Legislator Case Law & Legislation
1215/2007 AI generated

1215/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1215/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 22-3-1996 προσεπίκληση του ....., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η 1912/1997 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που έκρινε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκασή τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1215/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 31-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης κατά παραδοχή του βάσιμου δεύτερου λόγου αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, ως και την απόρριψη των λόγων του δικογράφου των προσθέτων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1215 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1215/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1)Της υπό εκκαθάρισης τελούσης ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ".... Ε.Ε.", που εδρεύει στον .... και εκπροσωπείται από τον εκκαθαριστή αυτής ....., και 2)....., ως ομορρύθμου μέλους της ως άνω υπό εκκαθάριση τελούσης ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..... Ε.Ε.". Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σιδέρη, ο οποίος δήλωσε ότι διορθώνει το όνομα της 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων, που αναφέρονται στους ασκηθέντες πρόσθετους λόγους, στο ορθό ........ και ...... αντίστοιχα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)...., 2)....., 3).... , 4)..... , 5)..... και 6).... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δημητρακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 22-3-1996 προσεπίκληση του ....., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η 1912/1997 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που έκρινε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκασή τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 7293/1999 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , 4252/2000 και 5058/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους και τους από 26 Ιουνίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 31-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης κατά παραδοχή του βάσιμου δεύτερου λόγου αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, ως και την απόρριψη των λόγων του δικογράφου των προσθέτων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και επί πλέον ως προς τον 2ο των αναιρεσειόντων την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ.9 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Η πρώτη των άνω περιπτώσεων (επιδίκαση μη αιτηθέντος) ταυτίζεται με τη δεύτερη (επιδίκαση περισσότερων από όσα ζητήθηκαν), διότι και στις δύο αυτές περιπτώσεις το δικαστήριο αποφάσισε κάτι χωρίς αίτηση.

Η δεύτερη περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο καταδίκασε περισσότερους αλληλεγγύως και σε ολόκληρον έκαστον χωρίς αίτηση για την αλληλέγγυα αυτή καταδίκη. Στην προκείμενη περίπτωση, με την αγωγή, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, οι ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι εζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (μεταξύ των οποίων οι δύο αναιρεσείοντες) να καταβάλουν σ αυτούς, για τους αναφερόμενους σ αυτή (αγωγή) λόγους, τα αιτούμενα χρηματικά ποσά, μετά δε τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος αυτής (αγωγής) σε μερικά αναγνωριστικό, το Εφετείο, που δίκασε την έφεση κατά της επί της άνω αγωγής εκδοθείσας πρωτόδικης απόφασης, υποχρέωσε τους εκ των εναγομένων ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στους ενάγοντες τα επιδικασθέντα ποσά και αναγνώρισε ότι οι παραπάνω εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, επίσης εις ολόκληρον έκαστος, στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά.

Επομένως, το Εφετείο, που υποχρέωσε τους (ήδη αναιρεσείοντες) δύο εναγομένους, εις ολόκληρον έκαστον, να καταβάλουν στους ενάγοντες τα επιδικασθέντα ποσά και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτών να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη ποσά, χωρίς να διαλαμβάνεται στην αγωγή αίτηση για την αλληλέγγυα και εις ολόκληρον αυτή καταδίκη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.9 του Κ.Πολ.Δ.

και ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι βάσιμος. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (Κ.Πολ.Δ. 580 παρ.3).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ.1 και 2 του άρθρου 579 Κ, Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής ο Αρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται, κατ άρθρο 340 Α.Κ., υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.

Όμως, ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την άνω αίτηση του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής και της ενεργηθείσας κατάσχεσης, διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνο των ποσών που η παροχή τους διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι, άρα, και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσης της, τα οποία βαρύνουν τον καθ ου η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής, αλλά βάσει του νόμου, ήτοι του άρθρου 932 Κ.Πολ.Δ., Στην προκείμενη περίπτωση, ο δεύτερος αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι στα πλαίσια ενεργηθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση των επιδικασθέντων στους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσών κατέβαλε σ αυτούς συνολικά 4.801,19 ευρώ και ειδικότερα στον πρώτο τούτων 1221,68 ευρώ, στη δεύτερη 1.295,59 ευρώ και σε καθένα από τους λοιπούς αναιρεσίβλητους 570,98 ευρώ, επί πλέον δε κατέβαλε τα αναφερόμενα ποσά για έξοδα και δικαιώματα της από 14-1-2005 επιταγής προς εκτέλεση, για δαπάνες και δικαιώματα του δικαστικού επιμελητή και της Συμβολαιογράφου, ζητεί, με την παραδεκτά υποβληθείσα με τις προτάσεις του αίτηση επαναφοράς, όπως υποχρεωθεί καθένας από τους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους να καταβάλει σ αυτόν το αναφερόμενο στην αίτηση χρηματικό ποσό.

Η αίτηση αυτή, όσον αφορά την απόδοση στον αιτούντα-δεύτερο αναιρεσείοντα των ποσών που αφορούν την άνω επιταγή προς εκτέλεση, ως και των εξόδων της ενεργηθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης (ήτοι των εξόδων και δικαιωμάτων του δικαστικού επιμελητή και της Συμβολαιογράφου), κατάτα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα.

Οσον αφορά, όμως, τα καταβληθέντα, σε εκτέλεση της καταψηφιστικής διάταξης

της προσβαλλόμενης απόφασης, στους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους ως άνω ποσά είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 579 Κ.Πολ.Δ., αποδεικνυόμενη δε από τα προαποδεικτικώς προσαγόμενα έγγραφα, ήτοι τον 4702/2005 πίνακα κατάταξης δανειστών, την 4703/2005 πρόσκληση δανειστών και την 4773/2005 πράξη εξόφλησης πίνακα κατάταξης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευφροσύνης Κατή, πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως και κατ ουσίαν βάσιμη και υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν στον αιτούντα-δεύτερο αναιρεσείοντα τα άνω ποσά που εισέπραξαν σε εκτέλεση της καταψηφιστικής διάταξης της προσβαλλόμενης απόφασης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5058/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση.

Δέχεται κατά ένα μέρος την αίτηση επαναφοράς του δευτέρου αναιρεσείοντος.

Υποχρεώνει τους αναιρεσίβλητους να καταβάλουν στον δεύτερο αναιρεσείοντα τα παρακάτω ποσά: Ο πρώτος τούτων 1.221,68 ευρώ, η δεύτερη τούτων 1.295,59 ευρώ και καθένας από τους λοιπούς αναιρεσίβλητους 570,98 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο την 1η Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ