Supreme Court dismisses appeal against civil judgment where co-plaintiff's appeal is inadmissible due to lack of prior objection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance civil judgment regarding a joint tort claim. The appellant challenged the lower court's decision to reject his claim against one co-defendant while awarding damages to another co-plaintiff. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant failed to raise this specific objection during the original trial proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 74, 556 para. 1 and 558 of the Code of Civil Procedure; On simple joint liability, an appeal filed by one co-plaintiff is directed only against the opposing party who won, not against the co-plaintiff, and is inadmissible if not raised in the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1215 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1215/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χρυσώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δήμο Θανάσουλα, που δεν κατέθεσε προτάσεις, 2.Γ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 3.Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., και 3.Σ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Μαρτίου 2008 αγωγή του ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 156/2012 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Μαΐου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 3 Απριλίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 556 παρ. 1 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, επί απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της κοινής εναγωγής των από αδικοπραξία εις ολόκληρον ενεχομένων προστήσαντος και προστηθέντος (άρθρα 481, 914 και 926 ΑΚ), η εκ μέρους του ενός από αυτούς ασκούμενη αίτηση αναίρεσης είναι απευθυντέα κατά του νικήσαντος αντιδίκου του, όχι όμως και κατά του συνεναγομένου του, ο οποίος μόνο ως ομόδικός του μπορεί να μετάσχει στην αναιρετική δίκη με την άσκηση κοινής ή αυτοτελούς αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 785/2010, ΑΠ 1227/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, επί της από 28.3.2008 αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και των δευτέρας, τρίτου και τετάρτου από τους αναιρεσιβλήτους, για αποζημίωσή του από αδικοπραξία των εναγομένων σε βάρος του, που συντελέστηκε με εξαπάτησή του, εκδόθηκε η απόφαση 165/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς τον αναιρεσείοντα και τη δεύτερη και τον τρίτο από τους αναιρεσιβλήτους, ενώ έγινε δεκτή, ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 144.354,15 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Ακολούθως, ύστερα από την άσκηση έφεσης εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση, ως προς τη δεύτερη, τον τρίτο και τον τέταρτο από τους εναγομένους-εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσιβλήτους, ενώ έγινε δεκτή από τυπική και ουσιαστική πλευρά, ως προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, εξαφανίστηκε κατά την έκταση αυτή η πρωτόδικη απόφαση και υποχρεώνεται αυτός να καταβάλει, εις ολόκληρον με τον τέταρτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο συνολικό ποσό 144.354,15 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης Επομένως η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της δεύτερης, του τρίτου και του τέταρτου από τους αναιρεσιβλήτους, συναγομένων του αναιρεσείοντος σε απλή ομοδικία, είναι απαράδεκτη.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει με το λόγο αυτό τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ ουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 1217/2008).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (Α]Ί 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, όπως προναφέρθηκε, έκρινε, ως ουσιαστικά βάσιμη εν μέρει την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος (πρώτου εναγομενου), ενεχόμενου από αδικοπραξία, που συντελέστηκε με εξαπάτηση εκείνου, και υποχρέωσε τον εν λόγω εναγόμενο -αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ενάγοντα -αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 144.354,15 ευρώ, ως αποζημίωση, και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσείων), κάτοικος Τρικάλων, ήταν από πολλά χρόνια ασφαλιστικός πράκτορας στην περιοχή των Τρικάλων της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ και από το έτος 2001 συνεργαζόταν με τον τέταρτο εναγόμενο για την προσέλκυση επενδυτών στις εταιρίες του τελευταίου έναντι προμήθειας.
Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) ήταν οδηγός και συνιδιοκτήτης με τον αδελφό του Α. Ν. ενός λεωφορείου, ενταγμένου στο ΚΤΕΛ Τρικάλων. Από την πώληση του λεωφορείου αυτου είχε λάβει το ποσό των 116.000 ευρώ, το οποίο κατέθεσε στην ΑLPHA BANK. Ο ανωτέρω Α. Ν. πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι ο ίδιος είχε τοποθετήσει με την καθοδήγηση του πρώτου εναγομένου (γαμβρού του) τα χρήματα που είχε λάβει από την πώληση του λεωφορείου σε ασφαλή και επικερδή επένδυση, η οποία του απέδιδε κέρδος 6% και τον προέτρεψε να κάνει και αυτός το ίδιο.
Κατόπιν αυτού ο ενάγων ζήτησε σχετική ενημέρωση από τον πρώτο εναγόμενο. Ο τελευταίος, το Σεπτέμβριο του 2003, στα πλαίσια του ανατεθέντος σ'αυτόν από τον τέταρτο εναγόμενο έργου της προσέλκυσης πελατών του είπε ότι η ΑSΡΙS ΒΑΝΚ πρόκειται να ιδρύσει στην πόλη των Τρικάλων υποκατάστημα και για την προσέλκυση πελατείας παρέχει υψηλές αποδόσεις των επενδυμένων σ' αυτήν κεφαλαίων.
Πρότεινε δε στον ενάγοντα να τοποθετήσει τα χρήματά του, μέσω της ΓΕΝΕΣΙΣ ΑΧΕΠΕΥ, σε επενδυτικό προϊόν της ΑSΡΙS ΒΑΝΚ νια το οποίο αυτός θα του εξασφάλιζε, λόγω των γνωριμιών του με υψηλόβαθμα στελέχη του ομίλου ΑSΡΙS, με τον οποίο συνεργάζεται, απόδοση 6% ετησίως, με καταβολή της απόδοσης ανά μήνα. Τον διαβεβαίωσε επίσης ότι τόσο το κεφάλαιο όσο και οι αποδόσεις ήταν απολύτως εξασφαλισμένες.
Πεισθείς ο ενάγων στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου, αποδέχθηκε την ανωτέρω πρόταση και για το σκοπό της συμμετοχής του στην άνω επένδυση, στις 30.9.2003 προέβη σε ανάληψη του ποσού των 176.082 ευρώ από την ΑLPHA BANK με τραπεζική επιταγή εκδοθείσα από την τελευταία σε διαταγή του την οποία οπισθογράφησε εν λευκώ και την παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος αυθημερόν την απέστειλε με κούριερ στην εταιρία ΡΟΥΜΠΙΚΟΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΕ στη Θεσσαλονίκη, όπου την 1.10.2003 την εισέπραξε η Χ.
Ζ., η οποία ήταν στενή συνεργάτις του τετάρτου εναγομένου. Επίσης ο πρώτος εναγόμενος είπε στον ενάγοντα ότι για να γίνει η επένδυση έπρεπε να υπογράψει την από 22.9.2003 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών-εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών, την οποία ο ενάγων υπέγραψε. Με τη σύμβαση αυτή η ως άνω ΓΕΝΕΣΙΣ ΑΧΕΠΕΥ ανέλαβε την υποχρέωση έναντι αμοιβής να παρέχει στον ενάγοντα κύριες και παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, ήτοι λήψη, αποδοχή και εκτέλεση ή περαιτέρω διαβίβαση προς εκτέλεση εντολών του πελάτη για κατάρτιση συναλλαγών για λογαριασμό του σε χρηματοπιστωτικά μέσα, για απόκτηση και διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, για κτήση μετοχών και ομολογιών κλπ.
και άνοιξε γι' αυτόν κωδικό αριθμό στο Χ,Α.Α. Ο ενάγων την ίδια ως άνω ημέρα είσπραξης της επιταγής έλαβε στον τραπεζικό λογαριασμό του στην ΑLΡΗΑ ΒAΝΚ ως άμεση δήθεν απόδοση του κεφαλαίου του το ποσό των 880,41 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε ετήσια απόδοση 6% επί του ως άνω κεφαλαίου. Επίσης ο πρώτος εναγόμενος την ίδια ημέρα έλαβε στο λογαριασμό του στη ΕUROΒΑΝΚ το ποσό των 1.320,61 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 9% επί του ως άνω κεφαλαίου, ως αμοιβή του για την προσέλκυση του ενάγοντος.
Ο ενάγων ελάμβανε και κατά τους επόμενους μήνες έως το Μάρτιο του 2004 το ως άνω ποσό των 880,41 ευρώ, αλλά και ο πρώτος εναγόμενος ελάμβανε το ως άνω ποσό των 1.320,61 ευρώ. Από τον Απρίλιο του 2004 και έως το Φεβρουάριο του 2005 μετά από σχετική πρόταση του πρώτου εναγομένου, ο μεν ενάγων ελάμβανε στον ως άνω λογαριασμό του το ποσό των 1.027,15 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε ετήσια απόδοση 7% επί του ως άνω κεφαλαίου, αυτός δε (πρώτος εναγόμενος) ποσό 1.173,88 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 8%.
Καθόλο το ως άνω χρονικό διάστημα ο ενάγων δεν έδωσε καμιά εντολή για οποιαδήποτε χρηματιστηριακή συναλλαγή. Έλαβε δε από τη ΓΕΝΕΣΙΣ ΑΧΕΠΕΥ ενημερωτικές επιστολές, οι οποίες εμφάνιζαν ότι το χρηματικό υπόλοιπο του λογαριασμού του στις 31.01.2004, 27.2.2004, 15.9.2004 και 31.10.2004 ανερχόταν στο ποσό των 176.082 ευρώ και ότι δεν είχε γίνει καμία επένδυση αυτού.
Το ανωτέρω χρηματικό ποσό του ενάγοντος ουδέποτε τοποθετήθηκε σε οποιοδήποτε επενδυτικό προϊόν. Στις εταιρίες που ήλεγχε ο τέταρτος εναγόμενος είχαν καταθέσει προς επένδυση χρήματα και πολλά άλλα πρόσωπα. Τα χρήματα αυτά δεν επενδύονταν, αλλά συγκεντρώνονταν και χρησιμοποιούνταν κατά την κρίση του τέταρτου εναγομένου και των στενών συνεργατών του, ιδίως για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων κεφαλαίων τρίτων δήθεν επενδυτών, για κατάθεση προς άλλους επενδυτές δήθεν αποδόσεων των καταθέσεών τους, σε λειτουργικά έξοδα και λοιπές υποχρεώσεις των εταιριών, σε αμοιβές και προσωπικά έξοδα του τέταρτου εναγομένου και των συνεργατών του.
Στις αρχές Φεβρουαρίου 2005 διενεργήθηκε έλεγχος από την επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στη ΓΕΝΕΣΙΣ ΑΧΕΠΕΥ και διαπιστώθηκε ότι αυτή είχε προβεί σε πωλήσεις τίτλων πελατών της εν αγνοία τους και νόσφιση του αντιτίμου της πωλήσεως, ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους πελάτες της ανέρχονταν σε 1.374.156,80 ευρώ, ενώ το σύνολο των υπολοίπων των τραπεζικών της λογαριασμών ανερχόταν μόνο σε 1.018,445,77 ευρώ.
Στις 10.2.2005 ο τέταρτος εναγόμενος ανέλαβε το ποσό των 22.000 ευρώ από τον τραπεζικό λογαριασμό κεφαλαίων πελατών που τηρούσε η ΓΕΝΕΣΙΣ ΑΧΕΠΕΥ στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ και εξαφανίστηκε. Ο τέταρτος εναγόμενος και οι ως άνω εταιρίες δεν είχαν καμιά σχέση ή συνεργασία με την ΑSPIS ΒΑΝΚ και τον όμιλο ΑΣΠΙΣ. Ο πρώτος εναγόμενος τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των γεγονότων που ανέφερε στον ενάγοντα και μάλιστα ότι το κεφάλαιο αυτού (ενάγοντος) θα τοποθετούνταν σε επενδυτικό προϊόν της ΑSPIS ΒΑΝΚ και ότι το κεφάλαιο και οι αποδόσεις του ήταν πλήρως εξασφαλισμένα, δοθέντος ότι ήταν στενός συνεργάτης του τετάρτου εναγόμενου και γνώριζε την κατάσταση των εταιριών αυτού και ότι δεν είχαν σχέση με την ΑSΡΙS ΒΑΝΚ και τον όμιλο ΑΣΠΙΣ.
Ο εναγόμενος γνώριζε ότι τα χρήματα του ενάγοντος δεν επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για-χρηματιστηριακή συναλλαγή, καθόσον τα έστειλε στη ΡΟΥΜΠΙΚΟΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΕ στη Θεσσαλονίκη, η οποία, όπως καλώς γνώριζε, δεν δικαιούνταν να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες, ενώ ήταν και ζημιογόνος. Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος, αν και οι διαπραγματεύσεις καθώς και η επίμαχη συμφωνία έγιναν μεταξύ αυτού και του ενάγοντος δεν διευκρινίζει ποιά ακριβώς επένδυση πρότεινε στον ενάγοντα, αλλά αορίστως αναφέρει ότι ο ενάγων συνήψε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με τη ΓΕΝΕΣΙΣ ΑΧΕΠΕΥ.
Η κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων ότι η επένδυση αφορούσε repos, δεν είναι αξιόπιστη, διότι είναι εντελώς αόριστη και ασαφής, αφού δεν διευκρινίζει εάν επρόκειτο για έντοκα γραμμάτια ή ομόλογα του Δημοσίου ή ομολογίες, ούτε αναφέρει άλλα συγκεκριμένα στοιχεία. Περαιτέρω κατά τον ως άνω χρόνο ο δείκτης του χρηματιστηρίου βρισκόταν στο χαμηλό επίπεδο των 2.100 μονάδων, ενώ και το επιτόκιο των τραπεζικών καταθέσεων ήταν χαμηλό.
Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι η συμφωνηθείσα απόδοση του κεφαλαίου ανερχόταν σε 6% ετησίως, η δε προμήθεια του πρώτου εναγομένου σε 9% ετησίως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο τελευταίος, ο οποίος είχε εμπειρία και γνώση των σχετικών συναλλαγών, πράγματι πίστευε ότι το κεφάλαιο του ενάγοντος ήταν πλήρως εξασφαλισμένο, όπως ρητά διαβεβαίωσε τον ενάγοντα.
Ο ενάγων, ο οποίος ήταν συνταξιούχος οδηγός λεωφορείου, απόφοιτος δημοτικού και δεν είχε γνώση των χρηματιστηριακών συναλλαγών, δεν θα κατέβαλλε το ως άνω ποσό των 176.082 ευρώ, που ήταν όλες οι οικονομίες του, εάν δεν είχε πεισθεί από τις ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του πρώτου-εναγομένου, τον οποίο εμπιστευόταν, λόγω της εμπειρίας του, των γνώσεών του και της συγγενικής τους σχέσεως.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου ο ενάγων υπέστη ζημία, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 129.354,15 ευρώ. Περαιτέρω ο ενάγων από την αδικοπραξία σε βάρος του υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει αυτός να λάβει, ως χρηματική ικανοποίηση από τον πρώτο εναγόμενο, το ποσό των 15.000 ευρώ..".
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου δικαιολογείται πλήρως η στοιχειοθέτηση αδικοπρακτικής ευθύνης του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, στηριζόμενη στη συντέλεση του αδικήματος της απάτης και συνακόλουθα ορθά εφαρμόστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ. Εξάλλου από τις πιο πάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόβασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αδικόπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, της ζημίας του ενάγοντος από αυτή και της ευθύνης, του εν λόγω εναγομένου προς αποζημίωσή του.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ αντίστοιχα, με τους οποίους προσβάλλεται η αναιρεσιβάλλόμενη απόφαση, α) για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο παραπάνω κρίσιμο ζήτημα της στηριζόμενης στην εξαπάτηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου αδικοπρακτικής ευθύνης του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και β) για εσφαλμένη εφαρμογή από το Εφετείο των διατάξεων του άρθρου 914 ΑΚ του οποίου δεν συντρέχουν κατά τον αναιρεσείοντα οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και κατεξοχήν η προϋπόθεση της παράνομης συμπεριφοράς του ίδιου.
Επειδή για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που ο νόμος -δεν επιτρέπει (άρθρ. 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ) πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 315/2008).
Εξάλλου, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν η προσβαλλάμενη-απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποιο μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 257/2008, ΑΠ 853/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει με τους δεύτερο και πέμπτο λόγους αναίρεσης ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι με το βούλευμα 99/2009 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με το βούλευμα 857/2009 του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, παραπέμφθηκε ο ίδιος να δικαστεί αρμοδίως για απάτη σε βάρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικά μέσα, τα βουλεύματα αυτά, τα οποία όμως ο νόμος δεν επιτρέπει, ενόψει του ότι με τον τρόπο αυτό παραβιάζεται το καθιερούμενο με την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας έως τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής από το ποινικό δικαστήριο, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α του ΚΠολΔ.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, ο τελευταίος από τους οποίους υπάγεται ορθά στην περίπτωση του αριθ. 11α και όχι εκείνη του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας. Ανεξάρτητα από αυτό, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στην οποία εκτίθεται ότι "Εξάλλου, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το 857/2009 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά της δεύτερης και του τρίτου των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) για απάτη κατά συναυτουργία σε βάρος του ενάγοντος, ενώ το βούλευμα 99/2009 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο επικυρώθηκε με το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης παρέπεμψε να δικαστεί αρμοδίως και τον πρώτο εναγόμενο (αναιρεσείοντα) για απάτη σε βάρος του Α.
Ν. (πρώτου αναιρεσιβλήτου}", αναφέρθηκε επικουρικά στα βουλεύματα αυτά, κυρίως για να ενισχύσει τη θέση του ότι δεν αποδείχθηκε η συμμετοχή της δεύτερης εναγομένης στην εξαπάτηση του ενάγοντος και όχι για να καταλήξει στο ήδη εδραιωμένο από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντελέστηκε αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος με την εξαπάτησή του εκ μέρους του πρώτου εναγομένου.
Εξάλλου η λήψη υπόψη των εν λόγω βουλευμάτων και η ελεύθερη εκτίμησή τους από το δικαστήριο της ουσίας με τα άλλα αποδεικτικά μέσα δεν συνεπάγεται παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου που καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ. Τα βουλεύματα αυτά, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αξιολόγησε το Εφετείο ελεύθερα και ενόψει της φύσης και του βαθμού απόδειξης που διατυπώνουν τα δικαστικά συμβούλια στην ενδιάμεση ποινική διαδικασία για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο προς τελική εκδίκαση της υπόθεσής του.
Έτσι οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμοι. Αβάσιμος, με βάση τα προεκτεθέντα, είναι και ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα βουλεύματα για τη συναγωγή απλώς δικαστικών τεκμηρίων, αλλά προσέδωσε σ' αυτά πλήρη αποδεικτική δύναμη, καθ ότι έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ.
Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ, 4 του ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.5.2012 αίτηση του Γ. Τ. για αναίρεση της απόφασης 156/2012 του Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 07/04/2014.
Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 05/06/2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ