Supreme Court allows appeal against bankruptcy court ruling for failure to apply Article 26 of Bankruptcy Code to secured creditors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision in a bankruptcy dispute involving Alpha Bank and a bankrupt company. The lower court incorrectly applied the Civil Code to halt enforcement actions against a secured creditor, ignoring the Bankruptcy Code. The Court ruled that the new Bankruptcy Code superseded the Civil Code regarding secured creditors, meaning their claims remain valid despite the bankruptcy filing. Consequently, the appeal was granted, the case was remanded for retrial, and the bankrupt party was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 26 paragraphs 1 and 2 of the Bankruptcy Code; Secured creditors, including those with a mortgage pledge, are not subject to the stay of individual enforcement proceedings upon the declaration of bankruptcy and may continue to pursue their claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1214 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1214/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Νίκα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ως συνδίκου της σε κατάσταση πτωχεύσεως ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Β. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε", και του συμπτωχεύσαντος αυτής ομορρύθμου μέλους, Β. Κ. Μ., που είχαν έδρα στη ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Μαΐου 2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19040/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2211/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 17 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 2 του ΠτωχΚ ορίζεται ότι πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις εξασφαλίζονται, με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματη ασφάλεια επί αντικειμένου της πτωχευτικής περιουσίας, ικανοποιούνται αποκλειστικά από τη ρευστοποίηση του σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές διατάξεις, εκτός εάν ό παρών κώδικας προβλέπει διαφορετικά, ότι οι ενέγγυοι πιστωτές ικανοποιούνται από το σύνολο της πτωχευτικής περιουσίας, μόνο σε περίπτωση που παραιτηθούν από το προνόμιο ή την ασφάλειά τους και ότι, με την επιφύλαξη των αναφερομένων στις παρ. 3 έως 6, η αναστολή των ατομικών διώξεων ζ δεν ισχύει ως προς τους ενέγγυους πιστωτές σχετικά με τα ανωτέρω υπέγγυα στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναστολή των ατομικών διώξεων, ως συνέπεια της κήρυξης της πτώχευσης για τους πιστωτές, (δεν ισχύει, ως προς ενέγγυους πιστωτές, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα, αναφορικά με τα υπέγγυα στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας, να αρχίσουν κατά τη διάρκεια της πτώχευσης ή να συνεχίσουν την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του οφειλέτη, που ξεκίνησε πριν από την κήρυξη της πτώχευσης.
Ενέγγυοι είναι, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, εκτός από τους ειδικούς προνομιούχους, οι εμπράγματος ασφαλισμένοι πιστωτές, στους οποίους εντάσσονται, όχι μόνο οι ενυπόθηκοι, αλλά και οι προσημειούχοι δανειστές, αφού και η προσημείωση υποθήκης αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, η πλήρωση της οποίας επέρχεται, με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημείωσης, με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης (ΟλΑΠ 14/2006).
Η ερμηνεία αυτή προάγεται, τόσο από την ευρύτερη διατύπωση των προαναφερόμενων διατάξεων, στις οποίες γίνεται λόγος για ενέγγυους πιστωτές που έχουν εμπράγματη ασφάλεια και όχι μόνο υποθήκη, όσο και από το σκοπό των διατάξεων αυτών, που είναι η εξομοίωση του προσημειούχου με την ενυπόθηκο δανειστή και η ίδια δικονομική μεταχείριση αυτών στο επίπεδο της ατομικής και της συλλογικής εκτέλεσης και η απρόσκοπτη άσκηση εκ - μέρους τους της εξουσίας παρακολούθησης του πράγματος και της ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης με τελικό στόχο την προνομιακή ικανοποίηση τους, με μόνη τη διαφορά ότι η απαίτηση υπέρ της οποίας έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης, κατατάσσεται τυχαία.
Η θέση αυτή ενισχύεται και από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων και με άλλες διατάξεις του ΠτωχΚ με τις οποίες εκφράζεται ,η βούληση του νομοθέτη για εξομοίωση του προσημειούχου με τον ενυπόθηκο δανειστή, όπως είναι ιδίως η διάταξη του άρθρου 112 παρ. 1, στην οποία, ενόψει του σχεδίου αναδιοργάνωσης για τη διάσωση της επιχείρησης, απαριθμούνται ενδεικτικά, ως δικαιώματα των ενέγγυων, μαζί με τις υποθήκες και οι προσημειώσεις υποθηκών.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 182 παρ. 1 του ΠτωχΚ, με την οποία ορίζεται ότι ο παρών κώδικας εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του, σαφώς προκύπτει ότι οι πτωχευτικές διαδικασίες, η έναρξη των οποίων τοποθετείται μετά τη 16.9.2007, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο εν λόγω Κώδικας (αρθρ. 180), διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του Κώδικα αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση της καθ'ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή του συνδίκου της πτώχευσης της ετερόρρυθμης εταιρίας Β. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε. και ακυρώθηκαν οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, την οποία επέσπευσε η πρώτη σε βάρος της πιο πάνω πτωχεύσασας εταιρίας, ως προσημειούχος πιστώτρια, λόγω αναστολής των ατομικών διώξεων μετά την κήρυξη της εταιρείας αυτής σε πτώχευση.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Με την απόφαση 11454/16.4.2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η ετερόρρυθμη εταιρία Β. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε. κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης μετά από δήλωση ότι αναστέλλει τις πληρωμές της, γιατί αδυνατεί να εξοφλήσει τα ληξιπρόθεσμα εμπορικά χρέη της, με την απόφαση δε αυτή διορίστηκε σύνδικος της πτώχευσης ο Α.
Μ., δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... Μεταξύ της εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας και της εταιρίας Β. Μ.Σ ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε είχε συναφθεί η σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό με αριθ. 1414/4.9.2000 ... Η άνω σύμβαση έληξε μετά από την από 12.6.2009 καταγγελία της Τράπεζας με κατάλοιπο υπέρ αυτής, ύψους 10,091,23 ευρώ, μετά δε από αίτηση της τελευταίας εκδόθηκε με βάση τη σύμβαση αυτή κατά της ανακόπτουσας εταιρίας η υπ' αριθ. 9312/2009 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης ...
Προς εξασφάλιση της άνω χρηματικής απαίτησης από την υπ' αριθ. 1414/2000 σύμβαση η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα ενέγραψε σε βάρος της ακίνητης περιουσίας (ενός αγρού) της ανακόπτουσας, δυνάμει της υπ' αριθ. 23311/2000 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προσημείωση υποθήκης για ποσό 13.000.000 δρχ. ...
Με τίτλο εκτελεστό την άνω διαταγή πληρωμής και μετά την τελεσιδικία της, η καθ'ης έτρεψε την ως άνω προσημείωση στις 22.7.2010 σε υποθήκη ... Η καθ'ης και ήδη εκκαλούσα τραπεζική εταιρία, μετά την κήρυξη σε κατάσταση πτώχευσης της ανακόπτουσας ετερόρρυθμης εταιρίας, προς ικανοποίηση της άνω χρηματικής απαίτησής της από τη διαταγή πληρωμής επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της τελευταίας και επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση επί του παραπάνω αγρού, συνετάγη δε προς τούτος έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης 3290/12.9.2009.
Ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού ορίστηκε η 13.1.2010, εκδόθηκε δε στη συνέχεια η περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, πλην όμως κατά την ημέρα αυτή η επισπευδόμενη εκτέλεση δεν ολοκληρώθηκε με τη διενέργεια πλειστηριασμού, γιατί διατάχθηκε η, διόρθωση της ως άνω έκθεσης ... . Στη συνέχεια η καθ' ης συνέχισε την αρξαμένη εκτέλεση σε βάρος της ως άνω ακίνητης περιουσίας της ανακόπτουσας και με την 3440/2010 πρώτη επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ορίστηκε νέα ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού η 7.7.2010 ...".
Ακολούθως έκρινε το Εφετείο ότι ακύρως η προσημειούχος δανείστρια επέσπευσε μετά την πτώχευση της ανακόπτουσας αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος αυτής με τη σκέψη ότι, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες στην ένδικη περίπτωση διατάξεις των άρθρων 534, 582, 601, 644, 648 και 665 του ΕμπΝ, δεν μπορεί να επισπευθεί μετά την κήρυξη της πτώχευσης του οφειλέτη αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση απαίτησης, η οποία δεν ασφαλίζεται με υποθήκη, ενέχυρο ή ειδικό προνόμιο και συνεπώς ούτε για απαίτηση ασφαλιζόμενη απλώς με προσημείωση υποθήκης και στη συνέχεια ακύρωσε τις πιο πάνω πράξεις εκτέλεσης.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις του ΕμπΝ, ενώ επίσης εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 2 του ΠτωχΚ. Ειδικότερα, στην ένδικη περίπτωση, το Εφετείο έπρεπε να εφαρμόσει τις εν λόγω διατάξεις του ΠτωχΚ, ενόψει του ότι η διαδικασία για την κήρυξη της επίμαχης πτώχευσης άρχισε μετά τη θέση σε ισχύ του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007), σύμφωνα δε με τις διατάξεις αυτές, όπως εκτέθηκε στην, πιο πάνω νομική σκέψη, η αναστολή των ατομικών διώξεων, ως συνέπεια της κήρυξης της πτώχευσης για τους πιστωτές δεν ισχύει, ως προς ενέγγυους πιστωτές, στους οποίους περιλαμβάνονται και εκείνοι που έχουν εγγράψει προσημείωση υποθήκης.
Επομένως είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 26.παρ. 1 και 2 του ΠτωχΚ και αντίθετα για εσφαλμένη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 534, 582, 601, 644, 648 και 665 του ΕμπΝ.
Μετά από αυτά που προεκτέθηκαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (αρθ. 580§3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 2211/2012 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ