Legislator Case Law & Legislation
1214/2012 AI generated

1214/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1214/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5725/2008 του Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-9-2011 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1214/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται το πρόσωπο να ενήργησε τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης τρίτου, αλλά αρκεί και η περί επελθούσας ζημίας θέλησή του, δηλαδή είναι επαρκές ότι τελούσε εν γνώσει περί του ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατόν να προκαλέσει τη ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε της πράξεως ή παράλειψης από την οποία επήλθε η ζημία (ΑΠ 55/2003).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1214 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1214/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αναστάσιου Γιατράκου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Φ. Λ.-Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίας Βασιλικού και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5725/2008 του Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-9-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 6-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 940 παρ.1 ΚΠολΔ "αν εξαφανιστεί ή μεταρρυθμιστεί απόφαση που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και εκτελέστηκε εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 914, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση για τις ζημιές που προξενήθηκαν από την εκτέλεση μόνον αν αυτός ήξερε ή αγνοούσε από βαριά αμέλεια, ότι το δικαίωμα δεν υπήρχε.

Κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, η οποία περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για τη θεμελίωση της αξιώσεως προς αποζημίωση απαιτείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως εκτελέσεως και της επελθούσας ζημίας, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ και η συνδρομή υπαιτιότητας του επισπεύσαντος την εκτέλεση κατά το χρόνο αυτής, η οποία προσδιορίζεται στη γνώση ή εκ βαρείας αμελείας άγνοιά του για την ύπαρξη του δικαιώματος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και όχι μόνον για την ορθότητα της αποφάσεως.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "όποιος με πρόθεση ζημιώσει άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει" προκύπτει ότι κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης από αυτήν αδικοπραξίας είναι προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, η οποία από πρόθεση επιχειρήθηκε ή και από παράλειψη αυτού, η δε αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 10/1991).

Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται το πρόσωπο να ενήργησε τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης τρίτου, αλλά αρκεί και η περί επελθούσας ζημίας θέλησή του, δηλαδή είναι επαρκές ότι τελούσε εν γνώσει περί του ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατόν να προκαλέσει τη ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε της πράξεως ή παράλειψης από την οποία επήλθε η ζημία (ΑΠ 55/2003).

Περαιτέρω από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι η από πρόθεση πρόκληση ζημίας σε άλλον, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, είναι πράξη παράνομη και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 486/2009 και 1126/2009).

Ακόμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικά τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Για να στοιχειοθετηθεί, όμως ο λόγος αυτός προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Συνεπώς δεν ιδρύεται, όταν απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 20.4.2006 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, κατ' ορθή εκτίμησή του, σε εκείνο εκτέθηκαν, εκτός των άλλων, τα ακόλουθα: "Με την παρούσα αγωγή ζητώ την δικαστική αρωγή και προστασία μου από τις αντισυμβατικές, παράνομες και αντιδεοντολογικές πράξεις και παραλείψεις της εναγόμενης εναντίον εμού, που είχαν σαν συνέπεια την επαγγελματική μου κατάρρευση, την οικονομική μου καταστροφή και κυρίως τη ψυχική μου καταρράκωση και τη μείωση της προσωπικότητας μου.

Σύμφωνα με το από 28-7-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που υπεγράφη μεταξύ εμού, ως μισθωτή και του Κ. Μ. ως εκμισθωτή, μίσθωσα το ισόγειο κατάστημα επιφανείας 40τ.μ. περίπου, που βρίσκεται επί των οδών ... και ... στην Αθήνα, για να το χρησιμοποιήσω για την πώληση ειδών νεωτερισμού. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε 9ετής, με ημερομηνία έναρξης την 1-7-94 και λήξης την 30-6-2003 και με δικαίωμα την περαιτέρω τριετή παράτασή της, με μονομερή μου έγγραφη δήλωση, μέχρι την 30-6-2006.

Κατά τη κατάρτιση της μίσθωσης, το μίσθιο πολεοδομικά συμπεριφερόταν σύμφωνα με τους γενικούς πολεοδομικούς κανονισμούς που ίσχυαν γενικά, για όλα τα κτίρια της περιοχής και μόνο αργότερα, κατά το 1997, με απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ χαρακτηρίστηκε διατηρητέο ... . Τον Οκτώβριο του 2000 συμφώνησα με τον ως άνω εκμισθωτή και τον νόμιμο εκπρόσωπο του - και μετέπειτα κληρονόμο του (θετό γυιό του, φυσικό τέκνο της συζύγου του) - Γ.

Β., την παράταση της διάρκειας της μίσθωσης μέχρι την 30-6-2009, έναντι πρόσθετης (πέραν δηλαδή της κατά το μήνα Ιούλιο του ιδίου έτους ήδη γενομένης κατά τους όρους του μισθωτηρίου) αύξησης του μηνιαίου μισθώματος κατά 60.000 δρχ., του μηνιαίου μισθώματος διαμορφωθέντος έτσι από 140.000 δρχ. σε 200.000 δρχ ... Η εναγομένη φέρεται, σύμφωνα με τα υπ' αριθμ. ...

και .../17.11.2003 συμβόλαια του Συμβ/φου Πειραιά Γρ. Βαριμποπιότη, αγοράστρια του ως άνω περιγραφόμενου μισθίου από τους δικαιοπαρόχους αυτού και ως υπεισελθούσα στην υφιστάμενη μισθωτική σχέση.

Εξάλλου η εναγομένη άσκησε, ως μη όφειλε, την από 12-1-2004 αγωγή της ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, με την οποία, ισχυριζόμενη ότι η μισθωτική σχέση, μετά την παρέλευση της 30/6/2003 (αρχική συμβατική διάρκεια), κατέστη αορίστου χρόνου, προέβη στην καταγγελία της, πριν από τη λήξη της, τόσο της συμβατικής, όσο και της νόμιμης, κατά παράβαση αμφοτέρων, συμφωνίας και νόμου επαγγελματικών μισθώσεων, αφού κατά μεν την πρώτη (συμφωνία), κατά τα προαναφερόμενα, η διάρκεια της είχε παραταθεί μέχρι την 30-6-2009, ή στην περίπτωση, που η έλλειψη έγγραφου τύπου της τροποποίησης ήθελε θεωρηθεί ως συνεπιφέρουσα την ακυρότητα της, πράγμα κατά πάντα αβάσιμο, και υπό τη τελευταία αυτή εκδοχή η διάρκεια της ίσχυε μέχρι την 30-6-2006, αφού η αποτροπή μου από την ενάσκηση εγγράφως του δικαιώματος μου παράτασης (μη πλήρωση της αίρεσης) από τον εκμισθωτή, ως επιτευχθείσα από τον τελευταίο με παράνομα μέσα (παραπλάνηση μου με απατηλές υποσχέσεις), ίσχυε ως σύννομη ενάσκηση (πλήρωση της αίρεσης), κατά δε το νόμο περί προστασίας των εμπορικών μισθώσεων, η διάρκεια της υπό κρίσης μισθωτικής μου σχέσης, ως αφορώσα ακίνητο, μη χαρακτηρισμένο διατηρητέο κατά τη σύναψη της, στο οποίο συντελούνταν κατά σύστημα εμπορικές πράξεις, ίσχυε αυτεπαγγέλτως κατ' ελάχιστον για 12 χρόνια, ήτοι επίσης μέχρι την 30-6-06 (και αν ακόμα τα μέρη κατά τη κατάρτιση είχαν ορίσει μικρότερη διάρκεια) ... .

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αρ. 2792/16-9-04 απόφαση του Δικαστηρίου Σας, που δέχτηκε την αγωγή και με υποχρέωνε να αποδώσω το μίσθιο στην αντίδικο. Κατά της απόφασης αυτής, πριν ακόμα μου κοινοποιηθεί (15-10-04), άσκησα αμέσως (1-10-2004) έφεση και μάλιστα ζήτησα σύντομη ημερομηνία συζήτησης, για την 23-11-04 και παρακάλεσα την αντίδικο να μην εκτελέσει την άνω απόφαση, αν όχι μέχρι την έκδοση της εφετειακής απόφασης, που θα υπήρχε τελεσίδικη κρίση επί της διαφοράς, τουλάχιστον να καθυστερήσει μέχρι 31-12-04, για να έχω τη δυνατότητα να εκποιήσω ένα μέρος των αδιάθετων εμπορευμάτων μου. Δυστυχώς η αντίδικος, αν και από τη μη εκτέλεση δεν θα είχε τη παραμικρή ζημιά, ενώ εγώ θα πάθαινα ολοκληρωτική οικονομική καταστροφή, αρνήθηκε και αυτή τη στοιχειώδη ανθρωπιστική χειρονομία, επιδείξασα ασυνήθη αντιανθρώπινη σκληρότητα, γιατί όχι μόνο με απέβαλε με σπουδή (αρχές Νοεμβρίου 2004), με όλες τις απροσμέτρητες αρνητικές σε βάρος μου συνέπειες, αλλά και μετέτρεψε σκοπίμως το μίσθιο σε χαλάσματα, που εξακολουθούν και μέχρι σήμερα, για να καταστήσει απαγορευτική την επιστροφή μου σ' αυτό και στην περίπτωση της δικαίωσης μου, όπως τελικά έγινε.

Τελικά η από 1-10-2004 έφεση μου έγινε δεκτή από το Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 2409/2005 απόφαση του, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και απορρίπτοντας ως αόριστη την αγωγή της αντιδίκου. Έτσι η καταγγελία της μίσθωσης, που έγινε με την αγωγή αυτή κρίθηκε άκυρη, δηλ. ως μη γενόμενη, η κρίση δε αυτή κατέστη ουσία και αμετάκλητη, καθόσον η εναγομένη, αναγνωρίζουσα την ακυρότητα της άνω καταγγελίας της, προέβη, με άλλη αγωγή, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου Σας, σε νέα καταγγελία, η οποία βέβαια και αυτή είναι βέβαιον ότι θα απορριφθεί.

Παρά τη δικαίωσή μου, η οποία, όπως προανέφερα, κατέστη ουσία αμετάκλητη, η αντίδικος, αντίθετα προς το θετόν δίκαιο και τις αρχές της καλής πίστης και τα χρηστά ήθη και αντίθετα και προς τις αρχές του ανθρωπισμού και της ηθικής, αρνείται μέχρι σήμερα να μου αποδώσει το μίσθιο, το οποίο όπως αναφέρω παραπάνω προτιμά να διατηρεί σε χαλάσματα και ακατάλληλο προς κάθε χρήση, αν και γνωρίζει ότι για μένα είναι όχι μόνο το μοναδικό μέσο επιβίωσης μου, αλλά ο μοναδικός τρόπος ζωής μου.

Δυστυχώς η αντίδικος, αν και την κάλεσα και εγγράφως, με την από 13.6.2005 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή μου, που την επέδωσα με δικαστικό επιμελητή, να συμμορφωθεί με την άνω εφετειακή απόφαση και να με αποκαταστήσει στο μίσθιο μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από την επίδοση του άνω εξωδίκου, αυτή μέχρι σήμερα αρνείται οποιαδήποτε συμμόρφωση της με όσα η Δικαιοσύνη έκρινε τελεσίδικα και να άρει τις ζημιές που αντισυμβατικά και παράνομα μου προκάλεσε.

Αποτέλεσμα .αυτής της παράνομης συμπεριφοράς της αντιδίκου, είναι ότι εγώ σήμερα ηλικίας 63 ετών, να έχω καταστραφεί παντελώς οικονομικά και να μην έχω τη δυνατότητα να εργασθώ πλέον, κατά συνέπεια και να επιβιώσω. Από τις προαναφερόμενες αντισυμβατικές και παράνομες, πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης, υπέστην πολλαπλές ζημίες, θετικές και αποθετικές, επαγγελματικές, οικονομικές και προσωπικές, τις οποίες οφείλει, ως υπαίτια αυτών, να μου αποκαταστήσει και οι οποίες είναι οι ακόλουθες ...".

Ζήτησε δε με βάση τα προεκτιθέμενα να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για θετικές και αποθετικές ζημίες του συνολικά το ποσό των 339.725 ευρώ καθώς και το ποσό των 50.000 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη, αντίθετη στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη συμπεριφορά της εναγομένης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Την ως άνω αγωγή που απέρριψε ως μη νόμιμη το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 72/2007 απόφασή του, το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί της από 20.2.2007 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της άνω πρωτοβάθμιας απόφασης απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως αφού έκρινε επίσης ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου διότι με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή ήταν πράγματι μη νόμιμη. Και τούτο διότι κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή, η αποβολή του ενάγοντος μισθωτή από το μίσθιο ακίνητο, έγινε νομίμως σε εκτέλεση της με αριθμ. 2792/2004 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που αποτελούσε φυσικά εκτελεστό τίτλο, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 904 ΚΠολΔ και ως τέτοιος επέτρεπε την ανάπτυξη της νομικής του ενέργειας που ήταν η εκτέλεση, ακόμη και πριν από την τελεσιδικία της απόφασης.

Επομένως, δεν στοιχειοθετείται αντισυμβατική παράνομη και αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη συμπεριφορά της εναγομένης μισθώτριας, που να στηρίζεται στη σύμβαση και στις περί αδικοπραξιών διατάξεις (αρθρ. 574 επ., 914 επ.919 ΑΚ) και εξ αυτής δικαίωμα αποζημίωσης του ενάγοντος, λαμβανομένου υπόψη ότι νόμιμη υποχρέωση απόδοσης της χρήσης του μισθίου ξανά στον ενάγοντα μισθωτή (επανεγκατάσταση τούτου), μετά την εξαφάνιση της απόφασης που εκτελέστηκε (με αρ. 2792/04 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), δεν υφίσταται, εφόσον ο ενάγων δεν επεδίωξε την επανεγκατάστασή του σ'αυτό σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το ως άνω άρθρο 660 ΚΠολΔ διαδικασία, για την έκδοση προς τούτο σχετικής απόφασης περί επανεγκατάστασης η οποία εκτελείται και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από εκείνον κατά του οποίου διατάχθηκε η επανεγκατάσταση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας.

Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.8 περ.α' ΚΠολΔ, σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του μόνο όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που πρόβαλε τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πλην όμως κρίθηκε ότι μόνον αυτοί δεν ήταν αρκετοί, και αληθινοί υποτιθέμενοι, για να θεμελιώσουν κατά νόμο τις αγωγικές αξιώσεις του για αποζημίωσή του από την αναιρεσίβλητη εξαιτίας της αδικοπρακτικής (κατά τους ισχυρισμούς του) συμπεριφοράς της, με την επισήμανση ότι το νόμιμο ή μη της αγωγής ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Επομένως ο σχετικός εκ του ως άνω άρθρου και αριθμού του ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ακόμα, με βάση την παραπάνω παραδοχή από το Εφετείο, ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από τον αναιρεσείοντα ότι το δικαστήριο εξέλαβε πράγματα που δεν πρότεινε ...

και τι θεώρησε δεδομένα χωρίς να τάξει καμία απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο κατέληξε στην απόρριψη της ένδικης αγωγής του (αναιρεσείοντος), χωρίς να χρειασθεί να προβεί στην ουσιαστική έρευνα αυτής και την εκτίμηση του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού. Τέλος, κατ' άρθρο 559 αρ.17 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Η αντίφαση των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και να προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο (ΑΠ 76/2008, ΑΠ 343/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, ότι δεν στοιχειοθετείται αντισυμβατική, παράνομη και αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη συμπεριφορά της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) εκμισθώτριας που να στηρίζεται στη σύμβαση μίσθωσης πράγματος και στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και εξ αυτής να θεμελιώνεται δικαίωμα του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), ο οποίος δεν επιδίωξε την επανεγκατάστασή του στο μίσθιο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 660 ΚΠολΔ και κατέληξε με μία και μόνο διάταξη σε απόρριψη της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς με τις προαναφερόμενες περικοπές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης που επικαλείται ο αναιρεσείων ως περιέχουσες αντιφατικές διατάξεις χωρίς να υπάρχουν αντίθετες διατάξεις στο διατακτικό αυτό, δεν θεμελιώνεται ο εκ του άρθρου 559 αρ.17 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι για το ζήτημα της εξέλιξης-λήξης της επίμαχης εμπορικής μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων έχει εκδοθεί ήδη η υπ' αρ. 766/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσίβλητη, ως ευνοϊκή γι' αυτήν. Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτιθεμένων πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττούμενος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-9-2011 αίτηση του Δ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5725/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσιες (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ