Legislator Case Law & Legislation
1215/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lawyer fee claim, upholding lower court's valuation of disputed property.

Case Number 1215/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Chamber of the Eastern Crete Court of Appeal's decision regarding a lawyer's fee claim. The core dispute involved the valuation of a specific property where the appellant argued for a significantly higher price than the court's assessment based on market conditions and planning restrictions. The court rejected the appeal because the lower court provided clear, consistent reasoning that allowed for effective appellate review, thereby satisfying the legal requirements for the appeal to be admissible.

Legislator headnote

AI generated

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παράγραφος 10; άρθρο 559 παράγραφος 19: Η αναιρέσιμη αίτηση απορρίπτεται όταν η απόφαση του κάτωθι δικαστηρίου περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Keywords

AI generated
lawyer fee claim property valuation appellate review legal reasoning dismissal of appeal civil procedure fee agreement

Cited Legislation

AI generated
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παράγραφος 10
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παράγραφος 19
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 176
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 183
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 191 παράγραφος 2

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1215 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1215/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Λ.-Ζ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Γιαννόπουλου, ο οποίος ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Β. Σ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.

Προσθέτως παρεμβαίνουσα: Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Κόζη, η οποία κατέθεσε προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθμό κατάθεσης ...2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την με αριθμό κατάθεσης .../2009 παρέμβαση της προσθέτως παρεμβαίνουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκαν η 176/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2/2016 μη οριστική και 2/2017 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 6-3-2017 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 133/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η πιο πάνω απόφαση και παραπέμφθηκε για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο Εφετείο.

Εκδόθηκε η 127/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα με την 9-1-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Υπόκειται προς κρίση η από 9-1-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 127/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε επί της ασκηθείσας έφεσης και πρόσθετων λόγων της εναγομένης και εδώ αναιρεσείουσας και της αντέφεσης του ενάγοντος και εδώ αναιρεσίβλητου κατά της 176/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 2-4-2008 αγωγή του ενάγοντος και εδώ αναιρεσίβλητου για καταβολή δικηγορικής αμοιβής, σύμφωνα με την επικληθείσα σύμβαση εργολαβίας δίκης.

2. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2) προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο ενάγων δικηγόρος Ηρακλείου με την από 2-4-2008 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ισχυρίσθηκε ότι η εναγομένη με τη μητέρα της, του έδωσαν την εντολή, αρχικά με προφορική συμφωνία και στη συνέχεια με το από 5-12-1994 μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας δίκης, να προβεί σε κάθε νόμιμη δικαστική και εξωδικαστική ενέργεια, προκειμένου να αποβληθεί η Κοινότητα Νέας Αλικαρνασσού και όλοι οι καταπατητές από τα κείμενα στην Αλικαρνασσό κληροτεμάχια με αριθμούς ...

ιδιοκτησίας τους. Ότι η αμοιβή του ορίστηκε σε ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας ή σε ποσοστό 20% της χρηματικής αξίας εκάστου των επίδικων ακινήτων και συμφωνήθηκε να λάβει ο ενάγων το ανάλογο ποσό της αμοιβής του μόνο σε περίπτωση ευδοκίμησης των σχετικών δικών αμετακλήτως ή σε περίπτωση ανάκλησης της εντολής χωρίς δικαιολογημένη αιτία, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας στην έκβαση των σχετικών δικών ουδεμία αμοιβή συμφωνήθηκε να λάβει.

Ότι ενώ αυτός υπήρξε συνεπής ως προς τις υποχρεώσεις του από την επίδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης με την εναγομένη, η τελευταία ανακάλεσε αδικαιολόγητα την προς αυτόν εντολή, με αποτέλεσμα η συμφωνημένη αμοιβή του να καθίσταται απαιτητή, ενώ εν τω μεταξύ μεταβίβασε με πώληση το κληροτεμάχιο με αριθμό …, κατά το μεγαλύτερο τμήμα του, στην εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ανώνυμη τεχνική εμπορική και παροχής υπηρεσιών εταιρεία", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνει ο Ε. Μ.. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής του, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του μεταβιβάσει ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου του με αριθμό … κληροτεμαχίου και να καταδικαστεί σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως του ιδανικού αυτού μεριδίου του ακινήτου, κατά δε την επικουρική βάση της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ποσό 1.000.000 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 20% της χρηματικής αξίας του ακινήτου, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καταδικαζομένης και στα δικαστικά του έξοδα.

Επί της αγωγής αυτής και της συνεκδικασθείσας με αυτήν με το από 15-1-2009 με αριθμό κατάθεσης .../16-1-2009 ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθείσας πρόσθετης παρέμβασης της εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." ανώνυμη τεχνική εμπορική και παροχής υπηρεσιών εταιρείας υπέρ της εναγομένης, εκδόθηκε η 176/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής και την πρόσθετη παρέμβαση, ενώ δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ' ουσία κατά την επικουρική βάση της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει ως αμοιβή στον ενάγοντα το ποσό των 646.851,92 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 20% της χρηματικής αξίας του με αριθμό… κληροτεμαχίου, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί ασκηθεισών κατ' αυτής αντιθέτων εφέσεων των αντιδίκων μερών, εναγομένης, προσθέτως υπερ αυτής παρεμβαίνουσας και ενάγοντος εκδόθηκαν η εν μέρει οριστική 154/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και η 2/2017 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με τη δεύτερη των οποίων απορρίφθηκαν οι εφέσεις κατ' ουσία.

Κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης η εναγόμενη και η προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα εταιρεία άσκησαν την από 6-3-2017 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 133/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας εταιρείας (προσθέτως παρεμβαίνουσας) ενώ αναιρέθηκε εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή ως βάσιμου του εκεί δεύτερου αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ και παραπέμφηθε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Ειδικότερα, με την από 6-3-2017 αίτηση αναίρεσης η αναιρεσείουσα προέβαλε τους κάτωθι λόγους αναίρεσης: Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίστηκε ότι το Εφετείο δεχόμενο με τις εκεί παραδοχές ότι η ανάκληση της εντολής προς τον αναιρεσίβλητο ήταν αδικαιολόγητη παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 170 νδ3026/1954.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίστηκε ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ.3 και 5 του νδ3026/1954 και 209 εδ.β'ΑΚ, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται ως αμοιβή ποσοστό 20% της αξίας του με αριθμό …

κληροτεμαχίου, με χρόνο υπολογισμού αυτής το χρόνο της πρώτης συζήτησης της ένδικης αγωγής (16-3-2009). Με την προαναφερόμενη 133/2018 αναιρετική απόφαση κρίθηκε αβάσιμος και απορρίφτηκε ο από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος επί λέξει ως εξής: "επειδή με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε συμφωνία περί εργολαβίας δίκης, εξαρτώσα την αμοιβή του αναιρεσίβλητου δικηγόρου από την έκβαση της δίκης, η οποία είναι επιτρεπτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων", ότι η πρώτη αναιρεσείουσα ανακάλεσε αδικαιολόγητα την εντολή της προς αυτόν (αναιρεσίβλητο) και ότι αυτή υποχρεούται να πληρώσει την αμοιβή του αναιρεσίβλητου δικηγόρου, που ανέρχεται στο 20% της αξίας του αντικειμένου της δίκης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 170 του Κώδικα περί Δικηγόρων".

Έγινε, όμως, δεκτός ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 201,207 εδ.α, 209 εδ.β ΑΚ και 92 παρ.3 και 5 Κώδικα Δικηγόρων, τις οποίες παραβίασε το Δικαστήριο, "δεχόμενο κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής με βάση τη σύμβαση εργολαβίας δίκης ποσοστού 20% επί της αξίας του επιδίκου ακινήτου το χρόνο της πρώτης συζήτησης της κρινόμενης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (16-3-2009), καθόσον κατά την αληθή έννοια των ανωτέρω διατάξεων επί της ένδικης εργολαβίας της δίκης, η οποία τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της αμετάκλητης περάτωσης όλων των αγωγών για την ανάκτηση του κληροτεμαχίου με αριθμό …, στην περίπτωση της αδικαιολόγητης ανάκλησης από την πρώτη αναιρεσείουσα της εντολής της προς τον αναιρεσίβλητο εντολοδόχο, χρόνος υπολογισμού της αμοιβής του τελευταίου, η οποία συμφωνήθηκε με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, είναι εκείνος της πλασματικής πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης, δηλαδή της ανάκλησης της εντολής (30-11-2006), υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βεβαία κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για την εντολέα του αμετάκλητης απόφασης".

Με την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναίρεσης και αφού κρίθηκε ότι παρέλκει η εξέταση του τρίτου λόγου αυτής από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί ελλιπών αιτιολογιών αναφορικά με τον υπολογισμό της αξίας του με αριθμό 25 κληροτεμαχίου, αναιρέθηκε εν μέρει η 2/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Μετά την αναίρεση της απόφασης παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλήν εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση. Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, που δίκασε ως Δικαστήριο παραπομπής μετά την αναιρετική απόφαση, επαναδικάζοντας την υπόθεση, αφού συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων την από 24-3-2011 (αρ.

καταθ.101/2011) έφεση της εναγόμενης, τους με το από 28-2-2018 ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αυτής, την με το από 30-1-2018 (αρ. καταθ.72/2-2-2018) με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθείσα αντέφεση του ενάγοντος και την περιεχόμενη στις προτάσεις της εκκαλούσας αίτηση ανάκλησης ασφαλιστικών μέτρων, εξέδωσε την 127/2018 απόφαση του.

Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι η προεκδοθείσα 2/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατά το μη αναιρεθέν μέρος της σύμφωνα με την 133/2018 αναιρετική απόφαση, παράγει δέσμευση γι' αυτό και ειδικότερα ως προς τη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση εργολαβίας δίκης, εξαρτώσα την αμοιβή του αναιρεσίβλητου δικηγόρου από την έκβαση της δίκης (νδ3026/1954 άρθρο 92 παρ.3, 5), ότι η αναιρεσείουσα ανακάλεσε αδικαιολόγητα την εντολή της προς αυτόν και ότι αυτή υποχρεούται να πληρώσει την αμοιβή του αναιρεσίβλητου δικηγόρου που ανέρχεται στο 20% της αξίας του αντικειμένου της δίκης.

Ακολούθως ερεύνησε την αξία του κληροτεμαχίου κατά τον κρίσιμο χρόνο ανάκλησης της εντολής, στις 30-11-2006, σε συμμόρφωση με την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, έκανε δεκτό τον συναφή περί εσφαλμένης εκτίμησης της αγοραίας αξίας του ακινήτου λόγο έφεσης και πρόσθετο λόγο αυτής, εξαφάνισε την απόφαση, δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 646.851,92 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως εξοφλήσεως, ενώ απέρριψε ως αβάσιμη την αντέφεση του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος. 3.Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Επομένως, οι αποφάσεις αυτές είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ` αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναίρεσης.

Κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με νομικό ζήτημα που ανάγεται στο ουσιαστικό ή δικονομικό δίκαιο και κρίθηκε με την απόφαση αυτή, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο ΚΠολΔ ορίζει: α) Στο άρθρο του 579 παρ. 1 ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", β) στο άρθρο του 580 παρ. 3, ότι "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές" και γ) στο άρθρο του 581 παρ. 2 ότι "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση..".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 758/2018, ΑΠ 845/2010, ΑΠ 129/2004).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του εφετείου, που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ` ουσία η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαψε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ` ουσία η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (Ολ ΑΠ 40/1996, ΑΠ 1102/2017, ΑΠ 297/2016).

Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του εφετείου και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ., δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ` αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν ακυρώνεται, ακόμη και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο, διότι, με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 963/1999) ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1421/2002).

Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, επίσης, ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 975/2000). Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 304/2016, ΑΠ 386/2014, ΑΠ 738/2012).

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 359/2017, ΑΠ 493/2011).

Στην περίπτωση της εν μέρει αναίρεσης, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα με την αναίρεση κεφάλαιά της. Ως τέτοια νοούνται οι οριστικές διατάξεις της απόφασης που αποφαίνονται στις επί μέρους αυτοτελείς αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναιρείται ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα κεφάλαια ως προς τα οποία χώρησε αναίρεση της απόφασης, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 679/2011, ΑΠ 493/2011, ΑΠ 614/2009).

Ως αρρήκτως συνδεόμενα προς τα αναιρεθέντα κεφάλαια, στα οποία επεκτείνεται η αναίρεση, νοούνται όσα αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης ή προέρχονται από την ίδια ιστορική και νομική αιτία, τα οποία συναναιρούνται και επομένως ως προς ολόκληρο το αναιρεθέν κεφάλαιο η απόφαση αποβάλλει την ισχύ της και παύει να αποτελεί δεδικασμένο ενώ ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια της απόφασης διατηρείται το δεδικασμένο της (ΑΠ 752/2014).

Επομένως στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση, ερευνώντας μόνον τους λόγους έφεσης που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται και αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής με την απόφασή του (ΑΠ 387/2018, ΑΠ 1145/2005).

Συνεπώς, το εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, δεν μπορεί να εξετάσει τα λοιπά κεφάλαια ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση, είτε διότι δεν προσβλήθηκαν με λόγο αναίρεσης, είτε επειδή απορρίφθηκαν οι προβληθέντες σχετικοί λόγοι αναίρεσης, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 332 ΚΠολΔ (ΑΠ 306/2015, ΑΠ 2072/2007).

Όμως, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας και να εκτιμήσει διαφορετικά, από την αναιρεθείσα, τις αποδείξεις, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 129/2004). Το εφετείο δεσμεύεται μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 270/2015, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 137/2004).

Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι έφεσης και ως αναιρετικοί λόγοι, κατ` αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης. Και στην περίπτωση αυτή, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της έφεσης, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι, είναι ως λόγοι έφεσης απαράδεκτοι (ΟλΑΠ 13/2011, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 738/2012), κατά την απορρέουσα από την αναιρετική παραπεμπτική απόφαση ενδοδιαδικαστική δέσμευση.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 321, 322, 324, 325, 330 και 331 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: Οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει, εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες (Ολ ΑΠ6/2020, ΑΠ 58/2019).

Ακόμη, δεδικασμένο δημιουργείται και από τις αιτιολογίες της τελεσίδικης αποφάσεως, όταν δηλαδή οι αιτιολογίες αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της αποφάσεως, στο οποίο υπάρχει η κρίση του δικαστηρίου, καταφατική ή αποφατική, για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα διατακτικού. (ΑΠ 128/2008).Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο, κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική, όπως, επίσης, είναι απαράδεκτος νέος λόγος αναίρεσης για παράβαση άλλων δικονομικών κανόνων, σε περίπτωση συμμόρφωσης του δικαστηρίου της παραπομπής προς την αναιρετική απόφαση (ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 1298/2018, ΑΠ 1663/2008, ΑΠ1139/2003).

4.Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην πληττόμενη ως άνω απόφαση, την εκ του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε ότι καταλαμβάνονταν από το δεδικασμένο της αναιρεθείσας 2/2017 απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης όλα τα στοιχεία της ένδικης διαφοράς πλην του κρίσιμου χρόνου υπολογισμού της αξίας του ακινήτου-κληροτεμαχίου για την εκκαθάριση της συμφωνηθείσας δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσίβλητου.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη κατά παραπομπή απόφαση με το προεκτειθέμενο περιεχόμενο (ανωτ. με αρ.1) με βάση τη δεσμευτική γι αυτή 133/2018 παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου ως προς τα εκεί νομικά ζητήματα με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η 2/2017 απόφαση του Εφετείου, κατά παραδοχή του από τον αρ.1 του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγου ως προς τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου της δίκης που είναι εκείνος της πλασματικής πλήρωσης αναβλητικής αίρεσης, δηλαδή της ανάκλησης της εντολής (30-11-2006), προχώρησε στη συζήτηση της έφεσης στα όρια της αναιρετικής.

Ειδικότερα κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της έφεσης και του συναφούς πρόσθετου λόγου, τα παράπονα των οποίων είχαν διατυπωθεί και στον γενόμενο δεκτό λόγο της αιτήσεως, ερεύνησε την υπόθεση ως προς την αξία του αντικειμένου της δίκης με βάση το χρόνο ανάκλησης της εντολής ήτοι στις 30-11-2006 και επ' αυτής εξήγαγε το ποσοστό του 20% της αμοιβής.

Περαιτέρω το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη κατά παραπομπή απόφασή του, έκρινε ότι ως προς τη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση εργολαβίας δίκης, εξαρτώσας την αμοιβή του αναιρεσίβλητου δικηγόρου από την έκβαση της δίκης, που ήταν επιτρεπτή (νδ3026/1954 άρθρο 92 παρ.3,5), ότι η αναιρεσείουσα ανακάλεσε αδικαιολόγητα την εντολή της προς αυτόν και ότι αυτή υποχρεούται να πληρώσει την αμοιβή του αναιρεσίβλητου δικηγόρου που ανέρχεται στο 20% της αξίας του αντικειμένου της δίκης, προκύπτει δέσμευση από τη μη κατά τούτο αναιρεθείσα 2/2017 απόφαση του Εφετείου, ύστερα από την απόρριψη, με την αναιρετική 133/2018 απόφαση, του από τον αρ.1 του άρθρου 559ΚΠολΔ για παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 170 νδ3026/1954 λόγου της αιτήσεως, λόγω της απορρέουσας από αυτή ενδοδιαδικαστικής δέσμευσης και δεν προχώρησε στην έρευνα των δύο πρώτων λόγων της έφεσης, τα παράπονα των οποίων αποτέλεσαν και παράπονα του απορριφθέντα λόγου της αιτήσεως.

Υπό τα διαλαμβανόμενα, εφόσον η προσβαλλόμενη κατά παραπομπή απόφαση συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, από τον αρ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, ύστερα από την απόρριψη με την αναιρετική απόφαση 133/2018 του πρώτου λόγου της αναίρεσης από τον αρ.1του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 170 του νδ3026/1954, το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύονταν ως προς τις εκεί κρίσεις της ανωτέρω παραπεμπτικής, επί λέξει ότι "με την κρίση του αυτή το Εφετείο (με την 2/2017) με το να δεχθεί ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε συμφωνία περί εργολαβίας δίκης, εξαρτώσα την αμοιβή του, του αναιρεσίβλητου δικηγόρου από την έκβαση της δίκης η οποία είναι επιτρεπτή(νδ3026/1954 άρθρο 92 παρ.3,5) ότι η αναιρεσείουσα ανακάλεσε αδικαιολόγητα την εντολή της προς αυτόν και ότι αυτή υποχρεούται να πληρώσει την αμοιβή του αναιρεσίβλητου δικηγόρου που ανέρχεται στο 20% της αξίας του αντικειμένου της δίκης" ενόψει του ότι οι ανωτέρω αιτιολογίες της 2/2017 απόφασης του Εφετείου αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της αποφάσεως, στο οποίο υπάρχει η καταφατική κρίση του δικαστηρίου για το δικαίωμα αμοιβής του εντολοδόχου ποσοστού 20% επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης .Επομένως,ο πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος.

5. Κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, µόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωνα ή απαράδεκτο, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικών διατάξεων και όχι διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αρ.1 του άνω Κώδικα προβλεπόμενο λόγο (Ολ.ΑΠ 1/2019, Ολ.ΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ1/1999).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 330 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι ενστάσεις, που προτάθηκαν και απορρίφθηκαν κατ` ουσία, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα τους και τη νομική τους θεμελίωση, δηλαδή είτε είναι ουσιαστικές (γνήσιες ή καταχρηστικές) είτε είναι δικονομικές. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν, αλλά απορρίφθηκαν για τυπικούς λόγους (ως απαράδεκτες), καλύπτονται από το δεδικασμένο:

α) Όλες οι ενστάσεις από το δικονομικό δίκαιο (οι δικονομικές), β) Όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή εκείνες, που στηρίζονται επί απλών πραγματικών περιστατικών, τα οποία κατά νόμο δεν θεμελιώνουν αυθύπαρκτο και αυτοτελές δικαίωμα, δυνάμενο σαν τέτοιο να αποτελέσει τη βάση ιδιαίτερης αγωγής, αλλά εμποδίζουν τη γένεσή του ασκηθέντος στη δίκη δικαιώματος ή καταργούν τούτο και επομένως χρησιμεύουν μόνο προς απόκρουσή του και γ) Όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες, που όπως και οι καταχρηστικές, στηρίζονται επί απλού πραγματικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωμα του εναγόμενου, δυνάμενου να ασκηθεί, όχι μόνο κατ` ένσταση, αλλά και με αγωγή, με την οποία όμως ασκείται το ίδιο το δικαίωμα, που προσβάλλεται και με την ένσταση.

Καλύπτονται, επίσης, οι κατά του προδικαστικού ζητήματος ενστάσεις κατά την ίδια έκταση, είτε το προδικαστικό ζήτημα αφορά τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε το επίδικο δικαίωμα (κύριο ζήτημα) και αδιαφόρως εάν η ένσταση ανάγεται στην ύπαρξη της προδικαστικής έννομης σχέσης ή στην έκταση της ευθύνης απ` αυτή.

Η ένσταση, που δεν προτάθηκε, καλύπτεται από το δεδικασμένο, εφόσον ήταν δυνατό να προταθεί κατά τη διάρκεια προηγούμενης δίκης, εφόσον δηλαδή υπήρχαν από τότε όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος το αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως (ΑΠ 58/2019, ΑΠ 856/2014). Μεταξύ των ενστάσεων οι οποίες καλύπτονται από το δεδικασμένο, μολονότι δεν προτάθηκαν, αν και μπορούσαν να προταθούν, περιλαμβάνεται και η από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση για κατάχρηση δικαιώματος.

6. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του απέρριψε ως απαράδεκτους τους κάτωθι αναφερόμενους πρόσθετους λόγους έφεσης της εκκαλούσας, ήτοι ότι: 1) παρά το νόμο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν απέρριψε τη γενόμενη δεκτή επικουρική βάση της αγωγής ως "αόριστη", 2) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μη νόμιμα κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αρμόδιο, ενώ όφειλε να έχει παραπέμψει την διαφορά στο αποκλειστικώς αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου με βάση τις διατάξεις του άρθρου 31 αρ.2 και 3 ΚΠολΔ 3) ότι λόγω καθυστέρησης στην έκδοση της απόφασης από το πρωτόδικο δικαστήριο υπάρχει κακή σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και 4) ότι μη νόμιμα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος στο σύνολο της ως αόριστη και αντιφατική, επειδή έκρινε ότι αυτές καλύπτονται από το δεδικασμένο της 2/2017 απόφασης του Εφετείου με την οποία κρίθηκε τελεσιδίκως το δικαίωμα του ενάγοντος από τη σύμβαση της εργολαβίας δίκης κατ'άρθρο 92 παρ.3 και 5 νδ3026/1954, ότι η εναγομένη ανακάλεσε αδικαιολόγητα την εντολή της προς αυτόν και ότι αυτή υποχρεούται να πληρώσει την αμοιβή του ενάγοντος που ανέρχεται στο 20% της αξίας του αντικειμένου της δίκης, και η οποία κατά τα ανωτέρω δεν αναιρέθηκε με την αναιρετική παραπεμπτική απόφαση.

Επειδή το επίδικο δικαίωμα του αναιρεσίβλητου από τη σύμβαση εργολαβίας δίκης ότι ανακλήθηκε αδικαιολόγητα η εντολή από την αναιρεσείουσα και ότι η τελευταία υποχρεούται να πληρώσει την αμοιβή του αναιρεσίβλητου ποσοστού 20% της αξίας του αντικειμένου της δίκης, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την 2/2017 απόφαση του Εφετείου, όπως διαλαμβάνεται και ανωτέρω στον αρ.4 της παρούσας, οι εκτιθέμενες στους ανωτέρω πρόσθετους λόγους της έφεσης δικονομικές ενστάσεις καλύπτονται από το απορρέον από την 2/2017 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης δεδικασμένο για το επίδικο δικαίωμα.

Ειδικότερα, από τα διαδικαστικά έγγραφα παραδεκτώς επισκοπούμενα (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτει ότι οι περί αοριστίας της αγωγής διαλαμβανόμενοι ισχυρισμοί στους πρώτο και τέταρτο πρόσθετους λόγους έφεσης καλύπτονται με δύναμη δεδικασμένου από την ανωτέρω απόφαση με την οποία κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αγωγή κατά την επικουρική της βάση και απορρίφθηκε ο συναφής κατά τούτο λόγος έφεσης (πρώτος) της εκκαλούσας στον οποίο διατυπώνονταν, εκτός άλλων, και παράπονα περί αοριστίας της αγωγής και δεν ανατράπηκε με την αναιρετική απόφαση.

Οι αναφερόμενες στους δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους έφεσης ενστάσεις καλύπτονται, επίσης, από το δεδικασμένο εφόσον αυτές δεν είχαν προταθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά από την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω 2/2017 τελεσίδικη απόφαση. Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο όπως αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα και ο κατά το μέρος αυτό, από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Παρατηρείται ότι οι αποδιδόμενες με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρετικές πλημμέλειες από τους αρ.5 και 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με επίκληση ότι το Εφετείο παραλείποντας να ερευνήσει τους διαλαμβανόμενους στους δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους έφεσης ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί καθ'ύλη αναρμοδιότητας και κακής σύνθεσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 31 και 308 ΚΠολΔ αντιστοίχως, δεν ιδρύουν τις επικαλούμενες πλημμέλειες.

Τούτο διότι στις επικαλούμενες παραβιάσεις υπέπεσε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και όχι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την πληττόμενη με την παρούσα αίτηση απόφασή του, της οποίας η ορθότητα ελέγχεται στα όρια του αναιρετικού ελέγχου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος αυτό, είναι απαράδεκτος. 7.

Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων κλπ., ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 3/1997), και όχι και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν` απαντήσει, (Ολ.ΑΠ 2/1989, 14/2004, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 448/2006), ούτε η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν στοιχειοθετείται, όμως, σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί να επιφέρει, δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις, πρέπει όμως να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του. (Ολ.

ΑΠ2/2019, 7/2002, 8/2001, ΑΠ 151/2016). Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ` άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (,ΑΠ 311/2020, 333/2019 ΑΠ1202/2018).Από τις διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, για το παραδεκτό της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την άποψη χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή, διαφορετικά η ένσταση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 472/1983).

Από δε τη διάταξη του άρθρου 527 αριθμ.6 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ` έφεση δίκη είναι κατ` εξαίρεση παραδεκτή η προβολή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη ή προτάθηκαν απαραδέκτως, και όταν οι ισχυρισμοί αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει, ότι, για να θεωρηθεί ως παραδεκτώς προτεινόμενη στο Εφετείο ένσταση, που δεν προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να αποδεικνύεται παραχρήμα, ήτοι εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ολόκληρος ο ισχυρισμός που συνιστά την ένσταση, ήτοι καθόλα τα επί μέρους πραγματικά αυτού στοιχεία.

Στην πιο πάνω εξαίρεση υπάγονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 886/2004, 1187/2003, 35/2000). 8. Με το τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.8 εδ.β'του άρθρου559ΚΠολΔ της μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και ειδικότερα της υπό διπλή εκφορά προταθείσας με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν, σε σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: Η εναγομένη, εδώ αναιρεσείουσα, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό είχε προτείνει παραδεκτά με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις της ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος με επίκληση ότι αυτή έχει μεταβιβάσει λόγω πώλησης το αντικείμενο της δίκης σε τρίτο,θεωρώντας ότι ο ενάγων δεν θα επιδιώξει τη μεταβίβαση της κυριότητας του 1/5 του κληροτεμαχίου του ακινήτου αλλά το 1/5 της χρηματικής αξίας αυτού καθώς με την 5528/2004 αγωγή του εναντίον της επέλεξε να αξιώσει την καταβολή χρηματικού ανταλλάγματος με βάση τη νεότερη από 30-4-2004 έγγραφη συμφωνία τους με την οποία ορίστηκε η αμοιβή σε ποσοστό 20% ή 1/5 της χρηματικής αξίας του ακινήτου, ότι ο ενάγων καθ' όλο το διαδραμόντα χρόνο της μεταξύ τους αντιδικίας παρέλειψε να δηλώσει ρητά η σιωπηρά ότι παραιτείται από τη χρηματική του αξίωση δημιουργώντας την πεποίθηση ότι δεν θα εγείρει μελλοντικά αξιώσεις επί της κυριότητας του αντικειμένου της δίκης με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργολαβίας δίκης και ζητούσε την απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια βάση αυτής.

Η με το ανωτέρω πραγματικό ένσταση απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμη και δεν επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ενόψει του ότι η υπόθεση κατά την απορριφθείσα κύρια βάση της, δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ακολούθως, η εναγομένη με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο της παραπομπής, προβάλλει το πρώτον ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος με το κάτωθι ιστορικό επικαλούμενος προς δικαιολόγηση της βραδείας προβολής της ότι η ιστορική βάση της αποδεικνύεται από έγγραφα και τις περιεχόμενες δικαστικές ομολογίες στα δικόγραφα του αντιδίκου.

Ειδικότερα αυτή, με τον πρόσθετο λόγο υπό στοιχείο ΣΤ, ισχυρίσθηκε ότι οι δηλώσεις του ενάγοντος που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή του, το ιστορικό και αιτήματα της οποίας, κύριο περί μεταβίβασης της κυριότητας του 1/5 του αντικειμένου της δίκης και επικουρικό περί καταβολής ποσοστού 20% της αξίας του, όπως αυτά αναφέρονται ανωτέρω με αρ.2 της παρούσας, οι δηλώσεις στην από 2-4-2008 με .../2008 επόμενη αγωγή του, στις από 19-1-2009 και 6-3-2009 προτάσεις του και στον πρώτο λόγο της έφεσης του κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με τις οποίες δηλώνει ότι εμμένει στην εκπλήρωση του από 5-12-1994 συμφωνητικού και εντεύθεν στη μεταβίβαση του ιδανικού μεριδίου κυριότητας επί του αντικειμένου της δίκης θα δημιουργούσαν την πεποίθηση σε κάθε έμφρονα άνθρωπο ότι ο ενάγων δεν πρόκειται να ασκήσει τα δικαιώματά του από την από 30-4-2004 έγγραφη συμφωνία καταβολής της αμοιβής του σε ποσοστό 20% επί της χρηματικής αξίας του ακινήτου αλλά μόνον εκείνη της αυτούσιας εκπλήρωσης.

Ότι η αιφνίδια μεταστροφή του αντιδίκου, στις 8-4-2013, να διεκδικήσει τη χρηματική αξίωση θα έχει επαχθείς γι' αυτή συνέπειες ενόψει του αιτούμενου υπέρογκου χρηματικού ποσού, το οποίο αυτή δεν διαθέτει, με αποτέλεσμα να διατρέχει τον κίνδυνο ολοσχερούς οικονομικής καταστροφής, καθώς στερείται οικονομικών πόρων καταβολής του πρωτοδίκως επιδικασθέντος χρηματικού ποσού των 646.851,92 ευρώ και της προσωπικής, οικονομικής και οικογενειακής της κατάστασης κατά τα εκεί ειδικότερα ιστορούμενα.

Επικαλούμενη, περαιτέρω ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε τη χρηματική αξίωση αμοιβής του αντιδίκου, παραβλέποντας ότι ο ενάγων δήλωνε στα τεθέντα υπόψη του δικόγραφα ότι υπαναχωρεί από το από 30-4-2004 "τροποποιητικό συμφωνητικό" ή έστω ότι παραιτείται από τα από αυτό απορρέοντα δικαιώματά του, δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής.

Περαιτέρω, με τον πρόσθετο λόγο της έφεσής της υπό στοιχείο Θ, η εναγομένη, εδώ αναιρεσείουσα, προέβαλε ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος καταβολής της χρηματικής αξίας του αντικειμένου της δίκης επικαλούμενη ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος ασκεί καθ' υπέρβαση του σκοπού του δικαιώματος πολλαπλά ένδικα βοηθήματα, ενώπιον διαφορετικών δικαστηρίων, τα οποία, σε περίπτωση ευδοκίμησή τους, θα απολήξουν στην είσπραξη της αμοιβής του στο πολλαπλάσιο.

Ότι, ειδικότερα, ο ενάγων, πέραν της ένδικης αγωγής του, άσκησε τη με αρ.εκθέσεως καταθέσεως .../2008 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου σε βάρος της και σε βάρος της ..., με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ως απολύτως άκυρο το με αρ. .../7.3.2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χερσονήσου Ε. Δ., με το οποίο πωλήθηκε το ακίνητο στην ...

και να υποχρεωθεί αυτή να του μεταβιβάσει το 1/5 του επίδικου ακινήτου, η οποία δεν συζητήθηκε αλλά δεν έχει λάβει χώρα ποτέ και παραίτηση από αυτήν. Ότι κατόπιν αίτησής του εκδόθηκε η με αριθ. 3063/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση πάσης κινητής και ακίνητης περιουσίας της μέχρι του ποσού των 880.000 €, συμπεριλαμβανομένης και της δέσμευσης με συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τρίτου του πιστωθέντος υπολοίπου του τιμήματος από την πώληση του ακινήτου στην ..., ύψους 750.000 €.

Ότι ύστερα από την έκδοση της 2/2017 απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη, ο αντίδικος α)επεδίωξε με κάθε μέσο την εκτέλεση της με επίδοση επιταγής προς πληρωμή προς την ίδια επιτάσσοντας την να καταβάλλει απευθείας προς τον ίδιο το επιδικασθέν ποσό των 646.851,92 €, (β) επέβαλλε στις 22.02.2017 αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας των τραπεζών "..., και (γ) επέβαλλε στις 15.03.2017 αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας των τραπεζών "...".Ότι κατά των ανωτέρω πράξεων εκτέλεσης άσκησε ανακοπή η εταιρεία ...

με την εκεί ιστορούμενη διαδικαστική πορεία. Ότι ο ενάγων, άσκησε την με αριθ. καταθ. .../5/2017 ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατά της δήλωσης της Εθνικής Τράπεζας, ως τρίτης, και ζητούσε να καταδικασθεί η καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα να του καταβάλλει ως αποζημίωση το ποσό των 760.000 € που απορρίφθηκε πρωτοδίκως.

Η εν λόγω ανακοπή συζητήθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Ηρακλείου στις 19.05.2017 και απορρίφθηκε πρωτοδίκως με την υπ' αρ......απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου.Ότι ο ενάγων άσκησε κατά της Εθνικής Τράπεζας την με αριθ. καταθ. .../2017 αίτηση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητούσε να του παραδοθεί το ποσόν των 177.028,09 € το οποίο κατατέθηκε σε έναν από τους κατασχεθέντες λογαριασμούς μετά την υποβολή της δήλωσης της Τράπεζας.

Ότι ο ενάγων άσκησε και την υπ' αρ. .../200/2013 αγωγή του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου σε βάρος της ίδιας, της αγοράστριας ..., και όλων των μελών του Δ.Σ. της ισχυριζόμενος ότι όλοι μαζί, από κοινού, ενορχήστρωσαν και τελέσαν αδικοπραξία σε βάρος του, επειδή η εταιρεία ... παρά την επιβολή εις βάρος της συντηρητικής κατάσχεσης για το ανεξόφλητο υπόλοιπο του τιμήματος του με αρ. .../2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Δ., δυνάμει της με αρ. 3063/2008 απόφασης του ΜΠρΗρ, προχώρησε στην καταβολή του προς εμένα, και επιδίωκε την καταβολή του ποσού των 750.000 ευρώ ως αποζημιωση.

Το Εφετείο, τους ανωτέρω υπό στοιχεία ΣΤ και Θ πρόσθετους λόγους έφεσης με τις διαλαμβανόμενες σ' αυτούς ενστάσεις καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος απέρριψε ως απαράδεκτους κρίνοντας ότι οι αναφερόμενες σ' αυτό ενστάσεις καταχρηστικής άσκησης καλύπτονται από το δεδικασμένο της 2/2017 απόφασης του Εφετείου με την οποία κρίθηκε το δικαίωμα του ενάγοντος να αξιώσει την καταβολή χρηματικής αμοιβής ποσοστού 20% επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης.

Επομένως, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς και τους απέρριψε ο από τον αρ.8 του άρθρου 559ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος. Εξάλλου, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης ,με το επικαλούμενο πραγματικό στον υπό στοιχείο ΣΤ πρόσθετο λόγο έφεσης ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν αποδεικνυόταν εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου του στο σύνολό τους τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά αλλά προσθέτως, αυτή ως καταχρηστική ένσταση (με το επικαλούμενο πραγματικό στον υπό στοιχείο ΣΤ πρόσθετο λόγο έφεσης) καλύπτεται από το δεδικασμένο της 2/2017 απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία κρίθηκε το ουσιαστικό δικαίωμα του αναιρεσίβλητου με βάση τη σύμβαση εργολαβίας δίκης να αξιώσει τη χρηματική αξία του 20%του αντικειμένου της δίκης εφόσον τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή της ήταν προγενέστερα της συζήτησης της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η 2/2017 τελεσίδικη απόφαση μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν (ΚΠολΔ 330 αρ.1).

Η ίδια ένσταση της αναιρεσείουσας με το επικαλούμενο πραγματικό προς θεμελίωση με αυτό αυτοτελούς ιστορικής βάσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος στον υπό στ.Θ πρόσθετο λόγο της έφεσης καλύπτεται επίσης από το δεδικασμένο της 2/2017 απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης εφόσον τα κρίσιμα περιστατικά (επίκληση κατάχρησης λόγω άσκησης και άλλων αγωγών κατ' αυτής από τη σύμβαση εργολαβίας δίκης για την ικανοποίηση της ίδιας κατ' ουσία απαίτησης) μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν.

Τα επικαλούμενα με τον ίδιο πρόσθετο λόγο μεταγενέστερα περιστατικά της συζήτησης της υπόθεσης στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η 2/2017 απόφαση, που αφορούν δίκες περί την εκτέλεση που ανοίχθηκαν με αφορμή την επισπευδόμενη εκτέλεση της ανωτέρω 2/2017 απόφασης κατά της εταιρείας ..., επιβολής κατασχέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα ως τρίτων, δεν ήταν κρίσιμα προς θεμελίωση νόμιμου ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος.

Παρέπεται ότι, παρά την κατά τα ανωτέρω εσφαλμένη αιτιολογία της πληττόμενης απόφασης, εφόσον ο ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης για την παρά το νόμο κήρυξη απαράδεκτου του ισχυρισμού αυτού από το Εφετείο. 9. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη προταθέντα "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε τον διαλαμβανόμενο στον τελευταίο πρόσθετο λόγο έφεσης οψιγενή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή προέβαλε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ένσταση επισχέσεως, επικαλούμενη το κατά το άρθρο 1 παρ.1 της 4/2012 Αγορανομικής Διάταξης δικαίωμα ως αποδέκτριας υπηρεσιών "να αρνηθεί την καταβολή οποιουδήποτε ποσού εάν δεν λάβει το νόμιμο παραστατικό φορολογικό στοιχείο".

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με τον ανωτέρω πρόσθετο λόγο και τον περιεχόμενο σε αυτόν οψιγενή ισχυρισμό - ένσταση επισχέσεως έκρινε επί λέξει ότι "ο πρόσθετος λόγος έφεσης να καταδικασθεί ο αντίδικος στην παροχή φορολογικού στοιχείου, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής αφού δεν αφορά πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να έχει ως έννομη συνέπεια την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης".

Υπό τα διαλαμβανόμενα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφασή του έλαβε υπόψη του με το ανωτέρω πραγματικό και αίτημα ισχυρισμό-ένσταση της αναιρεσείουσας, τον απέρριψε και συνεπώς δεν ιδρύεται ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος κατ' ορθή υπαγωγή από τον αρ.8 του άρθρου 559ΚΠολΔ.Σε κάθε όμως περίπτωση η με το ανωτέρω ιστορικό και αίτημα ένσταση επισχέσεως για τη δικαιολόγηση της βραδείας προβολής της ως οψιγενούς το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου η αναιρεσείουσα επικαλείται τη δημοσιευθείσα 4/2012 Αγορανομική Διάταξη άρθρο 1 παρ.1, δεν είναι νόμιμη.

Τούτο διότι η ανωτέρω διάταξη, η παραβίαση της οποίας συνεπάγεται διοικητικές κυρώσεις για τους παρέχοντες υπηρεσίες, δεν θεμελιώνει ενοχική αξίωση του καταναλωτή σε απόδοση του φορολογικού στοιχείου και δεν αποτελεί διάταξη ουσιαστικού δικαίου που να θεμελιώνει λόγο απόσβεσης της ενοχής ή άλλο λόγο άμυνας του εναγομένου σε πολιτική δίκη (ΑΠ 1040/2020).

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

10. Κατά το άρθρο 201 του ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης). Κατά δε το άρθρο 207 παρ.1 του ιδίου ΑΚ, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της.

Τέλος, κατά το άρθρο 209 εδ. β' του ΑΚ, όταν πρόκειται για δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, τα στοιχεία που αφορούν το αντικείμενο της δικαιοπραξίας κρίνονται με βάση το χρόνο της πλήρωσης της αίρεσης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: α) με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης που τέθηκε σε δικαιοπραξία καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματά της, επομένως δε και ότι β) όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία το οποίο εξαρτήθηκε με αυτήν (δικαιοπραξία) από αναβλητική αίρεση, που πληρώθηκε ή που την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αίρεσης (πλασματική πλήρωση), αυτός (που ασκεί το δικαίωμα) οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμα του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξίας, κατά τα προεκτεθέντα.

Για την κατά τα ανωτέρω πλασματική πλήρωση της αίρεσης απαιτείται παρακωλυτική συμπεριφορά του ζημιουμένου από την πλήρωση, και δη πράξη ή παράλειψη, αντιτιθέμενη στην καλή πίστη βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπου συνεκτιμάται και το ενδεχόμενο πταίσμα. Οι παραπάνω συνέπειες επέρχονται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη θέληση των μερών.

Δεν απαιτείται η παρακώλυση (πράξη ή παράλειψη) του ζημιουμένου να έγινε με πρόθεση ή αδικαιολόγητα, πρέπει όμως να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και της πλήρωσης ή της ματαίωσης της αίρεσης.

Συνεπώς, επί εργολαβίας της δίκης, η οποία τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της αμετάκλητης περάτωσης της αγωγής, στην περίπτωση της αδικαιολόγητης ανάκλησης του εντολέα της εντολής του προς τον εντολοδόχο δικηγόρο, χρόνος υπολογισμού της αμοιβής του τελευταίου, η οποία συμφωνήθηκε με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, είναι εκείνος της πλασματικής πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης, δηλαδή της ανάκλησης της εντολής, υπό την προϋπόθεση ότι, αν δεν μεσολαβούσε η ανάκληση της εντολής, θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή με βεβαία κατάληξη την έκδοση ευνοϊκής για τον εντολέα του αμετάκλητης απόφασης.(ΑΠ133/2018).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

11.Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Oτι από το επίδικο κληροτεμάχιο με αριθμό .., εμβαδού 15.078 τ.μ. και κατά νεώτερη καταμέτρηση 14.701,18 τ.μ., που κείται στο ..., εντός σχεδίου πόλεως, στη θέση ..., η εναγομένη μεταβίβασε με πώληση την κυριότητα τμήματος αυτού, εμβαδού 9.991,46 τ.μ.

με το συμβόλαιο με αριθμό .../7-3-2008 της συμβολαιογράφου Χερσονήσου, Ε. Δ. Σ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αριθμό ... στην προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία ..., της οποίας γενικός διευθυντής και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του νομικού της προσώπου ήταν, κατά το χρόνο αγοραπωλησίας, ο Κ.

Μ.. Ότι το τίμημα αγοραπωλησίας όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο, ορίστηκε στο ποσό των 1.500.000 ευρώ, ήτοι σε 150 ευρώ ανά τ.μ. και η αντικειμενική αξία εκτιμήθηκε στο ποσό των 1.668.953,73 ευρώ, η οποία επίσης αναφέρεται στο συμβόλαιο, ήτοι σε 167 ευρώ ανά τ.μ. Ότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει, ότι η αντικειμενική αξία των ακινήτων της περιοχής προσδιορίστηκε για το έτος 2009, στο ποσό των 274 ευρώ ανά τ.μ.

για τα οικοδομήσιμα ακίνητα και στο ποσό των 164 ευρώ ανά τ.μ. για τα μη οικοδομήσιμα ακίνητα και δεν διαφοροποιείται το έτος 2006 που ανεκλήθη η εντολή του ενάγοντος. Ότι με ρητό όρο του συμβολαίου συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η εναγομένη πωλήτρια εκχωρεί στην ανωτέρω αγοράστρια ... τα δικαιώματα που έχει σε όλο το με αριθμό ..

κληροτεμάχιο και που θα προκύψουν από την εφαρμογή του σχεδίου πόλης και την πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού. Ότι ενόψει της μη δικαιολογημένης ανάκλησης της εντολής και της μετέπειτα αγοραπωλησίας του ακινήτου, κατά τα ανωτέρω παρατιθέμενα και αποδειχθέντα περιστατικά, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα ποσοστό 20% της αξίας του με αριθμό… κληροτεμαχίου, ήτοι τόσο του πωληθέντος και μεταβιβασθέντος τμήματος όσο και εκείνων των τμημάτων που παρέμειναν στην κυριότητα αυτής και συγκεκριμένα σε ποσοστό 20% της χρηματικής αξίας εδαφικής έκτασης εμβαδού 14.701,18 τ.μ., σύμφωνα με την πιο πρόσφατη εμβαδομέτρηση του επίδικου κληροτεμαχίου.

Ότι σχετικά με την αξία του ακινήτου ο ενάγων, πέραν των αναφορών του, κατά την εξέταση του χωρίς όρκο, σε πληροφορίες που είχε, ότι, δηλαδή, κάποιοι ενδιαφερόμενοι αγοραστές πρότειναν πολύ μεγαλύτερο τίμημα από το αναφερόμενο στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, δεν ενισχύει και με άλλα στοιχεία τον ισχυρισμό του ότι η αξία του ακινήτου προσδιορίζεται, κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε 5.000.000 ευρώ και όχι στο ύψος του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος.

Ότι αναφορικά με την αξία του ακινήτου η κτηματομεσίτρια, Ε. Ν., στην από 14-3-2009 έκθεση εκτίμησης, αναφέρει μεταξύ των άλλων, ότι γενικά το ανατολικό παραλιακό μέτωπο, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, παρέμεινε υποβαθμισμένο σε σχέση με το κεντρικό παραλιακό μέτωπο, που βρίσκεται απέναντι από τις προβλήτες των επιβατικών πλοίων και από το φρούριο Κούλε, καθώς και σε σχέση με το δυτικό παραλιακό μέτωπο, που αναβαθμίστηκε με τα Ολυμπιακά Έργα.

Ότι, επίσης, το επίδικο ακίνητο ως προς το οικοδομήσιμο στο μέλλον μικρό τμήμα του έχει πρόσοψη στην οδό ..., η οποία δεν έχει εμπορικότητα και η ανωτέρω τιμή πώλησης ήταν μικρή, διότι η ζήτηση προδήλως ήταν περιορισμένη από ολιγάριθμους επενδυτές, αφού οι περισσότεροι θα προτιμούσαν να διαθέσουν το ίδιο χρηματικό ποσό σε ακίνητο που είναι εκτός σχεδίου πόλης, αλλά καθαρό και με προοπτική ένταξης στο σχέδιο, παρά σε ακίνητο που είναι αμφισβητούμενο σε αρκετά μεγάλο μέρος του από το Δήμο, το Δημόσιο και τον ΟΛΗ, ώστε να παρεμποδίζεται η οικοδομησιμότητα αυτού μελλοντικά.

Ότι εξάλλου με την με αριθμό 214/2014 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας για ακίνητα κείμενα στον τέως ... πλεονεκτικότερα του επιδίκου και σε χρόνο μεταγενέστερο σε ποσά κυμαινόμενα από 240 έως 300 ευρώ ανά τ.μ. Ότι μετά την αξιολόγηση όλων των στοιχείων, η αξία του ακινήτου προσεγγίζει την αντικειμενική αξία των ακινήτων της περιοχής, κατά τον κρίσιμο χρόνο, λαμβανομένης υπόψη και της απελευθέρωσης του ακινήτου αυτού από την πλειονότητα των καταπατητών, που ανατίμησε την αξία του, η οποία εκτιμάται στο ποσό των 220 ευρώ ανά τ.μ., κατά τον κρίσιμο χρόνο της ανακλήσεως της εντολής στις 30-11-2006.

Ότι κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και σε συμμόρφωση με τη με αριθμ. 133/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, το Δικαστήριο τούτο κρίνει, ότι, η αξία του με αριθμό …κληροτεμαχίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο ανακλήσεως της εντολής, επί της οποίας είχε συμφωνηθεί η αμοιβή του ενάγοντος, εκτάσεως 14.701,18 τ.μ., ανέρχεται στο ποσό των 3.234.259,60 ευρώ (14.701,18 τ.μ.Χ 220 ευρώ) και ως εκ τούτου ο ενάγων δικαιούται να λάβει ως αμοιβή ποσοστό 20% της αξίας του παραπάνω ακινήτου, δηλαδή δικαιούται να λάβει το ποσό των 646.851,92 ευρώ (3.234.259,60 ευρώ Χ 20%), απορριπτόμενης ως αβάσιμης της αντέφεσης, με την οποία ο αντεκαλών ισχυρίζεται ότι αξία του ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο ανήρχετο σε 5.000.000 ευρώ.

Με βάση τα περιστατικά αυτά έκανε δεκτό το λόγο έφεσης και το πρόσθετο λόγο, εξαφάνισε την απόφαση, δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 646.851,92 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως εξοφλήσεως. Με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των ανωτέρω με αρ. 10 της παρούσας διατάξεων, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως ο τελευταίος από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

12.Με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-1-2019 αίτηση περί αναιρέσεως της 127/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ