Supreme Court allows appeal against bill of exchange acceptance due to lack of written consent and forged signature.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a first-instance judgment that had accepted liability for a bill of exchange based on a forged signature. The appellant argued the signature was fake and placed without his consent, while the lower court erroneously applied strict formal requirements for written acceptance. The court ruled that the lower court misapplied the law by failing to recognize the forgery and the necessity of explicit written consent, thus remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 217(2) of the Civil Code; Articles 1, 3, 7, 8 of Law 5325/1932: For acceptance of a bill of exchange, written consent is mandatory; a signature placed without the holder's knowledge or explicit written approval constitutes forgery, invalidating the acceptance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1214 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1214/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαπέτρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 396/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-1-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 217 παρ. 1 και 2 ΑΚ, η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί με δήλωση προς τον εξουσιοδοτούμενο ή προς τον τρίτο, με τον οποίο επιχειρείται η δικαιοπραξία. Εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, η δήλωση υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 3, 7, και 8 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", προκύπτει ότι για την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρεώσεως από συναλλαγματική απαιτείται έγγραφη δήλωση βουλήσεως επί του τίτλου αυτού, η οποία δύναται να γίνει και με αντιπρόσωπο. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται, ότι η διάταξη του άρθρου 217 παρ. 2 τυγχάνει εφαρμογής και επί των αξιογράφων, όπως είναι και η συναλλαγματική, η δε πληρεξουσιότητα για την ανάληψη υποχρεώσεως από συναλλαγματική πρέπει να είναι έγγραφη και να παρέχεται με πληρεξούσιο έγγραφο, τουλάχιστον ιδιωτικό, δηλαδή και με έγγραφο εκτός του εγγράφου του τίτλου της συναλλαγματικής, εφ' όσον από την ιδιομορφία και το σκοπό του εγγράφου της συναλλαγματικής συνάγεται ότι δεν είναι απαραίτητο, αλλ' αντιθέτως είναι αυστηρό για τις συναλλαγές, να εξάγεται η εξουσιοδότηση προς υπογραφή εκ του τίτλου αυτού.
Η τήρηση του έγγραφου τύπου στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται και από τις αρχές της προστασίας των τρίτων και της ασφάλειας των συναλλαγών, διότι ο αντιπροσωπευόμενος δεν ευθύνεται διαφορετικά ούτε απέναντι στον καλής πίστεως τρίτο, αφού δεν υπήρξε βούλησή του να δεσμευθεί υπό τον αυστηρό τύπο του αξιογράφου της συναλλαγματικής, έτσι δε και ο καλόπιστος τρίτος παραμένει απροστάτευτος.
Η σιωπηρή πληρεξουσιότητα, δηλαδή η δήλωση προς αντιπροσώπευση, που συνάγεται εκ των περιστάσεων και ιδίως από τη φύση των πράξεων που ενεργεί ο αντιπρόσωπος με την ανοχή ή την εικαζόμενη έγκριση του αντιπροσωπευομένου, δεν βρίσκει ασφαλές έρεισμα στο νόμο 5325/1932, δοθέντος ότι με την παραδοχή της απόψεως αυτής παραβλέπεται η τυπικότητα του νόμου αυτού για την ανάληψη υποχρεώσεως εκ του τίτλου μόνο με υπογραφή, ενώ προσβάλλονται οι ανωτέρω αρχές, οι οποίες πρέπει να τηρούνται κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση αυτή, λόγω της φύσεως των αξιογράφων και της αδιακωλύτου διακινήσεως αυτών στις συναλλαγές.
Ειδικότερα, δεσμεύεται υπερμέτρως εκ του τίτλου του αξιογράφου (συναλλαγματικής κλπ) ο φερόμενος ως αντιπροσωπευόμενος, χωρίς να υπάρχει προηγούμενη σαφής δήλωση της βουλήσεως για την αντιπροσωπευτική διάθεση, ούτε μεταγενέστερη έγκριση της αντιπροσωπευτικής εκπροσωπήσεως του δήθεν αντιπροσώπου (ΟλΑΠ 19/2003).
Επομένως, τόσο η πληρεξουσιότητα για την ανάληψη υποχρεώσεως από τη συναλλαγματική, όσο και η εκ των υστέρων έγκριση της εκπροσωπήσεως τού δήθεν αντιπροσώπου, πρέπει να είναι έγγραφη και να παρέχεται με πληρεξούσιο έγγραφο, τουλάχιστον ιδιωτικό, δηλαδή και με έγγραφο εκτός του έγγραφου του τίτλου της συναλλαγματικής, εφ' όσον από την ιδιομορφία και το σκοπό του εγγράφου της συναλλαγματικής συνάγεται ότι δεν είναι απαραίτητο η εξουσιοδότηση προς υπογραφή να προκύπτει εκ του τίτλου (ΑΠ 321/2009) .
Εξ άλλου, όταν προβάλλεται ένσταση πλαστότητας της υπογραφής, που τέθηκε στο όνομα του φερόμενου ως αποδέκτη της συναλλαγματικής από άλλον, ο αποδέκτης αυτής αρκεί να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η υπογραφή δεν είναι δική του, αλλά τέθηκε από άλλον, ο δε κομιστής φέρει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι εκείνος που υπέγραψε είχε πληρεξουσιότητα προς τούτο, κατά τον ως άνω τύπο, προβάλλοντας σχετική προς τούτο αντένσταση (ΑΠ 485/2015, ΑΠ 1624/ 2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως (ΟλΑΠ 11/2017, ΑΠ 110/2019). Εσφαλμένη εφαρμογή σημαίνει εσφαλμένη υπαγωγή, η οποία υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια όμως δεν εφαρμόσθηκε ο ίδιος στη δικαζόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, που δέχθηκε ανέλεγκτα ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντιστρόφως, εφαρμόσθηκε ο κανόνας αυτός, καίτοι τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν.
Προς εξεύρεση της παραβάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 439/2018).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "...Ο καθού η ανακοπή( και ήδη αναιρεσίβλητος) αιτήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση πιστωτικό τίτλο και συγκεκριμένα μια συναλλαγματική με χρονολογία έκδοσης 17.9.2012 λήξεως 30.9.2012 ποσού 21500 ευρώ που εκδόθηκε από τον ίδιο (αιτούντα - καθού η ανακοπή) στο …..
την οποία αποδέχθηκε ο ανακόπτων( και ήδη αναιρεσείων) αυθημερόν στο ….. Η ως άνω συναλλαγματική κατά τη λήξη της δεν πληρώθηκε και γι' αυτό εκδόθηκε η ανακοπτόμενη υπ' αριθ. 279/2013 διαταγή πληρωμής με την οποία επιτάσσετο ο ανακόπτων να καταβάλει στον καθού το ποσόν των 21500 ευρώ πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων και συνολικά να καταβάλει το ποσόν των 22545,73 ευρώ.
Η ως άνω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον ανακόπτοντα και επισπεύσθηκε σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση με βάση την από 2.4.2013 επιταγή προς πληρωμή. Ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν αποδέχθηκε τη συναλλαγματική, ούτε έθεσε την υπογραφή του στη θέση του αποδέκτη, αλλά τέθηκαν τα στοιχεία του εν αγνοία του σ' αυτήν από την αδερφή του Χ.
Π. που προέβη και στην υπογραφή αυτής προς αποδοχή, την οποία κατονόμασε ως πλαστογράφο. Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη ο ανακόπτων, παρότι ο ίδιος δεν αποδέχθηκε την ως άνω συναλλαγματική ούτε υπέγραψε αυτήν, αλλά η αδερφή του Χ. Π., εντούτοις εκ των υστέρων ενέκρινε την αντιπροσωπευτική εκπροσώπησή του από αυτήν.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων ζει στη ... και υπηρετεί στο Πυροσβεστικό Σώμα πλην όμως λόγω της ιδιότητάς του ως Ολυμπιονίκη στην Εθνική ομάδα Υδατοσφαίρισης του δόθηκε άδεια λειτουργίας πρακτορείου ... με αριθμό ...28 στην ..., την οποία άτυπα παραχώρησε στην αδερφή του Χ. Π. μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2012.
Η ως άνω ωστόσο προέβη σε κακή διαχείριση της επιχείρησης δημιουργώντας οφειλές προς τον ..., και προς τρίτους και για την αιτία αυτή ο ανακόπτων προέβη σε ρύθμιση της οφειλής του προς τον ... όπως προκύπτει από την από 19.7.2012 σύμβαση αναγνώρισης χρέους και ρύθμισης αποπληρωμής οφειλής πράκτορα, με την οποία αναλάμβανε την ευθύνη αποπληρωμής της οφειλής.
Μεταξύ των άλλων οφειλών ανακόπτων έστω εκ των υστέρων ενέκρινε την αντιπροσωπευτική εκπροσώπησή του από την αδερφή του στη συγκεκριμένη ανακοπτόμενη συναλλαγματική, γεγονός που αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Σ. Ξ., ο οποίος ως κομιστής της συναλλαγματικής είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ανακόπτοντα που τον ενημέρωσε για την ύπαρξη της συγκεκριμένης συναλλαγματικής και αυτός όχι μόνο δεν αρνήθηκε τη γνώση του για την αποδοχή αυτής αλλά του δήλωσε ότι δεν υπάρχουν χρήματα.
Από την ως άνω κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης προκύπτει ότι εκ των υστέρων ο ανακόπτων ενέκρινε την ενέργεια της αδερφής του να υπογράψει και να αποδεχθεί τη συγκεκριμένη συναλλαγματική στο όνομά του και ως εκ τούτου ευθύνεται για την πληρωμή της...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του - και δη ότι η υπογραφή στη θέση του αποδέκτη της ως άνω συναλλαγματικής δεν ετέθη από τον αναιρεσείοντα, αλλά από τρίτο πρόσωπο του συγγενικού περιβάλλοντος αυτού, και ότι την αποδοχή της συγκεκριμένης συναλλαγματικής επ' ονόματί του ενέκρινε ούτος εκ των υστέρων - το Μονομελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που είχε δεχθεί ότι η αδελφή του ανακόπτοντος είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή του στη θέση του αποδέκτη της επίμαχης συναλλαγματικής, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10-4-013 ανακοπή του αναιρεσείοντος.
Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο και ειδικότερα με το να δεχθεί έγκυρη ανάληψη υποχρεώσεως του ανακόπτοντος( αναιρεσείοντος) από την ένδικη συναλλαγματική, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν υπέγραψε ως αποδέκτης αυτής, αλλά η αδελφή του Χ. Π., θέτοντας την υπογραφή εκείνου, χωρίς να δέχεται την έγγραφη συναίνεση αυτού προς αποδοχή της συναλλαγματικής ή έστω την εκ των υστέρων έγγραφη έγκριση του πρώτου, εσφαλμένως εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων των άρθρων 217 παρ. 2 ΑΚ και 1 και 8 του ν. 5325/1932.
Επισημαίνεται στο σημείο τούτο ότι στον πρώτο λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων-αναιρεσείων δεν ισχυρίσθηκε ότι υφίστατο έλλειψη συναινέσεως αυτού προς αποδοχή της συναλλαγματικής, αλλά ότι δεν υφίστατο υποχρέωσή του από την επίδικη συναλλαγματική, καθ' όσον η φερομένη ως ανήκουσα σε αυτόν υπογραφή που έχει τεθεί στο σώμα αυτής και στην οικεία θέση στη θέση του "αποδέκτη", είναι πλαστή, διότι αυτός ουδέποτε υπέγραψε τη συναλλαγματική, ενώ η υπάρχουσα υπογραφή τέθηκε εν αγνοία του και άνευ συναινέσεώς του, από την αδελφή του, την οποία κατονόμασε ως πλαστογράφο.
Κατά ταύτα, τα Εφετείο, δεχθέν προς σχηματισμό της ελάσσονος προτάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν ταυτίζονται, ούτε ερμηνευτικώς εξομοιώνονται, με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του λόγου των ως άνω εφαρμοσθεισών διατάξεων, ως μείζονος προτάσεως, οδηγήθηκε εις ουσιαστικώς εσφαλμένο συμπέρασμα, εντεύθεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, διά του οποίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια για εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και επειδή παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, που καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω δεκτού γενομένου ως βασίμου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως. (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του υπ' αυτών κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 183 και 176,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 396/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή είναι εφικτή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων (2000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ