Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, ruling the land is agricultural not forested.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's ruling on property ownership. The State argued the land was public forest requiring specific legal protections, while the appellant claimed ownership through derivative acquisition. The court found the land to be agricultural in nature, not public forest, thereby rejecting the State's application of restrictive ownership rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1033 and 1094 of the Civil Code; Article 3 of Law 998/1979; The court established that when disputed land lacks the legal status of public forest, the presumption of state ownership does not apply, and the claimant must prove ownership rights without the burden of proving a thirty-year possession period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1214 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1214/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Κ. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καλαμπαλίκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 127/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της 127/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκάνησου έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 552 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο την αγωγή.
Συνδέεται, δηλαδή, η νομική αοριστία της αγωγής με την εκτίμηση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη τού αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.
Στην περίπτωση αυτή, όταν το δικαστήριο παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., καθόσον το δικαστήριο κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως τού άρθρου 216 Κ.Πολ.Δικ.
παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου. Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη, του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά στη δημόσια τάξη.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται ότι προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο περί αοριστίας ισχυρισμός της αγωγής, ο οποίος πρέπει να αναφέρεται στις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αλλά και αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ακινήτου (άρθρ 1094 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ) ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ'αυτού, του οποίου απαιτείται να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και η έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του και να μπορεί να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη, όταν δε το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου ο ενάγων έχει την υποχρέωση εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου, αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, και οπωσδήποτε των ορίων του, έτσι ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του και να είναι δυνατόν στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου (και όχι ασαφούς) επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 781/2016, ΑΠ 78/2015).
Τέτοια περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα που ενσωματώνεται στην αγωγή. Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής στο οποίο δεν ενσωματώνεται τοπογραφικό διάγραμμα εφόσον από την περιγραφή του ακινήτου δεν υφίσταται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 1526/2009).
Περαιτέρω επί αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και ειδικότερα σε σύμβαση (άρθρ. 1033 ΑΚ) για το ορισμένο αυτής αρκεί κατ'αρχήν να γίνει επίκληση της σύμβασης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο πιο πάνω δικαιοπάροχος του ενάγοντα, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον εναγόμενο και της κυριότητας του τελευταίου υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο απόκτησης αυτής (ΑΠ 1203/2012).
Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ'υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας, πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες, υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του (ΑΠ 1589/2008).
Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφορά στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (ΑΠ 180/2006). Τέλος, η επίκληση της αποκτήσεως χρησικτησίας μέχρι τις 11.9.2015 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού η απόδειξη του οποίου βαρύνει το Δημόσιο (ΑΠ 643/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της ένδικης, από 10.10.2017 (αρ. κατ. δικ. 81/2017), αγωγής, απευθυνόμενης ενώπιον του πρωτοβάθμιου - Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος - ενάγων εξέθετε, κατά τα ενδιαφέροντα περιστατικά, ότι είναι κύριος ακινήτου που βρίσκεται εντός της ζώνης επέκτασης του οικισμού ..., έκτασης 30.044,84 τ.μ., με αριθμό Α.Κ.Π ...
που βρίσκεται εντός ζώνης. 500 μέτρων, επέκτασης του, οικισμού ... της Κτηματικής Περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ... της Περιφερειακής Ενότητας Αιτωλοακαρνανίας και το οποίο αποτελεί διαιρετό τμήμα της υπό τα στοιχεία ... "όπως αυτό εμφαίνεται στο προαρτώμενο στην παρούσα τοπογραφικό διάγραμμα της Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Ι.
Σ.." Ότι το ως άνω ακίνητο (οικοπεδαγρό), απέκτησε με παράγωγο τρόπο και, συγκεκριμένα, με αγορά από τον κύριο τούτου Ι. Ν. του Κ., δυνάμει του .../2011 αγοραπωλητήριου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Ρ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Εχίνου στον τόμο …και με αύξοντα αριθμό ….
Ότι με την .../31.7.2008 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος Χωροταξίας Δημοσίων Έργων, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1044906/2946/Δ0010/27.5.2009 Κοινή Υπουργική Απόφαση των ίδιων Υπουργών, οι οποίες δημοσιεύθηκαν αντίστοιχα στα 379/26.8.2008 και 279/16.6.2009 ΦΕΚ (τεύχος ΑΠΠ) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημοσίας ωφέλειας τμήμα του με αριθμό ...
ακινήτου αυτού έκτασης 30.018,76 τετραγωνικών μέτρων με τα επικείμενά του, απομείναντος τμήματος 26,08 τετραγωνικών μέτρων. Ότι με την 95/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, απείχε από την αναγνώριση του ενάγοντος ως δικαιούχου της αποζημίωσης που θα καθοριζόταν λόγω της απαλλοτρίωσης, διότι το Ελληνικό Δημόσιο πρόβαλε δικαιώματα κυριότητας επ'αυτού.
Ότι, ακολούθως, με την .../25.11.2014 Απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών Και Δικτύων, που δημοσιεύθηκε στο ....11.2014 ΦΕΚ (ΑΑΠ) ανακλήθηκε μερικώς η αναγκαστική απαλλοτρίωση επί του επιδίκου ακινήτου, απαλλοτριούμενων τελικώς τριών τμημάτων του, έκτασης 39, 44, 8.792,78 και 192,24, τετραγωνικών μέτρων, με τα επικείμενά τους, και απομεινάντων επίσης τριών τμημάτων του έκτασης 17.906,91, 3.080,40 και 28.09 τετραγωνικών μέτρων.
Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί κύριος του ενδίκου ακινήτου καθώς και δικαιούχος της αποζημίωσης που θα καθορισθεί για την απαλλοτρίωση. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου με την 8/2019 απόφασή του που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αφού έκρινε ως ορισμένη, νόμιμη και παραδεκτή την αγωγή ως προς το αναγνωριστικό της κυριότητας αίτημα της, ως στηριζόμενη σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος, ακολούθως δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς τα ως άνω αιτήματά της και αναγνώρισε ότι ο ενάγων είναι κύριος του επίδικου με ΚΑΔΕ ...
ακινήτου, το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και δικαιούχος της οριστικής αποζημίωσης που καθορίστηκε γι' αυτό με την 79/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων του εναγομένου - και ήδη αναιρεσείοντος (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.) ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι τούτο επικαλέσθηκε αοριστία του δικογράφου της αγωγής εξαιτίας της μη ενσωμάτωσης στο δικόγραφο της τοπογραφικού διαγράμματος, καθώς και της μη αναφοράς αν τα εναπομείναντα από την απαλλοτρίωση εδαφικά τμήματα του επίδικου ακινήτου είναι εντός ή εκτός των αμφισβητούμενων, ενώ δεν αμφισβήτησε ρητά την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, επικαλούμενο μόνον αοριστία του δικογράφου της αγωγής με τον ισχυρισμό ότι "ο αντίδικος δεν αναφέρει ως έχει υποχρέωση...
τις παραμικρές πράξεις νομής των απώτατων δικαιοπαρόχων του ..." και "... ουδέν αναφέρει, επί του κρισίμου εν προκειμένω ζητήματος της άσκησης νομής επί του επιδίκου αυτού του ιδίου και των απωτέρων και απωτάτων δικαιοπαρόχων του" και ότι ενάγων έπρεπε να ισχυρισθεί ότι αυτός ή οι δικαιοπάροχοί του έχουν έως τις 11.9.2015 συμπληρώσει τριακονταετή άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια, κυρίου, εφόσον το επίδικο ακίνητο διεκδικείται από το Ελληνικό Δημόσιο.
Τους περί αοριστίας της αγωγής ως άνω ισχυρισμούς, που απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επανέφερε νομοτύπως το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως λόγο εφέσεως με την από 27.3.2019 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 127/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Με την τελεσίδικη αυτή απόφαση έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και απορρίφθηκε κατ'ουσία.
Με βάση τα παραπάνω με τέτοιο, περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αναγνωριστική αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αφού διαλαμβάνονται σε αυτή όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την πληρότητά της. Ειδικότερα, στην αγωγή γίνεται λεπτομερής περιγραφή κατά θέση και όρια, του συνολικού ακινήτου με ΚΑΔΕ ...
συνολικής έκτασης 30.044,84 τ.μ. όπως και των απαλλοτριωθέντων και εναπομεινάντων τμημάτων του, μετά δε την αμφισβήτηση τμήματος τούτου από το Ελληνικό Δημόσιο ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του συνολικού ακινήτου και δικαιούχος της αποζημίωσης των τμημάτων που τελικά απαλλοτριώθηκαν, οπότε δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζεται στην αγωγή αν τα απαλλοτριωθέντα αυτά τμήματα του συνολικού ακινήτου περιλαμβάνονταν στη συγκεκριμένη έκταση επί της οποίας προέβαλε δικαιώματα κυριότητας το Ελληνικό Δημόσιο.
Ούτε ήταν αναγκαίο για το ορισμένο του δικογράφου της αγωγής να ενσωματώνεται σ'αυτήν το επικαλούμενο στην ίδια τοπογραφικό διάγραμμα ούτε να αναφέρονται ο τρόπος, με τον οποίο ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοι του απέκτησαν τη νομή και κατοχή του επίδικου ακινήτου και οι διακατοχικές πράξεις που άσκησαν με διάνοια κυρίου σε αυτό, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή, η οποία αφορά ακίνητο έχει ως βάση την κτήση, κυριότητας (και όχι νομής) του ενάγοντος στο παραπάνω ακίνητο με παράγωγο τρόπο, και συγκεκριμένα με σύμβαση (άρθρ. 1033 Α.Κ.), ενώ επί πλέον δεν επήλθε επιγενόμενη αοριστία της, αφού το εναγόμενο με τις προτάσεις του που κατέθεσε νόμιμα ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν αμφισβήτησε ρητά, τόσο την κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, όσο και των δικαιοπαρόχων του, άμεσου και απωτέρων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη.
Τούτο δε, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι στην αγωγή γινόταν καθ'υποφορά μνεία του τρόπου κτήσης της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος. Επίσης ο ενάγων δεν είχε υποχρέωση να επικαλείται στην αγωγή την απόκτηση χρησικτησίας επί του επίδικου ακινήτου μέχρι τις 11.9.2015, αφού, σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, η επίκληση αυτή προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού, η απόδειξη του οποίου βαρύνει το Δημόσιο.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους, υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά μη ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1033 και 1094 του ΑΚ, δεν κήρυξε το δικόγραφο της αγωγής ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, όπως είχε ζητηθεί με σχετικό λόγο της έφεσης του αναρεσείοντος αλλά και πρωτοδίκως, εξαιτίας της μη επαρκούς έκθεσης σ'αυτήν των προαναφερόμενων στοιχείων που ήταν αναγκαία, με βάση τις ως άνω διατάξεις για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, αλλά αντίθετα την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ελεγχόμενοι αναιρετικά κατά την ορθή εκτίμησή τους, μόνο με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559, στην οποία και υπάγονται, καθώς αφορούν ποσοτική αοριστία της αγωγής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την ως άνω 127/2019 απόφαση του το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθμό .../24.5.2011 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Ρ., το οπoio μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Εχίνου, περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος αιτία αγοράς από τον αληθή κύριο Ι. Ν., ένα αγροτικό ακίνητο που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του δδ ... του δήμου ... και στην ειδικότερη θέση "...", εκτάσεως κατά νεότερη καταμέτρηση 30.044,84 μ2, όπως τούτο αποτυπώνεται και δεν αμφισβητείται στο Απρίλιος 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Τ.Ε.Κ.
Πρεβεζάνου. Με την με αριθμό πρωτ. .../31.7.2008 κ.υ.α. των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα και - μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Εχίνου, όπως διορθώθηκε με την 1044906/2946/Δ0010/27.5.2009 κ.υ.α. των ίδιων Υπουργών, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για.
λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της Ιόνιας Οδού στο τμήμα ... από χ.θ. 76 + 618 έως χ.θ. 82 + 139,40 συνολικής έκτασης 624.900 τ.μ., κείμενη στην περιοχή των δημοτικών διαμερισμάτων ... της δημοτικής ενότητας ... (ήδη τοπικών, κοινοτήτων ... της δημοτικής ενότητας ... του δήμου ...) του νομού Αιτωλοακαρνανίας.
Ακολούθως, με την υπ'αριθμόν πρωτ. .../25.11.2014 Απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό ...-11-2004 Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος ΑΑ & ΠΘ) ανακλήθηκε η μη συντελεσμένη αναγκαστική απαλλοτρίωση μερικών ακινήτων εκτάσεως 98.198,90 τ.μ. λόγω τροποποίησης της τεχνικής μελέτης του έργου και της μείωσης αυτής σε εδαφικές εκτάσεις.
Μεταξύ των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο με ΚΑΔΕ ... ακίνητο, ελαιώνας μη αρδευόμενος - ιχθυοτροφία, εκτάσεως 30.039,86 τ.μ. το οποίο βρίσκεται πλησίον του οικισμού ..., στην τοπική κοινότητα ... της δημοτικής ενότητας ... του Δήμου ... της περιφερειακής ενότητας Αιτωλοακαρνανίας, εμφαίνεται στο με αριθμό ...
κτηματολογικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Μ. Κ., υπό στοιχεία ... και συνορεύει γύρωθεν... Από το ακίνητο αυτό απαλλοτριώνεται συνολική έκταση 9.024,46 τ.μ. με τα επικείμενά της... και απομένουν τρία εδαφικά τμήματα, εκτάσεως 17.906,91, 3.080,40 και 28,09 τ.μ.. Δυνάμει δε της 79/2017 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του ακινήτου και των επικειμένων του, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά κατά τα ανωτέρω, και προσδιορίστηκε η ιδιαίτερη αποζημίωση για τα δύο από τα εναπομείναντα τμήματά του, ήτοι αυτά με εμβαδόν 3.080,40 και 28,09 τ.μ.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι σε χρόνο προγενέστερο της μερικής ανάκλησης της κηρυχθείσας απαλλοτρίωσης, ο ενάγων με την υπ' αριθμόν έκθεσης κατάθεσης ...19.7.2013 αίτησή του ενώπιον, του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της καθορισθησόμενης αποζημίωσης για την ως άνω ιδιοκτησία του, η οποία τότε έφερε ΚΑΔΕ ΝΕΟ ...
και από την οποία απαλλοτριώνονταν αρχικά έκταση 30.018,76 τ.μ., μετά των επικειμένων της και απέμενε τμήμα 26,08 τ.μ. πλην όμως δυνάμει της υπ'αριθμόν …2014, απόφασής του, αυτό, δικάζον κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων απείχε από την έκδοση απόφασης, διότι πιθανολογήθηκε η ύπαρξη δικαιωμάτων κυριότητας του εναγομένου επ'αυτής, καθώς το Δασαρχείο Αμφιλοχίας με το με αριθμ.
Πρωτ. .../13.1.2014 έγγραφό του προέβαλε δικαιώματα κυριότητας επί εκτάσεως 17.152,67 μ2, ενώ για την υπόλοιπη δεν προέβαλε σχετικό, δικαίωμα... Ωστόσο η ίδια ως άνω Υπηρεσία με το υπ'αριθμ. πρωτ. .../3.7.2014, .../16.11.2015, .../25.2.2015 και .../6.3.2018 έγγραφά της, σε συνδυασμό με την από 31.10.2016 έκθεση αυτοψίας - φωτοερμηνείας που συντάχθηκε από το Δασολόγο Δ.
Θ. και τη με αριθμό ...31.10.2016 πράξη χαρακτηρισμού του ως άνω Δασολόγου αποχαρακτήρισε την επίδικη έκταση του δασικού της χαρακτήρα, μετά δε από προσφυγή του ΓΓ Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Πελοποννήσου Δυτικής Ελλάδας & Ιονίων Νήσων κατά της πράξεως αυτής, εκδόθηκε η υπ'αριθμόν 4/2017 απόφασή της Τεχνικής Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων της Περιφερειακής Ενότητας Αιτωλοακαρνανίας με την οποία επικυρώθηκε η ...31.10.2016 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Αμφιλοχίας, δηλαδή ότι η επίδικη έκταση έχει αγροτική μορφή και δεν εμπίπτει στις προστατευτικές διατάξεις, του άρθρ. 3 του ν. 998/1979.
Συναφώς οι ισχυρισμοί και λόγοι της έφεσης του εναγομένου ότι το επίδικο αποτελεί δασική έκταση, επί του οποίου, κατ'άρθρ, 62 & 1 του ν. 998/79, έχει εφαρμογή το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου και ο ασκών πράξεις νομής και κατοχής επ'αυτού δεν έχει προστατευόμενη κατοχή έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του αναγόμενο μέχρι 30 έτη πριν την 11.9.1925, είναι απορριπτέοι ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι της ιδιότητος του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος, περιστατικό που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου ότι το επίδικο γεωτεμάχιο αποτελεί δημόσια δασική έκταση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ'ουσίαν. Αλλά και νομή επ'αυτού του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου δεν αποδείχθηκε, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτό είχε και έχει αγροτική μορφή, ενώ και οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος - εφεσίβλητου (άμεσοι και απώτεροι) ουδέποτε είχαν απολέσει τη νομή τους επ'αυτού και συνεπώς ο εφεσίβλητος απέκτησε την κυριότητά του με παράγωγο τρόπο, αφού περιήλθε σ'αυτόν, κατά τα παραπάνω με αγορά από τον προαναφερόμενο αληθή κύριό του..." Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε κάποια διάταξη ουσιαστικού δικαίου και δη τις διατάξεις των άρθρων 1033 και 1094 Α.Κ., αφού δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση δεν αποτελεί δημόσια δασική έκταση, οπότε και δεν εμπίπτει στις προστατευτικές διατάξεις του άρθρ. 3 του ν. 998/1979, ώστε να έχει εφαρμογή το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού, Δημοσίου και ο ασκών πράξεις νομής και κατοχής ως μη διαθέτων προστατευόμενη κατοχή έναντι του Ελληνικού Δημοσίου να οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του, αναγόμενο μέχρι 30 έτη πριν την 11.9.1925.
Επίσης, δέχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε είχε νομή επί της επίδικης εκτάσεως, που έχει αγροτική μορφή, της οποίας και οι δικαιοπάροχοι του ήδη αναιρεσίβλητου (άμεσοι και απώτατοι) ουδέποτε είχαν απολέσει τη νομή και, συνεπώς, ο ίδιος απέκτησε κυριότητα με παράγωγο τρόπο, με αγορά από τον αληθή κύριό της.
Εξάλλου το Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 21 του ν. της 21-6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", 21 του από 22-4/16.5.1926 ν.τ/ος "Περί Αεροπορικής Αμύνης", 4 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 " Περί προστασίας των Δημοσίων Κτημάτων" και 58 παρ. 3 και 4 του ν.δ/τος 86/1969 "περί δασικού κώδικος", οι οποίες αφορούν σε δημόσια κτήματα και δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής τους στην προκειμένη υπόθεση, αφού κρίθηκε ότι η επίδικη έκταση δεν έχει την ιδιότητα δημοσίας δασικής έκτασης, αλλά αγροτική μορφή.
Συνεπώς, ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει την πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1033 και 1094 Α.Κ., καθώς και εκείνες των άρθρων 21 του ν. της 21-6/10.7.1837, 21 του από 22-4/16.5.1926 ν.τ/ος, 4 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 και 58 παρ. 3 και 4 του ν.δ/τος 86/1969 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Συνακόλουθα με τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 127/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ B'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.10.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 127/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ