Legislator Case Law & Legislation
1215/2012 AI generated

1215/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1215/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2003 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1215/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος του 2001. Η λύση αυτή επιβάλλεται και από τη διάταξη του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 57/1974, και έχει έναντι των κοινών νόμων αυξημένη ισχύ (αρθρ. 28 του Συντάγματος- ΑΠ 2118/2009). Περαιτέρω ο αναιρετικός λόγος του αριθμ.1 εδ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Keywords

AI generated
maritime area territorial scope of the Treaty land use regulation zoning restrictions deprivation of existing use territorial restriction
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1215 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1215/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Κ. του Γ. και 2. Μ. χήρας Γ. Κ. το γένος Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αλέξανδρου Κανδαράκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2003 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση: 885/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-7-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 10-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 13 του ν. 2882/2001 ορίζει στην παρ. 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση. Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-1-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Με τη διάταξη αυτή προστατεύονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως και το δικαίωμα αποζημιώσεως για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του. Έλλειψη δε σεβασμού της περιουσίας στην περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός της περιουσίας του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου.

Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου του και, επομένως, η περιουσία του θα παρέμενε χωρίς αποκατάσταση (Ολ.ΑΠ 31/2005). Εξάλλου, από τις διατάξεις, των άρθρων 17 παρ.2 εδ. γ του αναθεωρημένου Συντάγματος του 2001, 13 παρ. 1 εδ. β', 29 παρ. 2 εδ. α' και β' του Ν. 2882/2001 συνάγεται, ότι επί απαλλοτριώσεως που κηρύχτηκε μετά την 1-2-1971, σε περίπτωση που η συζήτηση της αιτήσεως για τον οριστικό περιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριούμενου ακινήτου και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του, ενώπιον του αρμόδιου εφετείου, γίνεται υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος του 2001 και μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ως κρίσιμος χρόνος για προσδιορισμό της πραγματικής αξίας του ακινήτου και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα του, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ακόμη και αν η σχετική αίτηση έχει ασκηθεί πριν από τη θέση σε ισχύ του της διατάξεως του εδ.

γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος του 2001. Η λύση αυτή επιβάλλεται και από τη διάταξη του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 57/1974, και έχει έναντι των κοινών νόμων αυξημένη ισχύ (αρθρ. 28 του Συντάγματος- ΑΠ 2118/2009). Περαιτέρω ο αναιρετικός λόγος του αριθμ.1 εδ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παράβαση εκδηλώνεται με ψευδή ερμηνεία ή με κακή εφαρμογή. Ακόμα κατά την έννοια της περιπτώσεως του αρ.19 του ιδίου ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νομίμου βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό αυτής δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται με σαφήνεια.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοούνται, μόνο ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά νομικά επιχειρήματα που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την από 14-6-2002 πράξη νομοθετικού περιεχομένου του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας που εκδόθηκε κατόπιν προτάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου και δημοσιεύθηκε νόμιμα κηρύχτηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την εκτέλεση του Ολυμπιακού Έργου της Μαραθώνιας Διαδρομής, με τη διάνοιξη - διαπλάτυνση της Λεωφόρου Μαραθώνος, εδαφική έκταση εμβαδού 38.277,74 τ.μ., όπως η έκταση αυτή απεικονίζεται στα από Μαΐου 2002 κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, που συντάχθηκαν από τον τοπογράφο μηχανικό Χ.

Π. και θεωρήθηκαν το Μάιο του 2002 από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Κ. Δ., όπως αυτά τροποποιήθηκαν με το 1ο διορθωτικό κτηματολογικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, που συνέταξε στις 7-12-2003 ο Σ. Β., έλεγξε στις 14-1-2004 η Ε. Δ. και θεώρησε, την ίδια ημέρα, ο Διευθυντής της ίδιας Διευθύνσεως του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., που αναφέρθηκε παραπάνω.

Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται στις εκτός σχεδίου πόλεως περιοχές του Δήμου Ραφήνας και της Κοινότητας Πικερμίου, εφάπτονται, όμως της λεωφόρου Μαραθώνος, στο τμήμα αυτής που συνδέει το Δήμο Ραφήνας με την Κοινότητα Πικερμίου και, μέσω της λεωφόρου αυτής, έχουν πρόσβαση σε οδικές αρτηρίες, όπως προς την Αττική οδό και τη λεωφόρο Μεσογείων, αλλά και προς τον Διεθνή Αερολιμένα "Ελευθέριος Βενιζέλος" στην περιοχή των Σπάτων και το λιμάνι της Ραφήνας.

Η περιοχή, όπου βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα, έχει κυρίως αγροτικό χαρακτήρα με την καλλιέργεια αμπελιών, ελαιοδένδρων κ.λ.π., αλλά ο χαρακτήρας της αυτός, λόγω της συνδέσεως της λεωφόρου Μεσογείων με το αεροδρόμιο των Σπάτων, αλλά κυρίως με το λιμάνι της Ραφήνας, που παρουσιάζει σημαντική ανάπτυξη κατά τα τελευταία έτη, προοδευτικά μεταλλάσσεται, εμφανίζοντας, πλην της οικιστικής, και εμπορική ανάπτυξη, η οποία παρουσιάζεται εντονότερη στην περιοχή του Δήμου Ραφήνας.

Μεταξύ των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών βρίσκεται και η με αριθμό Κ.Π. 155 ιδιοκτησία, της οποίας συγκύριοι φέρονται ότι είναι οι αιτούντες. Από το ακίνητο αυτό, το οποίο πριν από την απαλλοτρίωση είχε εμβαδόν 4.015,50 τ.μ. και βρισκόταν εκτός σχεδίου αλλά ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, απαλλοτριώθηκε έκταση 478,41 τ.μ.

και απέμεινε εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα 3.537,09 τ.μ. Στο ακίνητο αυτό έχει κτιστεί από το έτος 1992, με νόμιμη άδεια της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής διώροφη οικοδομή με υπόγειο, η συνολική επιφάνεια της οποίας στο ισόγειο και τον πρώτο όροφο είναι 720 τ.μ., ο δε συνολικός όγκος 7.632 μ3. Στο ακίνητο αυτό λειτουργεί επιχείρηση εκθέσεως, εμπορίας και επισκευής ναυτιλιακών ειδών, με το διακριτικό τίτλο "ΘΑΛΑΣΣΟΜΑΝΙΑ".

Οι αιτούντες επικαλούνται ότι με την απαλλοτρίωση του τμήματος των 478,41 μ2, η απομένουσα ιδιοκτησία τους κατέστη μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, με την έννοια ότι δεν υπάρχει πλέον δυνατότητα ανεγέρσεως οποιουδήποτε άλλου κτίσματος και για το λόγο αυτό ζητούν να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα τούτο, σε ποσοστό 50% για το έδαφος και 40% για το κτίσμα.

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι με βάση τις διατάξεις του π.δ/τος 209/1998 (Φ.Ε.Κ. 169/1998 τ.Α.'), σε συνδυασμό με την ΔΜΕΟ/ε.ο/1308/16-12-1995 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Φ.Ε.Κ. 30/19-1-1996 τ.Β') και την ΔΜΕΟ/ε.ο./907/6-8-1996 όμοια του ίδιου Υπουργού (Φ.Ε.Κ. 715/1996 τ.Β.), οι όροι δομήσεως για τα εκτός σχεδίου γήπεδα, εμβαδού 4.000 τ.μ. είναι οι ακόλουθοι:

α) ποσοστό καλύψεως 10%, β) συντελεστής δομήσεως 0,2, γ) απόσταση της οικοδομής 15 μ. από πλευρικά όρια με απαγόρευση διασπάσεως του κτιρίου (ενώ επιτρέπεται κατά παρέκκλιση και απόσταση 7,50μ. με μέγιστο πλάτος οικοδομής τα 10μ.), κρίνει ότι στο συγκεκριμένο ακίνητο δεν είχε εξαντληθεί πριν από την απαλλοτρίωση ο συντελεστής δομήσεως, αφού υπήρχε δυνατότητα ανεγέρσεως (4.015,50 Χ 0,2 -720) 83,10 μ2, πέραν του υπάρχοντος κτίσματος, το οποίο δεν θα μπορεί πλέον να ανεγερθεί, λόγω του ότι το απομένον τμήμα αυτής καθίσταται, μετά την απαλλοτρίωση, μη άρτιο.

Εξάλλου, με την απαλλοτρίωση του τμήματος των 478,41 μ2 μειώθηκε μεν η πρόσοψη της εν λόγω ιδιοκτησίας σε πλάτος 8,30 μ., πλην, όμως, το γεγονός αυτό δεν επηρέασε σε τίποτε τη λειτουργικότητα της επιχειρήσεως που στεγάζεται στο εν λόγω κτίριο και συγκεκριμένα ούτε το χώρο για τη στάθμευση των οχημάτων του προσωπικού και των πελατών, καθώς και των προμηθευτών της επιχείρησης, ούτε όμως και τον ανάλογο χώρο για την εναπόθεση και έκθεση των πωλούμενων εμπορευμάτων.

Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι το κτίριο της επιχειρήσεως έχει ανεγερθεί σε απόσταση 45 μ. από τον άξονα της οδού και κατά συνέπεια, παρά την απαλλοτρίωση της λωρίδας των 8,30 μ., εξακολουθεί να υπάρχει επαρκής χώρος έμπροσθεν του κτιρίου-για την εξυπηρέτηση όλων αυτών των αναγκών, ανεξάρτητα του ότι για τις ανάγκες αυτές είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν και οι πλευρικοί χώροι του ακινήτου, που δεν υπολείπονται σε έκταση εκείνων που βρίσκονται στην πρόσοψη.

Τέλος, η απόσταση τού κτιρίου από τον άξονα της οδού είναι 45 μ., όπως προαναφέρθηκε, και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να κριθεί ως βάσιμος ο ισχυρισμός των αιτούντων ότι η λεωφόρος Μαραθώνος διέρχεται πλέον οριακά δίπλα από το υπάρχον κτίριο και ότι, κατόπιν τούτου, περιορίζονται ασφυκτικά οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση.

Κατόπιν όλων αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι το εναπομένον τμήμα της με αριθμό 155 ιδιοκτησίας δεν υφίσταται ζημία από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, με εξαίρεση τη μη δυνατότητα εξαντλήσεως του συντελεστή δομήσεως στο υπάρχον κτίσμα, στη σχετικά μικρή έκταση που αναφέρθηκε παραπάνω, γεγονός που επιδρά μειωτικά στην αξία του εν λόγω ακινήτου και για το λόγο αυτό πρέπει να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το απομένον τμήμα της ιδιοκτησίας των αιτούντων, σε ποσοστό ίσο με το 7% της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, όπως αυτή θα καθοριστεί παρακάτω ... .

Σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και εκείνα, τα οποία δεν μνημονεύονται ειδικώς, χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ' ουσία διάγνωσή της διαφοράς, εκτιμωμένων δε όλων των προσκομιζομένων συγκριτικών στοιχείων κατά το λόγο της διάγνωσης των ένδικων ισχυρισμών τοπικής και χρονικής προσφορότητάς τους, σε συνδυασμό με την έκταση των συγκρινόμενων ακινήτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι, κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση, χρόνο της ενώπιον του παρούσας συζήτησης της υπόθεσης (28-9-2010), η πραγματική αξία της απαλλοτριούμενης εδαφικής έκτασης, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες και κατά συνέπεια η πλήρης αποζημίωση ανέρχεται στο ποσό των 220 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, χωρίς να υπολογίζεται η ενδεχόμενη μεταβολή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της ή ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες των ιδιοκτητών στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, γενόμενες μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της (άρθρο 13 παρ.2 ΚΑΑΑ).

Στο ποσό δε αυτό πρέπει να προσδιοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, προκειμένου, με βάση αυτή, να υπολογιστεί η μείωση της αξίας του απομείναντος τμήματος του ακινήτου των αιτούντων. Ενόψει των εκτεθέντων, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσία και να καθοριστεί η ιδιαίτερη αποζημίωση για το απομένον εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα της ιδιοκτησίας τους, σε ποσοστό 7% επί της τιμής μονάδας αποζημίωσης, όπως αυτή καθορίστηκε παραπάνω".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το ζήτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης και του ύψους αυτής για τα εναπομείναντα εκτός της απαλλοτριώσεως τμήματα εδαφικών εκτάσεων των αναιρεσειόντων, συνεκτιμώντας τη θέση, την έκταση και τη δυνατότητα χρήσης αυτών όπως και πριν την κήρυξη της απαλλοτρίωσης που γίνεται λόγος, δεν παραβίασε τις ανωτέρω αναφερθείσες διατάξεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Συντάγματος και ΚΑΑΑ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων.

Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ακόμα κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προτείνεται από τους αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αρ. 4151/2004 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, την οποία οι ίδιοι είχαν νόμιμα προσκομίσει σ' αυτό και επικαλεστεί. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκε υπόψη και η ανωτέρω απόφαση που προσκομίστηκε από τους τότε αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες και συναξιολογήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κρίνοντας όμως ότι δεν αποτελεί πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το παραπάνω αποδεικτικό στοιχείο και επομένως ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τέλος, από το άρθρο 18 παρ. 4 του ΚΑΑΑ συνάγεται, ότι στην προκειμένη διαδικασία: α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες διατάξεις, γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται.

Έτσι σε περίπτωση αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα, που ήταν απαραίτητα (πραγματογνωμοσύνες, τεχνικές εκθέσεις κλπ -άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράσταση του κατά τη συζήτηση της αιτήσεως (άρθρο 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου των δικαιούχων, κατά περίπτωση, σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και ειδικότερα:

α) 2% για τη σύνταξη της αίτησης και β) 1% για τη σύνταξη προτάσεως επί της αίτησης (άρθρα 100 παρ. 1, 103, 107 παρ.1- και 110 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων). Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β' ν. 2730/1999, εφόσον η απαλλοτρίωση αφορά στην εκτέλεση ολυμπιακών έργων, η αμοιβή αυτή περιορίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών των δικηγόρων στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου το ποσόν των 2.500.000 δρχ (ΑΠ 460/2006, ΕλλΔνη 49, 410).

Κατά συνέπεια, ενόψει του ότι η ένδικη απαλλοτρίωση αφορά στην εκτέλεση τέτοιων έργων, το ποσοστό αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως - αιτούντων για τη σύνταξη αιτήσεως και προτάσεων, πρέπει (αρθρ. 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) να ορισθεί σε ποσοστό 1% (2% + 1% : 3) επί της αποζημιώσεως που καθορίζεται για το απαλλοτριούμενο ακίνητο, με ανώτατο όριο αμοιβής 7.336,75 ευρώ πλέον του ποσού των 1.500 ευρώ για τις παραστάσεις του στο παρόν Δικαστήριο με τα απαραίτητα έξοδα (τεχνικές εκθέσεις κ.λπ.).

Όσα για το αντίθετο υποστηρίζουν οι αιτούντες, για διαφορετικό τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, 9 παρ. 1α, 5 και 6 ν. 1093/1980, όπως τούτο διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 22 παρ. 10 ν. 1868/1989, 189 ΚΠολΔ και 100 επ.

Κώδικα περί Δικηγόρων, συνάγεται, ότι η αμοιβή, την οποία καταβάλλει ο δικαιούχος της αποζημιώσεως στο δικηγόρο του για τη σύνταξη αιτήσεως, ανταιτήσεως, κύριας παρεμβάσεως ή προτάσεων προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημιώσεως, αποτελεί παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνει το ποσόν της, βαρύνει τον υπόχρεο αυτής και πρέπει να επιδικάζεται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχεται στο δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως (ΟλΑΠ 17/2000, ΑΠ 1817/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που δίκασε εκ νέου την υπόθεση, μετά παραπομπή σ' αυτό με την υπ'αρ.2128/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, καθόρισε τη δικαστική δαπάνη υπέρ των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων: α)σε 1500 ευρώ για την παράσταση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου και β)σε ποσοστό 1% επί της πιο πάνω ιδιαίτερης αποζημίωσης, ως αμοιβή του πληρεξουσίου τους δικηγόρου για τη σύνταξη της αιτήσεως και των προτάσεων τους γενικά και μέχρι το ποσό των 7336,76 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε της πιο πάνω διατάξεις η εφαρμογή δε εκείνων του ν. 2730/1999 δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 5 παρ.1 22 παρ.1 εδ.β', 93 παρ.4 του Συντάγματος, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενώ διέλαβε πλήρη αιτιολογία για τον κατά τα ανωτέρω διαφορετικό υπολογισμό της δικαστικής δαπάνης και συνεπώς ο τρίτος και τελευταίος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά όλα τα προεκτιθέμενα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-7-2011 αίτηση του Ν. Κ. και της Μ. χήρας Γ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 885/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ