Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy ruling as facts were already considered by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by a debtor against a first-instance bankruptcy ruling. The appellants argued that the court failed to consider their lack of commercial status and the nature of their debt guarantee. The court found these arguments were already examined and dismissed by the lower court, making the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court has already considered and rejected the arguments raised by the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1214 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1214/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Μ. του Χ. και 2) Π. συζ. Ι. Μ. , το γένος Μ. Γ. , κατοίκων ... , εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ο δε 1ος διά του ιδίου πληρεξουσίου δικηγόρου του Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη κατέθεσε στο Γραμματέα την από 15-1-2024 δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της από 22-6-2022 αιτήσεως για αναίρεση της 142/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων προσκομίζοντας και το υπ' αριθμ. ... /29-1-2024 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σταματικής Φράγκα - Ζαχαριά, συζ. Δημητρίου Στάθη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 2) συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Ηπείρου ΣΥΝ.ΠΕ", που εδρεύει στα Ιωάννινα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εκπροσωπείται νόμιμα από την εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ, Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και δ.τ. "INTRUM HELLAS ΑΕΔΑΔΠ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου και ως διαχειρίστριας απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "VEGA II NPL FINANCE DAC", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 8) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β2Kapital ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και δ.τ.
τίτλο "B2KAPITAL ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου διαδίκου και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "HELLAS 3P INVESTMENT DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "ULTIMO PORTFOLIO INVESTMENT (LUXEMBOURG) SA", που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και 9) μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου διαδίκου και διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Καπελλίδη και η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, ενώ οι 1η, 3η, 5η, 6η, 7η, 8η και 9η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2013 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2019 μη οριστική και 142/2022 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 2η και 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάδων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, που άσκησε κατά αποφάσεως που εκδόθηκε σε βάρος του. Η περί της παραιτήσεως από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, σχετική δήλωση του αναιρεσείοντος, γίνεται αποκλειστικά κατά τους τύπους του άρθρου 297 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις. Ως δικόγραφο, νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό του πληρεξούσιο για την πιστοποίηση της διαδικαστικής πράξης παραιτήσεως, κατ' άρθρο 118 του Κ.Πολ.Δ., που επιδίδεται από τον δηλούντα διάδικο στον αντίδικό του.
Συνεπώς, παραίτηση από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, που γίνεται με κατάθεση, απλώς, του σχετικού δικογράφου στη Γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, χωρίς επίδοση τούτου στον αντίδικο του παραιτουμένου, είναι ανίσχυρη και δεν συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα και συγκεκριμένα δεν θεωρείται πως αυτή δεν ασκήθηκε και δεν καταργείται η δίκη (Α.Π. 1494/2023, Α.Π. 310/2023, Α.Π. 32/2022, Α.Π. 315/2018).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4 και 576 παρ.1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, στην περίπτωση που τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νομίμως και εμπροθέσμως τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος, νομίμως και εμπροθέσμως, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 260 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, κατ' εκείνη του άρθρου 573 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, τυγχάνει εφαρμογής και επί της διαδικασίας της κατ' αναίρεση δίκης, προκύπτει ότι, εάν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται μεν, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται.
Από τις διατάξεις δε των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1, 260, 573 παρ. 1 και 576 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, επί περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων, εάν απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως στη συζήτηση ένας εξ αυτών και απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως στη συζήτηση και ο αναιρεσείων, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση κηρύσσεται ματαιωμένη ως προς τον απολειπόμενο ή μη μετέχοντα προσηκόντως στη συζήτηση αναιρεσίβλητο και χωρεί ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους ομοδίκους, οι οποίοι μετέχουν προσηκόντως, εκτός εάν συνδέονται με αναγκαστική ομοδικία, οπότε, εάν ο απολειπόμενος ή μη μετέχων κανονικά στη συζήτηση αναιρεσίβλητος, έχει επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή έχει κλητευθεί νομίμως, η συζήτηση δεν ματαιώνεται ως προς αυτόν, αλλά θεωρείται αντιπροσωπευόμενος από τους παρισταμένους ομοδίκους του, ενώ, εάν δεν έχει επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή δεν έχει κλητευθεί νομίμως, η συζήτηση ματαιώνεται ως προς αυτόν και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους άλλους ομοδίκους.
Αναγκαία ομοδικία, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί, εκτείνεται επί πάντων των ομοδίκων ή όταν οι ομόδικοι μόνον από κοινού μπορούν να εναγάγουν ή να εναχθούν ή, λόγω των συντρεχουσών περιστάσεων, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις έναντι αυτών (ΑΠ 1526/2018, ΑΠ 1461/2018, ΑΠ 1458/2018).
Στη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010, οι αναφερόμενοι στην αίτηση τυχόν πλείονες πιστωτές, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, τελούν μεταξύ τους σε σχέση οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας (άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β' του Κ.Πολ.Δ., Α.Π. 545/2022, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 757/2019, Α.Π. 128/2019, ΑΠ 436/2018, ΑΠ 1978/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση η από 22-6-2022 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθ. 142/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, εκδοθείσα ερήμην των πρώτης, τρίτης, πέμπτης και έκτης των εφεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.
του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), με την οποία απορρίφθηκε η από 12-6-2017 έφεση των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθμ. 88/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, που είχε απορρίψει την από 23-9-2013 αίτησή τους, για την υπαγωγή τους στο ν. 3869/2010.
Ο πρώτος των αναιρεσειόντων Ι. Μ. , με την από 15-1-2024 δήλωσή του, η οποία υπογράφεται από τον έχοντα ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, δυνάμει του υπ' αριθ. ... /29-1-2024 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σταματικής Φράγκα- Ζαχαρία, δικηγόρο Έδεσσας, Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη και κατατέθηκε από τον ίδιο, στο Γραμματέα του παρόντος δικαστηρίου, Αθανάσιο Λιάπη, όπως προκύπτει από την επ' αυτής, από 1-2-2024, επισημείωση του ως άνω γραμματέως, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.
Η παραίτηση όμως αυτή, η οποία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες, είναι ανίσχυρη, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, και δεν συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα, δηλαδή, δεν επιφέρει κατάργηση της δίκης. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται, προκύπτει ότι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επέσπευσαν εγκύρως οι αναιρεσείοντες, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των οποίων (δυνάμει του υπ' αριθ. 19710/16-6-2022 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σταματικής Φράγκα- Ζαχαρία), Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, παρήγγειλε την επίδοση αυτής, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, στις αναιρεσίβλητες, η οποία και επιδόθηκε σ' αυτές (βλ.
τις υπ' αριθμ. 3507ΣΤ/15-11-2022, 3509β'/11-11-2022, 3504ΣΤ/15-11-2022, 3505ΣΤ/15-11-2022, 6552Δ/21-11-2022, 6529Δ/17-11-2022, 3506ΣΤ/15-11-2022, 6510Δ/14-11-2022 και 3511ΣΤ/16-11-2022 εκθέσεις επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Ι. Β. οι πρώτη, τρίτη, τετάρτη, εβδόμη και ενάτη, της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ιωαννίνων Κ. Κ. η δεύτερη και του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Σ.
Α. οι λοιπές). Όμως, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο κατά την εν λόγω δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, δεν παρέστησαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, ο αναιρεσείων Ι.
Μ. , ο οποίος επέσπευσε τη συζήτηση, καθώς και οι νομίμως κλητευθείσες πρώτη, τρίτη, πέμπτη, έκτη, εβδόμη, ογδόη και ενάτη των αναιρεσιβλήτων. Συνακόλουθα, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως [η οποία είναι τελεσίδικη και, συνεπώς, παραδεκτή, ως δικόγραφο, και κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των πρώτης, τρίτης, πέμπτης και έκτης των εφεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, που ερημοδικάστηκαν, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων (Α.Π. 1225/2023, Α.Π. 610/2023, Α.Π 421/2023)], έχουσα ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να συζητηθεί περαιτέρω, προκειμένου να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), παρά την απουσία, τόσο του πρώτου αναιρεσείοντος Ι.
Μ. , όσο και των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων, καθόσον οι τελευταίες, νομίμως κλητευθείσες, αντιπροσωπεύονται από τις παραστάσες δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, ως αναγκαίες ομόδικοι αυτών (άρθρα 76 παρ. 1, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις 25-10-2013, της ένδικης, από 25-10-2013, αιτήσεως), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α. 4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), το οποίο καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός, δεν είναι κατ` αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο της ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με το σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση αυτού υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, η οποία να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου.
Υπάγονται επίσης και όσοι ήταν έμποροι, αλλά έπαυσαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς, κατά την παύση αυτή, να έχουν παύσει και τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή εντάσσονται στο ν. 3869/2010 αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών.
Ακόμη, υπάγονται και οι "μικρέμποροι", για τους οποίους η κατά σύνηθες επάγγελμα άσκηση εμπορικών πράξεων συνδέεται, προεχόντως και κατά κύριο λόγο, με το σωματικό τους μόχθο και κόπο, το δε κέρδος που αποκομίζουν από αυτές, αποτελεί αμοιβή της προσωπικής τους εργασίας και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας.
Τα πρόσωπα αυτά, διενεργούν μεν εμπορικές πράξεις, πλην όμως δεν έχουν ανάληψη κινδύνου, σημαντικό επενδεδυμένο κεφάλαιο και τέτοια έκταση δραστηριότητας και δομή λειτουργίας, που να παραπέμπει σε εμπορική δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος. Ενδεικτικά στοιχεία της συνδρομής της ιδιότητας του μικρεμπόρου αποτελούν, η έλλειψη οργανωμένης επιχείρησης, η απουσία απασχόλησης προσωπικού και η προσωπική ενασχόληση του οφειλέτη, η απουσία ιδιαίτερου εξοπλισμού και επένδυσης κεφαλαίου σε εγκαταστάσεις και ο μικρός κύκλος εργασιών (Α.Π. 1225/2023, Α.Π. 21/2023, Α.Π. 1225/2023, Α.Π. 1205/2022).
Πρόκειται για βιοπαλαιστές, τεχνίτες και μικροεπαγγελματίες, που χαρακτηρίζονται από άσκηση του βιοποριστικού τους επαγγέλματος με καταβολή προσωπικής τους εργασίας, από την οποία κερδίζουν τα αναγκαία για την ζωή, έτοιμους να τραπούν σε άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα, σε περίπτωση αποτυχίας της δραστηριότητάς τους, για τους οποίους δεν δικαιολογείται η υπαγωγή στην έννοια του κερδοσκόπου εμπόρου (Α.Π. 249/2023, Α.Π. 1205/2022, Α.Π. 1376/2021).
Το χαρακτηρισμό του μικροεμπόρου μπορεί να τον επικαλεστεί και να τον αποδείξει ο ίδιος ο οφειλέτης (Α.Π. 1225/2023, Α.Π. 1774/2022, Α.Π. 673/2022). Αντιθέτως, δεν υπάγονται στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 οι οφειλέτες, οι οποίοι, κατά το χρόνο της παύσης των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα, στην περίπτωση δε αυτή, αν, δηλαδή, έπαυσαν τις πληρωμές όταν ήταν ακόμα έμποροι, η αίτησή τους για υπαγωγή στο νόμο αυτό, απορρίπτεται.
Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου (Α.Π. 977/2023, Α.Π. 21/2023, ΑΠ 1005/2021, ΑΠ 756/2020, ΑΠ 550/2019, ΑΠ 804/2019, ΑΠ 803/2017).
Ως παύση πληρωμών νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστης του εμπόρου, που επήλθε από τη μη πληρωμή των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών, δηλαδή των εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών εμπορικών του χρεών, η οποία (μη πληρωμή), προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του (ΑΠ 550/2019).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 του Εμπ.Ν. και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/ 2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Οι έμποροι, επομένως, για τους οποίους ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας (σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του), αποκλείονται από την εφαρμογή του ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου δεν υπάγονται, ούτε τα ιδιωτικά χρέη αυτών.
Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ν. 3588/2007 (Πτ.Κ.) και όχι αυτές του ν. 3869/2010 (Α.Π. 21/2023, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 803/2017). Περαιτέρω, η ρυθμιζόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. του Α.Κ. σύμβαση εγγυήσεως,είναι καθ' εαυτή σύμβαση αστικού δικαίου, αφού κατά κανόνα παρέχεται χαριστικώς, προς εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλου.
Αν, όμως, αυτή δίνεται από τον εγγυητή κατ' εκμετάλλευση της πίστεως που παρέχει το όνομά του και η οικονομική του επιφάνεια, με την είσπραξη απ' αυτόν αμοιβής ή άλλης χρηματικής ωφέλειας ή με οποιοδήποτε άλλο, άμεσο ή έμμεσο, οικονομικό όφελος, που αντλείται από το λόγο για τον οποίο δόθηκε η εγγύηση και με την ανάληψη του σχετικού κινδύνου, τότε αυτή είναι εμπορική πράξη για τον εγγυητή και μάλιστα, ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα της κύριας οφειλής ή της εμπορικής ιδιότητας του εγγυητή, δηλαδή, αντικειμενικά εμπορική πράξη, κατ' αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 του β.δ/τος 2/14.5.1835 "περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων", διότι συντρέχουν τα προσδιοριστικά στοιχεία της εξ αντικειμένου εμπορικότητας, δηλαδή η διαμεσολάβηση στην παροχή πίστεως με την ανάληψη του κινδύνου, προς το σκοπό απολαύσεως οικονομικού οφέλους.
Επομένως, τέτοιες εγγυήσεις, εφόσον παρέχονται κατά σύνηθες επάγγελμα με σκοπό βιοπορισμού, αποτελούν αντικειμενικά εμπορικές πράξεις που προσδίδουν στον παρέχοντα αυτές την ιδιότητα του εμπόρου, κατά το άρθρο 1 του Εμπ.Ν. (Ολ.ΑΠ 1513/1980, Α.Π. 518/2020, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 1692/1998, ΑΠ 108/1997, ΑΠ 48/1996). Η παροχή τέτοιων εγγυήσεων προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου, κατά την ανωτέρω έννοια, στον παρέχοντα αυτές, όταν ασκείται κατά σύνηθες και όχι απαραίτητα κύριο επάγγελμα.
Η κτήση, δηλαδή, της εμπορικής ιδιότητας δεν αποκλείεται από την παράλληλη με αυτή άσκηση άλλου, μη εμπορικού, επαγγέλματος ή άλλης ιδιότητας (Ολ.ΑΠ 1513/1980, ΑΠ 805/2019). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 604/2021, Α.Π. 981/2020).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 75/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 42/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 1106/2021, Α.Π. 123/2021).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση ότι με την προσβαλλομένη απόφαση παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται αυτή κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 1127/2021, Α.Π. 123/2021). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 5 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 1284/2023, Α.Π. 485/2023, Α.Π. 972/2022).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1389/2023, Α.Π. 1224/2023, Α.Π. 1036/2023, Α.Π. 465/2023).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 172/2020, Α.Π. 250/2014), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020, Α.Π. 74/2019, Α.Π. 656/2016).
Εξάλλου, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, που καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις και ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Α.Π. 996/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 542/2022, Α.Π. 169/2022), το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (Α.Π. 996/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 542/2022, Α.Π. 169/2022).
Ιδρύεται, όμως, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", με την προεκτεθείσα έννοια, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση, σε σχέση με την εμπορική ιδιότητα των αιτούντων, ήδη αναιρεσειόντων, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: "...
Oι αιτούντες (ήδη αναιρεσείοντες) είναι σύζυγοι, γεννηθέντες ο μεν πρώτος το έτος 1952, η δε δεύτερη το έτος 1956 και κατοικούν στα Ιωάννινα, σε ιδιόκτητο διαμέρισμα, συγκυριότητάς τους κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας ... Κατά το παρελθόν ο πρώτος αιτών (ήδη πρώτος αναιρεσείων) διατηρούσε εμπορική επιχείρηση ξυλουργικών προϊόντων μέχρι και το έτος 2012, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.
Η σύζυγός του (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) δεν εργαζόταν... οι μηνιαίες βιοτικές δαπάνες των εκκαλούντων ... ανέρχονται στο ποσό των 800 ευρώ. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες προς τις εφεσίβλητες έχουν οφειλές συνολικού ύψους 408.301,16 ευρώ, από στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια που έλαβαν από αυτές, ο μεν εκκαλών ως πιστούχος, η δε εκκαλούσα ως εγγυήτρια.
Τα πάγια μηνιαία έξοδα... των εκκαλούντων συζύγων, μετά το άθροισμα των μηνιαίων βιοτικών τους αναγκών και των μηνιαίων δόσεων προς τις εφεσίβλητες ...ανέρχονται στο ποσό τουλάχιστον των 1.800 ευρώ... ο πρώτος εκκαλών διατηρούσε εμπορική επιχείρηση ξυλουργικών προϊόντων μέχρι και το έτος 2012, χρησιμοποιώντας προς τούτο προσωπικό τα έτη 1999, 2006, 2007 και 2008, έχοντας λάβει και επιχορήγηση, με απόφαση του Προέδρου της ΕΟΜΜΕΧ.
Ήτοι, ο πρώτος αιτών και ήδη εκκαλών για την πραγματοποίηση των έργων που αναλάμβανε, εκμεταλλευόταν την εργασία τρίτων προσώπων με σκοπό το κέρδος. Μάλιστα, το έτος 2009 ο κύκλος εργασιών ανήλθε σε 107.672,79 Ευρώ.
Συνεπώς, τελούσε κατά σύνηθες επάγγελμα πράξεις εμπορικές ... και η ως άνω δραστηριότητα προσέδωσε σ' αυτόν την ιδιότητα του εμπόρου. Αποδείχθηκε επίσης ότι διέκοψε την ως άνω δραστηριότητα την 27-9-2012, λόγω συνταξιοδότησης. Κατά το χρονικό αυτό σημείο όμως είχε ήδη παύσει τις πληρωμές του προς τους πιστωτές του, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, που αποτελούν στοιχεία της δικογραφίας και ιδίως τις αναλυτικές βεβαιώσεις οφειλών των πιστωτριών.
Βέβαια, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν τις οφειλές τους προς τις πιστώτριες προσηκόντως μέχρι και το έτος 2012, γεγονός που συνομολογεί και η πρώτη των καθών πιστώτρια και ήδη εφεσίβλητη, η οποία ισχυρίστηκε ότι μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2013, οι οφειλές της προς αυτή ήταν ενήμερες και της κατέβαλαν οι αιτούντες το συνολικό ποσό των 637,30 ευρώ μηνιαίως.
Πλην όμως αυτά τα έτη 2010, 2011 και 2012, τα εισοδήματα της δεύτερης αιτούσας και ήδη εκκαλούσας ήταν μηδενικά, αφού εξακολουθούσε να είναι άνεργη και η επιχείρηση του πρώτου εκκαλούντος εμφάνιζε συνολικές ζημίες περίπου 25.000 ευρώ, ως συνολικό δε οικογενειακό ετήσιο εισόδημα για το έτος 2013 δηλώθηκε μόλις το ποσό των 4.313,53 ευρώ.
Επομένως, σύμφωνα με τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, τα εισοδήματα των αιτούντων και ήδη εκκαλούντων δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών και των οικονομικών τους υποχρεώσεων, ούτε το έτος 2012, αλλά ούτε και τον Αύγουστο του 2013. Όπως δε προκύπτει από το από 14-5-2013 έγγραφο της ΣΥΝΠΕ στις 20-11-2012 είχαν λήξει έξι δόσεις του δανείου του εκ 190.388,35 Ευρώ.
Από όλα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο οδηγείται με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος εκκαλών περιήλθε σε αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων οικονομικών του υποχρεώσεων έναντι των εφεσίβλητων, αλλά και των υπόλοιπων πιστωτών του, πριν το χρονικό σημείο της παύσης της λειτουργίας της ατομικής του επιχείρησης, δηλαδή πριν την 27-9-2012, και ενώ διατηρούσε ακόμη την εμπορική ιδιότητα και ειδικότερα την πτωχευτική ικανότητα.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν δύναται να ανατραπεί από τις επικαλούμενες από τον πρώτο εκκαλούντα -καταβολές προς τις εφεσίβλητες, οι οποίες δεν είχαν τακτικό χαρακτήρα και των οποίων το ύψος ήταν τέτοιο, ώστε να μην επαρκεί για την πλήρη κάλυψη των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του. Κατά συνέπεια, η πραγματοποίηση των επιμέρους αυτών καταβολών δεν δύναται να αναιρέσει την διαπίστωση ότι σε χρονικό σημείο προγενέστερο της 27-9-2012 ο πρώτος εκκαλών είχε περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης του μεγαλύτερου τμήματος των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών του, ούτε άλλωστε προέκυψε η ύπαρξη αποθεματικών παρελθόντων ετών, που δήθεν αναλώθηκαν για το σκοπό αυτό, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες.
Επομένως, ο πρώτος αιτών, κατά το χρονικό σημείο της περιέλευσής του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, είχε την εμπορική ιδιότητα και επομένως πτωχευτική ικανότητα και συνεπώς δεν μπορεί να υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 ...". Δέχθηκε ακόμη το Δικαστήριο και τα ακόλουθα: "...
για τη λειτουργία της κατά τα ανωτέρω επιχείρησης για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα απαιτήθηκε, πέραν από την προσωπική εργασία του πρώτου εκκαλούντος και η επένδυση από μέρους του σημαντικών χρηματικών κεφαλαίων, για την αγορά του αναγκαίου εξοπλισμού, ενώ και το οικονομικό όφελος, το οποίο προσδοκούσε και το οποίο επιτύγχανε ο πρώτος εκκαλών υπερέβαινε κατά πολύ τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στην παρεχόμενη από αυτόν προσωπική εργασία του.
Κατά συνέπεια, βασικό χαρακτηριστικό στοιχείο της κατά τα ανωτέρω περιγραφόμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας του πρώτου εκκαλούντος υπήρξε η επένδυση σημαντικών χρηματικών κεφαλαίων, η οποία βέβαια υποστηριζόταν και από την προσωπική του εργασία, και η ανάληψη του κινδύνου απώλειας αυτών προς το σκοπό της επίτευξης του μέγιστου δυνατού οικονομικού οφέλους.
Παρά δε το γεγονός ότι οι εφεσίβλητες εκπλήρωσαν προσηκόντως τις υποχρεώσεις τους από τις κατά τα ανωτέρω συμβάσεις παρέχοντας στον πρώτο εκκαλούντα ρευστότητα, το συνολικό ύψος της οποίας ανήλθε στο ποσό των 408.301,16 Ευρώ, οι εκκαλούντες περιήλθαν σε αδυναμία εξυπηρέτησης των δικών τους υποχρεώσεων από τις κατά τα ανωτέρω συμβάσεις.
Άλλωστε, η δεύτερη αιτούσα και ήδη εκκαλούσα για μεγάλο χρονικό διάστημα παρείχε εγγύηση στα πλαίσια των προαναφερθεισών συμβάσεων. Τις εγγυήσεις αυτές παρείχε ατομικά χάριν κερδοσκοπίας προς δικό της όφελος, διότι ο υπερού η εγγύηση ήταν σύζυγός της. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση της παραπάνω επιχειρηματικής δραστηριότητας του συζύγου της από τις τράπεζες, αποτελούσε η προσωπική εγγύηση της δεύτερης εκκαλούσας, αν δε αρνιόταν να εγγυηθεί δεν θα χορηγούνταν οι πιστώσεις, που ήταν αναγκαίες για την επικερδή συνέχιση των εργασιών της επιχείρησης του συζύγου της.
Επομένως, η υπογραφή από τη δεύτερη αιτούσα- εκκαλούσα ως εγγυήτρια των πιστωτικών συμβάσεων, εφόσον γινόταν κατά συνήθεια και με σκοπό το κέρδος, της προσέδωσε την εμπορική ιδιότητα, λόγω της οποίας όλες τις οι συναλλαγές τεκμαίρεται ότι έγιναν χάριν αυτής, βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του διατάγματος περί της αρμοδιότητας των Εμποροδικείων, επομένως η δεύτερη αιτούσα έχει πτωχευτική ικανότητα ...
και συνεπώς δεν δύναται ομοίως να υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3869/2010 ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12-6-2017 έφεση των αιτούντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθμ. 88/2017 πρωτόδικης οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 23-9-2013 αίτηση αυτών, για την υπαγωγή τους στο ν. 3869/2010 και τη ρύθμιση των οφειλών τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως των αναιρεσειόντων, για την υποβολή τους στην προστασία του ν. 3869/2010, αυτοί είχαν την εμπορική ιδιότητα και, συνεπώς, την πτωχευτική ικανότητα και εκ του λόγου αυτού εμπίπτουν στον Πτωχευτικό Κώδικα (ν. 3588/2007) και όχι στο ν. 3869/2010, δέχθηκε, ανελέγκτως αναιρετικά: 1) ότι ο πρώτος αναιρεσείων τελούσε κατά σύνηθες επάγγελμα πράξεις εμπορικές, δραστηριότητα η οποία του προσέδωσε την ιδιότητα του εμπόρου και την πτωχευτική ικανότητα, ενόψει του ότι α) διατηρούσε εμπορική επιχείρηση ξυλουργικών προϊόντων μέχρι και το έτος 2012, χρησιμοποιώντας προς τούτο κατά τα έτη 1999, 2006, 2007 και 2008, προσωπικό, έχοντας μάλιστα λάβει και επιχορήγηση, με απόφαση του Προέδρου της ΕΟΜΜΕΧ, β) ότι για την πραγματοποίηση των έργων που ανελάμβανε, εκμεταλλευόταν την εργασία τρίτων προσώπων, με σκοπό το κέρδος, κατά το έτος δε 2009, ο κύκλος εργασιών του ανήλθε σε 107.672,79 Ευρώ, γ) ότι διέκοψε την ως άνω δραστηριότητά του την 27-9-2012, λόγω συνταξιοδότησης και δ) ότι τα εισοδήματα των αναιρεσειόντων δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών και των οικονομικών τους υποχρεώσεων, ούτε το έτος 2012, αλλά ούτε και τον Αύγουστο του 2013 και, συνεπώς, ο πρώτος αναιρεσείων περιήλθε σε αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων οικονομικών του υποχρεώσεων έναντι των πιστωτριών του, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 408.301,16 ευρώ, σε χρόνο προγενέστερο της υποβολής της ένδικης αιτήσεώς του (που κατατέθηκε στις 23-9-2013) και πριν το χρονικό σημείο παύσης της λειτουργίας της ατομικής του επιχείρησης, δηλαδή πριν την 27-9-2012, σε χρόνο κατά τον οποίο διατηρούσε ακόμη την εμπορική ιδιότητα και συνακόλουθα την πτωχευτική ικανότητα και 2) ως προς τη δεύτερη αιτούσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα α) ότι αυτή παρείχε εγγύηση στις ανωτέρω, ανερχόμενες, στο συνολικό ποσό των 408.301,16 ευρώ, δανειακές συμβάσεις του συζύγου της, χάριν κερδοσκοπίας και προς δικό της όφελος, ενόψει του ότι η εκ μέρους της παροχή εγγύησης αποτελούσε προϋπόθεση για την, αναγκαία για την επικερδή συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του συζύγου της, χρηματοδότηση από τις τράπεζες και β) ότι η εκ μέρους της παροχή της εγγύησης, με σκοπό το κέρδος της, γινόταν κατά συνήθεια, γεγονός που προσέδωσε σ' αυτήν την εμπορική ιδιότητα και την πτωχευτική ικανότητα.
Με τις παραδοχές του αυτές, το άνω, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 Β.Δ./14-5-1835 "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", 1 Εμπ.Ν., 2 παρ. 1 και 3 του Πτωχευτικού Κώδικα, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 847 του Α.Κ., τις οποίες εφάρμοσε, διότι τα περιστατικά, που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες, επομένως, δεν παραβίασε ευθέως, ενώ, επίσης, ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1α' του ν. 3869/2010, την οποία ορθώς δεν εφάρμοσε, διότι, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Επομένως, όλα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τους πρώτο (ο πρώτος αναιρεσείων) και τρίτο (η δεύτερη αναιρεσείουσα) λόγους αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και, ως εκ τούτου, απορριπτέα. Με την ανέλεγκτη δε παραδοχή, ότι για τη λειτουργία της ως άνω επιχείρησης του πρώτου αναιρεσείοντος, απαιτήθηκε, πέραν της προσωπικής του εργασίας, και η επένδυση από μέρους του σημαντικών χρηματικών κεφαλαίων για την αγορά του αναγκαίου εξοπλισμού, ενώ το οικονομικό όφελος, που προσδοκούσε και επετύγχανε, υπερέβαινε κατά πολύ τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούσαν στην παρεχόμενη από αυτόν προσωπική εργασία και, συνεπώς, αφού βασικό χαρακτηριστικό στοιχείο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας υπήρξε η επένδυση σημαντικών χρηματικών κεφαλαίων και η ανάληψη του κινδύνου απώλειας αυτών, προς το σκοπό της επίτευξης του μέγιστου δυνατού οικονομικού οφέλους, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του η ιδιότητα του μικρεμπόρου, ορθώς ερμήνευσε τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 2 Β.Δ./14-5-1835 "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", 1 Εμπ.Ν., 2 παρ. 1 και 3 του Πτωχευτικού Κώδικα, τις οποίες εφάρμοσε, διότι τα περιστατικά αυτά, που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες, επομένως, δεν παραβίασε ευθέως, ενώ, επίσης, ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1α' του ν. 3869/2010, την οποία ορθώς δεν εφάρμοσε.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Τέλος, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από τον αριθμό 5 περ. β' του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενοι ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη, ο μεν πρώτος τούτων, τους ισχυρισμούς του α) ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της παύσης των πληρωμών, ο ίδιος δεν διατηρούσε την εμπορική ιδιότητα και β) ότι υπάγεται στην έννοια του μικρεμπόρου και, συνεπώς, εμπίπτει στην προστασία του ν. 3869/2010, η δε δεύτερη, ότι εγγυήθηκε υπέρ του συζύγου της, όχι χάριν κερδοσκοπίας, αλλά από ηθική υποχρέωση προς αυτόν και τα τέκνα τους.
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε ανωτέρω, λήφθηκαν υπόψη από το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι. Συνακόλουθα, οι λόγοι αυτοί, κατά τα προαναφερόμενα σκέλη τους, είναι απορριπτέοι και ως αβάσιμοι.
Οι λοιπές, διάσπαρτες και στους τρεις λόγους αναιρέσεως, αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι ο πρώτος τούτων έπαυσε τις πληρωμές του το έτος 2013, σε χρόνο μετά την παύση της εμπορικής του ιδιότητας, που έλαβε χώρα το έτος 2012, ότι οι κατά τα έτη 2012- 2013 προσπάθειές του για επίτευξη διακανονισμών με τις πιστώτριες τράπεζες αποδεικνύει ότι μέχρι τότε δεν υπήρχε μόνιμη παύση πληρωμών, ότι η επιχείρησή του λειτουργούσε με προσωπικό του μόχθο, χωρίς προσωπικό και χωρίς αξιόλογο εξοπλισμό, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Με βάση τα παραπάνω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-6-2022 (αριθ. κατ. 99/2022) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 142/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β 'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ