Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment awarding compensation for grief in traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment awarding 30,000 euros in compensation for grief to the deceased mother's daughter. The appellant argued the amount was excessive, but the court found the First Instance Court did not violate the principle of proportionality. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 518, 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a final judgment is inadmissible if the first-instance decision did not exceed the limits of judicial discretion regarding the amount of compensation for grief.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1215 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1215/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Τ. Π. του Π., κατοίκου ..., προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη της Χ. Α. του Π., κατοίκου ..., δυνάμει της υπ' αριθμ. 33/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βαλκάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ρωξάνη Τσιμογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, του Π. Α. του Α., ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα της ανήλικης τότε θυγατέρας του Χ. Α. και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης.
Εκδόθηκε η 133/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-7-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή κατά των ανεκκλήτων ή αυτών που έγιναν τελεσίδικες. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη, κρίνεται κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, δηλαδή κατά το χρόνο καταθέσεως του δικογράφου της, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 518 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου, από 1-1-2016, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, ενώ, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της εφέσεως είναι δύο έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε η προθεσμία αυτή όταν παρέλθουν τα δύο έτη, οπότε η απόφαση, εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και παραδεκτώς πλέον προσβάλλεται με αναίρεση.
Η προθεσμία, εξάλλου, της αναιρέσεως, που αρχίζει από την εκπνοή της προθεσμίας της εφέσεως, στην ίδια περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει, μετά την τροποποίησή του από το ν. 4335/2015), δύο έτη και αρχίζει, όπως ορίζεται σε αυτό, από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά τέσσερα (4) έτη, δύο έτη για την παρέλευση της προθεσμίας της εφέσεως και άλλα δύο έτη από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη (ΟλΑΠ 1113/1986, Α.Π. 200/2022, Α.Π. 468/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 21.7.2021 και αριθμό καταθέσεως 45/2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η -εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015)- υπ' αριθμ. 133/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει ότι έχει λάβει χώρα επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 17-8-2017. Κατά της αποφάσεως αυτής δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της εφέσεως μέχρι την 17-8-2019, οπότε παρήλθε η διετής, κατά τα προαναφερθέντα, προθεσμία για την άσκησή της, με συνέπεια να καταστεί αυτή τελεσίδικη.
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατατέθηκε στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου στις 29-7-2021, όπως αποδεικνύεται από την κάτω από την αίτηση αυτή σχετική πράξη καταθέσεως. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα πριν από την πάροδο της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το ν. 4335/2015, καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών, η οποία έληγε στις 17-8-2021, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικώς, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό- τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020).
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Περαιτέρω, στα άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 26 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999) ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες, προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα με πεζούς και οχήματα.
Ειδικότερα, στη μεν παράγραφο 1 του άρθρου 12 ορίζεται ότι αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, που είναι ενδεχόμενο, μεταξύ άλλων, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα και ότι οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους, στο δε άρθρο 19 ότι ο οδηγός επιβάλλεται α) να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς (παρ. 1), β) να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και να μειώνει την ταχύτητά του ή και να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (παρ. 2) και γ) να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του ...σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (παρ. 3), ενώ στην παρ. 1 του άρθρου 26 ορίζεται ότι ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 1003/2019).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1493/2021, Α.Π. 390/2021, Α.Π. 148/2021, Α.Π. 466/2019).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, με την προσβαλλόμενη 133/2017 τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ως προς τα κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 3 Ιουλίου του έτους 2015 και ώρα 10.30 π.μ., ο τούρκος υπήκοος Κ.
C. του R., κάτοικος ... Τουρκίας, οδηγούσε στο 17° χλμ. της Εθνικής Οδού Ξάνθης - Πόρτο Λόγους - Κομοτηνής, με κατεύθυνση προς Ξάνθη, το με τουρκικές πινακίδες ... ΙΧΦ ρυμουλκό (τράκτορας), εργοστασίου κατασκευής SCΑΝΙΑ, τύπου ..., χρώματος κίτρινου, μετά του με αρ. κυκλοφορίας ... ρυμουλκούμενου (επικαθήμενου), εργοστασίου κατασκευής ..., χρώματος κίτρινου, ιδιοκτησίας αμφοτέρων της τουρκικής εταιρίας με την επωνυμία "Μ.
U. T. Ι. V. Τ. L. S." που εδρεύει στην Τουρκία και εκπροσωπείται νόμιμα, προστηθείς στην οδήγηση του οχήματος από την τελευταία, που είχαν (ρυμουλκό και ρυμουλκούμενο) τόπο συνήθους στάθμευσης στην Τουρκία, ήταν ασφαλισμένα με έγκυρη και ισχυρή ασφαλιστική σύμβαση στην εδρεύουσα στην Τουρκία ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΈRGΟ SIGORΤΑ Α.S." και ήταν εφοδιασμένα με νόμιμο πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα), όπως σιωπηρώς συνομολογεί και το εναγόμενο νομικό πρόσωπο.
Η Εθνική Οδός Ξάνθης - Πόρτο Λαγούς - Κομοτηνής, είναι οδός διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, φέρει ασφαλτοτάπητα και στο 17° χιλιόμετρο της διασταυρώνεται, σχηματίζοντας ισόπεδο κόμβο σε σχήμα σταυρού, με την επαρχιακή οδό που συνδέει το τοπικό διαμέρισμα Συδινής με το τοπικό διαμέρισμα Κουτσού του Δήμου Αβδήρων του Νομού Ξάνθης, στην οποία διασταύρωση η κυκλοφορία ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες, είναι ανοιχτή καμπύλη με μικρή πλάγια κλίση, με πλάτος ερείσματος σύμφωνα με την κίνηση των οχημάτων επί της Εθνικής Οδού με κατεύθυνση προς Ξάνθη αριστερά ενός μέτρου και τριάντα εκατοστών (1,30 μ.) και δεξιά ενός μέτρου και εβδομήντα εκατοστών (1,70 μ.), με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας 50χλμ/ώρα (πινακίδα Ρ-32).
Σε απόσταση 600 μέτρων από τον προμνησθέντα κόμβο, στο ρεύμα πορείας προς Ξάνθη, υφίσταται πινακίδα αναγγελίας κινδύνου "Κ-27", που σημαίνει διασταύρωση, με οδό, οι επί της οποίας κινούμενοι οφείλουν να παραχωρήσουν προτεραιότητα, που τοποθετήθηκε προκειμένου να προσέξουν όσοι χρησιμοποιούν την οδό για τον κίνδυνο που υπάρχει στην οδό προς την κατεύθυνση της κίνησής τους, ώστε να λαμβάνουν έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα και, σε περίπτωση ανάγκης, να μειώνουν την ταχύτητα πορείας τους για να τους αποφεύγουν (άρθρο 4 παρ. 1 περ.
α και παρ. 2 Κ.Ο.Κ.). Επίσης, σε απόσταση 400 μέτρων από τον κόμβο υφίσταται πληροφοριακή πινακίδα "Π-1" προειδοποιητική κατευθύνσεων, η οποία τοποθετείται στις οδούς ταχείας κυκλοφορίας προ διασταυρώσεων, με αναγραφές κατευθύνσεων και χιλιομετρικών αποστάσεων. Σε απόσταση 200 μέτρων από τον κόμβο υφίστανται δύο πινακίδες, μία "Π-70", που σημαίνει προειδοποίηση περιορισμού αριθμού κυκλοφοριακών λωρίδων και μία αναγγελίας κινδύνου "Κ-21", που σημαίνει προσοχή, κόμβος ή θέση όπου η κυκλοφορία ρυθμίζεται με τρίχρωμη φωτεινή σηματοδότηση.
Στο ύψος της διασταύρωσης η Εθνική Οδός διαπλατύνεται, καθώς σε απόσταση 120 μέτρων προ αυτής προστίθεται, ενδιάμεσα στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, τρίτο ρεύμα κυκλοφορίας, που επιτρέπει την αριστερή στροφή στους κινούμενους επί της οδού, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος των τριών λωρίδων δώδεκα μέτρων (12 μ.) [πλάτος οδοστρώματος της κάθε λωρίδας ανά κατεύθυνση τεσσάρων μέτρων (4 μ.) και της ενδιάμεσης πρόσθετης λωρίδας, που δημιουργείται στην διασταύρωση, τριών μέτρων και σαράντα εκατοστών (3,40 μ.)], ταυτόχρονα όμως προστίθενται σε απόσταση 160 μέτρων προ της διασταύρωσης και ακόμα μία λωρίδα στα δεξιά κάθε λωρίδας κατεύθυνσης, που οδηγεί σε δεξιά στροφή, με την οποία οδηγούνται προς Συδινή και Κουτσό αντίστοιχα, οι κινούμενοι οδηγοί επί της Εθνικής οδού προς Ξάνθη και προς Λαγός αντίστοιχα.
Στο 17° χλμ. η Εθνική Οδός Ξάνθης - Πόρτο Λάγους - Κομοτηνής, φέρει διπλή συνεχόμενη διαγράμμιση αντίθετων κατευθύνσεων, με οριογραμμές οδοστρώματος και κάθετη σήμανση από ρυθμιστικές πινακίδες. Ειδικότερα, στο ρεύμα πορείας του φορτηγού (προς Ξάνθη) πλησίον του κόμβου και του σημείου του ατυχήματος υπάρχει, κάθετη σήμανση (πινακίδα) ρυθμιστική της κυκλοφορίας, α') δηλωτική απαγόρευσης στην οποία πρέπει οι οδηγοί να συμμορφώνονται και δη "Ρ-32", ήτοι ρυθμιστική της μέγιστης επιτρεπόμενης ταχύτητας, η οποία περιορίζεται στον αναγραφόμενο αριθμό των 50 χλμ/ώρα (άρθρο 4 Ν. 2696/1999), επίσης υπάρχει κάθετη σήμανση "Ρ-52", που σημαίνει υποχρεωτική διέλευση είτε από την δεξιά είτε από την αριστερή πλευρά της νησίδος ή του εμποδίου και εν προκειμένω διέλευση υποχρεωτικά είτε από την αριστερή πλευρά της νησίδας και δη σε ευθεία πορεία προς Ξάνθη επί της Εθνικής Οδού, είτε από την δεξιά πλευρά της νησίδας με αλλαγή κατεύθυνσης και πορείας προς Συδινή επί της Επαρχιακής Οδού) και γ) "Ρ7" που σημαίνει ότι απαγορεύεται η είσοδος σε όλα τα οχήματα.
Επίσης, σε όλο το πλάτος της Εθνικής Οδού στο ύψος του κόμβου, αμέσως μετά τους φωτεινούς σηματοδότες και της πινακίδας "Ρ-52", υπάρχει διαγράμμιση σήμανσης διάβασης πεζών. Κατά τον ίδιο χρόνο η Ε. Π. του Π. και της Τ., στερούμενη της σχετικής απαιτούμενης νόμιμης άδειας ικανότητας οδήγησης δίκυκλου και χωρίς να φέρει το υποχρεωτικό προστατευτικό κράνος, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλο μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας Π. Π., εργοστασίου κατασκευής DAYANG, τύπου DΥ 100-Α, χρώματος μπλε, το οποίο ήταν ανασφάλιστο, επί της επαρχιακής οδού που συνδέει το τοπικό διαμέρισμα Συδινής με την τοπικό διαμέρισμα Κουτσού του Δήμου Αβδήρων του Νομού Ξάνθης, με κατεύθυνση από Συδινή προς Κουτσό, προ του ισόπεδου κόμβου σε σχήμα σταυρού που σχηματίζει η επαρχιακή οδός με την Εθνική Οδό Ξάνθης - Πόρτο Λάγους - Κομοτηνής, με την οποία διασταυρώνεται στο 17° χιλιόμετρο της τελευταίας και στην οποία διασταύρωση η κυκλοφορία ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες.
Η επαρχιακή οδός, που συνδέει το τοπικό διαμέρισμα Συδινής με το τοπικό διαμέρισμα Κουτσού, φέρει ασφαλτοτάπητα, είναι οδός διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτος, κάθε λωρίδας, τεσσάρων μέτρων και ογδόντα εκατοστών (4,80 μ.) και συνολικό πλάτος οδοστρώματος εννέα μέτρων και εξήντα εκατοστών (9,60 μ.), η οποία διασταυρώνεται με την Ε.Ο.
Ξάνθης - Πόρτο Λάγους - Κομοτηνής, στο 17° χιλιόμετρο της τελευταίας, οι δε τεμνόμενες οδοί σχηματίζουν μεταξύ τους επίπεδο ισόπεδο οδικό κόμβο σχήματος σταυρού (+), στον οποίο η κυκλοφορία των οχημάτων καθορίζεται από φωτεινούς σηματοδότες και από ρυθμιστικές πινακίδες. Στην επαρχιακή οδό υφίσταται οριζόντια σήμανση και δη διπλή συνεχόμενη διαγράμμιση αντίθετων κατευθύνσεων, χωρίς οριογραμμές οδοστρώματος και πριν από τον ως άνω ισόπεδο κόμβο, υφίστανται ρυθμιστικές πινακίδες:
α) πινακίδα "Ρ-2", που σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος στη θέση της πινακίδας και μη εκ νέου εκκίνηση μέχρις ότου βεβαιωθεί ο οδηγός του ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο, β) πινακίδα "Ρ-1", που σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό προς την οποία πλησιάζει, γ) πινακίδα "Ρ-52", που σημαίνει υποχρεωτική διέλευση είτε από την δεξιά είτε από την αριστερή πλευρά της νησίδος ή του εμποδίου και δ) πινακίδα Ρ-52δ" που σημαίνει υποχρεωτική διέλευση μόνο από την δεξιά πλευρά της νησίδας ή του εμποδίου.
Οι συνθήκες κυκλοφορίας των οχημάτων και στις δύο οδούς κατά τον χρόνο εκείνο ήταν ομαλή με αραιή διέλευση οχημάτων, των πεζών μηδαμινή, από απόψεως καιρικών συνθηκών επικρατούσε καλοκαιρία και η ορατότητα δεν εμποδιζόταν από σταθερά φυσικά ή τεχνητά εμπόδια. Φτάνοντας η Ε. Π. του Π. με το οδηγούμενο από αυτήν δίκυκλο μοτοποδήλατο στον προαναφερθέντα ισόπεδο κόμβο, οι φωτεινοί σηματοδότες επί της επαρχιακής οδού Συδινής Κουτσού βρισκόταν σε λειτουργία παλλόμενου κίτρινου φωτός κυκλικής μορφής (αναλάμπον), ενώ οι αντίστοιχοι της εθνικής οδού Ξάνθης- Λάγους- Κομοτηνής δεν λειτουργούσαν.
Δηλονότι, τη στιγμή εκείνη, η προαναφερόμενη οδηγός του δίκυκλου υποχρεούνταν να ανακόψει ταχύτητα και να ακινητοποιήσει το όχημά της προ της εισόδου της στον κόμβο, να παραχωρήσει προτεραιότητα στους πεζούς και στα οχήματα που κινούνται επί της διασταυρούμενης εθνικής οδού και κατόπιν να προχωρήσει με ιδιαίτερη προσοχή (άρθρο 6 παρ. 1 περ.
δ' ΚΟΚ). Ταυτόχρονα, ο οδηγός του φορτηγού οχήματος δεν συμμορφώθηκε με τις επιταγές της ρυθμιστικής της κυκλοφορίας πινακίδας "Ρ-32" που υπήρχε στην πορεία του, από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής και επιμέλειας που όφειλε από τις επικρατούσες συνθήκες και μπορούσε να καταβάλει ως έμπειρος στην οδήγηση επαγγελματίας οδηγός και συνέχισε την πορεία του, οδηγώντας χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του ρυμουλκού οχήματος και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού, ώστε να είναι σε θέση κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και αποφευκτικούς ελιγμούς ανάλογα με την σήμανση και την κίνηση της ως άνω οδού και αντί να προβεί ως όφειλε στην ρύθμιση της ταχύτητας κίνησης του εντός του επιτρεπόμενου ανώτατου ορίου ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα, έβαινε με ταχύτητα 85 χλμ/ώρα, όπως αποδεικνύεται και από τη χαρτοταινία εκτυπώσεως ψηφιακού ταχογράφου που αφαιρέθηκε και κατασχέθηκε κατά τη διάρκεια της διενεργηθείσας αστυνομικής προανάκρισης (βλ.
από 3.7.2015 έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν αρμοδίως οι προανακριτικοί υπάλληλοι του Τ.Τ. Ξάνθης, το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους). Επιπρόσθετα, η Ε. Π. δεν συμμορφώθηκε στις επιταγές των ρυθμιστικών πινακίδων κυκλοφορίας "Ρ-1" και "Ρ-2" που υπήρχαν στην πορεία της, από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής και επιμέλειας που όφειλε από τις επικρατούσες συνθήκες και μπορούσε να καταβάλει και συνέχισε την πορεία της, οδηγώντας χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση του μοτοποδηλάτου και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού, ώστε να είναι σε θέση κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και αποφευκτικούς ελιγμούς, ανάλογα με την σήμανση και την κίνηση της ως άνω οδού, αντί να προβεί, ως όφειλε, στην υποχρεωτική διακοπή της πορείας του μοτοποδηλάτου προ της εισόδου του στη διασταύρωση και στην ταυτόχρονη παραχώρηση της προτεραιότητας στα οχήματα που κινούνταν στην Ε.
Ο. Ξάνθης - Πόρτο Λάγους - Κομοτηνής, που τους ανήκε, σύμφωνα με τις ρυθμιστικές πινακίδες που υπήρχαν στην πορεία της. Αποτέλεσμα της προειρημένης οδηγητικής συμπεριφοράς της Ε. Π. ήταν να εισέλθει κινούμενη και δη όχι από προηγούμενη θέση στάσης αλλά ανέλεγκτα στον ισόπεδο κόμβο και στο εξ αριστερών της ρεύμα πορείας της Ε.Ο.
Ξάνθης-Πόρτο Λάγους- Κομοτηνής προς Ξάνθη που κινούνταν το προρρηθέν ΙΧΦ ρυμουλκό μετά του ρυμουλκούμενου (επικαθήμενου), με οδηγό τον Κ. (όνομα) C. (επώνυμο) του Κ. και να παρεμβληθεί αιφνίδια στην πορεία του. Σύμφωνα με τον προσανατολισμό της πορείας του και τη χρονική στιγμή προσέγγισής του στον κόμβο, το όποιο εκπεμπόμενο φως από τους φωτεινούς σηματοδότες περιοριζόταν από το έναντι πρωινό ανατολικό φως (βλ.
έκθεση αυτοψίας - στοιχείο προσανατολισμού Βορρά). Επομένως, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν, η ορατότητα της λειτουργίας ή μη των φωτεινών σηματοδοτών τη στιγμή εκείνη του πρωινού της 3ης.7.2015 ήταν, για τους διερχόμενους οδηγούς στον εν λόγω κόμβο επί της ως άνω Εθνικής Οδού με κατεύθυνση προς Ξάνθη, δυνατή μόνο από κοντινή απόσταση.
Παρά ταύτα, από την ένδειξη του ταχογράφου αποδεικνύεται ότι ο οδηγός του φορτηγού δεν επιβράδυνε την πορεία του ενόψει του κόμβου, αλλά συνέχισε την επιτάχυνσή του, βέβαιος για την προτεραιότητά του κατά τη διέλευσή του από τον εν λόγω οδικό κόμβο. Ο οδηγός του φορτηγού στην από 3.7.2015 έκθεση εξέτασής του με διερμηνέα ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων του Τ.Τ.
Ξάνθης κατέθεσε ότι "μόλις αντιλήφθηκα ότι οι φωτεινοί σηματοδότες δεν λειτουργούσαν έκοψα ταχύτητα αφήνοντας το γκάζι, ώσπου ξαφνικά και όλως αιφνιδίως αντίκρυσα την Π. Ε....". Η κατάθεση του αυτή κρίνεται αναξιόπιστη καθ' ο μέρος αφορά στην επιβράδυνση του οχήματός του, ενόψει της μη λειτουργίας των φωτεινών σηματοδοτών, καθόσον από την ένδειξη του ταχογράφου αποδεικνύεται ότι η κίνησή του προ της αιφνίδιας διακοπής της πορείας του ήταν διαρκώς επιταχυνόμενη, μέχρι που έφτασε στα 85 χλμ/ώρα, ότε συγκρούστηκε με το μοτοποδήλατο.
Και ενώ ο οδηγός του φορτηγού επιτάχυνε κατά την είσοδό του στον οδικό κόμβο και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, παρεμβλήθηκε στην πορεία του αιφνίδια το μοτοποδήλατο και συγκρούστηκαν, το μεν φορτηγό στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος (αμάξωμα και φώτα), το δε μοτοποδήλατο στο πίσω μέρος του (σχάρα-φτερό).
Για το λόγο αυτό ουδεμία αντίδραση, είτε τροχοπέδησης είτε αποφευκτικού ελιγμού, επιχείρησε ο οδηγός του φορτηγού και τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν επί της Ε. Ο. Ξάνθης-Πόρτο Λάγους - Κομοτηνής, εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του φορτηγού. Το δίκυκλο μοτοποδήλατο μετά την σύγκρουση εκτινάχθηκε διαγώνια επί του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας της Ε.
Ο. προς Κομοτηνή για μια απόσταση περί των 12 μέτρων και εν συνεχεία επέπεσε στο έδαφος, σταματώντας στο κράσπεδο της νησίδας διαχωρισμού του αντίθετου ρεύματος προς Κομοτηνή με την πρόσθετη δεξιά λωρίδα που οδηγεί στο ρεύμα της επαρχιακής οδού προς Κουτσό, η δε οδηγός του βρέθηκε στην άκρη του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας της ίδιας πρόσθετης δεξιάς λωρίδας της διασταύρωσης, σε απόσταση 7,50 μέτρων από το δίκυκλο μοτοποδήλατο.
Από τη σύγκρουση αυτή προκλήθηκαν υλικές ζημιές σε αμφότερα τα οχήματα και ο θανάσιμος τραυματισμός της Ε. Π..[...]. Υπ' αυτές τις συνθήκες το Δικαστήριο κρίνει ότι η πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) αμφοτέρων των οδηγών των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων και δη του μεν C.
K. κατά ποσοστό 30%, της δε Ε. Π. κατά ποσοστό 70%, δοθέντος ότι τούτοι δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια, που όφειλαν ως οδηγοί και μπορούσαν να καταβάλουν, όπως άλλωστε θα έπραττε κάθε μετρίως συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις. Συγκεκριμένα, η αμέλεια του C. K. συνίσταται στο ότι οδηγούσε το ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να έχει ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο του οχήματος και να εκτελεί του απαραίτητους χειρισμούς, ο οποίος, από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, όπως κάθε μέτριος και συνετός οδηγός υπό τις αυτές συνθήκες, τις προσωπικές ικανότητες, την εμπειρία του ως επαγγελματίας οδηγός και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τους κανόνες οδήγησης, την κοινή πείρα και τη λογική, οδηγούσε το ως άνω αυτοκίνητο χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να έχει ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο του οχήματος και να εκτελεί του απαραίτητους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος, λαμβάνοντας υπόψη τη ρυθμιστική αυτής πινακίδα κυκλοφορίας "Ρ-32" με ένδειξη "50" και τις επικρατούσες συνθήκες, ώστε να είναι σε θέση να μειώσει ή και να διακόψει την πορεία του οχήματός του, εφόσον οι περιστάσεις το επιβάλλουν, ενώπιον οποιουδήποτε εμποδίου που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού (άρθρα 12 § 1, 19 §§ 1, 2, 3 Ν. 2696/1999).
Συγκεκριμένα, καίτοι πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο, κινούμενος σε ευθεία πορεία σε οδό, της οποίας προ, αλλά και στο σημείο εκείνο, το όριο ταχύτητας περιοριζόταν σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, με υπερβολική για τις περιστάσεις και το φορτίο του οχήματός του ταχύτητα περί τα 85 χλμ/ώρα, δεν ανέκοψε την ταχύτητα του, ρυθμίζοντάς την μέχρι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ/ώρα, παρά συνέχισε την πορεία του, κινούμενος με ταχύτητα 85 χλμ/ώρα.
Σύμφωνα δε με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και ενόψει του ότι τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν μεταξύ τους, το μεν φορτηγό στον εμπρόσθιο αριστερό φανό, το δε μοτοποδήλατο στο πίσω μέρος του, αν ο προαναφερόμενος οδηγός του φορτηγού οχήματος οδηγούσε με το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα, καταβάλλοντας τη δέουσα επιτηδειότητα περί την οδήγηση του μεγάλου σε όγκου και βάρους οχήματός του και προσοχή, θα μπορούσε να προβλέψει το ατύχημα και να το αποφύγει, καθόσον θα είχε περισσότερο χρόνο αντίδρασης, τροχοπεδώντας άμεσα προ του σημείου της σύγκρουσης.
Δηλονότι, στην επέλευση του ατυχήματος συνετέλεσε (συντρέχον) πταίσμα του οδηγού του φορτηγού οχήματος, δεδομένου ότι αυτός δεν έβαινε με σύννομη ταχύτητα και λόγω της ορατής γι' αυτόν παρεμβολής της πορείας του δίκυκλου στην δική του και της απόστασης που μεσολαβούσε ανάμεσα στα δύο οχήματα, θα μπορούσε να προβεί σε κάποιο επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό ή άλλη ενέργεια πρόσφορη για την αποτροπή του ατυχήματος, αφού, εάν έβαινε με το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας και τροχοπεδούσε άμεσα θα υπήρχαν τα αναγκαία τοπικά και χρονικά περιθώρια προς τούτο.
Από την άλλη, η αμέλεια της προαναφερόμενης οδηγού του δικύκλου Ε. Π. συνίσταται στο ότι οδηγούσε το ως άνω δίκυκλο χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, ώστε να έχει ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο του οχήματος και να εκτελεί του απαραίτητους χειρισμούς, η οποία, από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε καταβάλει, όπως κάθε μέτριος και συνετός οδηγός υπό τις αυτές συνθήκες, τις προσωπικές ικανότητες, την ανικανότητάς της περί την οδήγηση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τους κανόνες οδήγησης, την κοινή πείρα και τη λογική, οδηγούσε το ως άνω μοτοποδήλατο χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, ώστε να έχει ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο του οχήματος και να εκτελεί τους απαραίτητους χειρισμούς, την οποία αν κατέβαλε θα μπορούσε, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, να αποφύγει, καθόσον προ του ισόπεδου οδικού κόμβου (διασταύρωσης σε σχήμα +) δεν ακινητοποίησε το όχημα που οδηγούσε, παρά συνέχισε την κίνηση του και εισήλθε ανέλεγκτα στην εθνική οδό, παραβιάζοντας την προτεραιότητα του κανονικά κινούμενου επ' αυτής και εξ αριστερών της διερχόμενου ΙΧΦ αυτοκινήτου.
Προπάντων δε, πλησιάζοντας τον ισόπεδο οδικό κόμβο, καίτοι υποχρεούταν να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επ' αυτού κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός της, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα, δεν ακινητοποίησε το δίκυκλο που οδηγούσε πριν την είσοδο στον κόμβο, παρά συνέχισε την πορεία της, κινούμενη με ταχύτητα περί των 27 χλμ/ώρα και εισήλθε ανέλεγκτα σε αυτόν (κόμβο), παραβιάζοντας την προτεραιότητα του κανονικά κινούμενου επ' αυτού και εξ αριστερών της διερχόμενου ΙΧΦ, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της εθνικής οδού και να ρυθμίσει την ταχύτητά της, προκειμένου να διέλθει το επί της εν λόγω οδού κινούμενο όχημα, ο οδηγός του οποίου είχε, σε κάθε περίπτωση, προτεραιότητα κίνησης έναντι της δικής της (άρθρο 26 παρ. 1, 4 και 5 Ν. 2696/1999).
Άπασες δε οι προμνησθείσες ενέργειες και παραλείψεις αμφοτέρων των οδηγών συνδέονται αιτιωδώς με την επελθούσα σύγκρουση των οχημάτων και τις εντεύθεν συνέπειες αυτής..". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα και ο επελθών κατ' αυτό θανάσιμος τραυματισμός της Ε.
Π., οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) των οδηγών αμφοτέρων των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων και δη, του μεν C. K., κατά ποσοστό 30%, της δε θανούσας Ε. Π., κατά ποσοστό 70%. Κρίνοντας έτσι το ως άνω δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 300, 330 εδ.
β' και 914 του Α.Κ., 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 26 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), αφού διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, η συγκλίνουσα υπαιτιότητα του C.
K., οδηγού του με τουρκικές πινακίδες κυκλοφορίας ... ΙΧΦ ρυμουλκού και της θανούσας Ε. Π., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλου μοτοποδηλάτου και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς καθενός και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος. Ειδικότερα, το ως άνω δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και επάρκεια, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε καθένας εξ αυτών και βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχόμενο ότι: 1) ο οδηγός του ρυμουλκού C.
K., οδηγώντας το όχημά του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να έχει ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο αυτού και να εκτελεί του απαραίτητους χειρισμούς, κινούμενος με αυτό επί της Ε.Ο. Ξάνθης- Πόρτο Λάγους- Κομοτηνής, με κατεύθυνση από Πόρτο Λάγος προς Ξάνθη, μόλις έφθασε στο ύψος του 17ου χιλιομέτρου, όπου η ως άνω Ε.Ο.
διασταυρώνεται με την επαρχιακή οδό που συνδέει το τοπικό διαμέρισμα Συδινής με την τοπικό διαμέρισμα Κουτσού του Δήμου Αβδήρων του Νομού Ξάνθης, μολονότι υπήρχε στην πορεία του ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32, που καθόριζε τη μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα κίνησης των οχημάτων σε 50 χ/ω και παρότι διαπίστωσε ότι οι φωτεινοί σηματοδότες που υπήρχαν στην πορεία του δεν λειτουργούσαν, δεν ελάττωσε την ταχύτητά του, αλλά εισήλθε στον ισόπεδο κόμβο, κινούμενος με ταχύτητα 85 χ/ω, η οποία υπερέβαινε κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και ήταν υπερβολική για τις περιστάσεις και 2) η θανούσα οδηγός του μοτοποδηλάτου, οδηγώντας χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, κινούμενη επί της επαρχιακής οδού Συδινής - Κουτσού, με κατεύθυνση από Συδινή προς Κουτσό, μόλις έφθασε στη διασταύρωση αυτής με την Ε.Ο.
Ξάνθης - Πόρτο Λάγους - Κομοτηνής, δεν ακινητοποίησε το όχημα που οδηγούσε, προ του ισόπεδου οδικού κόμβου, ώστε να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της εθνικής οδού και να ρυθμίσει την ταχύτητά της, προκειμένου να διέλθουν τα κινούμενα επί της Εθνικής Οδού οχήματα, αλλά συνέχισε την κίνησή του και εισήλθε ανέλεγκτα στην εθνική οδό, παραβιάζοντας την προτεραιότητα του κινούμενου επ' αυτής ρυμουλκού, που οδηγούσε ο C.
K.. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων Τ. Π. [ο οποίος ασκεί την αναίρεση με την ιδιότητά του ως προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη - δυνάμει της υπ' αριθμ. 33/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας)- της Χ. Α., θυγατέρας της θανούσας κατά το ένδικο ατύχημα Ε.
Π.], επικαλείται πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση α) έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν διευκρινίζεται σ' αυτή από πού αντλείται η κρίση του δικαστηρίου ότι η θανούσα εισήλθε στη διασταύρωση αιφνιδίως και χωρίς προηγούμενο έλεγχο και β) έχει αντιφατικές αιτιολογίες, αφού, ενώ δέχεται ότι αν ο οδηγός του φορτηγού οχήματος C.
K. δεν είχε αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 50 χλμ/ώρα, θα είχε περισσότερο χρόνο αντίδρασης και θα μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα, ενεργώντας αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδηση, καταλήγει, εν τέλει, στο αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτός είναι συνυπαίτιος και όχι αποκλειστικά υπαίτιος για την επέλευση του ατυχήματος και τον κατ' αυτό θανάσιμο τραυματισμό της οδηγού της μοτοσυκλέτας.
Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η μεν πρώτη διότι, στην απόφαση είναι ανάγκη να εκτίθεται, πλήρως και σαφώς, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, η δε δεύτερη, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση παρατίθενται, με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμέλεια που επέδειξε καθένας από τους εμπλακέντες οδηγούς, τα οποία δεν συγκρούονται μεταξύ τους και δεν αλληλοαναιρούνται, μετά δε την αξιολόγησή τους το δικαστήριο κατέληξε στο σαφές και χωρίς καμία αντίφαση αποδεικτικό πόρισμα, ότι το ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αυτών, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά.
Με τις ως άνω δε αιτιάσεις, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας στην επέλευση του ατυχήματος.
Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 816/2021, ΑΠ 696/2020, ΑΠ 614/2020, Α.Π. 731/2019).
Οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (άρθρο 390 του Κ.Πολ.Δ.), όπως είναι οι τεχνικές εκθέσεις ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας, και, κατά συνέπειαν, δεν απαιτείται να μνημονεύεται ειδικά από το εν λόγω δικαστήριο, ούτε ν' αντιδιαστέλλεται από τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα και γενικότερα από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως αυτού (Ολ.Α.Π. 848/1981, Α.Π. 1215/2020, Α.Π. 901/2020, Α.Π. 445/2019), σε αντίθεση προς τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκαν από το δικαστήριο, στο πλαίσιο της ανοιγείσας δίκης (άρθρο 368 επ.
του Κ.Πολ.Δ.), οι οποίες συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά (Α.Π. 1995/2022, Α.Π. 1215/2020, Α.Π. 445/2019). Τέλος οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα και, επομένως, πρέπει να μνημονεύεται ειδικά στην απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν ελήφθησαν υπόψη (Α.Π. 681/2021, Α.Π. 1117/2020, Α.Π. 868/2020).
Για την αναφορά της λήψεως υπόψη συγκεκριμένης ένορκης βεβαιώσεως από το δικαστήριο της ουσίας, αρκεί η αναγραφή των στοιχείων αυτής στην προσβαλλομένη απόφαση, με μνεία του αριθμού της, του οργάνου ενώπιον του οποίου αυτή έγινε και της κλητεύσεως του αντιδίκου του προσκομίσαντος με επίκληση αυτήν διαδίκου (Α.Π. 445/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, το δικαστήριο που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα, προσκομισθέντα με επίκληση, προς απόδειξη της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αποδεικτικά μέσα:
α) την από 11-7-2015 ένορκη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Γ. Μ., β) την από 21-7-2015 ένορκη προανακριτική κατάθεση του B. J., γ) την από 24-2-2017 έκθεση του Κ. Κ., αναλυτή τροχαίων ατυχημάτων, που συντάχθηκε κατ' εντολή των συγγενών της θανούσας, δ) την από 10-8-2015 έκθεση των Π. Κ. και Τ. Δ., που συντάχθηκε με εντολή του τμήματος Τροχαίας Ξάνθης, ε) την υπ' αριθμ. 55/2017 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ξάνθης, με την οποία ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου καταδικάστηκε για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, στ) τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, μεταξύ των οποίων την έκθεση αυτοψίας, το απολογητικό υπόμνημα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, ζ) την από 14-7-2015 ένορκη προανακριτική κατάθεση του Τ.
Π. και ζ) τις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ξάνθης υπ' αριθμ. 236/2017 και 238/2017 ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Γ. και Σ. Μ.. Από τη ρητή, όμως, αναφορά στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι το δικαστήριο, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής προδικασίας και κύριας διαδικασίας, την από 24-2-2017 γνωμοδότηση του Κ.
Κ., την υπ' αριθμ. 55/24-1-2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης και τις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ξάνθης υπ' αριθμ. 236/8-5-2017 και 238/8-5-2017 ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Γ. και Σ. Μ., σε συνδυασμό και με τις λοιπές παραδοχές και αιτιολογίες αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα των οδηγών αμφοτέρων των εμπλακέντων σ' αυτό οχημάτων, έλαβε υπόψη και τα ως άνω, φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη, αποδεικτικά μέσα, τα περισσότερα μάλιστα από τα οποία ρητά μνημονεύονται στην προσβαλλομένη.
Σημειώνεται ότι η από 10-8-2015 έκθεση των Π. Κ. και Τ. Δ. (η οποία δεν αναφέρεται ρητά στην προσβαλλόμενη απόφαση), δεν συνιστά έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε από το δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής, ώστε να συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, που πρέπει να μνημονεύεται ειδικά στην απόφαση, αλλά γνωμοδότηση προσώπου με ειδικές γνώσεις, για την οποία αρκεί η γενική μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα.
Ο ίδιος ως άνω λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν υποστηρίζεται ότι, εάν το δικαστήριο συνεκτιμούσε ορθώς τα προαναφερθέντα έγγραφα με τις λοιπές αποδείξεις, θα κατέληγε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό στο οποίο κατέληξε, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ως απαράδεκτος, υπό τις προεκτεθείσες διακρίσεις. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 768/2020, Α.Π. 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 525/2021, Α.Π. 1210/2020, Α.Π. 170/2020).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 10/2017, 9/2015, Α.Π. 858/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1303/2020).
Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1003/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 934/2020, Α.Π. 642/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε, κατά τις προαναφερθείσες σχετικές παραδοχές του, ότι συνυπαίτιοι του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού της Ε. Π., είναι ο οδηγός του με τουρκικές πινακίδες κυκλοφορίας ...
ΙΧΦ ρυμουλκού, C. K., κατά ποσοστό 30%, καθώς και η ίδια η θανούσα, οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλου μοτοποδηλάτου, κατά ποσοστό 70%, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης της θυγατέρας της Χ. Α., από το θανάσιμο τραυματισμό της μητέρας της κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του ποσού αυτής, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η ως άνω αποβιώσασα, γεννηθείσα στις 9.10.1974, κατά το χρόνο του θανάτου της διήνυε το 41ο έτος της ηλικίας της και ήταν υγιής [...].
Διέμενε ... και το μοναδικό τέκνο της ... γεννηθείσα στις 25-12-2001, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 14 ετών [...]. Η ανήλικη θυγατέρα της θανούσας ... που κατά το χρόνο του ατυχήματος διένυε το 14ο έτος της ηλικίας της, πάσχει από εκ γενετής αυτισμό με μετρίου βαθμού διανοητική καθυστέρηση και δείκτη νοημοσύνης κατώτερο του 40, η δε πάθησή της κρίθηκε ότι είναι ανίατη δια βίου [...].
Άπαντες οι ενάγοντες (μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα θυγατέρα της) συνδέονταν με τη θανούσα με αμοιβαία αισθήματα αγάπης και στενούς ψυχικούς δεσμούς και δοκίμασαν μεγάλη θλίψη και πόνο από το θάνατ αυτής. Ενόψει δε της ηλικίας της θανούσας, του βαθμού του πταίσματος αμφοτέρων των οδηγών στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος [...], όλων των εν γένει συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, όπως περιγράφονται ανωτέρω και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, πλην του εναγόμενου νομικού προσώπου, η ευθύνη του οποίου είναι εγγυητική [...], αλλά και της έντονης ψυχικής οδύνης [...] από τον αδόκητο θάνατό της [...], ανάλογα και με το βαθμό της συγγένειας τους, το Δικαστήριο κρίνει, ότι, για την απάμβλυνση αυτής και για την ηθική παρηγοριά και ανακούφιση της, δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία καθορίζεται [...] β) για την ενάγουσα Χ.
Α., στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, καθορίζοντας δηλαδή την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης της Χ. Α., θυγατέρας της θανούσας κατά το ένδικο ατύχημα Ε. Π., στο προαναφερθέν ποσό των 30.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος και τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.7.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 45/2021 αίτηση για αναίρεση της 133/2017 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ