Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to cite specific substantive law violated.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding the inheritance of movable property. The appellant argued the lower court erred by relying on a specific declaration without proper cross-examination and failed to apply the correct substantive law. The court rejected these claims because the grounds for appeal were too vague, lacked necessary factual details, and improperly challenged the lower court's undisputed factual findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(a), 559(19), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific substantive law violated and provide detailed factual grounds, otherwise it is rejected for being vague and inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1215 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1215/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λένο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ... και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σαμψών.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-1990 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Xίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/1991 μη οριστική, 137/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2000 του Εφετείου Αιγαίου. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 785/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αιγαίου. Το Εφετείο Αιγαίου εξέδωσε την 98/2003 μη οριστική, 181/2005 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 17-1-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' σε συνδυασμό προς τα άρθρα 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει για την απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, άρα, όχι πραγματικού επιχειρήματος, δηλαδή πραγματικού ισχυρισμού που τείνει σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση κάποιου από τους ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης πραγματικού ισχυρισμού των διαδίκων.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α' Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, ήτοι τη μη εναντίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, σε προηγούμενη δίκη ασφαλιστικών μέτρων, στην πιο κάτω υπεύθυνη δήλωση που οι αναιρεσίβλητοι και στην παρούσα δίκη είχαν προσκομίσει.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με την ένσταση πλαστότητας του ενάγοντος αναφορικά με την προσκομισθείσα και επικαλούμενη από τους εναγόμενους υπεύθυνη δήλωση, τα εξής: "Περαιτέρω όμως δεν αποδείχθηκε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων ότι το περιεχόμενο της από 10-1-1987 υπευθύνου δηλώσεως του ν.δ. 105/1969, με την οποία η κληρονομουμένη βεβαιώνει, ότι άλλα από τα επίδικα κινητά τα πώλησε στους εναγόμενους και άλλα τους τα δώρησε, είναι πλαστό, και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι αυτή υπέγραψε εν λευκώ το έντυπο της ως άνω δηλώσεως και ότι ακολούθως οι εναγόμενοι εν αγνοία της και χωρίς τη θέλησή της συμπλήρωσαν αυτήν με το ως άνω περιεχόμενο.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η κληρονομουμένη υπέγραψε την προαναφερθείσα δήλωση, μετά τη συμπλήρωσή της, λαμβάνοντας πλήρη γνώση του περιεχομένου της, την οποία ακολούθως παρέδωσε στους εναγόμενους προς κατοχύρωσή τους. Στο σημείο δε αυτό, πρέπει να αναφερθεί ότι την εν λόγω υπεύθυνη δήλωση, οι εναγόμενοι την προσκόμισαν και την επικαλέστηκαν και το έτος 1987, στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων που ανοίχθηκε συνεπεία της ως άνω αιτήσεως του ενάγοντος με την οποία αυτός τότε ζητούσε τη σφράγιση της οικίας της κληρονομουμένης και η οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, χωρίς τότε ο αιτών, και τώρα ενάγων, μολονότι έλαβε γνώση αυτής, να αμφισβητήσει τη γνησιότητα της υπογραφής ή του περιεχομένου της (βλ.
την 22/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου)". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν έλαβε αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, αλλά απλώς προέβη σε εκτίμηση της ως άνω αποφάσεως προς συναγωγή επιχειρήματος, από τη μη αμφισβήτηση από μέρους του αναιρεσείοντος της γνησιότητας της υπογραφής και του περιεχομένου της υπεύθυνης δηλώσεως της κληρονομουμένης, ότι η υπεύθυνη αυτή δήλωση δεν είναι πλαστή.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (Ολ.
Α.Π. 24/1992). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να διαλαμβάνoνται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, γ) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη, μνεία της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς το σε τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
Α.Π. 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο τμήμα του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, κατ' εκτίμηση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στο πιο κάτω ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι τα επίδικα κινητά είχε μεταβιβάσει η κληρονομουμένη προς τους αναιρεσιβλήτους πριν το θάνατό της και δεν περιλαμβάνονται αυτά στην κληρονομιαία περιουσία.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, είναι απορριπτέοι πρωτίστως ως αόριστοι, διότι στο αναιρετήριο εκτίθενται μόνο μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές του δικαστηρίου, χωρίς να παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά μόνο με επιλεκτικές αναφορές, όλες οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του, παραδοχές που είναι αναγκαίες για τη διαπίστωση της έλλειψης ή μη νόμιμης βάσης της πρoσβαλλόμενης απόφασης, αλλά ούτε και η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, επιπροσθέτως δε διότι υπό την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης υπό την επίκληση αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 8, 10, 11 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστοι, ελλείψει σαφούς αντίστοιχου πραγματικού. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2006 αίτηση του ... για αναίρεση της 181/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ