Legislator Case Law & Legislation
1215/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding private property rights and public use of church grounds in Spetses.

Case Number 1215/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Municipality of Spetses, the Church of the Assumption, and the ARMATAS 1822 society against a lower court ruling. The appellants argued that the church grounds were de facto public spaces used by locals and students, thereby denying the appellants' exclusive right of use. The court rejected this, stating that public usage does not automatically confer public status on private property and that the lower court correctly applied civil code provisions regarding possession and disturbance of rights.

Legislator headnote

AI generated

Articles 987a and 989a of the Civil Code; The court established that public use of private property by the community does not transform it into public property or negate the owner's exclusive right of use.

Keywords

AI generated
private property rights public use doctrine disturbance of possession church grounds status civil code provisions right of use appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 987a and 989a of the Civil Code
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1215 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1215/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Οκτωβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των καλούντων - αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στην …, 2. Α. Κ. του Κ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Εμβαλωμένο και Καλλιόπη Παπαντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των καθών η κλήση - αναιρεσειόντων: 1. Δήμου Σπετσών, ΝΠΔΔ που εκπροσωπείται νόμιμα, εδρεύοντος στις Σπέτσες, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Παναγιώτη Πρωτόπαπα και Ηλία Αρβανιτόπουλο, 2. Ιερού Ναού της Αναλήψεως του Χριστού, ΝΠΔΔ, που εδρεύει στις Σπέτσες, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Πρωτόπαπα, 3.Οικολογικού-περιβαλλοντικού και πολιτιστικού Σωματείου, υπό την επωνυμία "ΑΡΜΑΤΑ 1822" που εδρεύει στις Σπέτσες, νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Πρωτόπαπα

Των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 4. Ι. Γ. Κ. κατοίκου …, 5. Ι. θυγ. Γ. Χ., χήρα Γ. Γ., συζ. Κ. Α., κατοίκου …, 6. Κ. Α., το γένος Β. Φ., κατοίκου …, 7. Δ. Χ. Κ., κατοίκου ..., 8. Τ. Σ. Α., κατοίκου …, 9. Μ. Β. Τ., αγνώστου διαμονής, 10. Α. - Μ. θυγ. Γ. Ζ., κατοίκου …, 11. Γ. Α. Φ., και του Δ. Φ., κατοίκου … 12. Ν. χήρας Θ. Φ., ως κληρονόμου του αποβιώσαντος συζύγου της, κατοίκου … 13. Α. Θ. Φ., ως κληρονόμου του Θ. Α. Φ., κατοίκου … 14. Δ. θυγ. Θ. Φ., ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της, κατοίκου … 15. Μ. θυγ. Θ. Φ., ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της, κατοίκου …. Οι 4ος 5η και 7η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Σοφία Βαρδάκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Οι 6ος 8ος έως και 15η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των καθών η κλήση - προσθέτως παρεμβαινόντων: 16. Δ. Ο. Α. , κατοίκου …, 17. Μ. συζ. Γ. Π., κατοίκου …, 18. Κ. συζ. Κ. Δ., κατοίκου …, 19. Ζ. Π. Μ., κατοίκου …, 20. Ν. Ξ. Λ., κατοίκου …, 21. (υπ αριθμ 23 στην κλήση) Α. χας Δ. Δ., κατοίκου …, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος Δ. Δ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των καθών η κλήση: 22. Κ. Θ. Θ., κατοίκου …, 23. Μ. Δ. Μ., κατοίκου …, 24. Π. χας Ν. Θ., κατοίκου …, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος συζύγου της, 25. Π. Ν. Θ., κατοίκου …, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός του, 26. Α. Ν. Θ., κατοίκου …, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός του, 27. Ι. Ν. Θ., κατοίκου …, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός της, 28. Α. Ν. Θ., κατοίκου …, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός της, 29. Β. Ν. Θ., κατοίκου …, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός της, 30. Σ. Μ., το γένος Ε. Θ., κατοίκου …, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός της, 31. Ε. Θ. του Ε. Θ., κατοίκου …, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός της, 32. Α. Θ. το γένος Θ. Τ., κατοίκου …, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος Ε. Θ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-5-1990 και με αριθμ. καταθ. 1675/1990 αγωγή του Δήμου Σπετσών κατά των Δ. Κ. και Α. Α., β) την από 30-8-1990 και με αριθμ. καταθ. 2364/1990 πρόσθετη παρέμβαση του Ιερού Ναού της Αναλήψεως του Χριστού υπέρ του Δήμου Σπετσών, γ) η από 8-8-1990 και με αριθμ. καταθ. 2417/1990 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε παρέμβαση των εναγομένων κατά του Ι. Κ. κλπ, δ) η από 6-9-1990 και με αριθμ. καταθ. 2552/1990 πρόσθετη παρέμβαση των Ι. Κ. κλπ υπέρ των εναγομένων, ε) η από 8-12-1990 και με αριθμ. καταθ. 3619/1990 πρόσθετη παρέμβαση του Δ. Δ. υπέρ του Δήμου Σπετσών, στ) η από 27-5-1990 και με αριθμ. καταθ. 2753/1990 αγωγή του Δήμου Σπετσών κατά των Τ. Α. κλπ, ζ) η από 17-8-1990 και με αριθμ. Καταθ. 2446/1990 αγωγή του Δ. Κ. κατά των Ε. Θ. κλπ και η) η από 18-8-1990 και με αριθμ. καταθ. 2447/1990 αγωγή της Α. Α. Ε. Θ. κλπ. που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1004/1991 μη οριστική, 1700/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 397/2016 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 19-12-2016 αίτησή τους και τον από 28-10-2017 πρόσθετο λόγο αυτής.

Εκδόθηκε η 688/2018 απόφαση του Α.Π. που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19-12-2016 αίτησης και τον από 28-10-2017 πρόσθετο λόγο αυτής. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με την από 6-2-2019 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 19-12-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 397/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά και ο από 28-10-2017 πρόσθετος λόγος της πρέπει να συνεκδικαστούν κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

2. Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, στο άρθρο 82 ΚΠολΔ ορίζεται ότι ο προσθέτως παρεμβαίνων έχει δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις που επιτρέπονται στη δίκη προς το συμφέρον εκείνου.

για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και έχει υποχρέωση να δεχθεί τη δίκη στη θέση που βρίσκεται κατά το χρόνο της παρέμβασής του και ότι αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σ' εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Εξάλλου κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 ΚΠολΔ "οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεσης, ακόμα και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει για το σκοπό αυτό να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ "ο παρεμβαίνων καλείται οτις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, σε περίπτωση δε πρόσθετης παρέμβασης έχει δικαίωμα να προτείνει την έλλειψη της κλήτευσης και ο διάδικος για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση".

Τούτο, δε, είναι εύλογο, διότι και ο προσθέτως παρεμβαίνων είναι ανάγκη να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματα του, δοθέντος ότι χωρίς την κλήτευσή του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερθείσες διατάξεις.

Περαιτέρω, από τις ίδιες, ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του" και του άρθρου 558 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος στη δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απευθύνεται κατ' αρχήν η αναίρεση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, όμως, πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης.

Σε αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση της τελευταίας κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 447/2017, ΑΠ 436/2016), εκτός αν η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, οπότε ο παρεμβάς δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 2192/2013), το δε απαράδεκτο της συζήτησης της αίτησης, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη, δηλαδή, η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται η δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ, κατά την τακτική διαδικασία), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 57 παρ Ι ΚΠοΛΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 § 1 εδ.

β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευση τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον, εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (Ολ.

ΑΠ 11/1998, 15/2001), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης (με την προσκομιδή αποδεικτικών επιδόσεώς της ή πιστοποιητικού του αρμοδίου γραμματέως κ.λπ.) τότε η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 242/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση νόμιμα επαναφέρονται με την από 6-2-2019 κλήση των αναιρεσιβλήτων Δ. Κ. και Α. συζ. Ι. Α. το γένος Κ. Κ. η άνω αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, μετά την έκδοση της 688/2018 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή τους, λόγω μη κλήτευσης κατά την δικάσιμο εκείνη των προσθέτως παρεμβάντων υπέρ του αναιρεσείοντος Δήμου Σπετσών, Δ.

Α., Μ. συζ. Γ. Π., Ζ. θυγ. Π. Μ., Κ. Κ. Δ. και Ν. Ξ. Λ., των οποίων η πρόσθετη παρέμβαση είχε κριθεί παραδεκτή από το Εφετείο, ερήμην των αναιρεσιβλήτων Κ. Α., Τ. Α., Μ. Τ., Α. - Μ. Ζ., Γ. Φ., Ν. χας Θ. Φ., Α. Θ. Φ., Δ. Θ. Φ. και Μ. Θ. Φ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.

Ζ., με αριθμούς 11780/28-6-2019, 11767/27-6-2019, 11753/26-6-2019, σε συνδυασμό με τα φύλλα των εφημερίδων Ι. Εφημερίς Δημοπρασιών και πλειστηριασμών της …-7-2019 και 2. Ριζοσπάστης της …-7-2019, …/…-6-2019, …/…-6-2019, …./…-6-2019, …./…-6-2019, …/…-6-2019 και …/…-6-2019, αντίγραφα της ένδικης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου αυτής, καθώς και κλήση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκαν στους αναιρεσίβλητους Κ.

Α., Τ. Α., Μ. Τ., Α. - Μ. Ζ., Γ. Φ., Ν. χα Θ. Φ., Α. Θ. Φ., Δ. Θ. Φ. και Μ. Θ. Φ., πλην όμως αυτοί κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρο 242 ΚΠολΔ από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, η συζήτηση της υπόθεσης θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Εξάλλου, από τις 11772, 11770, 11769, 11754, 11771 και 11775/27-6-2019 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου Δικαστικού Επιμελητή προκύπτει ότι αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου της με κλήση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε στους άνω προσθέτως παρεμβάντες υπέρ του Δήμου Σπετσών, Δ.

Α., Μ. Γ. Π., Ζ. θυγ. Π. Μ., Κ. συζ. Κ. Δ. και Ν. Ξ. Λ., των οποίων η πρόσθετη παρέμβαση είχε γίνει δεκτή από το Εφετείο, καθώς και στην Α. χα Δ. Δ.., αφού ο θανών σύζυγος της Δ. Δ. νόμιμα είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Δήμου Σπετσών και κατά των Δ. και Α. Κ., οι οποίοι (πιο πάνω παρεμβαίνοντες) δεν παρέστησαν κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το σχετικό πινάκιο κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (βλ. 16ο, 17η, 19η, 18η, 20ο και 23η των καθών η κλήση στα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου).

Επίσης, από τις 11759/27-6-2019,11784/28-6-2019, 11761, 11763, 11762, 11766, 11764, 11765, 11758, 11757, 11756/27-6-2019 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου Δικαστικού Επιμελητή προκύπτει ότι αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου της με κλήση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε στους αναφερομένους στην κλήση και στο οικείο πρακτικό με αριθμούς 21, 22 και 24 έως και 32 ως καθών η κλήση, πλην όμως η παρούσα ένδικη αναίρεση και ο πρόσθετος λόγος, αυτής δεν στρέφονται κατά των ανωτέρω καθών η κλήση και, επομένως, οι άνω κλήσεις έγιναν εκ περισσού.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθπκε ερήμην των εξής αναιρεσιβλήτων: Μ. Τ., (8) Γ. Α. Φ. (10), Ν. χας Θ. Φ. (11), Α. Θ. Φ. (12) Δ. Θ. Φ. (13) και Μ. Θ. Φ. (14ης), ενώ δεν προκύπτει από κάποιο έγγραφο αν η άνω απόφαση επιδόθηκε στους ανωτέρω και παρήλθε η προθεσμία ανακοπής ερημοδικίας ή αν αυτοί άσκησαν ανακοπή ερημοδικίας κατά της άνω απόφασης η οποία (ανακοπή) απορρίφθηκε ή όχι, έτσι ώστε κατά την κατάθεση της άνω αναίρεσης (20-12-2016) η προσβαλλόμενη απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς αυτούς. Επομένως, επειδή πρόκειται για απλή ομοδικία η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος της πρέπει να απορριφθούν ως προς τους πιο πάνω αναιρεσίβλητους ως απαράδεκτοι.

3. Κατά την παράγραφο 4 εδ. 1 και 3 του άρθρου 495 ΚΠσλΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2.4.2012 (άρθρο 113 του νόμου αυτού) εφαρμόζεται δε στην προκείμενη περίπτωση, ως εκ του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (20.12.2016), εκείνος, που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο..., το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο Γραμματέας...

Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το Δικαστήριο ως απαράδεκτο. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο διάδικος, που καταθέτει κάποιο από τα ένδικα μέσα, υποχρεώνεται να προκαταβάλλει, με ποινή το απαράδεκτο, χρηματικό παράβολο με κλιμακούμενο ποσό, αναλόγως με το είδος του ασκούμενου ένδικου μέσου.

Το παράβολο προκαταβάλλεται στο ΤΠκΔ με την άσκηση του ένδικου μέσου, το δε γραμμάτιο επισυνάπτεται στο δικόγραφο του ένδικου μέσου επί ποινή απαραδέκτου (ΑΠ 900/2013). Η θέσπιση παραβόλου για την άσκηση ενδίκου μέσου, δεν δημιουργεί προβλήματα αντισυνταγματικότητας ή αντίθεσης προς την ΕΣΔΑ (Ολ. ΣτΕ 1583/2010), καθόσον το Σύνταγμα ή η ΕΣΔΑ δεν υποχρεώνει την θέσπιση ένδικων μέσων ή την καθιέρωση πλειόνων βαθμών δικαιοδοσίας.

Άλλωστε, δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα αντισυνταγμα-τικότητας ή αντίθεσης προς την ΕΣΔΑ, της επιβολής παραβόλου ανακοπής ερημοδικίας του άρθρου 505 παρ. 2 ΚΠολΔ, λαμβανομένου υπόψη και της υπάρξεως του θεσμού του ευεργετήματος πενίας (άρθρ. 194 επ. ΚΠολΔ - ΑΠ 1513/2018). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 276 παρ. 1 του ν. 3463/2006, οι Δήμοι και οι Κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι Σύνδεσμοι Δήμων και Κοινοτήτων, οι αποκλειστικώς κοινωφελούς χαρακτήρα αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις Ύδρευσης-Αποχέτευσης, η Κεντρική Ενωση Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδας και οι Τοπικές Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, τέλος, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε., από κρατήσεις και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους, με την επιφύλαξη των εκάστοτε ισχυουσών φορολογικών ρυθμίσεων.

Επίσης έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο. Απαλλαγές που προβλέπονται υπέρ του Δημοσίου από το παράβολο για άσκηση ένδικων μέσων, για την εισφορά υπέρ του ταμείου Χρηματοδότησης δικαστικών κτιρίων, για το δικαστικό ένσημο αντιγράφων και για τα δικαιώματα υπέρ των έμμισθων υποθηκοφυλάκων, ισχύουν και για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και λοιπά νομικό πρόσωπα, τους Συνδέσμους Δήμων και Κοινοτήτων, τις Τοπικές Ενώσεις και την Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας.

Επομένως οι Δήμοι δεν έχουν υποχρέωση να καταβάλουν το προβλεπόμενο στο άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. Β περ. δ' του ΚΠολΔ παράβολο (ΑΠ 3/2020). Περαιτέρω, το άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998 ορίζει ότι οι διατάξεις των άρθρων 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α' 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.).

Τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος, ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης, ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών.

Επομένως, οι Ιεροί Ναοί που αποτελούν ΝΠΔΔ δεν υποχρεούνται στην καταβολή παραβόλου κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Τέλος, οι άνω διατάξεις με τις οποίες αναγνωρίζονται τα δικονομικού περιεχομένου προνόμια του Δημοσίου και κατ' επέκταση στους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, σχετικά με την μη καταβολή παραβόλου κατά την άσκηση ή εκδίκαση αγωγών, ενδίκων μέσων ή βοηθημάτων δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα (αρθ. 4 παρ 1, 5 και 20) ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και αρθρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον οι τελευταίες αυτές διατάξεις, οι οποίες εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα έννομης προστασίας και την διασφάλιση των ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη δίκη, δεν στερούν από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις, όταν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος που αποβλέπουν στην εκπλήρωση των σκοπών τους, όπως στους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ που έχουν ως έργο, οι μεν ΟΤΑ, που εκφράζουν την λαϊκή κυριαρχία και αποτελούν θεμελιώδη θεσμό του δημόσιου βίου (αρθρ. 1 ν. 3462/2006) την διεύθυνση και ρύθμιση όλων των τοπικών υποθέσεων, σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της εγγύτητας, με στόχο την προστασία, την ανάπτυξη και τη συνεχή βελτίωση των συμφερόντων και της ποιότητας ζωής της τοπικής κοινωνίας (αρθρ. 75 ν. 3462/2006), οι δε Ιεροί Ναοί την πραγμάτωση της θρησκευτικής ελευθερίας και λατρείας των πιστών.

Δεν αντίκεινται, δε, και στην αρχή της αναλογικότητας (αρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του Συντ/τος) αφού οι άνω από τον νόμο ρυθμίσεις είναι πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και δεν είναι δυσανάλογες σε σχέση με αυτόν ούτε υπερβαίνουν, προδήλως, το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες δεν κατέβαλαν το προβλεπόμενο από την παρ 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ παράβολο, αφού αναγράφεται στο δικόγραφο αυτής ότι κατατέθηκε ατελώς κατ' άρθρο 373 ν.3463/2006, ούτε υπάρχει επισυναπτόμενο παράβολο ή βεβαίωση για καταβολή του. Όσον αφορά μεν το Δήμο Σπετσών και τον Ιερό Ναό της Αναλήψεως του Χριστού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αυτοί εξαιρούνται από την καταβολή του σχετικού παραβόλου, η δε εξαίρεση αυτή δεν αντίκειται στις προαναφερθέισες διατάξεις, απορριπτομένων των αντιθέτων αιτιάσεων των αναιρεσιβλήτων. Όμως, η άνω εξαίρεση από την καταβολή παραβόλου δεν ισχύει για το τρίτο αναιρεσείον σωματείο με την επωνυμία <ΑΡΜΑΤΑ 1822>, της άνω ατέλειας μη προβλεπόμενης ρητά γι'αυτό, αλλά και μη συναγόμενης από το όρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ που ορίζει, μεταξύ άλλων ότι <σε περίπτωση που ασκήθηκε ένα ένδικο μέσο από ή κατά περισσοτέρων διαδίκων κατατίθεται ένα παράβολο από τους εκκαλούντες, αναιρεσείοντες ή αιτούντες>. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που αφορά στο πιο πάνω σωματείο, λόγω μη καταβολής του σχετικού παραβόλου.

4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111, 118, 119 παρ. 1 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την τήρηση της, για κάθε αίτηση δικαστικής προστασίας, έγγραφης προδικασίας, με ποινή απαραδέκτου, απαιτείται να αναγράφονται τα σε αυτά οριζόμενα στοιχεία, δηλαδή, μεταξύ των άλλων, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη, το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, η κατοικία και η διεύθυνση όλων των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων τους καθώς και ο αριθμός φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, η επωνυμία, η διεύθυνση της έδρας τους, καθώς και ο αριθμός του φορολογικού μητρώου τους. Εξάλλου, η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης του ως άνω στοιχείου, που ορίζεται στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 118 αρ. 3 ΚΠοΛΔ., όπως αυτή ισχύει από 1-1-2016 μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν.4355/2015 ήτοι του αριθμού φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο, δεν επιφέρει ακυρότητα αυτού, ενώ η έλλειψη αυτή μπορεί να συμπληρωθεί εκ των υστέρων ή όταν από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι το εν λόγω στοιχείο (ΑΦΜ) εξατομίκευσης των αναιρεσειόντων (όπως και η αρμόδια Δ.Ο.Υ.) καλύπτεται από την παραπομπή σε άλλα στοιχεία του φακέλου (ΑΠ 1879/2017, ΑΠ 1226/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι στα …/…-11-2017 και …/…-12-2015 ειδικά πληρεξούσια των συμ/φων Αλέξανδρου-Μελετίου Βασιλάκη Αθηνών και Γεωργίου Λυράκη Σπετσών, αντίστοιχα, αναφέρονται οι αριθμοί φορολογικού μητρώου του Δήμου Σπετσών (ΑΦΜ 090099540, ΔΟΥ Α' Πειραιώς) και του Ιερού Ναού (ΑΦΜ 090099643 ΔΟΥ Α' Πειραιώς) αντίστοιχα, έτσι ώστε να καλύπτεται η έλλειψη της σχετικής αναφοράς τους στο δικόγραφο της αναίρεσης και, επομένως, να πληρούται ο σκοπός του νόμου, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους αναιρεσίβλητους με τις προτάσεις τους.

5. Κατά το άρθρ. 556 § 2 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή μερικά κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο ηττηθείς διάδικος έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση, εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, το οποίο προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου. Η βλάβη, του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του. Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ.68), εφόσον, δε, δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1368/2010, ΑΠ 1663/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι απορρίφθηκαν οι εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, δηλαδή του Δήμου Σπετσών και του Ιερού Ναού της Αναλήψεως του Χριστού, ως προς τον οποίο δεν υπάρχει διάταξη στο διατακτικό προκύπτει, όμως από το σκεπτικό της απόφασης ότι απορρίφθηκε κατ' ουσία και η Έφεση του τελευταίου.

Επικαλούνται, δε, αμφότεροι το έννομο συμφέρον τους στο δικόγραφο της αναίρεσης, συνιστάμενο στην απόρριψη των εφέσεών τους και των προσθέτων λόγων έφεσης και την εν μέρει αποδοχή των εφέσεών των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, οι ανωτέρω έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της ένδικης αναίρεσης και ως εκ τούτου είναι απορριπτέοι οι ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων που υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Τέλος, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι το εφετείο δεν απάντησε στους λόγους έφεσής τους, σχετικά με την συμπεριφορά του Δημάρχου Π. Π., ο οποίος αρχικά με επιστολή του στο Υπουργείο Πολιτισμού υποστήριξε την ανέγερση των οικοδομών από τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους, ενώ μεταγενέστερα άλλαξε γνώμη και υποστήριξε ότι τα επίδικα ακίνητα είναι κοινόχρηστοι χώροι και β) του Δημάρχου Ε.

Κ., με την εντολή του οποίου εκδόθηκαν βεβαιώσεις καταβολής ΤΑΠ για τα επίδικα ακίνητα το έτος 2004 είναι απαράδεκτες καθόσον δεν συνάπτονται με κάποια αναιρετική πλημμέλεια.

6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ως προς εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αντίγραφο του δικογράφου αυτού, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως ως χρόνος συζητήσεως της αναιρέσεως, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι της, θεωρείται η δικάσιμος που αρχικό ορίσθηκε κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και όχι η τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, που ορίσθηκε ύστερα από ματαίωση ή αναβολή συζητήσεως της υποθέσεως, κατά το άρθρο 575 ΚΠολΔ, με συνέπεια, αν δεν τηρηθεί η ως άνω θεσπισμένη προθεσμία ως προς την κατάθεση αλλά και ως προς την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, να απορρίπτονται αυτοί κατά το άρθρο 577 ΚΠολΔ ως απαράδεκτοι για έλλειψη προδικασίας (ΑΠ Ολομ.143/1984).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2016 μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν.4355/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους αντιδίκους η αντικατάστασή του.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε από τον Πρόεδρο του τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου αρχική δικάσιμος η 6-12-2017, το δε δικόγραφο του πρόσθετου λόγου αυτής κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου στις 2-11-2017 και επιδόθηκε όπως προκύπτει από την 572?/3-11-2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Γ. την 3-11-2017 στη δικηγόρο Αθηνών Καλλιόπη Παπαντωνίου, ως κατ' άρθρο 569 παρ. 2γ ΚΠοΛΔ, πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων που επέσπευσαν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ'αριθ. 397/2016 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Παραλήφθηκε δε το δικόγραφο αυτό του πρόσθετου λόγου από την ανωτέρω δικηγόρο, η οποία δήλωσε τα εξής: <Με την επιφύλαξη ότι παραλαμβάνω για τον πρώτο και την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων για τους οποίους επισπεύσθηκε η συζήτηση δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου, ενώ για τους λοιπούς των αναιρεσιβλήτων επιφυλάσσομαι για την νομιμότητα της επίδοσης δεδομένου ότι δεν τους εκπροσωπώ>. Περαιτέρω, από τις 10292, 10286 και 10289/24-7-2017 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Ζ. της ένδικης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο της 6-12-2017 προς τους αναιρεσείοντες,

τις 10231, 10325, 10320, 10326/28-7-2017, τις 10284/24-7-2017, 19265/20-7-2017, σε συνδυασμό με τα φύλλα των εφημερίδων ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣ-ΜΩΝ και ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ της …-7-2017, τις 10291, 10298, 10274, 10294, 10300 και 10273/24-7-2017 εκθέσεις επίδοσης της ένδικης αναίρεσης προς τους αναιρεσίβλητους του ίδιου Δικαστικού Επιμελητή για την αρχική δικάσιμο της 6-12-2017, τις 10288, 10287, 10299, 1028510290 και 10295/24-7-2017 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου Δικαστικού Επιμελητή της ένδικης αναίρεσης προς τους προσθέτως παρεμβάντες για την αρχική δικάσιμο προκύπτει ότι η άνω δικηγόρος επέσπευσε την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για την άνω αρχική δικάσιμο συζήτησης της ένδικης αναίρεσης ως πληρεξούσια δικηγόρος των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων Δ. Κ. και Α. Α. το γένος Κ. Κ. και όχι ως πληρεξούσια δικηγόρος και των λοιπών αναιρεσιβλήτων. Κατέστη δε πληρεξούσια δικηγόρος των ανωτέρω δύο αναιρεσιβλήτων δυνάμει του …/…-3-2017 πληρεξουσίου του Συμ/φου Αθηνών Παναγιώτη Κορομάντζου, του οποίου δεν προκύπτει ανάκληση. Επομένως, ο άνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός μόνο ως προς αυτούς του δύο αναιρεσίβλητους, ως προς δετούς λοιπούς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση του εν λόγω πρόσθετου δικογράφου προς αυτούς.

7. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 979, 980, 983, 984 παρ. 1, 987, 989 εδ. α', 992, 993 και 994 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: α) για την απόκτηση της νομής επί πράγματος, κινητού ή ακινήτου, απαιτείται, αφενός μεν βούληση του αποκτώντος να εξουσιάζει το πράγμα ως κύριος, αφ' ετέρου δε φυσική εξουσίαση στο πράγμα. Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη των στοιχείων αυτών, είναι δημιουργική του μη εμπραγμάτου δικαιώματος της νομής.

Η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του κατέχοντος να κατέχει και εξουσιάζει το πράγμα κατά τρόπο διαρκή, απεριόριστο και αποκλειστικό, εκδηλώνεται δε με πράξεις επί του πράγματος που αρμόζουν στον κύριο αυτού (ΑΠ 1420/2003), Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο της νομής (βούληση) υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία, κατά κανόνα, ασκείται στο όνομα και για λογαριασμό του κυρίου, δυνάμει ενοχικής σχέσεως ισχυρής ή όχι (ΑΠ 1025/02).

Η νομή προσβάλλεται είτε με αποβολή είτε με διατάραξη, που γίνεται από τρίτο παράνομα. Παράνομη είναι η προσβολή όταν ο νομέας δεν την επιτρέπει. Επομένως εννοιολογικά στοιχεία προσβολής της νομής είναι: α) αποβολή ή διατάραξη, β) παράνομη, γ) χωρίς τη θέληση του νομέα. Άλλες προϋποθέσεις, π.χ. διάρκεια της προσβολής, περιουσιακή ζημία του νομέα, χρήση βίας, γνώση ή άγνοια, υπαιτιότητα ή κακή πίστη του προσβολέα, δεν θέτει ο νόμος.

Διατάραξη είναι κάθε παρεμπόδιση ή παρακώλυση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα που δεν φτάνει μέχρι την αποβολή (ΑΠ 1260/98). Η διατάραξη αποτελεί μερική προσβολή της νομής, γιατί ο νομέας δεν στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία, αλλά παρακωλύεται σε κάποια από τις εκδηλώσεις της, δηλαδή σε κάποια από τις χρησιμότητες του πράγματος.

Η διατάραξη μπορεί να επέλθει με πράξη, όταν αυτός που διαταράσσει είτε ενεργεί πάνω στο πράγμα (π.χ. αφαιρώντας ή και κόβοντας ή και καταστρέφοντας αντικείμενα από ξένη ιδιοκτησία,), είτε εμποδίζει το νομέα από το να ενεργήσει πάνω στο πράγμα (π.χ. δυσχεραίνει το νομέα να εισέλθει στην ιδιοκτησία του με την τοποθέτηση αντικειμένων που φράζουν ή παρεμποδίζουν ή παρακωλύουν την είσοδο και έξοδο απ' αυτήν), ή με παράλειψη όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως συμβαίνει όταν αυτός παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του (ΑΠ 1717/2006).

Από τη διατάραξη διακρίνεται η μερική αποβολή από τη νομή. Στην πρώτη περίπτωση περιορίζεται το εύρος της φυσικής εξουσίασης του πράγματος (είτε ως προς το μέρος είτε προς ολόκληρο το πράγμα), ενώ στη δεύτερη περίπτωση αφαιρείται από το νομέα ολοκληρωτικά η φυσική εξουσίαση σε μέρος του πράγματος (πχ.

περιφράσσεται μέρος του ακινήτου). Περαιτέρω, μόνη η αμφισβήτηση της νομής δεν συνιστά διατάραξη, αν όμως ο νομέας απειλείται να μην προβεί σε πράξεις επί του πράγματος τότε η νομή του διαταράσσεται. Στοιχεία της αγωγής διατάραξης είναι: α) η ύπαρξη νομής από τον ενάγοντα, τόσο κατά τον χρόνο της διατάραξης όσο και κατά τον χρόνο της άσκησης της αγωγής, την οποία νομή συνιστούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και εκδηλώνουν τη βούλησή του να το εξουσιάζει ως δικό του και β) η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με διατάραξη που γίνεται παράνομα και χωρίς την βούλησή του ενάγοντα (ΑΠ 585/2016).

Εξάλλου, στοιχεία της αγωγής αποβολής, στην οποία μπορεί να σωρευτεί και αναγνωριστική αγωγή είναι η νομή του ενάγοντα πάνω στο πράγμα κατά το χρόνο της αποβολής και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με αποβολή που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα - ενάγοντα. Η σχετική αγωγή στρέφεται κατά του προσβολέα, ο οποίος ταυτόχρονα με την απώλεια της νομής από τον ενάγοντα απέκτησε νομή επί του πράγματος, την οποία και διατηρεί κατά την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 1269/1998).

Με την αποβολή ο νομέας χάνει τη φυσική εξουσίαση σε όλο ή μέρος του πράγματος, η δε απώλεια της φυσικής εξουσίασης είναι καθολική και πλήρης. Αντίθετα δεν συνιστά αποβολή η αφαίρεση της νομής με δικαστική απόφαση, καθώς και κάθε αφαίρεση του πράγματος από το νομέα που γίνεται νόμιμα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 10/2011, 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 319/2017).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του όρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή, να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).

Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 1909/2014).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή, να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής κρίσιμα περιστατικά: ?Τα επίδικα ακίνητα είναι τα υπ'αρ. … και … οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία βρίσκονται στο παλιό ... της πόλης των …, στη θέση "..." ή "...", έχουν έκταση 1666,75 τμ και 1390,60 τμ, αντίστοιχα και αποτελούν τμήματα ενός αγροτεμαχίου επιφάνειας 9500 τμ, που βρίσκεται στην παραπάνω θέση, εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α.

Π. περιμετρικό με τους αριθμούς 1-2-3-4-5-6-7-8-9-1 και συνορεύει: βορειοδυτικά σε πλευρά 1-2-3 συνολικού μήκους 113 μ. με ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου, πρώην Τ.(1-2=85 μ 2-3- 28μ), βορειοανατολικώς, σε πλευρά 3-4 μήκους μέτρων 120 με ιδιοκτησία αγνώστου, νοτιοανατολικά σε πλευρά 4-5-6-7-8, συνολικού μήκους μέτρων 127 με ιδιοκτησία αγνώστων και σήμερα με ιδιοκτησία Γ., μερικά με δρόμο, μερικά με ιδιοκτησία Ν., πρώην Τ.

και μερικά με παραλία (4-5=45+5-6=17+6- 7=40+7-8=25 μ) και νοτιοδυτικά σε πλευρά 8-9-1 με αιγιαλό και θάλασσα, Το πρώτο από τα επίδικα ακίνητα επιφάνειας 1666,75 τμ, συνορεύει κατά το ανωτέρω σχεδιάγραμμα, βόρεια σε πλευρά Κ-Λ επί προσώπου μέτρων 11,88, με δημοτική οδό, ανατολικά σε πλευρά Λ-Μ-Ν-Ξ-0 μήκους μέτρων 58 με δημοτική οδό (Λ-Μ=9,22+ Μ- Ν=5,70+ Ν-Ξ=13,01+Ξ-0=30,07 ) νότια σε πλευρά Ο-Ρ μήκους μέτρων 37,53 με δημοτική οδό Ρ-Σ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Κ μήκους μέτρων 58,98 με δημοτική οδό (Π-Ρ=2,50+ Π-Σ= 18,68+ Σ-Υ-Φ-Χ- Ψ-Ω-Κ= 37,80) και πέρα από αυτή με αιγιαλό και θάλασσα.

Όπως προκύπτει από το υπ'αριθμ …/…-6-1987 πωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Μαρίας Δ. Πολίτη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπετσών, στον τόμο .. . και με αύξοντα αριθμό …, το παραπάνω ακίνητο πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε στον Δ. Κ. Κ.- ενάγοντα-εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα-εφεσίβλητο από τους α) Ι.

Κ. του Γ., ) Ι. Χ. του Γ. συζ. Κ. Α., ) Α. χα Ι. Κ. και ) Χ. Κ. του Ι., Το δεύτερο από τα επίδικα ακίνητα, επιφάνειας 1390,60 τμ, εμφαίνεται επίσης στο από 27-4-1987 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-μηχανικού και συνορεύει βόρεια σε πλευρά Α-Β μήκους μέτρων 20,09 με δημοτική οδό, βορειοανατολικά σε πλευρά Β-Γ-Δ μήκους μέτρων 68,30 με δημοτική οδό (Β-Γ=65,64+Γ-Δ=2,66), νοτιοανατολικά σε πλευρά Δ-Θ μήκους μέτρων 17,82 με δημοτική οδό και νοτιοδυτικά σε τεθλασμένη πλευρά Θ-Ε-Ζ-Η-Α συνολικού μήκους μέτρων 62,51 με δημοτική οδό (Θ-Ε=30, 02+Ε-Ζ=6+Ζ- Η=7, 07+Η-Α=19,42).

Το ακίνητο αυτό πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε από τους ίδιους ως άνω πωλητές στην Α. συζ. Ι. Α., το γένος Κ. Κ., ενάγουσα-εναγομένη και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη, με το υπ' αριθμ. …/…-7-1987 πωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Μαρίας Δ. Πολίτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπετσών, στον τόμο … και με αυξ.

αριθμό …. Τα παραπάνω ακίνητα περιήλθαν στην κυριότητα, νομή και κατοχή των δικαιοπαρόχων των προαναφερόμενων αγοραστών Δ. Κ. και Α. Κ. συζ. Ι. Α. ως εξής: 1. στον Ι. Κ. του Γ., ποσοστό 5/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα του Γ. Κ. του Ι., που πέθανε στις 20/8/1985 και ο οποίος άφησε την από 14/5/1985 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση του της 19/9/1985, με το υπ' αριθμόν … πρακτικό του και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμό 872 απόφαση του και του οποίου την κληρονομιά αποδέχθηκε με τις υπ' αριθμούς …, … και …/1987 πράξεις της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Δ.

Πολίτου, που έχουν και αυτές νομίμως από τότε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπετσών, στον τόμο … και με αύξ. αριθμούς …, … και … αντιστοίχως, 2.- Στον αποβιώσαντα Γ. Κ. του Ι. και Κ. είχε περιέλθει το ανωτέρω ποσοστό ως εξής: 2.1.- Ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά Ν. Κ. του Γ., με την από τον μήνα Οκτώβριο 1938 μυστική - διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών στις 7/2/1947, με την υπ' αριθμό 647/1947 απόφαση του και του οποίου την κληρονομιά αποδέχθηκε ο Ι.

Κ. του Γ. για λογαριασμό του πατέρα του Γ. Κ. του Ι., με την παραπάνω υπ' αριθμό … /1987 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Δ. Πολίτη - Στον Ν. Γ. Κ. είχε περιέλθει ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του πατέρα του Γ. Κ., που πέθανε το έτος 1871, στην οποία αναμίχθηκε και υπεισήλθε ως αληθινός κληρονόμος.

Και 2.2.- Ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του Ι. Κ. του Γ. και Β., που πέθανε στις 10/2/1953... χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τον Γ. Κ. του Ι., μετά την αποποίηση της κληρονομιάς από τη σύζυγο του Κ. χήρα Ι. Κ., το γένος Γ. Κ. και την θυγατέρα του Α. σύζυγο Ο. Π. το γένος Ι. Κ., όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμό …/….2.1953 έκθεση αποποιήσεως κληρονομιάς του κ.

Γραμματέα Πρωτοδικών Αθηνών, της οποίας επίσημο αντίγραφο προσαρτάται στην υπ' αριθμό …/1987 πράξη της αυτής Συμβολαιογράφου. Την ανωτέρω κληρονομιά αποδέχθηκε ο Ι. Κ. του Γ. (πωλητής) για λογαριασμό του πατέρα του Γ. Κ. του Ι., με τις παραπάνω, υπ' αριθμούς …/1987 και …/1987 πράξεις της αυτής Συμβολαιογράφου... 3.

Στον Ι. Κ. του Γ. και Β. είχε περιέλθει: Ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντα πατέρα του, Γ. Κ., που πέθανε το έτος 1871, χωρίς να αφήσει διαθήκη και του οποίου (δηλαδή του Ι. Κ. του Γ. και Β.) την κληρονομιά αποδέχθηκε ο Ι. Κ. του Γ. (πωλητής) για λογαριασμό του πατέρα του, Γ. Κ. του Ι., με την ανωτέρω υπ' αριθμόν ../1987 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Δ.

Πολίτη.- Ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά του αποβιώσαντα το έτος 1946 αμφιθαλούς αδελφού του, Π. Κ., ο οποίος άφησε την από 20/1/1943 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών στις 12/11/1948, με το υπ' αριθμόν …/1948 πρακτικό του και κηρύχθηκε κυρία, με την υπ1 αριθμόν 7821/1948 απόφαση του άνω Δικαστηρίου και του οποίου την κληρονομιά αποδέχθηκε ο Ι.

Κ. του Γ. (πωλητής) για λογαριασμό του Ι. Κ. του Γ. και Β., με την υπ' αριθμόν …/1987 πράξη της αυτής Συμβολαιογράφου.- 4. Στον ανωτέρω Π. Κ. του Γ. είχε περιέλθει το ανωτέρω ποσοστό από κληρονομιά του αποβιώσαντα εξ αδιαθέτου το έτος 1871 πατέρα του, Γ. Κ. και του οποίου (Π. Κ. του Γ.) την κληρονομιά αποδέχθηκε ο Ι. Κ. του Γ.

και Σ. (πωλητής) για λογαριασμό του Ι. Κ. του Γ. και Β., με την υπ' αριθμόν …/1987 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Δ. Πολίτη. 5 Στην Ι. θυγατέρα Γ. Χ. σύζυγο Κ. Α., περιήλθε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της αποβιώσασας στις 20/4/1987 μητέρας της Β. (Λ.) συζύγου Γ. Χ., το γένος Χ. - Χ. Κ., η οποία δεν άφησε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την ανωτέρω πωλήτρια Ι.

σύζυγο Κ. Α., μετά από την γενόμενη από τον πατέρα της Γ. Χ., αποποίηση της κληρονομιάς και της οποίας την κληρονομιά αποδέχθηκε με την υπ' αριθμόν …/1987 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Δ. Πολίτη, που έχει από τότε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπετσών, στον τόμο … και με αύξ. αριθμό ….- 6.

Στη Β. (Λ.) σύζυγο Γ. Χ., που πέθανε, είχε περιέλθει το ανωτέρω ποσοστό του 1/8 εξ αδιαιρέτου από την κληρονομιά του αποβιώσαντα στις 13/6/1947 πατέρα της, Χ. Κ. του Γ., ο οποίος δεν άφησε διαθήκη και του οποίου την κληρονομιά αποδέχθηκε η Ι. σύζυγος Κ. Α. για λογαριασμό της μητέρας της, με την ανωτέρω υπ' αριθμόν …/1987 πράξη της ανωτέρω Συμβολαιογράφου.- 7.

Στον αποβιώσαντα Χ. Κ. του Γ. είχε περιέλθει κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά του αποβιώσαντα εξ αδιαθέτου το έτος (1871) πατέρα του, Γ. Κ..- 8.- Στην Α. χήρα Ι. Κ. περιήλθε ποσοστό 5/8 εξ "διαιρέτου των 2/8, δηλαδή 10/64 εξ αδιαιρέτου και στο Χ. Κ. του Ι. ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου των 2/8, δηλαδή 6/64 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά του Ι.

Κ. του Χ. και Ζ., ο οποίος πέθανε την 1/4/1968 στο … και άφησε την από 24/8/1966 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη συνεδρίασή του της 9/5/1968, με το υπ' αριθμόν …/1968 πρακτικό του και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμόν …/1968 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου και του οποίου την κληρονομιά αποδέχθηκαν με τις υπ' αριθμούς …/1987 και ../1987 πράξεις της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Δ.

Πολίτη, που έχουν νομίμως από τότε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπετσών, στον τόμο … και με α/α … και … αντιστοίχως. 9.- Στον Ι. Κ. του Χ. και Ζ. είχε περιέλθει: Ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του πατέρα του Χ. Κ. του Γ. και της Β., του οποίου την κληρονομιά αποδέχθηκαν οι Α.

χήρα Ι. Κ. και Χ. Κ. του Ι. (πωλητές) για λογαριασμό του Ι. Κ. του Χ. και Ζ., με την παραπάνω υπ' αριθμό …/1987 πράξη της αυτής Συμβολαιογράφου. Και 9.2 - Το υπόλοιπο ποσοστό του 1/8 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά του παραπάνω Ν. Κ. του Γ. και Β., ο οποίος πέθανε στις 25/12/1946 και άφησε την από τον μήνα Οκτώβριο 1938 μυστική διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε στις 7/2/1947 με το υπ' αριθμόν ../1947 πρακτικό του και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμό 647/1947 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και του οποίου την κληρονομιά αποδέχθηκαν οι Α.

χήρα Ι. Κ. και ο Χ. Κ. του Ι., για λογαριασμό του Ι. Κ. του Χ. και Ζ., με την υπ' αριθμόν …/1987 πράξη της αυτής συμβολαιογράφου που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπετσών, στον τόμο … και με α/α …. Από τα ίδια όμως ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν κοινόχρηστο χώρο κατά το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και συγκεκριμένα ότι από τις 23-2-1866 μέχρι τις 23-2-1946, τα χρησιμοποιούσε αόριστος αριθμός προσώπων, με την έννοια ότι διέρχονταν από αυτά με την πεποίθηση ότι χρησιμοποιούν κοινόχρηστο χώρο.

Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση πριν από την έναρξη της ισχύος του άρθρου 20 του ν.δ./τος 17-7/16-8-1923, δηλαδή πριν από τις 4-1-1924, ώστε να καταστούν κοινόχρηστα βάσει της διάταξης αυτής. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση με τη βούληση των απώτερων δικαιοπαρόχων του Δ.

και Α. Κ., ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη από τις ενέργειες τους, ούτε ότι δημιουργήθηκε πραγματική κατάσταση σχετική με τη χρήση αυτή, η οποία διατηρήθηκε επί μακρόν με την ανοχή των παραπάνω δικαιοπαρόχων και επί πλέον δεν αποδείχθηκε ότι είχαν χαρακτηριστεί τα ακίνητα αυτά ως κοινόχρηστος χώρος με το εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης των Σπετσών, ώστε να αποκτήσουν την ιδιότητα των κοινοχρήστων, βάσει του άρθρου 28 του ν. 1377/1983.

Αντίθετα από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο υπ' αρ. πρωτ. …/…/…-10-1989 έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Πειραιά, αποδεικνύεται ότι τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται εξ ολοκλήρου μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Σπετσών του έτους 1867, το οποίο αναθεωρήθηκε με το από 24.10.80/81 Π.Δ. (ΦΕΚ 1/Δ/8.1.81), οπότε δημιουργήθηκαν τα επίδικα οικοδομικά τετράγωνα.

Ο ισχυρισμός του Δήμου Σπετσών ότι η σχεδιάγραμμα του ΠΔ 24-10-1980 απεικονίζεται με τα στοιχεία "Ο.Τ. …", έχει ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως από το 1867 ως κοινόχρηστος χώρος και αληθής υποτιθέμενος, δεν έχει οποιαδήποτε έννομη επιρροή στην προκειμένη υπόθεση, αφού μόνη η εμφάνιση ακινήτου σε ρυμοτομικό σχέδιο πόλεως ως κοινοχρήστου χώρου (οδού, πλατείας, κ.λπ.), χωρίς να ολοκληρωθεί ή συντελεστεί η απαλλοτρίωσή του, δεν προσδίδει την ιδιότητα του κοινοχρήστου.

Επίσης αποδείχθηκε ότι η ευρύτερη έκταση των 9500 τμ, στην οποία βρίσκονται τα επίδικα οικοδομικά τετράγωνα (… και …), ο ιερός Ναός "Παναγία η Αρμάτα" (Ο.Τ….), μικρή έκταση 113 τμ (Ο.Τ. …), καθώς οι προβλεπόμενοι από το ρυμοτομικό σχέδιο κοινόχρηστοι χώροι, ανήκε στην ιδιοκτησία του Ι. Γ. Κ. από τις αρχές του 19ου αιώνα, μετά δε τον θάνατο αυτού, οι κληρονόμοι του, αφού απέκτησαν τη νομή της παραπάνω έκτασης με κληρονομική διαδοχή, είχαν στη φυσική τους εξουσίαση την έκταση αυτή με διάνοια κυρίων και καλή πίστη μέχρι τις 23-2-1946, δηλαδή, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής της εν λόγω έκτασης δεν προσβάλλουν κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων και μετά την παραπάνω ημεροχρονολογία ανεξάρτητα από την ύπαρξη καλής πίστης αποκτήσαντες έτσι την κυριότητα της εν λόγω έκτασης,, άρα.

και των επιδίκων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Περί αυτών καταθέτουν με σαφήνεια και πειστικότητα οι έχοντες ιδίαν αντίληψιν εξετασθέντες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μάρτυρες του Δ. και Α. Κ.. Ειδικότερα, ο μάρτυρας Ι. Λ., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1935, κατέθεσε ότι: "Η εκκλησία ονομάστηκε Παναγία και μετά προσετέθη η λέξη Παναγία Αρμάτα και η σχετική περιοχή κοντά στην εκκλησία 9 με 10 περίπου στρέμματα ανήκε στην οικογένεια Κ....

ποτέ δεν άκουσα να υπάρχει αμφισβήτηση των δικαιωμάτων νομής κυριότητας της οικογένειας Κ. στα επίδικα... η εκκλησία αυτή εχτίσθη από τον Ι. Γ. Κ.... στο ευρύτερο κτήμα Κ. υπήρχαν πολλές ξερολιθιές, μπορεί να υπήρχε και στο όριο ξερολιθιά περιφράξεως... το ευρύτερο κτήμα Κ. ανήκε στην οικογένεια Κ. προ της επαναστάσεως.

Η οικογένεια Κ. συντηρούσε και την εκκλησία της Παναγιάς της Αρμάτας... Η οικογένεια Κ. κατά καιρούς εκαλλιέργησε τα επίδικα, τα εξεμίσθωνε... στο παρελθόν τα είχε οριοθετήσει. Είχε κτισθεί και μάνδρα περιφράξεως και ξερολιθιές για να κρατηθούν τα χώματα χάριν καλλιέργειας. Τα έδινε και σε τσοπάνηδες για βόσκημα...

τα δύο κενοτάφια έχουν ανεγερθεί από την οικογένεια Κ.... Η εικόνα της Παναγίας της οποίας γίνεται περιφορά στη γιορτή, φυλάσσεται στο σπίτι της οικογένειας Κ.... Στα επίδικα καλλιεργούσαν σπαρτά, σιτάρι, κριθάρι και τα παρόμοια. Μέχρι το 1985 καλλιεργούσε η οικογένεια Κ.... Η ιδιοκτησία Κ. άρχιζε από το ... της ...

και προχωρούσε προς το ..., σε κάποια απόσταση μετά από τα δύο κενοτάφια". Επίσης η μάρτυρας Μ.-Ε. χήρα Δ. - Γ. Δ. κατέθεσε ότι: "Τη μείζονα αυτή έκταση των 9500 στρεμμάτων όπου μετά τη ρυμοτόμηση και την απαλλοτρίωση κόπηκαν δρόμοι και απέμειναν τα επίδικα και η εκκλησία και το άλλο μικρό κομματάκι που προανέφερα, αυτά τα νοίκιαζε η οικογένεια Κ.

για καλλιέργεια και βοσκή στα επίδικα είδα ακόμη πεζούλες που είχαν γίνει για στήριξη χωμάτων διότι εκκαλιεργείτο όσο μέρος ήταν δυνατόν... υπήρχαν υπολείμματα μάνδρας προς το βόρειο τμήμα, δηλαδή μετά την εκκλησία και προς το φάρο... Οι Κ.δες εφρόντιζαν και επόπτευαν την περιουσία τους, μεταξύ των οποίων ήταν και τα επίδικα και είχαν ειδικό επιστάτη τον Σ.

Α. του Α. Α. και ο γιός και όλη η οικογένεια ήταν μέσα στα κτήματα του Κ. μεταξύ των οποίων και τα επίδικα. Είχε το κλειδί της εκκλησίας ο Σ. Α., έδινε άδεια εκείνος να βάλουν μέσα στο κτήμα προσωρινά ξύλα, για να διευκολύνει τον Κ. ο οποίος είχε ένα καρνάγιο δίπλα στα επίδικα... Οι δενδροφυτεύσεις έγιναν κατόπιν άδειας των ιδιοκτητών που ήταν η οικογένεια Κ.

και χάριν καλλωπισμού της περιοχής... Όλοι γνώριζαν και δεν υπήρχε καμμία αμφισβήτηση ποτέ, ότι όλη αυτή η έκταση όπου και τα επίδικα ανήκε στην οικογένεια Κ.". Τέλος ο μάρτυρας Γ. Λ., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1929, κατέθεσε ότι: "γνωρίζω τα επίδικα και από μικρός γνωρίζω ότι ολόκληρη η χερσόνησος ανήκε στην οικογένεια Κ.

από την εποχή του αγώνος και σε κάποιο διάστημα απεκόπη ένα σημείο της ιδιοκτησίας προκειμένου να φυλαχθεί το συγκρότημα των φάρων... Τα επίδικα οι Κ.δες τα είχαν παραχωρήσει από το 1916 περίπου στον Τ., ο οποίος τα εξεμεταλεύετο για καλλιέργειες και για βοσκή. Θανόντος του Τ. συνέχισε ο υιός του την εκμετάλλευση μέχρι και το 1970.

Έκτοτε διά του εκπροσώπου τους Α. ανέθεσαν σε άλλους την καλλιέργεια και βοσκή π.χ. Τ. και άλλοι μέχρι περίπου το 1984... Περί το 1950... Τότε δήμαρχος πρότεινε στους ιδιοκτήτες όλης της χερσονήσου στην οποία ανήκουν τα επίδικα δενδροφύτευση, προκειμένου να καλυτερεύσει η εικόνα της βραχώδους υφής αυτού του τόπου.

Η οικογένεια Κ. μου είχε πει ότι της εζητήθη η άδεια δενδροφύτευσης, την οποία δεν απέρριψαν...". Οι παραπάνω καταθέσεις των εξετασθέντων στην πρωτόδικη δίκη μαρτύρων, ενισχύονται από τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκ των διαδίκων Δ. Κ., Α. Κ. και οι δικαιοπάροχοι τους - προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβάντες πωλητές των επιδίκων ακινήτων και ειδικότερα: 1) Το υπ' αριθμ …/..-10-1846 έγγραφο του δημαρχεύοντος παρέδρου Σπετσών προς τον Ι.

Κ., στο οποίο αναφέρονται τα εξής: "κατά την προφορική σας αίτησιν σας παραχωρείται η άδεια του να ανεγείρετε Νέον Ναόν ήτοι Εκκλησίαν εις το ιδιόκτητόν σας γήπεδον κείμενον εις θέσιν ...ν συνορευόμενον δυτικώς με γήπεδον του πατρός σας Γ. Κ., ανατολικώς με γήπεδον των κληρονόμων Χ. Κ.., μεσημβρινώς με όμορον των κληρονόμων Α.

Κ. και αρκτικός με παράλιον λιμένος....". 2) Το υπ'αριθ. …/…-12Μ879 δικαστικό συμβιβασμό ενώπιον του Ειρηνοδίκη Σπετσών Γ I. Κ., που αφορά αγρούς καλλιεργημένους και ακαλλιέργητους κείμενους στη θέση ... ή Γενέθλιον της Θεοτόκου εντοιχισμένους από το ένα μέρος της θαλάσσης μέχρι το έτερον, πλάτους πήχεων τριάκοντα και μάκρους 100 περίπου πήχεων, έχοντες όρια γύρωθεν με μάνδρα Ι.

Κ., με τόπο και οικία Μ., Ι. Γ. Κ., με θάλασσα και λιμένα Σπετσών. Με τον συμβιβασμό αυτό, που έγινε μεταξύ του τότε ενάγοντος Ν. Ι. Δ. Κ.. και των τότε εναγομένων Χ. και Ι. Α. Τ., οι τελευταίοι αναγνώρισαν τον ενάγοντα κύριο και κάτοχο σε δύο τεμάχια των ανωτέρω αγρών. 3) Το υπ' αρ …/1881 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμ/φου Σπετσών Μ.

Λιόση, με το οποίο η Α. Α. Γ. πώλησε στον Χ. Τ. ιδιοκτησία της και αναφέρει ότι αυτή συνορεύει "με χωράφι Γ. Ι. Κ. και εκκλησία του ιδίου των γενεθλίων της Παναγίας...... 4) Το υπ' αρ …/..-11-1884 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Σπετσών Μιχαήλ Ν. Λιόση, ο Ν. Ι. Δ. Κ..ς πώλησε στο γυιό του Ι. Ν. Ι. Δ. Κ. "το ιδιόκτητόν του κληρονομικό χωράφιόν του (του πωλητού) καλλιεργημένον και μη...

κείμενον ενταύθα εν τη νήσω Σπετσών εις την θέση ... καλούμενην, παρά τη εκκλησία των Γενεθλίων της Θεοτόκου, έχον μήκος από της θαλάσσης του λιμένος αρχομένου και λήγοντος προς την θάλασσαν του πελάγους, τουτέστιν από της μεσημβρινοδυτικής άκρας του και μέχρι της βορειοανατολικής αυτής επί του πελάγους, το δε πλάτος του χωραφιού εξ πήχεων βασιλικών ήτοι Γαλλόμετρων τριάκοντα αρχομένου από της νοτιοανατολικής μάνδρας των κληρονόμων Γ.

Ι. Κ. και εφαπλουμένης μέχρι του ομόρου χωραφιού, βορειοδυτικώς του Ι. Γ. Κ., εξαδέλφου του πωλητού.." 5. Το υπ' αρ …/…-2-21994 πωλητήριον συμβόλαιον του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδικειακού γραμματέα Σπετσών Αγγέλου Φιλιππάκου, με το οποίο ο Ι. Χ. Τ., πώλησε στον αδελφό του Κ. Χ. Τ., μεταξύ άλλων και έναν αγρόν κείμενον στη θέση Παναγία Αρμάτα συνορευόμενο "γύρωθεν με αγρόν και κενοτάφιον Κ., με θάλασσαν του λιμένος....". 6) Το υπ' αριθμ.

…/…-10-1916 συμβόλαιο ανταλλαγής του Συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδικούντος Γραμματέως Σπετσών Βασιλείου Ν. Ρουμελιώτου, από το οποίο προκύπτει ότι ο Ι. Γ. Κ..ς έχων "εις την κατοχήν και κυριότητα του εκ κληρονομιάς του προ τεσσαράκοντα πέντε ετών αποβιώσαντος πατέρα του, ως εδήλωσεν εν χωράφιον κάτωθι της ανατολικής μάνδρας του εν … ναού Παναγίας Αρμάτας, τα σύνορα του οποίου αρχίζουν από της αναφερόμενης μάνδρας και εις απόστασιν μέτρων οκτώ ανατολικός κάτωθι του ιερού του αναφερθέντος ναού της Παναγίας Αρμάτας, ακολουθεί δε γραμμήν την μάνδραν προς νότον μέχρι του μνημείου οικογένεια Κ., αλλά εις απόστασιν κάτωθι τούτου ανατολικός μέτρα δέκα και καταλήγει εις την θάλασσαν....", αντάλλαξε το παραπάνω ακίνητο του με ακίνητο (αγρόν) του Κ.

Χ. Τ.. "εις θέσιν Άγιος Ιωάννης ..., άνωθι της ...". Την ίδια ημέρα ο Ι. Γ. Κ..ς με το υπ' αριθμ. …/…-10-1916 ενοικιαστήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω Ειρηνοδικούντος Γραμματέα, εκμίσθωσε στον Κ. Χ. Τ.. "αγρούς κείμενους εις θέσιν ... συνορευομένους και αρχίζοντες από μάνδραν του ίδιου Ι. Κ. προς το μέρος του φανού λιμένος … και ανατολικώς από το προάυλιον του γυναικωνίτου του ναού Παναγίας Αρμάτας εκτεινομένους μέχρι θαλάσσης λιμένος εις απόστασιν δέκα οκτώ μέτρων νοτίως του μνημείου οικογένειας Κ., εκτεινομένους επίσης μέχρι θαλάσσης λιμένος, ένθα το καρνάγιο του μάστρο Κ., δι' είκοσι (20) έτη αρχόμενα από σήμερα και λήγοντα την Τετάρτην Οκτωβρίου του 1936". 7) Το υπ' αριθμ.

…/…-12-1934 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδικειακού Γραμματέως Σπετσών Δ. Μανδήλου, με το οποίο ο Α. Π. Μ. πώλησε στην Χ. Π. το 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός μαγαζιού (ναυπηγείου), "κειμένου ενταύθα εις θέσιν Μπαλτιζα του λιμένος Σπετσών συνορευομένου του όλου μαγαζιού γύρωθεν με οικόπεδα Κληρονόμων Κ.

και Ναόν Παναγίας Αρμάτας... 8) το υπ' αριθμ. …/…-5-1964 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σπετσών Βασιλείου Νικολάου Σαρλή, ο Κ. Χ. Τ. πώλησε στην Σ. Ρ.. Ε. - Μ. Ν., τμήμα ενός αγρού του κειμένου "εις θέσιν Παναγία Αρμάτα ορίου Δήμου Σπετσών συνορευόμενον γύρωθεν με αγρόν και Κενοτάφιον Κ.... 9) Το υπ'αριθμ …/…-1-1973 συμβόλαιο πώλησης ακινήτου του συμβολαιογράφου Αθηνών Πέτρου Ανδρέου Κατσαΐτη, με το οποίο η Ι.

συζ. Α. Χ. πώλησε στον Σ. Μ., τμήμα ενός αγρού της αποκλειστικής κυριότητάς της, κειμένου στην κτηματική περιοχή της Νήσου και Δήμου Σπετσών στη θέση "Παναγία η Αρμάτα" που οριζόταν βόρεια με ιδιοκτησία Δημοσίου (χώρο Φάρου Σπετσών) επί Β-Γ μέτρων 38, δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Κ. επί πλευράς Γ-Δ μέτρων 116,55.10) Το υπ' αριθ.

…/…-7-1988 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου του Συμβολαιογράφου Σπετσών Κων/νου Νικήτα Γιδόπουλου, με το οποίο η Σ. συζ. Ε. Μ. Ν. πώλησε στον Κ. Κ. ένα αγροτεμάχιο ήδη οικόπεδο κείμενο στις … στη θέση "Παναγία Αρμάδα" οριζόμενο δυτικά ανατολικά με οδό άγουσα προς το εξωκκλήσι Παναγίας Αρμάδας... βόρεια με αγρόκτημα ιδοκτησίας κληρονόμων Ι.

Κ.. επί πλευράς μέτρων 62. Από τα παραπάνω συμβόλαια και ιδίως από εκείνα στα οποία συμβάλλονται οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του Δ. και Α. Κ., προκύπτει ότι αυτοί (δικαιοπάροχοι) εκδήλωναν την πρόθεσή τους να εξουσιάζουν την ευρύτερη έκταση, από την οποία απέρρευσαν τα επίδικα ακίνητα, ασκώντας επ'αυτής πράξεις νομής /όπως πώληση, ανταλλαγή και εκμίσθωση.

Ιδιαίτερα δε πρέπει να επισημανθεί ότι σε κανένα από τα συμβόλαια τα οποία αφορούν όμορα των επιδίκων ακίνητα, δεν αναφέρεται ως όριο των ακινήτων αυτών κοινόχρηστος χώρος, όπως θα έπρεπε να συμβαίνει αν τα επίδικα ακίνητα και η ευρύτερη έκταση από την οποία απέρρευσαν, είχαν διαμορφωθεί από αμνημονεύτου χρόνου σε κοινόχρηστο χώρο που εξυπηρετεί τις ανάγκες των δημοτών.

Περαιτέρω ισχυρά τεκμήρια περί του ότι οι δικαιοπάροχοι των Δ. Κ. και Α. Κ.-, είχαν τα επίδικα ακίνητα στη φυσική τους εξουσία, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη παρέχουν οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του Δήμου Σπετσών που δόθηκαν σε ανύποπτο χρόνο, επ' ευκαιρία άλλων δικών, που διεξήχθησαν μεταξύ του Δήμου Σπετσών και τρίτων.

Ειδικότερα, σε δίκη που διεξήχθη επί αγωγής νομής της Τ. Π. κατά του Δήμου Σπετσών, στις 23-11-1963, ο μάρτυρας Ε. Θ. (πρώτος εναγόμενος στις αγωγές του Δ. Κ. και της Α. Κ.) κατέθεσε ότι: "επί Δημαρχίας Μ. και Κ. εφυτεύθησαν πεύκα δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από 1952-1957. Όλα τα ανωτέρω πεύκα από της φυτεύσεως των τα επεριποιείτο και τα φρόντιζε ο Δήμος διά των υπαλλήλων του.

Από 4ετίας την φροντίδα των ανωτέρω πεύκων έχω αναλάβει εγώ τη εντολή του Δήμου Σπετσών... Εγώ δεν φροντίζω δένδρα που να είναι σε ιδιωτικό χώρο. Μία εξαίρεσις υπάρχει διά το εξωκκλήσιον της Παναγίας της Αρμάτας, η οποία εκκλησία μετά της περιοχή της ανήκει στους κληρονόμους Ι. Κ. και εις την περιοχή της οποίας έχει φυτεύσει ο Δήμος πεύκα και τη εντολή του Δήμου τα περιποιούμαι και τούτο διότι η εορτή της Αρμάτας έχει ιστορικήν σημασίαν διά τον τόπον και κατά την επέτειον της γίνεται τοπική εορτή Εθνική".

Επίσης στην ίδια δίκη ο μάρτυρας Β. Κ. Κ. κατέθεσε: "...ο Δήμος εφύτευε δένδρα παντού, τόσο εις Δημοτικούς χώρους όσον και εις ιδιωτικούς, γνωρίζω λόγου χάριν ότι εφύτευσαν δένδρα, δηλαδή, πεύκα εις το κτήμα Κ., τα οποία πότε πότε καλλιεργεί ο Δήμος χωρίς τούτο να ανήκει εις τον Δήμον... Η Αρμάτα όταν λέω εννοώ το εις το Φανάρι εξωκκλήσιον της Παναγίας, το οποίο μετά της περιβαλλούσης αυτώ εκτάσεως είναι ιδιοκτησία Κ.....

το κτήμα ήτο, είναι και παραμένει Ιδιοκτησία Κ. και προς διακόσμησίν του εφυτεύθυσαν τα δένδρα"... Επίσης σε άλλη δίκη μεταξύ των ίδιων των διαδίκων (Δήμου Σπετσών - Τ. Π.) ο μάρτυρας Μ. Τ. στις 9-9-1969 κατέθεσε ?...Ο Δήμος δι' εμού εφύτευσεν δένδρα εις το κτήμα Κ., το οποίον είναι εις την Παναγίαν την Αρμάδα εκτός της πόλεως ήτοι εις το Φανάρι...

Το κτήμα αυτό δεν ανήκει εις τον Δήμον αλλά εις τον κ. Κ.ν... Εκεί που εφυτεύθησαν τα πεύκα εις το κτήμα Κ. υπάρχει η Εκκλησία της Παναγίας της Αρμάτας, της οποίας το κλειδί το έχει ο επιστάτης του κ. Κ.... Η εκκλησία δεν είναι δημοτική αλλά της οικογένειας Κ.... Στην ίδια δίκη ο μάρτυρας Ε. Α. Θ. στις 27-1-1970 κατέθεσε: "...εφύτευσαν δένδρα από το 1947 μέχρι το 1953...

επί Δημαρχίας Μ. και Κ.... εις το κτήμα Κ., εις το οποίον είναι η Παναγία η Αρμάτα εφυτεύθησαν δένδρα κατόπιν εντολής του Κ.. Όταν εκαθαρίζαμεν τα δένδρα των Δημοτικών χώρων εκαθαρίζαμεν και τα δένδρα του κτήματος Κ. της Παναγίας Αρμάτας που είχε φυτεύσει ο Δήμος και το οποίον κτήμα είναι της ιδιοκτησίας αλλά δεν εκαθαρίζαμεν και τα δένδρα τα οποία είχεν φυτεύσει ο ίδιος εις την υπόλοιπον έκτασιν".

Επίσης όπως προκύπτει από την υπ' αρ 8266/27-2-1986 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Θ. Τ. που δόθηκε ενώπιον συμβολαιογράφου επί θεμάτων της από 25-9-1985 αιτήσεως της Χ. χήρας Δ. Π. και λοιπών για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά του Κ. Κ. Κ., ο παραπάνω μάρτυρας ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1907, κατέθεσε ότι: "Ήρθα στις Σπέτσες το έτος 1922 και εργαζόμουν σαν υπάλληλος του Κ.

Τ.. Και έσπερνα τα κτήματα του Κ. στην Παναγία Αρμάτα. Όταν σταμάτησε πια να καλλιεργεί τα κτήματα ο γυιός του Κ. Τ. Χ., συνέχισα εγώ με δικά μου πρόβατα να τα βόσκω στου Κ. το κτήμα με εντολή του Σ. Α.. Τα έβοσκα μέχρι πριν από τρία χρόνια. Την τελευταία τριετία τα βόσκει ο ανεψιός μου Ι. Κ....". Σημειώνεται ότι οι καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων σχετικά με τη φύτευση πεύκων κατά τη δεκαετία του 1950 ακόμη και σε ιδιωτικούς χώρους, επιβεβαιώνονται από τον τότε Δήμαρχο Α.

Π. Κ., ο οποίος επί αιτήσεως του Δήμου Σπετσών κατά της Τ. Π., στην ένορκη βεβαίωση που έδωσε στις 2-11-1962, κατέθεσε ότι το 1952 προέβη στη φύτευση πολλών εκατοντάδων δένδρων χάριν του πρασίνου. Η κρίση του δικαστηρίου περί του ότι τα επίδικα ακίνητα δεν ήταν κοινόχρηστοι χώροι αλλά ανήκαν στην ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων των εναγόντων Δ.

και Α. Κ., ενισχύεται και από το γεγονός ότι όπως προκύπτει από το υπ' αρ. φ. …/…/…/../… της ….-11-86 έγγραφο του Πολεμικού Ναυτικού και το συνοδεύον αυτό σχεδιάγραμμα, μέρος της ευρύτερης ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων των ως άνω εναγόντων τελεί υπό αναγκαστική απαλλοτρίωση χάριν της ζώνης ασφαλείας του φάρου.

Συγκεκριμένα στον κτηματολογικό πίνακα υπ' αρ 3 αναφέρεται: "εμβαδόν τεμαχίου στρέμματα 1737..., είδος εδάφους: ημιβραχος πευκόφυτον αγροτεμάχιον μετά ιδιοκτήτου Ναού... Ονοματεπώνυμον Γ. Κ.ς....". Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Μ. και Ι. Κ., οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον του ορισθέντος ως εντεταλμένου Δικαστή Ειρηνοδίκη Σπετσών και οι οποίοι εναρμονιζόμενοι πλήρως με τους ισχυρισμούς του Δήμου Σπετσών και των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντων, υποστήριζαν ότι τα επίδικα ακίνητα είναι κοινόχρηστος δημοτικός χώρος.

Ειδικότερα οι παραπάνω μάρτυρες υποστήριζαν ότι στον επίδικο χώρο από πολύ παλιά γίνεται κάθε χρόνο η θρησκευτική εορτή της "ΑΡΜΑΤΑΣ", δηλαδή, γίνεται θεία λειτουργία στο εκεί εξωκκλήσι και ο χώρος κατακλύζεται από πλήθος Σπετσιωτών και πιστών, ότι γίνονται ημερήσιες εκδρομές σχολείων και ότι ο χώρος αυτός χρησιμοποιείται ως χώρος περιπάτου και αναψυχής στα "κούλουμα" και την Πρωτομαγιά.

Η διέλευση όμως των δημοτών από τον παραπάνω χώρο δεν ενέχει την έννοια της υπέρ του Δήμου άσκησης νομής, αλλά γινόταν με την πεποίθηση και αντίληψη ότι διέρχονται μέσω ενός μη περιφραγμένου οικοπέδου και συνεπώς δεν μπορεί να προσδώσει στα επίδικα ακίνητα την ιδιότητα του κοινοχρήστου. Άλλωστε, παρόμοιες πράξεις συμβαίνουν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε όλους σχεδόν τους ιδιωτικούς ακάλυπτους χώρους, χωρίς να υπάρχει βούληση εξουσιάσεως με διάνοια κυρίου, ούτε από αυτούς που τις ασκούν ούτε πολύ περισσότερο από τις οικείες αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης.

Επίσης η φύτευση δένδρων στα επίδικα ακίνητα τη δεκαετία του έτους 1950, το πότισμα αυτών και ο καθαρισμός του χώρου από το Δήμο Σπετσών επί χρόνο που υπερβαίνει την εικοσαετία όπως ο ίδιος ισχυρίζεται δεν μπορούν να θεωρηθούν, άνευ άλλου τινός, ως άσκηση διακατοχικών πράξεων εκ μέρους του Δήμου, ώστε να αποκτήσει αυτός κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες και θεωρούμενες ως δικαστικά τεκμήρια ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που δόθηκαν σε άλλες δίκες (μεταξύ του Δήμου και τρίτων), ο Δήμος φύτευε δένδρα και σε χώρους αναμφισβήτητα ιδιωτικούς και καθάριζε τους χώρους αυτούς, "προς διακόσμηση", "χάριν του πρασίνου", όπως ανέφεραν χαρακτηριστικά οι παραπάνω μάρτυρες.

Ας σημειωθεί εξάλλου ότι όπως προκύπτει από την από Φεβρουάριου 2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αρ 1004/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς πραγματογνώμονα Δ. Α. τοπογράφου-μηχανικού, τα επίδικα ακίνητα περιλαμβάνονται στους τίτλους κυριότητας των Δ. Κ. και Α. Κ. συζ.

Ι. ...>... Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι: <Στην προκειμένη περίπτωση ο Δήμος Σπετσών και οι υπέρ αυτού παρεμβάντες στον πρώτο και δεύτερο βαθμό ισχυρίστηκαν ότι στην ευρύτερη έκταση των δέκα περίπου στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνονται και οι επίδικες εκτάσεις (Ο.Τ. … και …), από το έτος 1936 είχαν φυτευθεί πεύκα και κυπαρίσσια που μαζί με την αυτοφυή θαμνώδη βλάστηση αποτελούν οργανική ενότητα συμβάλλουσα στη διατήρηση της προστασίας της φύσης και της βιολογικής ισορροπίας της περιοχής και έτσι η έκταση αυτή θεωρείται δασική και σε κάθε περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων περί προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων...

Οι ισχυρισμοί αυτοί, είναι νομικά αβάσιμοι και απορριπτέοι... εφόσον η επίδικη έκταση χαρακτηρίζεται από το ρυμοτομικό σχέδιο ως οικοδομήσιμη δεν υπάγεται στις προστατευτικές των δασών και των δασικών εκτάσεων συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις, έστω και αν η υφιστάμενη στην έκταση αυτή βλάστηση θα δικαιολογούσε, ενδεχομένως, την εισαγωγή ρυμοτομικής ρυθμίσεως περί χαρακτηρισμού της ως κοινόχρηστου χώρου πρασίνου.

Ας σημειωθεί, εξάλλου, ότι όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. Πρωτ. …/…/…-10-1989 έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας Πειραιά, "... περιοχές που βρίσκονται εντός σχεδίου από το έτος 1867 δεν είναι δυνατόν να είναι χαρακτηρισμένες δασικές ή αναδασωτέες. Για το λόγο αυτό για την έκδοση του πδ/τος του 1981 δεν συνέτρεχε λόγος εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 49 του ν. 998/1979...".

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εντός του οικοδομικού τετραγώνου 446 υπάρχει το κενοτάφιο του ναυμάχου Ι. Γ. Κ. (1797-1861) ο οποίος έλαβε μέρος στη ναυμαχία της 8ης Σεπτεμβρίου 1822 για την απόκρουση της τουρκικής αρμάδας, και της συζύγου του Αικατερίνης (1802-1896), καθώς και ο οικογενειακός τάφος του συγγενούς και φίλου της οικογένειας Κ.

Α. Χ. (1814-1885), γόνου ιστορικού προσώπου του νησιού, της συζύγου του Α. (1825- 1906), Κ. Χ. (1851-1877) και του Α. Χ. (1852-1921). Και τα δύο αυτά μνημεία ανηγέρθηκαν από τον εφοπλιστή - θαλασσογράφο Ι. Γ. Κ., το πρώτο από αυτά περί τα τέλη του 19ου αιώνα προς μνήμη του Ι. Γ. Κ. και της συζύγου του και το δεύτερο μετά το έτος 1921 προς μνήμνην της οικογένειας Χατζηαναργύρου.

Όπως προκύπτει δε από την από 10-5-1921 μυστική διαθήκη του Α. Ι. Χ., που δημοσιεύθηκε με το υπ' αρ 62/1-10-1921 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Σπετσών, αυτός εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο του τον ως άνω I. Γ. Κ. και μεταξύ των βαρών που του επέβαλε ήταν η ανέγερση μνημείου παραπλεύρως ή όπου νομίζει του οικογενειακού του τάφου, πάντως όμως στην ιδιόκτητη εκκλησία του "η Γέννηση της Θεοτόκου (Παναγία Αρμάτα)", προκειμένου να εναποτεθούν σ' αυτό τα οστά των θείων του Α.

και Α. και τα δικά του. Επίσης αποδείχθηκε ότι μετά τη μεταβίβαση των επιδίκων ακινήτων, με την ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ26/267/90/688 της 12-9-88 απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού (ΦΕΚ Β 19-10-88 υπ' αρ. 758), ο ναός Παναγία Αρμάτα, χαρακτηρίστηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο και ορίστηκε ως ζώνη προστασίας περιοχή 150 μ. γύρω από το ναό.

Στην περιοχή αυτή προστασίας περιελήφθησαν και τα προαναφερόμενα μνημεία. Συνεπεία του ως άνω χαρακτηρισμού του ναού ως διατηρητέου μνημείου και της γύρω από αυτόν ζώνης προστασίας (περιλαμβανομένων εντός αυτής και των μνημείων), ουδεμία ανοικοδόμηση επιτρέπεται επί των επιδίκων, χωρίς άδεια εγκρινόμενη όχι μόνο από την Πολεοδομία αλλά και από την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού...

Αποδείχθηκε επίσης ότι κάθε χρόνο στις 8 Σεπτεμβρίου στην ευρύτερη έκταση που περιβάλλει τον Ιερό Ναό Παναγία Αρμάτα γίνονται εκδηλώσεις σε ανάμνηση της ναυμαχίας για την απόκρουση του τουρκικού στόλου (τουρκικής αρμάδας) στον πορθμό των Σπετσών, που έλαβε χώρα στα 22 Σεπτεμβρίου 1822. Οι εκδηλώσεις αυτές περιλαμβάνουν την τέλεση θείας λειτουργίας στον παραπάνω ναό και τη λιτάνευση της εικόνας της Παναγίας, η οποία φυλάσσεται στην οικία Ι.

Γ. Κ.. Όλες οι άλλες τελετές Εθνικού χαρακτήρα πραγματοποιούνται στο μνημείο των ηρώων στην πλατεία του Ιερού Ναού του Αγίου Νικολάου (βλ. κατάθεση του εξετασθέντος στην πρωτόδικη δίκη μάρτυρα Γ. Λ.). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 432222/929/6-7-87 έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομίας (τμήμα τυπογραφικό), από την ιδιοκτησία κληρονόμων Ι.

Γ. Κ. και Χ. Ι.. Κ., με στοιχεία (8-7-6-5-4-Β-Β'-3-2-1?-1-1-9-8), που βρίσκεται στην περιοχή ... όπως φαίνεται και στο από Απριλίου 1987 συνημμένο τοπογραφικό του πολιτικού μηχανικού Κ. Σ., ρυμοτομούνται όλα τα τμήματα της ιδιοκτησίας που βρίσκονται εκτός των ερυθρών γραμμών (οικοδομικές γραμμές) που περικλείουν τα οικοδομικά τετράγωνα …, … (όπου και η εκκλησία Παναγίας Αρμάτας), … και … (επίδικα), σύμφωνα με το διάταγμα ρυμοτομίας 24-10-1980 ΦΕΚ 1Δ/8-1-1981, όπως εφαρμόστηκε στο έδαφος με το διάγραμμα εφαρμογής 13/1986.

Μεταξύ των δύο επίδικων οικοδομικών τετραγώνων προβλέπεται δρόμος το πλάτος του οποίου κυμαίνεται από 25 μέτρα στο νοτιότερο τμήμα μέχρι 37 μέτρα στο βορειότερο. Ήδη μεταξύ των δύο επιδίκων ακινήτων (Ο.Τ. …, …) διέρχεται δρόμος που οδηγεί στην εκκλησία της Παναγίας της Αρμάτας. Ο δρόμος αυτός βρίσκεται ολόκληρος μέσα στα όρια του προβλεπομένου από το ρυμοτομικό-σχέδιο δρόμου μεταξύ των δύο επιδίκων οικοδομικών τετραγώνων και σε κανένα σημείο του δεν εισέρχεται μέσα στα όρια αυτών.

Ως εκ τούτου σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να παρακωλυθεί η πρόσβαση στην παραπάνω εκκλησία. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά τη διαδικασία έγκρισης του ρυμοτομικού σχεδίου που προέβλεπε ανάρτηση του σχεδίου πριν από την έγκρισή του, προκειμένου να λάβουν γνώση όλοι οι ενδιαφερόμενοι για να εκφράσουν τις αντιρρήσεις τους, υποβλήθηκαν πολλές ενστάσεις, οι οποίες κρίθηκαν από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Σπετσών, με τη συνδρομή των μηχανικών και δικηγόρων του Δήμου, και στη συνέχεια με πράξεις του Δημοτικού Συμβουλίου απορρίφθηκε σωρεία ενστάσεων με τις οποίες επιδιώκετο, κατά την άποψη του Δήμου, η "οικοπεδοποίηση" δημοτικών κοινόχρηστων χώρων.

Σε καμία όμως από τις πράξεις αυτές του δημοτικού συμβουλίου δεν αναφέρεται ότι υπήρξε κάποια αντίδραση στη δημιουργία των επιδίκων οικοδομικών τετραγώνων, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του Δήμου και των υπέρ αυτού παρεμβάντων οδηγεί σε οικοπεδοποίηση "του Ιερού Τεμένους", "του Ιερού Άλσους", "της Ακρόπολης των Σπετσών", όπως αυτοί χαρακτηρίζουν τα επίδικα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Δ. Κ. και Α. σύζ. Ι. ..., το γένος Κ. Κ., από τότε που απέκτησαν τα επίδικα ακίνητα τους (2 Ιουλίου 1987) ασκούν όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση των ακινήτων αυτών πράξεις νομής, με νόμιμο τίτλο, καλή πίστη και διάνοια κυρίων. Ειδικότερα, επισκέπτονται τα οικόπεδα τους τακτικά, τα έχουν αποτυπώσει σε τοπογραφικά διαγράμματα που έχουν εκπονηθεί με εντολή τους και με δαπάνες τους από διάφορους πολιτικούς μηχανικούς, όπως του Σ.

Α. και του Κ. Κ.. Επίσης, με επιμέλειά τους εκδόθηκαν στο όνομά τους οι υπ'αρ. …/…-5-1988 και …/…-2-1989 άδειες ανοικοδομήσεως, αντίστοιχα, από το Γραφείο Πολεοδομίας Πειραιά, οι οποίες αναθεωρήθηκαν αργότερα για την κοπή των δένδρων, την αρχιτεκτονική δε μελέτη ανέθεσαν και αυτή εκπονήθηκε από τον Αρχιτέκτονα μηχανικό Σ.

Α.. Στη συνέχεια εγκρίθηκε η ανέγερση οικογενειακών κατοικιών στα οικόπεδά τους και ανέθεσαν σε εργατοτεχνικό προσωπικό την εκτέλεση των συναφών οικοδομικών εργασιών για την υλοποίηση της άδειάς τους. Επίσης, έγινε εφαρμογή, επί του εδάφους των επιδίκων ακινήτων, του με αριθμό 13/1986 διαγράμματος εφαρμογής των Ο.Τ.

του σχεδίου πόλεως Σπετσών, που εγκρίθηκε από το πολεοδομικό γραφείο Πειραιά, δηλαδή ο τοπογράφος μηχανικός Α. Π. προέβη στην έμπηξη εμφανώς πασσάλων στο έδαφος περιμετρικώς επί των ρυμοτομικών γραμμών σε όλες τις κορυφές της πολυγωνικής των δύο Ο.Τ. … και …, στα όρια της ιδιοκτησίας των δύο αυτών ακινήτων, που αντιστοιχούν επίσης στα όρια των εγκεκριμένων ρυμοτομικών γραμμών του σχεδίου της πόλεως των Σπετσών.

Στη συνέχεια ζήτησαν και έλαβαν άδεια από τη Δ/νση Πολεοδομίας Πειραιά (Τμήμα ΕΠΑΕ), για την κοπή δένδρων στη θέση των υπό ανέγερση οικοδομών... Μετά την κοπή των δένδρων και ενώ οι οικοδομικές εργασίες βρίσκονταν στο στάδιο των εκσκαφών και της διαμόρφωσης του χώρου, όπου θα ανεγείρονταν οι οικοδομές, υπήρξε σφοδρή αντίδραση του Δήμου, η οποία εκδηλώθηκε με την αποστολή σωρείας εγγράφων προς τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, προκειμένου να ανακληθούν οι εκδοθείσες οικοδομικές άδειες.

Στις 20-4-1990, όταν ένα εκσκαπτικό μηχάνημα άρχισε εκσκαφές στο οικόπεδο του Δ. Κ., παρεμποδίστηκε από συγκεντρωθέντα στο σημείο εκείνο άτομα. Το ίδιο συνέβη και στις 24-4-1990, οπότε τα εκσκαπτικά μηχανήματα επιχείρησαν και πάλι να αρχίσουν τις οικοδομικές εργασίες, πλην όμως παρεμποδίστηκαν και πάλι από τα συγκεντρωθέντα άτομα, οπότε οι οδηγοί αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ως προς το θέμα της ανέγερσης οικοδομών στα επίδικα ακίνητα, υπήρξε διαφορετική τοποθέτηση εκ μέρους του εκπροσωπούντος, το έτος 1989, το Δήμο Σπετσών, Δημάρχου Π. Π.. Συγκεκριμένα ο παραπάνω Δήμαρχος στις 27 Νοεμβρίου 1989, στην επιστολή που απηύθυνε προς το Υπουργείο Πολιτισμού, αναφέρει μεταξύ άλλων: "επειδή εξέτασα τα σχέδια των οικοδομών και εφόσον δεν αλλοιώνουν το περιβάλλον των 150 μέτρων γύρω από το χώρο της Παναγίας Αρμάτας, παρακαλούμε όπως τα επανεξετάσετε και αν είναι δυνατόν να εγκριθούν, ώστε να συνεχιστούν οι οικοδομικές εργασίες, που έχουν διακοπεί κατόπιν εντολής σας ... ".

Στη συνέχεια όμως ο παραπάνω Δήμαρχος, για λόγους που δεν κατέστη δυνατόν να διακριβωθούν, αναθεώρησε την προηγούμενη άποψή του και ετάχθη υπέρ της απόψεως του Δήμου, ότι τα επίδικα αποτελούν κοινόχρηστο χώρο. Επίσης αποδείχθηκε ότι στις 20-4-1990 το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Σπετσών με την υπ'αρ. 35/1990 απόφασή του αποφάσισε μεταξύ άλλων, να γίνει δενδροφύτευση με πεύκα στα επίδικα ακίνητα με δαπάνες του.

Στις 28-4-1990 οι τρεις πρώτοι των εναγομένων στις αγωγές των Δ. και Α. Κ., Ε. Θ. του Α., Ν. Θ. του Π. και Κ. Θ. του Π., συμμετείχαν στη φύτευση 60 περίπου πεύκων στο ακίνητο του Δ. Κ. και 40περίπου πεύκων στο οικόπεδο της Α. συζ. Ι. ..., το γένος Κ. Κ. τα οποία, στη συνέχεια πότιζαν και σκάλιζαν. Υπενθυμίζεται ότι ο Ε. Θ., εξεταζόμενος ως μάρτυρας σε δίκες μεταξύ της Τ.

Π. και του Δήμου Σπετσών, στις 23-11-1963 και 27-1-1970, είχε καταθέσει με κατηγορηματικό τρόπο ότι η Εκκλησία της Παναγίας Αρμάτας με την περιοχή της ανήκει στους κληρονόμους Ι. Κ... Όσον αφορά τον Ν. Θ., μεσίτη, αμαξηλάτη και κτηματία, αυτός είχε μεσιτεύσει την πώληση των επιδίκων ακινήτων στο Γ. Γ. τον Αύγουστο του έτους 1986 και στον Π.

Κ. το καλοκαίρι του έτους 1989, όπως τούτο προκύπτει και από τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μαρτύρων Μ.-Ε. χήρας Δ. Γ. Δ. και Γ. Λ.. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το υπ'αρ. πρωτ. …/…/…-5-1990 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πειραιώς, η αρμόδια υπηρεσία της μετά από καταγγελίες προέβη σε αυτοψία στα επίδικα ακίνητα και διαπίστωσε ότι δεν αποτυπώνονταν στα τοπ/κά διαγράμματα των αδειών τα δένδρα που υπήρχαν στο περίγραμμα των κτιρίων και ότι είχαν κοπεί περισσότερα δένδρα από αυτά για τα οποία είχε χορηγηθεί άδεια κοπής και κατόπιν αυτών με το με αρ.

πρωτ. …/…/…-4-90 έγγραφο της διέκοψε τις οικοδομικές εργασίες στα επίδικα Ο.Τ. και ζήτησε από τους ιδιοκτήτες να προσκομίσουν μέσα σε χρονικό διάστημα δύο μηνών τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Στις 18-7-1990 ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς λαμβάνοντας υπόψη Α) τις από 20-4-1990 αιτήσεις των 1) Δ. Κ., και 2) της Α. Κ., Β) την από 14-5-1990 αίτηση του Δήμου Σπετσών κατά των παραπάνω αιτούντων και Γ) τις πρόσθετες υπέρ των πρώτων αιτούντων παρεμβάσεις των 1) Ι.

Κ.. του Γ. 2) Ι. συζ. Κ. Α. 3) Αλίκης χήρας Ι. Κ.. 4) Χρήστου Κ. του Ιωάννη, αφού απέρριψε τις παραπάνω αιτήσεις και τις πρόσθετες παρεμβάσεις, απαγόρευσε τις διακατοχικές πράξεις στα επίδικα ακίνητα από τους διαδίκους και κάθε τρίτο μέχρι την οριστική επίλυση της διαφοράς από το αρμόδιο δικαστήριο... Τέλος αποδείχθηκε ότι από τις παραπάνω πράξεις του Δήμου Σπετσών, ο οποίος προέβη δια των δημοτών του Ε.

Θ., Ν. Θ. και Κ. Θ. στη δενδροφύτευση των επιδίκων ακινήτων με δενδρύλλια πεύκης, στο πότισμα και το σκάλισμα αυτών, ο Δ. Κ. και Α. Κ., σύζ. Ι. ..., διαταράχθηκαν στην άσκηση της νομής τους, παράνομα και χωρίς τη θέλησή τους. Σύμφωνα με τα παραπάνω δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που αναγνώρισε ότι ο Δ. Κ. και Α.

Κ. είναι νομείς των ακινήτων, που αποτελούν τα υπ' αρ. … και … οικοδομικά τετράγωνα, όσα δε αντίστοιχα υποστηρίζουν με τις εφέσεις τους ο Δήμος Σπετσών, ο Ιερός Ναός της Αναλήψεως του Χριστού και ο Μ. Δ. Μ. είναι αβάσιμα και απορριπτέα και, συνακόλουθα, οι εφέσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Το αίτημα όμως του Δ. Κ. και της Α. Κ. να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να εκριζώσουν τα δενδρύλλια πεύκης που φύτεψαν στα ακίνητά τους στις 28-4-1990, άλλως να εκριζωθούν αυτά από τους ίδιους (ενάγοντες) με δαπάνες των εναγομένων, κρίνεται απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι η κοπή των δένδρων προϋποθέτει την έκδοση σχετικής αδείας, από την αρμόδια πολεοδομία (με την οποία θα ορίζεται εάν και πόσα δένδρα θα κοπούν), την οποία οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι έχουν.

Δεν έσφαλε συνεπώς το δικαστήριο που απέρριψε το αίτημα αυτό έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες σχετικά με την απόρριψη αυτού του αιτήματος τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Έσφαλε όμως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα των παραπάνω εναγόντων να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να μην παρεμποδίζουν το εργατοτεχνικό προσωπικό τους στην έναρξη και εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών στα ακίνητά τους, με την αιτιολογία ότι εάν γινόταν δεκτό θα ματαίωνε την εφαρμογή της Υπουργικής Απόφασης 688/12-9-1988 "περί κηρύξεως του Ι.

Ν. Παναγίας Αρμάτας ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου", που κατοχυρώνει ως ζώνη προστασίας περιοχή 150 μ. γύρω από το Ναό, διότι η έναρξη και εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στα ακίνητα των εναγόντων προϋποθέτει άδεια εγκρινόμενη όχι μόνο από την Πολεοδομία, αλλά και από την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, για την οποία (άδεια) θα ληφθεί υπόψη η παραπάνω Υπουργική απόφαση.

Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση του Δ. Κ. και της Α. Κ. ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος που απέρριψε το παραπάνω αίτημα, πλην της διάταξης περί δικαστικής δαπάνης, η οποία συνέχεται αναγκαίως με το γενόμενο δεκτό κύριο αίτημα των αγωγών, ως προς το οποίο δεν εξαφανίζεται η εκκαλούμενη, να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο αυτό και να δικαστούν και πάλι οι αγωγές των παραπάνω εναγόντων ως προς το αίτημα αυτό, ως προς το οποίο είναι νόμιμες στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 974, 984 παρ. 1, 989 εδ.

α' του ΑΚ, 947 εδ. α' του ΚΠολΔ. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι, με την προτροπή του νομίμου εκπροσώπου του πέμπτου εναγομένου Δήμου Σπετσών, παρεμπόδισαν τους χειριστές των εκσκαπτικών μηχανημάτων και το εργατοτεχνικό προσωπικό που είχαν προσλάβει οι ενάγοντες να αρχίσουν και να εκτελέσουν οικοδομικές εργασίες στα ακίνητά τους, στις 20-4-1990 και στις 24-4-1990, αφού ουδείς από τους εξετασθέντες στον πρώτο βαθμό μάρτυρες των εναγόντων κατέθεσε κάτι σχετικά με τους παραπάνω εναγομένους, όσον αφορά τα επεισόδια που έλαβαν χώρα τις προαναφερόμενες ημερομηνίες, ούτε από άλλα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι ήταν οι συγκεκριμένοι εναγόμενοι αυτοί που παρεμπόδισαν το εργατοτεχνικό προσωπικό.

Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Κ. Κ. και Μ. Τ., οι οποίες λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, τα άτομα που παρεμπόδισαν τα συνεργεία στην εκτέλεση οικοδομικών εργασιών ήταν ο Φ. Σ., Λ. Π., Μ. Μ. και Π. Θ.. Επομένως οι αγωγές του Δ. Κ. και της Α. Κ. συζ. Ι. ... πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες ως προς το παραπάνω αίτημά τους>.

Ακολούθως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις του Μ. Μ. και του Δήμου Σπετσών μαζί με τους πρόσθετους λόγους έφεσης του τελευταίου, καθώς και την πρόσθετη υπέρ του Δήμου Σπετσών παρέμβαση του σωματείου "ΑΡΜΑΤΑ 1822", ενώ δέχτηκε κατ' ουσία εν μέρει την έφεση των Δ. Κ.

και Α. συζ. Ι.. ..., εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση μόνο κατά το μέρος που είχε απορρίψει ως μη νόμιμο το αίτημα των αγωγών των πιο πάνω εκκαλούντων - εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι να μην παρεμποδίζουν το εργοτεχνικό προσωπικό στην έναρξη των οικοδομικών εργασιών στα ακίνητά τους.

Κατά τα λοιπά το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που: 1) είχε κάνει δεκτές τις αγωγές των πιο πάνω εναγόντων για αναγνώριση της νομής τους στα επίδικα ακίνητα και την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, εξαιτίας της διατάραξης της νομής τους από τους εναγόμενους και 2) είχε απορρίψει κατ' ουσία τις αγωγές του Δήμου Σπετσών, εναγομένου στις αγωγές των Δ.

Κ. κ.λ.π. και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος για αναγνώριση της κυριότητάς του στα επίδικα ακίνητα. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 974, 984 εδ.

α' και 989ΑΚ, καθόσον δέχθηκε ότι οι δύο πρώτοι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι αφότου απέκτησαν κατά το έτος 1987 την κυριότητα των επίδικων ακινήτων, ασκούσαν νομή σ'αυτά κατά το χρόνο προσβολής της από τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα Δήμο, μέχρι το χρόνο (1990) που ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιά, με σχετική διάταξή του, απαγόρευσε στους διαδίκους οποιαδήποτε διακατοχική πράξη.

Ειδικότερα, έγινε δεκτό ότι αυτοί ενεργούσαν τις εμφανείς πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση των επιδίκων, με διάνοια κυρίου, και δη επισκέπτονταν τα οικόπεδά τους τακτικά, τα αποτύπωσαν σε τοπογραφικά διαγράμματα, εξέδωσαν άδειες ανοικοδομήσεως, προέβησαν σε εφαρμογή του 13/1986 διαγράμματος εφαρμογής των ΟΤ του σχεδίου πόλεως των Σπετσών, που εγκρίθηκε από το πολεοδομικό γραφείο Πειραιά, έλαβαν άδεια για κοπή των δένδρων που βρίσκονταν στα ακίνητά τους και προέβησαν στην κοπή αυτών και άρχισαν οικοδομικές εργασίες σε αυτά, οι δε πράξεις προσβολής της νομής τους εκ μέρους τρίτων προσώπων με την προτροπή του εναγόμενου Δήμου Σπετσών συνιστούν διατάραξη της νομής τους, ενώ δεν έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι οι παραπάνω πράξεις έφθασαν έως την αποβολή των εναγόντων από την νομή τους ούτε ότι βρίσκεται ήδη σ' αυτήν ο άνω Δήμος, για να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 974, 984 εδ.

β' και 987 ΑΚ, τις οποίες ορθά το Εφετείο δεν εφάρμοσε. Επίσης, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ'αυτή επαρκείς, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι παράνομες πράξεις που αποδείχθηκαν ότι τέλεσαν τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό και με την προτροπή του Δήμου Σπετσών, εμποδίζοντας τις οικοδομικές εργασίες του εργατοτεχνικού προσωπικού και φυτεύοντας δενδρύλλια πεύκης, τα οποία σκάλιζαν και πότιζαν στα επίδικα ακίνητα συνιστούν πράξεις διαταρακτικές της νομής των άνω αναιρεσιβλήτων και όχι πράξεις αποβολής τους από αυτή, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται στην απόφαση πόσες φορές γινόταν το πότισμα και σκάλισμα των δένδρων αυτών ούτε πότε και πόσες φορές παρεμπόδισε ο πιο πάνω εναγόμενος τις οικοδομικές εργασίες των εναγόντων στα επίδικα ακίνητα, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι οι προαναφερόμενες ενέργειες είχαν μόνιμο χαρακτήρα και ότι οδήγησαν σε καθολική και πλήρη απώλεια της φυσικής εξουσίασης των εναγόντων επί των επιδίκων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

8. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09) Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, τα αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).

Εξάλλου, οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (άρθ. 390 του ΚΠολΔ), όπως είναι οι τεχνικές εκθέσεις ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας και, κατά συνέπεια, δεν απαιτείται να μνημονεύεται ειδικά από το εν λόγω δικαστήριο, ούτε ν' αντιδιαστέλλεται από τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα και γενικότερα από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης αυτού (ΟΛΑΠ 848/1981, ΑΠ 1114/2008), σε αντίθεση προς τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκαν από το δικαστήριο, στο πλαίσιο της ανοιγείσας δίκης (άρθ. 368 επ.

του ΚΠολΔ), που συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση (ΑΠ 445/2019). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 240, 453, 524 παρ. 1 και 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του, όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα όπως είναι και τα έγγραφα, εφ' όσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητά τους (ΑΠ 363/2017).

Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ759/2018). Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζοντας εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί (ΟλΑΠ 9/2000, ΑΠ 1677/2013).

Δεν είναι, δε, νόμιμη η επίκληση των αποδεικτικών μέσων με την προσθήκη στην προθεσμία αντικρούσεων (ΑΠ 410/2016, ΑΠ 1565/2014), εκτός αν προσκομίζονται προς απόκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση (ΑΠ 759/2018). Για την πληρότητα, όμως, του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 374/2012).

Μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται τα έγγραφα και η ομολογία. Ειδικότερα, η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη. Η δικαστική ομολογία είναι εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή και αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, ενώ η ομολογία που έγινε ενώπιον άλλου, εκτός του δικαστηρίου που δίκασε, καθώς και η περιεχόμενη σε άλλα έγγραφα, αποτελεί εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστή.

Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 447/2015). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν με αυτόν προβάλλεται η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται αν, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά το λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία.

Τέλος, η διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., θέτει γενικό κανόνα, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρεις εξαιρετικές περιπτώσεις που σ' αυτήν περιοριστικώς αναφέρονται, αν, δηλαδή, πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από την εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι ο αναιρεσείων οφείλει, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως, να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι είχε προτείνει νόμιμα τον αντίστοιχο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, καθορίζοντας συνάμα τον τρόπο της προτάσεως.

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων πρέπει να γίνεται. Από την ίδια πιο πάνω διάταξη (του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πο.λΔ.) συνάγεται ότι το ως άνω καθιστάμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ. (ΑΠ 936/2012).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ 559 αρ.11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο τα νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι τα επίδικα ακίνητα έχουν περιέλθει στην κυριότητα του Δήμου Σπετσών:

α) δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, λόγω υπερεκατονταετούς ασκήσεως πράξεων νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, άλλως β) κατά τις διατάξεις περί αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (vetustas) καθώς όχι μόνο οι άνθρωποι της γενεάς που ζούσε, κατά την έναρξη ισχύος του ΑΚ (23-2-1946) γνώριζαν ότι έτσι έχουν τα πράγματα για 40 συνεχή χρόνια, αλλά και οι πατέρες τους, οι οποίοι έζησαν πριν την γενεά αυτή για 40 επίσης χρόνια δεν γνώριζαν να υπάρχει αντίθετη κατάσταση πραγμάτων, ούτε διατηρούσαν στην μνήμη τους διαφορετική εικόνα, από εκείνη που είναι γνωστή σ' αυτούς ότι, δηλαδή αυτά (επίδικα) βρίσκονταν στην κοινή χρήση όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα 80 χρόνια, άλλως γ) δυνάμει του άρθρου 28 ν.1337/1983, για την "επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις", κατά το οποίο ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως, που έχουν σχηματιστεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε συγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι, που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.

Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση, λόγω ρυμοτομίας. Στην περίπτωση όμως, που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται, κατά τις κείμενες διατάξεις, άλλως δ) δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 20 και 51 Ν.Δ. 17.7/16-8-1923 "περί σχεδίου πόλεων και κωμών", ο οποίος διατήρησε την ισχύ του και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 56 ΕισΝΑΚ.

Ειδικότερα υποστηρίζουν ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα εξής έγγραφα: 1) Η από 4-6-1990 τεχνική έκθεση - πραγματογνωμοσύνη, του πολιτικού μηχανικού Π. Γ. που συντάχθηκε κατόπιν αιτήματος του πρώτου αναιρεσείοντος και της επιτροπής των σωματείων του Δήμου Σπετσών όπου γίνεται, μεταξύ άλλων, αναφορά για την ένταξη του Ο.Τ… ως κοινόχρηστου στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλης με το ΒΔ της 31.10.1867 και την ένταξη του Ο.Τ…. (που ήταν εκτός του αρχικού σχεδίου) για πρώτη φορά στο ΠΔ της 24-10-1080, 2) Ο χάρτης της νήσου των Σπετσών του έτους 1896, εκδόσεως 1901 υπό Μ.

Χ. από τον οποίο προκύπτει ότι το επίδικο βρίσκεται στη θέση "Παναγία Αρμάτα", επί του ακρωτηρίου του φάρου 3) 13 φωτογραφίες από τις οποίες προκύπτουν πράξεις κοινοχρησίας στο επίδικο από τους δημότες όπως, Πάνδημος Εορτασμός της 100ετίας από την Εθνική Παλιγγενεσία και 4) Το με αριθ. πρωτ. …/…-9-1983 πόρισμα του Επιθεωρητή της Νομαρχίας Πειραιά Ι.

Γ., η με αριθ. πρωτ. …/…-61980 έκθεση του Επιθεωρητή της Νομαρχίας Πειραιώς Γ. Κ. και το 1302/1966 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Πειραιώς όπου γίνονται αναφορές στην "οικοπεδοποίηση" δημοτικών κοινόχρηστων χώρων, τα οποία αν τα λάμβανε υπόψη το Εφετείο θα κατέληγε σε αντίθετη δικανική πεποίθηση από εκείνη στην οποία κατέληξε και θα εγένοντο δεκτές οι αγωγές του πρώτου αναιρεσείοντος και η πρόσθετη παρέμβαση του δεύτερου, ενώ θα απορρίπτονταν οι αγωγές των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και οι παρεμβάσεις υπέρ αυτών.

Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο <<1) η εξώδικη ομολογία του Ι. Κ.. που περιέχεται στην από 26-5-2004 ανοιχτή επιστολή του, όπου ομολογεί και αυτός τους επί 180 έτη καθιερούμενους εορτασμούς της Αρμάτας και υπόσχεται στους Σπετσιώτες ότι δεν πρόκειται να επέλθει καμιά αλλαγή ή αλλοίωση της διεξαγωγής των εορτασμών της Παναγιάς Αρμάτας...

και θα μείνει ανεμπόδιστη για τους Σπετσιώτες η προσπέλαση στα μνημεία των αγωνιστών, δηλαδή ομολογεί ότι επί 180 έτη λαμβάνει χώρα καθιερωμένος εορτασμός προς τιμή της Παναγιάς της Αρμάτας>>, την οποία (εξώδικη ομολογία) πρόβαλλαν με την έφεσή τους ενώπιον του Εφετείου και 2) οι δικαστικές ομολογίες των παρεμβαινόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Κ.

που αναφέρουν στις προτάσεις τους ότι α) Κατά και μετά την ανέγερση του ναού (περί το 1847- 1850) ο κτήτωρ του Γ. I. Κ. και εν συνεχεία οι διάδοχοι του απέκτησαν τμηματικώς δι'ατύπων ανταλλαγών, δωρεών και αγορών τα λοιπά στενόμακρα κτήματα της οικογένειας των ("λαχίδια") τα περιβάλλοντα τον ναό τους και κατέστησαν μόνοι κύριοι της ευρυτέρας εκτάσεως δια τακτικής, άλλως εκτάκτου χρησικτησίας, συνεχισθείσης της διανοία κυρίου καλόπιστου νομής των δια καλλιέργειας, βοσκής αιγοπροβάτων κλπ, διαδοχικώς μέχρις της συμπληρώσεως του απαιτουμένου χρονικού ορίου υπό των διαδόχων των συνεχισάντων την προς χρησικτησία νομή των δικαιοπαρόχων των (1046ΆΚ) κατά τα ήδη εκτεθέντα>>.

Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι με βάση τα παραπάνω οι αναιρεσεσίβλητοι ομολογούν ότι <<δεν υπάρχουν παλαιοί έγγραφοι και δη επίσημοι τίτλοι... >> και β) "Πράγματι το 1952 εφυτεύθησαν παρά των μαθητών των σχολείων ωρισμένα δένδρα εντός μέρους της ευρυτέρας εκτάσεως μας, τμήμα της οποίας αποτελούν και τα, επίδικα, και μάλιστα γύρωθεν και πλησίον του ναού μας και κατά το μάλλον ή ήττον μακράν των επιδίκων.

Τούτο όμως εγένετο κατόπιν ρητής αδείας των δικαιοπαρόχων μας, νομέων και των επιδίκων, χάριν του πρασίνου και του εξωραϊσμού της περιοχής του ναού, της ιδιοκτησίας των και της νήσου και χωρίς να υπάρχει πρόθεση αποβολής τούτων εκ της νομής των. Ούτε ο Δήμος άλλωστε εφύτευσε τα δένδρα αυτά, αλλά οι μαθηταί των σχολείων.

Η δενδροφύτευση εγένετο χάριν του πρασίνου και προς διακόσμηση της νήσου και όχι βάσει ή χάριν, ή επ' ευκαιρία, ή κατ' επίκληση, ή προς άσκηση δικαιώματος. Επρόκειτο τότε περί πανδήμου εκστρατείας δενδροφυτεύσεως της νήσου και μάλιστα τόσον των ιδιωτικών όσον και των δημοσίων και δημοτικών εκτάσεων." Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι με βάση τα παραπάνω οι εν λόγω παρεμβαίνοντες ομολογούν ότι "δεν φύτευσαν αυτοί τα πεύκα στο επίδικο το έτος 1952".

Περαιτέρω υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι αν λάμβανε υπόψη του το Εφετείο τις επικαλούμενες ομολογίες θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα και θα δεχόταν τις αγωγές του πρώτου αναιρεσείοντος και τις πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ αυτού, ενώ θα απέρριπτε τις αγωγές των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και τις υπέρ αυτών πρόσθετες παρεμβάσεις.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, που αφορά τα άνω έγγραφα είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον του ορισθέντος με την 1004/1991 πράξη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Εισηγητή Δικαστή και περιέχονται στα AM …/…-2-1992 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Εισηγητική Έκθεση), οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον του ορισθέντος με την πιο πάνω απόφαση, ως εντεταλμένου δικαστή, Ειρηνοδίκη Σπετσών, οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών μεταξύ των ιδίων ή άλλων διαδίκων και συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και η προσκομιζόμενη και επικαλούμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος από το Δικαστήριο πραγματογνώμονα τοπογράφου - μηχανικού Δ.

Α., αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και τις παραδοχές της, που αφορούν στους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για την απόδειξη των οποίων επικαλούνται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, μεταξύ των οποίων και η παραπάνω τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Π.

Γ., η οποία συνιστά έγγραφο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά , καθορίζοντας τη βαρύτητα του ή την επιρροή του στην έκβαση της δίκης. Κατά τα λοιπά, όσον αφορά το σκέλος του λόγου αναίρεσης σχετικά με την άνω εξώδικη ομολογία, αυτός είναι αβάσιμος , αφού ως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ.

ιδίως τη 2η σελίδα του 30ου φύλλου αυτής) το Εφετείο έλαβε υπόψη του την επίμαχη επιστολή (ως έγγραφο), έστω και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά σε αυτή, η οποία εκτιμάται ελεύθερα (αρθ. 352 παρ. 2 ΚΠολΔ), η δε κρίση του Δικαστηρίου για το αν συνάγεται ομολογία από το παραπάνω έγγραφο είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Όσον αφορά το σκέλος του λόγου αυτού αναίρεσης που αναφέρεται στις δικαστικές ομολογίες είναι απαράδεκτος, καθόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του πρώτου αναιρεσείοντος έγινε το πρώτον επίκληση του με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεων του ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 1356/2010). Εξάλλου, οι προβαλλόμενες λοιπές αιτιάσεις αφορούν στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο.

Τέλος, το αίτημα για διενέργεια αυτοψίας στο στάδιο αυτό της διαδικασίας απαραδέκτως προβάλλεται αφού το παρόν δικαστήριο δεν δικάζει την ουσία της υπόθεσης, αλλά την νομική ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.

9. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996).

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013).

Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013).

Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).

Κατά, δε, τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι και το ένδικο μέσο της εφέσεως, όχι όμως και οι λόγοι της εφέσεως, τους οποίους πρέπει, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, να περιέχει το δικόγραφο της εφέσεως, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. (ΑΠ 159/2018,567/2009). Κατά την αληθινή έννοια της πιο πάνω διάταξης για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτή λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 209/2019).

Με τον τρίτο από τον αριθ. 9, άλλως από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, μολονότι, τόσο με τις αγωγές του πρώτου εξ αυτών Δήμου Σπετσών, όσο και με τους κύριους και πρόσθετους λόγους των εφέσεών τους ισχυρίστηκαν ότι ο Δήμος Σπετσών κατέστη κύριος των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, εν τούτοις άφησε αδίκαστη τη βάση αυτή των αγωγών του, άλλως δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν παραδεκτά και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Όσον αφορά την πλημμέλεια έκτου αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού η μη λήψη υπόψη των λόγων της έφεσης ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άνω άρθρου και όχι από τον αριθμό 9 σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Περαιτέρω, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε την πιο πάνω βάση των αγωγών του Δήμου Σπετσών και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού δέχθηκε τα εξής <Επίσης η φύτευση δένδρων στα επίδικα ακίνητα τη δεκαετία του έτους 1950, το πότισμα αυτών και ο καθαρισμός του χώρου από το Δήμο Σπετσών επί χρόνο που υπερβαίνει την εικοσαετία όπως ο ίδιος ισχυρίζεται δεν μπορούν να θεωρηθούν, άνευ άλλου τινός, ως άσκηση διακατοχικών πράξεων εκ μέρους του Δήμου, ώστε να αποκτήσει αυτός κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες και θεωρούμενες ως δικαστικά τεκμήρια ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που δόθηκαν σε άλλες δίκες (μεταξύ του Δήμου και τρίτων), ο Δήμος φύτευε δένδρα και σε χώρους αναμφισβήτητα ιδιωτικούς και καθάριζε τους χώρους αυτούς, "προς διακόσμηση", "χάριν του πρασίνου", όπως ανέφεραν χαρακτηριστικά οι παραπάνω μάρτυρες>.

Επομένως είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης.

10. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ο λόγος αναίρεσης που η εν λόγω διάταξη προβλέπει, ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 208/2011), τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 10/2005)...

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1011/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, η οποία συνίσταται στην κρίση του Εφετείου ότι <... Ειδικότερα οι παραπάνω μάρτυρες υποστήριζαν ότι στον επίδικο χώρο από πολύ παλιά γίνεται κάθε χρόνο η θρησκευτική εορτή της "ΑΡΜΑΤΑΣ", δηλαδή γίνεται θεία λειτουργία στο εκεί εξωκκλήσι και ο χώρος κατακλύζεται από πλήθος Σπετσιωτών και πιστών, ότι γίνονται ημερήσιες εκδρομές σχολείων και ότι ο χώρος αυτός χρησιμοποιείται ως χώρος περιπάτου και αναψυχής στα "κούλουμα" και την Πρωτομαγιά.

Η διέλευση όμως των δημοτών από τον παραπάνω χώρο δεν ενέχει την έννοια της υπέρ του Δήμου άσκησης νομής, αλλά γινόταν με την πεποίθηση και αντίληψη ότι διέρχονται μέσω ενός μη περιφραγμένου οικοπέδου και συνεπώς δεν μπορεί να προσδώσει στα επίδικα ακίνητα την ιδιότητα του κοινοχρήστου. Άλλωστε, παρόμοιες πράξεις συμβαίνουν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε όλους σχεδόν τους ιδιωτικούς ακάλυπτους χώρους, χωρίς να υπάρχει βούληση εξουσιάσεως με διάνοια κυρίου, ούτε από αυτούς που τις ασκούν ούτε πολύ περισσότερο από τις οικείες αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ..." ενώ όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες <<σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν είναι σύνηθες να κατακλύζεται ένα ιδιωτικό ακίνητο από πλήθος πιστών, ούτε να γίνεται χώρος επισκέψεως μαθητών, ούτε χώρος αναψυχής και περιπάτου.

Αντιθέτως είναι σύνηθες φαινόμενο στις συναλλαγές η αποχή από την προσβολή των περιουσιακών δικαιωμάτων τρίτων. Από τα παραπάνω, δε, προκύπτει ότι το Εφετείο χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια των άρθρων 987α και 989α ΑΚ και να υπαγάγει σ'αυτά τα άνω πραγματικά περιστατικά, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι, δηλαδή, οι προσβολές σε βάρος της νομής των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων επί των επιδίκων ακινήτων συνιστούν διατάραξη και όχι αποβολή από την νομή τους.>> Ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο χρησιμοποίησε τα επικαλούμενη διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου για να καταλήξει στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διότι αφορά στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ότι τα επίδικα δεν έχουν την ιδιότητα των κοινόχρηστων χώρων και ότι δεν απέκτησε κυριότητα επ' αυτών ο αναιρεσείων Δήμος με έκτακτη χρησικτησία και όχι προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια των άρθρων 987α και 989α ΑΚ.

Τέλος, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι δεν ασκούν νομή επί των επιδίκων από το έτος 1990, ούτε κατά το χρονικό διάστημα 2013-2016 που προβλήθηκε για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεών τους ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αποκλείονται στον Άρειο Πάγο νέοι ισχυρισμοί που προτείνονται, είτε για την υποστήριξη, είτε για την απόκρουση των λόγων αναίρεσης.

Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθούν η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής και να συμψηφιστούν τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα, λόγω του δυσερμηνεύτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθ. 179, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-12-2016 αίτηση αναίρεσης και τον από 28-10-2017 πρόσθετο λόγο αυτής των Δήμου Σπετσών, Ιερού Ναού Αναλήψεως του Χριστού και του σωματείου ΑΡΜΑΤΑ 1822 κατά της 397/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.

Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ