άρθρου 14 του ν. 4013/2011.
Στις 6-6-2012 υπογράφηκε, από πιστωτές που εκπροσωπούσαν το 82,55% του συνόλου των οφειλών και από τον εκπρόσωπο της πρώτης των καθ' ων, το ιδιωτικό συμφωνητικό εξυγίανσης. Με το άρθρο 5 του συμφωνητικού, ορίστηκε ότι, σε περίπτωση μη τήρησης οποιουδήποτε όρου της συμφωνίας έναντι οποιουδήποτε πιστωτή, λύεται η συμφωνία ως προς τον πιστωτή αυτόν, εάν δεν καταβάλει τα οφειλόμενα μετά την πάροδο προθεσμίας 30 ημερών από την επίδοση σχετικής όχλησης.
Στην περίπτωση αυτή, ο πιστωτής θα είχε δικαίωμα να θεωρήσει ανατραπείσα, ως προς αυτόν, την ανωτέρω συμφωνία και να αξιώσει το σύνολο της απαίτησής του, χωρίς τους περιορισμούς που έθετε η συμφωνία εξυγίανσης. Πριν δε την κατάρτιση του παραπάνω συμφωνητικού, που περιλάμβανε το σύνολο των πιστωτών που δέχθηκαν να ενταχθούν στη διαδικασία εξυγίανσης, η πρώτη των καθ' ων κατήρτισε με καθένα εξ αυτών, ιδιαίτερη συμφωνία, που προέβλεπε τον περιορισμό της κάθε απαίτησης και τον αριθμό των μηνιαίων δόσεων για την εξόφλησή της.
Μεταξύ της αιτούσας και της πρώτης των καθ' ων (ακόμη ως ανώνυμη εταιρία κατά τον χρόνο εκείνο), καταρτίσθηκε το από 30-4-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο προέβλεπε ότι από το οφειλόμενο ποσό των 748.704,07 ευρώ, θα καταβληθεί ποσοστό 60%, δηλαδή ποσό 449.222,44 ευρώ, ενώ για το ποσό πέραν του 60%, που ανερχόταν σε 299.481,63 ευρώ, καταρτίσθηκε σύμβαση άφεσης χρέους.
Η οφειλή συμφωνήθηκε ακόμη να καταβληθεί σε 72 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης ένα μήνα μετά την τελεσίδικη επικύρωση της συμφωνίας από το αρμόδιο δικαστήριο. Στο από 6-6-2012 συμφωνητικό εξυγίανσης συμπεριλήφθηκε και η απαίτηση της αιτούσας, καθώς και οι απαιτήσεις των υπολοίπων πιστωτών που δέχθηκαν να υπαχθούν στη συμφωνία, το συνολικό ποσό των οποίων ανήλθε σε 21.685.880,98 ευρώ.
Το παραπάνω ποσό, με τα επιμέρους συμφωνητικά που καταρτίσθηκαν, μεταξύ της πρώτης των καθ' ων και του κάθε πιστωτή, μειώθηκαν κατά 60% ή 50%, κατά περίπτωση, και για το υπόλοιπο ποσό συμφωνήθηκε άφεση χρέους. Με την 24/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, όπως αυτή διορθώθηκε με την 229/2013 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, επικυρώθηκε η συμφωνία εξυγίανσης και άρχισε να υλοποιείται.
Ως προς την αιτούσα, η πρώτη δόση εξ 6.219,12 ευρώ, καταβλήθηκε τον Οκτώβριο 2013, ενώ η τελευταία έπρεπε να καταβληθεί το Σεπτέμβριο 2019. Πλην όμως, στις 23-3-2017 η αιτούσα, επικαλούμενη αθέτηση της τήρησης των όρων της συμφωνίας, ως προς την ίδια, επέδωσε στην α' των καθ' ων εξώδικη δήλωση - καταγγελία, με την οποία την καλούσε να καταβάλει εντός 30 ημερών, το σύνολο των υπολειπόμενων δόσεων κατά εκείνο το χρονικό σημείο.
Ειδικότερα, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι έλαβε ποσό 193.588,40 ευρώ, ενώ θα έπρεπε, στο ίδιο χρονικό διάστημα να λάβει ποσό 254.983,92 ευρώ. Το γεγονός αυτό συνομολογούν και οι καθ' ων η αίτηση, ισχυριζόμενοι όμως ότι η καθυστέρηση στην πληρωμή οφειλόταν στο γενικότερο αρνητικό κλίμα που επικρατούσε σε βάρος της, που δυσχέραινε την εμπορική της δραστηριότητα, με αποτέλεσμα να καθυστερεί κάποιες πληρωμές της.
Μετά την αποδέσμευση της αιτούσας από τη συμφωνία εξυγίανσης αναβίωσε το σύνολο της απαίτησής της, το οποίο, συμπεριλαμβανομένων των τόκων και εξόδων εκτέλεσης, ανέρχεται σε 921.500,40 ευρώ. Με την αίτησή της ισχυρίζεται ότι η πρώτη των καθ' ων βρίσκεται πλέον σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, αφού αδυνατεί να καταβάλει το χρέος της προς την ίδια αλλά και προς άλλους πιστωτές που συμβλήθηκαν στο σχέδιο εξυγίανσης.
Ο ισχυρισμός αυτός της αιτούσας όμως δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα από τους καθ' ων η αίτηση έγγραφα αποδεικνύεται, ότι παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η πρώτη των καθ' ων, κατέβαλε μέχρι το τέλος του 2018 σε προμηθευτές, που αποτελούσαν μερικούς μόνο από τους δανειστές της στο σχέδιο εξυγίανσης, το συνολικό ποσό των 1.949.287,35 ευρώ.
Το σύνολο δε των υποχρεώσεών της προς αυτούς, σύμφωνα με το σχέδιο εξυγίανσης, ανερχόταν σε 6.508.992 ευρώ, εκ των οποίων όμως ποσοστό 40% συμφωνήθηκε να περικοπεί, με συμβάσεις άφεσης χρέους, όπως συνέβη και με την αιτούσα. Επομένως, το οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται σε 3.905.395 ευρώ περίπου, εκ των οποίων καταβλήθηκαν ήδη 1.949.287,35 ευρώ, ως προελέχθη.
Την πληρωμή των πιστωτών της, έστω και με καθυστερήσεις, επιβεβαίωσαν και οι μάρτυρες που εξετάσθηκαν επιμέλεια των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τυγχάνουν και οι ίδιοι πιστωτές της πρώτης των καθ' ων, που συμπεριλαμβάνονται στο σχέδιο εξυγίανσης. Σημαντικό επίσης είναι ότι η πρώτη των καθ' ων είναι ενήμερη προς τις υποχρεώσεις της προς το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο της χορήγησε το 65971525 αποδεικτικό ενημερότητας της ΑΑΔΕ.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι, εάν πράγματι η πρώτη των καθ' ων παρουσίαζε ουσιώδη αθέτηση των υποχρεώσεών της, που προέρχονται από το σχέδιο εξυγίανσης, θα είχαν προβεί και έτεροι πιστωτές εκ των συμβληθέντων σε καταγγελία του σχεδίου, ως έπραξε η αιτούσα. Κάτι τέτοιο όμως δεν αποδείχθηκε. Το γεγονός δε αυτό, δηλαδή της καταγγελίας του σχεδίου εξυγίανσης, μπορεί να μην αποτελεί προϋπόθεση για την κήρυξη σε πτώχευση, αποτελεί όμως ένδειξη της δυνατότητας του εμπόρου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του.
Η οφειλή δε προς την αιτούσα, παρά το ύψος αυτής, αποτελεί ένα μικρό μέρος των οφειλών που συμπεριλήφθηκαν στο σύμφωνο εξυγίανσης, και δη ποσοστό 2,85%. Επομένως μόνη η αθέτηση πληρωμής του χρέους αυτού, δεν μπορεί να οδηγήσει άνευ ετέρου στο συμπέρασμα ότι η πρώτη των καθ' ων βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που να δικαιολογεί την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης, δεδομένου ότι, μόνο όταν η μη πληρωμή, έχει το χαρακτήρα της γενικότητας και μονιμότητας, και υποδηλώνει, συγχρόνως, νέκρωση ή διακοπή της εμπορικής κίνησης, αθεράπευτο κλονισμό της πίστης του εμπόρου ή διαταραχή στην οικονομική του υπόσταση, συνιστά παύση πληρωμών, κατά την έννοια του νόμου, με συνέπεια να μην αρκεί η διαπίστωση της απλής και συγκυριακής έλλειψης ρευστότητας του οφειλέτη, ενώ η μη πληρωμή από αυτόν ορισμένων από τα χρέη του δεν εκφράζει οπωσδήποτε αδυναμία πληρωμής και παύση πληρωμών... ".
Δηλαδή το Εφετείο δέχτηκε 1) ότι η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει, μέχρι το τέλος του 2018 κατέβαλε σε προμηθευτές, που αποτελούσαν μερικούς μόνο από τους δανειστές της στο σχέδιο εξυγίανσης, το συνολικό ποσό των 1.949.287,35 ευρώ, έναντι του συνολικώς οφειλόμενου προς τους πιστωτές της ποσού των 3.905.395 ευρώ περίπου, 2) ότι η οφειλή της προς την αιτούσα, ήδη αναιρεσείουσα, παρά το ύψος αυτής, αποτελεί ένα μικρό μέρος των οφειλών που συμπεριλήφθηκαν στο σύμφωνο εξυγίανσης, ανερχόμενο σε ποσοστό 2,85% και 3) ότι μόνη η αθέτηση πληρωμής του χρέους αυτού, δεν μπορεί να οδηγήσει άνευ ετέρου στο συμπέρασμα ότι η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που να δικαιολογεί την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης, ενόψει του ότι, αυτή η μη πληρωμή, δεν έχει το χαρακτήρα της γενικότητας και μονιμότητας και δεν υποδηλώνει νέκρωση ή διακοπή της εμπορικής της κίνησης, αθεράπευτο κλονισμό της πίστης της ή διαταραχή στην οικονομική της υπόσταση, ώστε να συνιστά παύση πληρωμών, κατά την έννοια του νόμου, αλλά απλή και συγκυριακή έλλειψη ρευστότητας αυτής.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη των καθ' ων, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, κατόπιν τούτου δε, απέρριψε, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 43/2019 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, με την οποία είχε απορριφθεί η αίτηση της τελευταίας, περί κηρύξεως των ήδη αναιρεσιβλήτων σε κατάσταση πτωχεύσεως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3588/2007, δεν στέρησε δε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία δεν αποδείχθηκε η περιέλευση της πρώτης αναιρεσίβλητης σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να εξοφλήσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως που εφάρμοσε και δεν απαιτούνταν προς τούτο και άλλες, επιπλέον, αιτιολογίες.
Με τις περαιτέρω αναφορές, στην προσβαλλομένη απόφαση, α) ότι η συμφωνία εξυγίανσης δεν καταγγέλθηκε από άλλους πιστωτές, β) ότι έχουν ρυθμιστεί οι προς το Δημόσιο οφειλές της καθ' ης, γ) ότι έχουν γίνει καταβολές σε άλλους πιστωτές και δ) ότι το ύψος της προς την αιτούσα οφειλής της είναι μικρό, σε σχέση με το σύνολο των οφειλών της, το ως άνω δικαστήριο, δεν απαίτησε, ως πρόσθετα κριτήρια εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 3 του ν. 3588/2007, α) την ύπαρξη καταγγελιών της συμφωνίας εξυγίανσης και από άλλους πιστωτές, β) τη μη ρύθμιση των οφειλών προς το Ελληνικό Δημόσιο γ) τη μη καταβολή μέρους των οφειλών σε άλλους πιστωτές, και δ) το ύψος της οφειλής της προς αυτήν, σε αναλογία επί του συνόλου των οφειλών της προς όλους τους πιστωτές, ώστε να τίθεται ζήτημα εσφαλμένης εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον οι αναφορές αυτές, συνιστούν επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, ο με το προαναφερθέν περιεχόμενο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επίσης, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, την από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ.
β' του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συνιστάμενη, κατ' αυτήν, στο ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν πληρούνται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις που τίθενται με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν.3588/2007, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως προς την ερμηνεία του κανόνα αυτού δικαίου και την υπαγωγή σ' αυτόν, των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, απαιτώντας τη συνδρομή στοιχείων, πρόσθετων των όσων απαιτούνται από την εν λόγω διάταξη, όπως τα στοιχεία αυτά αναφέρονται στο πρώτο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως.
Ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, το μεν λόγω αοριστίας, ενόψει του ότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα κοινής πείρας που εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το δε λόγω του ότι, οι ως άνω επικαλούμενες αιτιάσεις, δεν αναφέρονται σε μη χρήση ή εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία του ως άνω κανόνα δικαίου, αλλά, ευθέως, στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες, όμως, δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Τέλος, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο το Εφετείο, α) χωρίς αιτιολογίες δέχτηκε ότι η μη καταγγελία και από άλλους πιστωτές, του από 6-6-2012 συμφωνητικού επί του σχεδίου εξυγίανσης της πρώτης αναιρεσίβλητης, αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε ουσιώδης αθέτηση των υποχρεώσεών της και αποτελεί ένδειξη της δυνατότητάς της να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και β) παρά το γεγονός αα) του δραστικού περιορισμού (όλων των απαιτήσεων σε βάρος της, στο 60%), ββ) της ρύθμισης του υπολοίπου των οφειλών της σε 72 δόσεις και της αποδεδειγμένης μη τήρησης των όρων της ρύθμισης και γγ) της αδιαμφισβήτητης αθέτησης των υποχρεώσεών της, δέχτηκε, χωρίς αιτιολογίες, ότι η αναιρεσίβλητη δεν έχει περιέλθει σε κατάσταση παύσης των πληρωμών της, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο και, εντεύθεν, ότι δεν πληρούνται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις που τίθενται με τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 3 παρ. 1 του ν.3588/2007, είναι απαράδεκτος και συνεπώς απορριπτέος, διότι οι προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα, ούτε υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2022 (αρ. κατ. 27/2022) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 19/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β 'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ