Supreme Court dismisses appeal against employer's dismissal of manager due to abuse of authority.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by OTE against the dismissal of a telecommunications manager. The court found the employer abused its supervisory rights by replacing the plaintiff with a superior in qualifications without legal justification. Consequently, the court ruled the dismissal was not arbitrary and upheld the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 652, 281 of the Civil Code; The employer's supervisory right to organize the enterprise and replace employees is not arbitrary if the replacement candidate possesses superior qualifications, and abuse of this right requires proof of bad faith or lack of objective merit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1215 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1215/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τριανταφύλλου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου:Ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στασινόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-7-2001 και 29-8-2001 αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/2002 και 126/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1151/2003 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-2-2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, διάβασε την από 1-11-2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ιωάννη Δαβίλλα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, κατά τα άρθρα 648 και 652 Α.Κ., έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιοριστεί από κανόνα δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. 'Εχει δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμεταλλεύσεως, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι' αυτήν κριτήρια, άρα και να αναθέτει σε κάποιον υπάλληλο καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος ή καταστήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού ή να απομακρύνει από τη θέση προϊσταμένου κάποιον υπάλληλο και να τοποθετεί σ' αυτή άλλον υπάλληλο.
Το υπό το άνω περιεχόμενο, όμως, δικαίωμα του εργοδότη δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., να ασκείται καταχρηστικώς. Αλλά, προκειμένου περί τοποθετήσεως συγκεκριμένου εργαζομένου ως προϊσταμένου τμήματος ή καταστήματος της επιχειρήσεως κατά παράλειψη άλλου, η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη δεν είναι χωρίς άλλο καταχρηστική αν ο παραληφθείς μισθωτός υπερέχει, ακόμη και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.
Και τούτο διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικές εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη, που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.
Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων, που επιβάλλου η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπό του δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 25/2003). Προκειμένου, όμως, περί απομακρύνσεως συγκεκριμένου μισθωτού από τη θέση προϊσταμένου τμήματος της επιχειρήσεως, που κατέχει, χωρίς την ανάθεση σ' αυτόν άλλων καθηκόντων, και τοποθετήσεως στη θέση αυτή άλλου μισθωτού, για να είναι καταχρηστική η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη κατά την έννοια της άνω διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ., αρκεί η συνδρομή οποιωνδήποτε περιστάσεων που καθιστούν την μεταβολή αυτή προφανώς αντίθετη προς την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αποτελεί και μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως του μισθωτού (άρθρ. 7 ν. 2112/1920), που παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα να ζητήσει την δια της επαναφοράς του στη θέση αυτή άρση της παρανομίας και, εφόσον με την μετακίνηση αυτή προσβάλλεται η προσωπικότητά του ως προς την επαγγελματική του αξία και εκτίθεται στους συναδέλφους του και γενικά στο κοινωνικό του περιβάλλον, χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από τον υποβιβασμό του κατά τα άρθρα 57, 59, 914 και 932 του Α.Κ.
Περαιτέρω, ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΓΚΠ/ΟΤΕ), ο οποίος εγκρίθηκε με την 1118/1.8.1989 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου βάσει της από το άρθρ. 7 εδ. στ' του Α.Ν. 301/1968 εξουσιοδοτήσεως, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β'568/8.9.1969), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου (Ολ.
ΑΠ 4/1993), όπως ήδη ισχύει, ορίζει στην παρ. 1 του άρθρου 12, ότι το προσωπικό εκτελεί κατ' αρχήν υπηρεσιακό έργο, αντίστοιχο του κλάδου ή της ειδικότητάς του, στην παρ. 2 εδ. δ' του ίδιου άρθρου ότι η ανάθεση στο προσωπικό ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας ή ορισμένου υπηρεσιακού έργου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο αυτή, είναι ανεξάρτητη της γενικής ή στο βαθμό αρχαιότητας αυτού και αποφασίζεται μετά από εκτίμηση του υπηρεσιακού συμφέροντος, από το συμβούλιο προσωπικού ή τον προϊστάμενο της οικείας υποδιευθύνσεως ή του οικείου συγκροτήματος, και στην παρ. 17 εδ.
α' του άρθρου 10, όπως τούτο τροποποιήθηκε με την από 7.3.2001 Ε.Σ.Σ.Ε., που υπογράφηκε μεταξύ του ΟΤΕ και της ΟΜΕ/ΟΤΕ, κατατέθηκε με αριθ. 1/9.3.2001 στην Επιθεώρηση Εργασίας Αθηνών και ισχύει από την ημερομηνία της υπογραφής της, ότι η πλήρωση των θέσεων προϊσταμένων των λοιπών επιπέδων διοικήσεως γίνεται, προκειμένου για θέσεις προϊσταμένων Υπηρεσιακών Λειτουργών, που υπάγονται σε Τηλεπ.
Περιφέρειες, με απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου, ύστερα από πρόταση του οικείου Διαμερισματάρχη ή Συγκροτηματάρχη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από τον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα ΟΤΕ στις 18.11.1971 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως τεχνικός δικτύου.
Το έτος 1982 φοίτησε στην Ανώτερη Τηλεπικοινωνιακή Σχολή και μετά την αποφοίτησή του τοποθετήθηκε στο ..., όπου υπηρέτησε σε διάφορες διευθυντικές θέσεις και ειδικότερα ως υπεύθυνος μελετών κατασκευών δικτύων Αιτωλ/νίας και αναπληρωτής προϊστάμενος του τεχνικού τμήματος. Με την 5/23.6.2000 απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος τοποθετήθηκε από 5.7.2000 ως προϊστάμενος του Τεχνικού Τμήματος Υποστήριξης Εμπορικής Λειτουργίας (ΤΤΥΕΛ) ..., θέση που διατήρησε μέχρι 25.7.2001.
Κατά το χρόνο αυτό άσκησε επιτυχώς τα καθήκοντά του και δεν αποδείχθηκε ότι λειτούργησε αρνητικά για τα οικονομικά συμφέροντα του ΟΤΕ, όσον αφορά την εκτέλεση διαφόρων έργων. Τον ίδιο χρόνο στο Τηλεπικοινωνιακό Διαμέρισμα Αιτωλ/νίας υπηρετούσε ως προϊστάμενος ο ..., με τον οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν διατηρούσε καλές υπηρεσιακές και προσωπικές σχέσεις, με αφορμή δυσμενή αξιολόγηση απ' αυτόν του υφισταμένου υπαλλήλου ..., τον οποίο ο ...ήθελε να ευνοήσει.
Ο τελευταίος στις 23.7.2001 τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος και το Περιφερειακό Συμβούλιο Δυτικής Ελλάδος στη συνεδρίαση 5/25.7.2001 αποφάσισε τη λήξη των καθηκόντων του αναιρεσιβλήτου ως προϊσταμένου του ΤΤΕΥΛ Αγρινίου, χωρίς να του αναθέσει άλλα καθήκοντα, ενώ στη θέση αυτή τοποθέτησε προσωρινώς τον ...
και από 22.8.2001 τον ... , οι οποίοι στερούσαν καταφανώς έναντι αυτού σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καθόσον ο ... είχε τίτλο σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως, ενώ ο αναιρεσίβλητος ήταν πτυχιούχος της Ανώτερης Τηλεπικοινωνιακής Σχολής, είχε ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις, πολύχρονη εμπειρία και ευδόκιμη υπηρεσία. 'Ετσι, αυτός στερήθηκε του χορηγουμένου στους προϊσταμένους υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης τομέα επιδόματος ευθύνης 140.000 δρχ..
Ο αναιρεσείων, Οργανισμός, συνεχίζει το Εφετείο, ισχυρίζεται ότι η αντικατάσταση του αναιρεσιβλήτου από τα καθήκοντα του προϊσταμένου έγινε στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος, επικαλούμενος την Ι/Δ/ 1465/25.7.2001 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Διοίκησης και Ανάπτυξης Ανθρωπίνου Δυναμικού, με την οποία αποφασίστηκε η αναδιοργάνωση και η νέα οργανωτική δομή των Τηλεπικοινωνιακών Διαμερισμάτων και ειδικότερα καταργήθηκαν τα Τεχνικά Τμήματα Υποστήριξης Εμπορικής Λειτουργίας και συστήθηκαν Τεχνικά Τμήματα.
Με την απόφαση αυτή τα ΤΤΕΥΛ μετονομάστηκαν σε Τεχνικά Τμήματα χωρίς να μεταβληθούν οι αρμοδιότητες, μεταξύ της καταργηθείσης και της νέας υπηρεσίας. Περαιτέρω η αντικατάσταση του αναιρεσιβλήτου, όπως προκύπτει από το από 23.7.2001 έγγραφο του Προϊσταμένου του Τηλεοπτικού Διαμερίσματος Αιτωλ/νίας ... προτάθηκε προς το Περιφερειακό Συμβούλιο πριν αποφασιστεί η κατάργηση του ΤΤΕΥΛ, ενώ με την 6/22.8.2001 απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου, πλην του αναιρεσιβλήτου, δεν αντικαταστάθηκε άλλος Προϊστάμενος των καταργηθέντων ΤΤΕΥΛ.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι οι ενέργειες αυτές των οργάνων του αναιρεσείοντος συνιστούν βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου και δεν αποτελούν επιτρεπτή ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος κατά τις διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ, αλλά και υπερβαίνουν κατάδηλα τα όρια τα καθοριζόμενα από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, που ρυθμίζουν τις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου, δεδομένου μάλιστα ότι η αντικατάσταση του αναριεσιβλήτου και η μη ανάθεση σ' αυτόν άλλων καθηκόντων δεν έγινε προς όφελος των συμφερόντων του αναιρεσείοντος Οργανισμού, αλλά υπαγορεύτηκε από λόγους εκδικήσεως του Προϊσταμένου της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος ...
προς αυτόν, αμέσως μετά την ανάληψη των νέων καθηκόντων, λόγω προηγηθείσης αντιπαλότητας. Επίσης οι ίδιες ενέργειες αποτελούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, αφού θίγουν ανεπανόρθωτα την επαγγελματική του αξία και υπόληψη, διότι δημιουργείται η ψευδής εντύπωση στον υπηρεσιακό και κοινωνικό του περίγυρο, ότι δεν χρησιμοποιείται από τη διοίκηση του αναιρεσείοντος για λόγους υπηρεσιακής ανεπάρκειας και ελλείψεως ήθους.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο 1) απέρριψε την από 25.6.2001 (αριθ.κατ. 71/2002) έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκ την εκκαλουμένην 128/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που έκρινε ομοίως και δέχθηκε την από 27.7.2001 (αριθ. κατ. 359/2001) αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ως άκυρη και καταχρηστική και ως αποτελούσα βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας του η ως άνω αφαίρεση των καθηκόντων του ως προϊσταμένου του ΤΤΕΥΛ Αγρινίου και να διαταχθεί η παραμονή του στην πιο πάνω θέση, 2) έκανε δεκτή την από 25.6.2002 (αριθ.
κατ. 70/2002) έφεση του ίδιου αναιρεσείοντος κατά της άλλης εκκαλουμένης 126/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και, δεχόμενο εν μέρει την από 29.8.2001 (αριθ. κατ. 374/2001) αγωγή του αναιρεσιβλήτου, επιδίκασε στον τελευταίο το αναφερόμενο ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 17 εδαφ. α' του ΓΚΠ/ΟΤΕ και του άρθρου 281 Α.Κ. που προαναφέρθηκαν, και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων όσον αφορά τον γενόμενο από αυτό χαρακτηρισμό της παύσεως του αναιρεσιβλήτου από τα καθήκοντα του προϊσταμένου του Τεχνικού Τμήματος Υποστήριξης Εμπορικής Λειτουργίας (ΤΤΥΕΛ) Αγρινίου, χωρίς την ανάθεση άλλων καθηκόντων και της αντικαταστάσεως αυτού από τους κατονομαζομένους άλλους υπαλλήλους, ως γενομένων κατά καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος.
Και τούτο διότι το δικαστήριο, δέχθηκε αφενός μεν καταφανή υπεροχή από άποψη τυπικών κατ' ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσιβλήτου έναντι των υπαλλήλων, που τον αντικατέστησαν, αφετέρου δε τη συνδρομή και άλλων περιστάσεων και συγκεκριμένα των ιδιαίτερων τεχνικών γνώσεων και της πολύχρονης εμπειρίας του αναιρεσιβλήτου, της επιτυχούς ασκήσεως από αυτόν των καθηκόντων του ως προϊσταμένου του ΤΤΥΕΛ Αγρινίου, καθώς και του ότι η κατά τα άνω παύση και αντικατάσταση του αναιρεσιβλήτου δεν έγινε προς όφελος των συμφερόντων του αναιρεσείοντος Οργανισμού, αλλά υπαγορεύτηκε από λόγους εκδικήσεως του νεοπροαρχθέντος Προϊσταμένου της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος προς εκείνον αμέσως μετά την από τον πρώτο ανάληψη των νέων τούτων καθηκόντων, οι πεοιστάσεις δε αυτές σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του αναιρεσιβλήτου (ως προς την οποία δεν προβάλλεται κάποια αιτίαση) θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση εκ μέρους του αναιρεσείοντος των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη κατά την άσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος.
Κατά συνέπεια οι περί του αντιθέτου από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή η αοριστία του δικογράφου της αγωγής (νομική, ποιοτική ή ποσοτική) πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που, κατ' εξαίρεση, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, λαμβάνεται υπόψη χωρίς να έχει προταθεί στο εν λόγω δικαστήριο, ειδικώς δε δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό, που μπορούσε να προταθεί στο πιο πάνω δικαστήριο, πρέπει, κατά τα άρθρα 118, 566 παρ. 1 και 575 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή αυτό παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου όσον αφορά τη βάση της καταχρηστικής ενασκήσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντα του διευθυντικού δικαιώματός του προς αντικατάσταση του πρώτου από τη θέση του προϊσταμένου του ΤΤΥΕΛ Αγρινίου λόγω μη επικλήσεως με την αγωγή και άλλων περιστατικών, από τη συνδρομή των οποίων θα προέκυπτε η καταφανής υπεροχή του αναιρεσιβλήτου έναντι των υπαλλήλων που τον αντικατέστησαν, η οποία θα καθιστούσε την αντικατάσταση εκείνου καταχρηστική.
Ο λόγος αυτός ανεξάρτητα από την βασιμότητά του, πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνεται σε αυτόν, όπως έπρεπε, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ότι ο σχετικός με την αοριστία της αγωγής, κατά το μέρος της, που προαναφέρθηκε, ισχυρισμός του αναιρεσείοντος προτάθηκε και μάλιστα παραδεκτώς και νομίμως στο Εφετείο.
Επειδή μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει η αναίρεση στο σύνολό της ν' απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.2.2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ) περί αναιρέσεως της 1151/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ