1214/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2955/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5715/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/5/2008 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1214/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων του. Η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Full text
Απόφαση 1214 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1214/ 2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ. Τ. συζύγου Α. Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Πέτρου-Πέτρουλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2955/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5715/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/5/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 24/3/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δευτέρου και τρίτου λόγου αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 5715/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 41185/6-9-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 28-5-2008 αιτήσεως μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση στη παρούσα δικάσιμο της 1-4-2011 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στην πρώτη αναιρεσίβλητη Μ. Μ., πλην όμως η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της κρινομένης αίτησης.
Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της ανωτέρω αναιρεσίβλητης, σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντέσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Αποτελούν "πράγματα" και άρα αν δεν ληφθούν υπόψη ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, μεταξύ άλλων, η κυρία ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 231 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων του. Η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξ άλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο, που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική διαδικασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.
Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική-οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται, επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό-οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ αξίωση είναι διαφορετική: α)από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ'ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία, και β)από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Είναι, τέλος, αυτονόητο ότι όλες οι ανωτέρω αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτουν αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (ΑΚ 765/2007, ΑΠ 670/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα στην επιτρεπτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκοπούμενη από 30-11-1999 αγωγή της εκθέτει, μεταξύ των άλλων, κατά τα ακόλουθα: α)Συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος που συνέβη στις 26-12-1994 από αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά την οδήγηση του υπ' αριθ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητου της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ" και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, και λόγω της σπληνεκτομής που υποβλήθηκε το ποσοστό αναπηρίας της ανέρχεται σε 45%, η άμυνα του οργανισμού της κατέστη πλημμελής σε μικροβιολογικούς, βιολογικούς, χημικούς και άλλους παράγοντες, καθώς επίσης επιρρεπής σε συχνές λοιμώξεις, β)ότι εξαιτίας των υπολοίπων μονίμων και μη βλαβών που υπέστη κατά το τροχαίο αυτό ατύχημα (π.χ.
μετα-τραυματική παραμόρφωση-εντύπωση αριστερού μαστού, πολλαπλά κατάγματα πλευρών, κρανιοεγκεφαλική κάκωση κλπ) το ποσοστό αναπηρίας της ανέρχεται σε ποσοστό 80%, γ)ότι συνεπεία της χρόνιας μειώσεως της άμυνας του οργανισμού της, ως και της πιθανής εγκεφαλικής βλάβης δεν υπάρχει ελπίδα αποκαταστάσεως της υγείας της, αλλά απεναντίας υπάρχει κίνδυνος επιδεινώσεως της και δη μελλοντικού κινδύνου καρκινογενέσεως του στήθους, δ)ότι εξαιτίας της παραμόρφωσης του στήθους επηρεάζεται δυσμενώς το κοινωνικό της μέλλον και η προσωπική της ζωής, ε)ότι εξαιτίας της αναπηρίας της το συντομότερο θα οδηγηθεί σε πρόωρη συνταξιοδότηση, αφού αδυνατεί να αντεπεξέλθει στα επαγγελματικά της καθήκοντα της νηπιαγωγού με δυσμενείς οικονομικές συνέπειες, και στ)λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας (41) ετών πρέπει να της επιδικαστεί ως πρόσθετη αυτοτελής αποζημίωση το ποσό των 20.000.000 δραχών κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ για την αποκατάσταση από την αναπηρία και παραμόρφωση της, τη μείωση της προσωπικότητάς της με όλες τις δυσμενείς συνέπειες στη μελλοντική, κοινωνική, οικονομική και επαγγελματική της εξέλιξη, προκειμένου να δημιουργήσει οικονομική, κοινωνική και επαγγελματική αυτοτέλεια του ιδίου επιπέδου που θα είχε χωρίς την παρεμβολή του ενδίκου ατυχήματος.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα εξέφραζε παράπονα κατά της πρωτόδικης απορριπτικής, κατά το κεφάλαιο αυτό, απόφασης με την αιτιολογία ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι κατέστη ανίκανη προς εργασία για το μεταγενέστερο, από 3-2-1997 έως 4-4-1997, χρονικό διάστημα και ότι η κατάσταση της υγείας της, απότοκος του ατυχήματος, είχε ως συνέπεια την πρόωρη συνταξιοδότηση τη εξαιτίας της ανικανότητας της για την εργασία της νηπιαγωγού.
Περαιτέρω, ότι ο διορισθείς πραγματογνώμονας, παρά το γεγονός ότι γνωματεύει περί της ανικανότητας προς εργασία της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το ειδικό βιβλίο "Εκτίμηση του βαθμού αναπηρίας" του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), αμφισβητεί την επιστημονική ορθότητα των αξιολογήσεων των παθήσεων και ότι η κρίση του αυτή (ανικανότητα για εργασία) δεν ανταποκρίνεται και στην πραγματικότητα, καθόσον αν πράγματι η ενάγουσα παρουσίαζε τα προαναφερόμενα προβλήματα, τα οποία την καθιστούσαν ολικά ανίκανη για εργασία της νηπιαγωγού και επηρεάζουν το οικονομικό της μέλλον, οπωσδήποτε αυτό θα είχε άμεσες συνέπειες στην υπηρεσιακή της απόδοση και θα ελάμβανε τουλάχιστον ισόχρονη με την ανικανότητα της αναρρωτική άδεια από την υπηρεσία της.
Τέλος, ότι μόνο το γεγονός ότι η ενάγουσα, μετά τη συμπλήρωση υπηρεσίας είκοσι πέντε (25) ετών στο Ελληνικό Δημόσιο ως νηπιαγωγός, υπέβαλε στις 17-1-2000 αίτηση για πρόωρη συνταξιοδότηση, η οποία κι έγινε δεκτή, δεν ενισχύει την άποψη της ότι συνέτρεχαν οι επικαλούμενες προϋποθέσεις χορήγησης της αιτουμένης αποζημίωσης.
Όμως, με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο υπέπεσε στη πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθήν εκτίμηση του σχετικού πρώτου λόγου αναίρεσης, και τούτο διότι δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικά της βάσης της αγωγής περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην ευδοκίμηση του αιτήματος της αγωγής για επιδίκαση αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ και ειδικότερα τη δυσμενή επίδραση της αναπηρίας και της παραμόρφωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας στο κοινωνικό, οικονομικό και επαγγελματικό μέλλον αυτής, καθώς επίσης και στην οικογενειακή της κατάσταση.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση αυτή και παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου και τρίτου λόγου αναίρεσης, δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω, δεκτού γενομένου, λόγου εκτείνεται και στους ανωτέρω λόγους, αφού αναφέρονται στη ίδια αξίωση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει, κατά το μέρος της που απέρριψε την κρινόμενη αγωγή της αναιρεσείουσας για επιδίκαση αποζημίωσης από το άρθρο 931 ΑΚ και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση για το αναιρούμενο αυτό μέρος στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, διότι είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η παρισταμένη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρία, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, την υπ' αριθμ. 5715/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την παρισταμένη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2011. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ