Legislator Case Law & Legislation
1214/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of legal interest and failure to cite summons.

Case Number 1214/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by ARCON CONSTRACTIONS ATE against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court failed to summon them for the taking of sworn affidavits, violating procedural rules. However, the court found no legal interest in overturning the decision because the appellant did not challenge the validity of the affidavits or the lack of summons during the appellate proceedings. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; Article 559, paragraph 11, letter alpha of the Code of Civil Procedure: A party lacks legal interest to appeal a procedural omission regarding summons if they did not raise the issue or challenge the evidence during the contested proceedings.

Keywords

AI generated
legal interest in appeal sworn affidavits validity procedural summons requirement failure to cite summons dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 559, paragraph 11, letter alpha of the Code of Civil Procedure
Articles 68 and 556 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 26/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1214 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1214/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ARCON CONSTRACTIONS ATE" που εδρεύει στο Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ψ ΑΕ" που εδρεύει στο Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νίκο Τσιάντο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36160/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 436/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-5-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 10-1-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ,. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, για την (ερμηνευτική) αποσαφήνιση του νοηματικού περιεχομένου της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.

ΑΠ 26/2004). Οι διατάξεις των ως άνω άρθρων αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.

Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης, θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής άποψης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η περί καταβολής συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας.

Κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) είναι κατασκευαστική εταιρεία και αναλαμβάνει την εκτέλεση δημόσιων και ιδιωτικών έργων. Η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία ασχολείται με την παραγωγή και εμπορία λευκών ειδών, είναι κυρία ενός οικοπέδου, στο οποίο λειτουργούσε εργοστάσιο λευκών ειδών.

Στις 28-9-2001 οι πιο πάνω εταιρίες, υπέγραψαν ένα ιδιωτικό συμφωνητικό ανάθεσης έργου για την κατασκευή νέου κτηρίου στο άνω οικόπεδο. Κατά το 1ο άρθρο του συμφωνητικού αυτού, ο ανάδοχος, δηλαδή η ενάγουσα εταιρία, αναλάμβανε: α) την έκδοση της άδειας εγκατάστασης για τις δραστηριότητες που στεγάζοντο στο υπάρχον ήδη κτήριο και οι οποίες θα στεγάζονταν στο νέο κτήριο, για την οποία, κατά το άρθρο 5 αυτού προβλέπετο κόστος ποσού 3.000.000 δρχ.

πλέον ΦΠΑ 18% και β) την εκπόνηση των αναγκαίων μελετών (τοπογραφικών, αρχιτεκτονικών, στατικών, Η/Μ) για τη συγκρότηση του απαραίτητου φακέλου και την υποβολή του στην πολεοδομία Θεσσαλονίκης, για να εκδοθεί οικοδομική άδεια. Κατά δε το άρθρο 2 αυτού, για την εκτέλεση των άνω εργασιών, που περιγράφονται στο άρθρο 1, ο κύριος του έργου (εναγομένη) συμφωνούσε να αναθέσει την Α' φάση κατασκευής του νέου κτιρίου, που αφορούσε συγκεκριμένες εργασίες, όπως εκσκαφή, μπετόν, τοιχοποιία, επιχρίσματα και σενάζ, στην ενάγουσα, αντί της προβλεπόμενης αμοιβής ανά μέτρο, για κάθε επί μέρους εργασία, στην οποία περιλαμβάνοντο όλα τα απαραίτητα υλικά και εργασίες, οι ασφαλιστικές εισφορές στο ΙΚΑ, το εργολαβικό όφελος και τα γενικά έξοδα του αναδόχου, πλην του ΦΠΑ.

Στο ίδιο άρθρο προβλέπετο ότι οι συνολικές ποσότητες και το τελικό τίμημα που αφορούσε τις ως άνω εργασίες και που θα προέκυπτε μετά το πέρας της ολοκλήρωσης των μελετών, θα υποβάλλοντο προς έγκριση στον κύριο του έργου, το δε τίμημα θα καταβάλλετο σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών, ενώ η πληρωμή του κόστους των μελετών και της οικοδομικής άδειας, θα ενσωματωνόταν στις τμηματικές πληρωμές της Α' φάσης κατασκευής.

Στην περίπτωση που ο ανάδοχος λάμβανε την εντολή να εκτελέσει εκσκαφές, μπετά, τοιχοποιία, εξωτερική και κλιμακοστάσιο WC, τοιχοποιίες, σοβάδες, υδραυλικά, ηλεκτρολογικά, προεργασία, δάπεδα, χρωματισμούς και αποπεράτωση όψεων, τότε το κόστος των μελετών, επιβλέψεων και έκδοσης άδειας εγκατάστασης και οικοδομικής άδειας θα βάρυνε τον ανάδοχο.

Περαιτέρω, το άρθρο 3 προέβλεπε ότι με την ολοκλήρωση των μελετών που περιγράφονται στο άρθρο 1, ο ανάδοχος θα συνέτασε αναλυτική προσφορά στην οποία θα περιγράφονταν αναλυτικά οι παραπάνω εργασίες της Α' φάσης των εργασιών που περιγράφονταν στο άρθρο 2, με τις τελικές τιμές του, η β' φάση των εργασιών, που αφορούσε τις υπόλοιπες εργασίες, μέχρι την αποπεράτωση του κτηρίου και το χρονοδιάγραμμα κατασκευής του έργου.

Ύστερα, ο κύριος του έργου (εναγομένη) αφού μελετούσε την προσφορά του αναδόχου και αποδέχονταν το τίμημα ως εύλογο, θα ανέθετε και την β' φάση της κατασκευής στην ανάδοχο, ενώ στην περίπτωση όπου το τίμημα της β' φάσης δεν εγκρίνονταν από τον κύριο του έργου τότε θα έληγε η συνεργασία τους, με την περάτωση και αποπληρωμή των εργασιών της Α' φάσης και του κόστους μελετών και αδείας.

Με την τελευταία παράγραφο του ίδιου άρθρου, προβλέπετο ότι στην περίπτωση που δεν πραγματοποιείτο το έργο για λόγους που δεν οφείλονται στον ανάδοχο, τότε ο κύριος του έργου θα όφειλε να καταβάλει το κόστος της έκδοσης της οικοδομικής άδειας, αμέσως μετά την έκδοση της. Παρά την κοινή και ασαφή διατύπωση των παραπάνω άρθρων του συμφωνητικού, όπου αναφέρονται στην παράγ.

α' του άρθρου 2 σι εργασίες της Α' φάσης και οι αντίστοιχες τιμές κατά τον χρόνο της συντάξεως του συμφωνητικού (28-9-01), στην παραγ. 2 του ίδιου άρθρου, αναφέρεται ότι οι συνολικές ποσότητες και το τελικό τίμημα, που αφορά τις ανωτέρω εργασίες θα προκύψει με το πέρας της ολοκλήρωσης των μελετών και θα υποβληθεί από τον ανάδοχο προς έγκριση στον κύριο του έργου.

Με βάση τα παραπάνω άρθρα, ερμηνευόμενα, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173, 200 ΑΚ), φαίνεται από την διατύπωση τους, ότι με το συμφωνητικό αυτό, είχε μεν ανατεθεί στην ενάγουσα η έκδοση της άδειας εγκατάστασης και της οικοδομικής άδειας, όχι όμως και η κατασκευή της Α' φάσης κατασκευής του νέου κτηρίου, και μάλιστα με τις τιμές που αναφέρονται στο συμφωνητικό, αλλά η κατασκευή της Α' φάσης θα έπρεπε να εγκριθεί από τον κύριο του έργου, μετά την υποβολή σ' αυτόν της ολοκληρωμένης μελέτης, τις συνολικές ποσότητες και του τελικού τιμήματος των ανωτέρω εργασιών.

Εάν είχε ήδη ανατεθεί με το συμφωνητικό η εκτέλεση των εργασιών από την ενάγουσα, με τις πιο πάνω τιμές, μετά την λήψη των παραπάνω αδειών, η β' παράγραφος, που αναφέρει για έγκριση των νέων τιμών από την εναγομένη, δεν θα είχε θέση. Την άποψη αυτή, ενισχύει και η συνέχεια του ίδιου άρθρου 2 παρ. β, όπου αναφέρεται ρητά, ότι σε περίπτωση που ο ανάδοχος λάβει την εντολή από τον κύριο του έργου να εκτελέσει εργασίες τότε το κόστος των μελετών, επιβλέψεων και έκδοσης αδειών εγκατάστασης και της έκδοσης της οικοδομικής άδειας θα βαρύνει τον ανάδοχο, δηλαδή η ενάγουσα, δεν είχε λάβει την εντολή κατασκευής της Α' φάσης του έργου, με το παραπάνω συμφωνητικό, αλλά θα την λάμβανε εάν η εναγομένη ενέκρινε τις νέες τιμές, σύμφωνα με τα πιο πάνω, ενώ κατά το άρθρο 3 παρ. 2 του άνω συμφωνητικού, ο κύριος του έργου (εναγομένη), και αν ακόμη είχε εγκρίνει τις εργασίες της Α' φάσης του έργου, είχε δικαίωμα να εγκρίνει και τις εργασίες της Β' φάσης αυτού, σε περίπτωση δε, που δεν ενέκρινε τις εργασίες της Β' φάσης, τότε θα έληγε η συνεργασία των δυο μερών, με την περάτωση και αποπληρωμή των εργασιών της Α' φάσης κατασκευής και του κόστους μελετών και άδειας.

Δηλαδή, συνοψίζοντας, η κατασκευή τόσο της Α', όσο και της Β' φάσης του έργου, δεν είχε ανατεθεί στην ενάγουσα με το από 28-9-01 μεταξύ τους συμφωνητικό, αλλά αυτή είχε συμφωνηθεί να εξαρτάται από την έγκριση της εναγομένης, μετά την υποβολή σ' αυτήν, μετά την λήψη των πιο πάνω αδειών, του κόστους της κατασκευής τους από την ενάγουσα.

Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης, η ενάγουσα προέβη στις απαιτούμενες ενέργειες για την έκδοση της άδειας εγκατάστασης και οικοδομικής άδειας. Έτσι, μετά την υποβολή στην Νομαρχία Θεσσαλονίκης σχετικής αίτησης με όλα τα σχεδιαγράμματα και τα λοιπά δικαιολογητικά στοιχεία, εκδόθηκε στις 19-11-01, η υπ' αριθμ. 15/Φ.14.2.18158/4/9360/Αρ.

ΦΕΚ Α/18813 άδεια εγκατάστασης, ενώ την 1-8-03 και αφού είχαν εκπονηθεί όλες οι αναγκαίες μελέτες (τοπογραφικές, αρχιτεκτονικές, στατικές, Η/Μ), εκδόθηκε από την Πολεοδομία Θεσσαλονίκης, η υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια για την ανέγερση του νέου κτηρίου. Εν τω μεταξύ, αφού έγιναν οι προβλεπόμενες προσμετρήσεις για την κατασκευή όλου του έργου (Α και Β φάσης) συντάχθηκαν από την ενάγουσα δύο προσφορές, η μία για το αριστερό και η άλλη για το δεξιό τμήμα του έργου, με ημερομηνία "Μάιος 2003" στις οποίες αναφέροντο αναλυτικά όλες οι απαιτούμενες εργασίες για την αποπεράτωση του έργου, η τιμή μονάδος για κάθε εργασία, η συνολική ποσότητα και το κόστος για κάθε επιμέρους εργασία, καθώς και το συνολικό κόστος, που ανερχόταν σε 1.294.481,15, χωρίς ΦΠΑ προς 18%.

Οι προσμετρήσεις, αυτές και το συνολικό κόστος, όπως προβλέπονταν στην ως άνω σύμβαση, έπρεπε να υποβληθούν από την ενάγουσα προς έγκριση στην εναγομένη, η οποία εφόσον αποδέχετο το τίμημα ως εύλογο, θα ανέθετε και την Β' φάση κατασκευής στην ενάγουσα, σύμφωνα με τα παραπάνω. Πράγματι, η ενάγουσα υπέβαλε τις ως άνω προσφορές στην εναγομένη προς έγκριση, η τελευταία όμως, δεν τις ενέκρινε, γιατί θεώρησε ότι το κόστος ήταν πολύ υψηλό γι' αυτό απευθύνθηκε στην εταιρία Ds STEEL, η οποία κατασκευάζει κτήρια με χαλύβδινο φέροντα οργανισμό, για να ενημερωθεί για το κόστος κατασκευής ενός τέτοιου κτηρίου.

Στην συνέχεια, δεν επιλέχθηκε ούτε αυτού του είδους η κατασκευή από τους διαδίκους, γι' αυτό η ενάγουσα υπέβαλε νέα προσφορά, με προσμετρήσεις, και κόστος εργασιών, με ημερομηνία "Ιούλιος 2003" και συγκεκριμένα υπέβαλε δύο προσφορές, η μία για τη Α' φάση, συνολικού κόστους 654.133,10 ευρώ και η άλλη, μόνο για το δεξιό τμήμα του κτηρίου, συνολικού κόστους 228.120,80 ευρώ.

Και οι προσφορές αυτές όμως δεν έγιναν δεκτές, γιατί το κόστος παρέμεινε υψηλό. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέβαλε και τρίτη προσφορά τον Αύγουστο 2003, η οποία έγινε δεκτή από την εναγομένη. Όμως αυτό δεν αποδείχθηκε, αφού η ενάγουσα δεν προσκόμισε καμία τέτοια συμφωνία υπογεγραμμένη από τα μέρη και κυρίως από την εναγομένη τον Αύγουστο 2003, όπως ισχυρίζεται, προσκομίζοντας απλώς δύο μη υπογεγραμμένα έγγραφα του Μαΐου και του Ιουλίου 2003, που ο μάρτυρας της εναγομένης Μ, εκπρόσωπος της εταιρίας "ΜΑΚΜΠΕΤΟΝ", η οποία ανέλαβε στη συνέχεια να εκτελέσει το έργο, χαρακτήρισε στην κατάθεση του απλή προσφορά, που η εναγομένη δεν αποδέχθηκε, αφού δεν την υπέγραψε, ενώ η μάρτυρας της ενάγουσας Γ, ηλεκτρομηχανικός, συνεργάτης της ενάγουσας και επιβλέπουσα μηχανικός του έργου, εάν γίνονταν, δεν κατέθεσε ότι υπήρχε υπογεγραμμένη συμφωνία των μερών αλλά απλώς ότι στην πιο πάνω προσφορά της ενάγουσας, δεν υπήρχε κάποια αντίθετη άποψη από τον εκπρόσωπο της εναγομένης Ψ, χωρίς όμως να εξηγήσει γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο εκπρόσωπος της εναγομένης, αφού συμφώνησε με την τελευταία προσφορά της ενάγουσας, δεν υπέγραψε την σχετική σύμβαση.

Η ενάγουσα, παρά τους ισχυρισμούς της, ότι είχαν συμφωνήσει την έναρξη της κατασκευής της Α' φάσης του έργου, είτε άνευ ετέρου, με το συμφωνητικό τους από 28-9-01, ή με την συμφωνία τους του Αυγούστου 2003, τότε αφού είχε λάβει την οικοδομική άδεια την 1-8-2003 και στην συνέχεια μέσα στον ίδιο μήνα είχαν συμφωνήσει για την κατασκευή από αυτή της πρώτης (Α) φάσης του έργου, δεν έκανε έναρξη της κατασκευής του έργου αυτού, προφανώς γιατί τέτοια συμφωνία μεταξύ τους δεν έγινε.

Τελικά, η εναγομένη, αφού δεν ενέκρινε τις προσφορές της ενάγουσας, κατά τα παραπάνω, κατήγγειλε την από 28-9-01 σύμβαση που είχε καταρτίσει με την ενάγουσα, με την από 20-10-03 εξώδικη καταγγελία της και στην συνέχεια, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας της ενάγουσας περί τις 10-11-03 ανέθεσε την κατασκευή του έργου στην εταιρία ΜΑΚΜΠΕΤΟΝ.

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο του συμφωνητικού, εφόσον το έργο δεν πραγματοποιείτο για λόγους που δεν οφείλοντο στην ενάγουσα, τότε η εναγομένη θα έπρεπε να καταβάλει στην ενάγουσα το κόστος της έκδοσης της οικοδομικής άδειας, μετά την έκδοσή της, υποχρέωση από την οποία απαλλάσσετο, εφόσον η ενάγουσα προέβαινε τελικά στις εργασίες της Α' φάσης.

Ο όρος αυτός, ερμηνευόμενος με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, είχε κατά την κρίση του δικαστηρίου, την έννοια σύμφωνα με τα παραπάνω, ότι εάν τελικά το έργο δεν κατασκευάζετο από την ενάγουσα για λόγους ανεξάρτητους από την ίδια, στους οποίους εμπίπτει και η μη έγκριση της προσφοράς για τις εργασίες της Α' φάσης από την εναγομένη, τότε η τελευταία θα όφειλε μόνο το κόστος της έκδοσης της οικοδομικής άδειας.

Από τη διατύπωση του σχετικού όρου δεν προκύπτει ότι υπήρξε συμφωνία να καταβληθεί η αμοιβή της ενάγουσας για τις εργασίες της Α' φάσης, ακόμα και εάν δεν είχε προβεί σε καμία κατασκευή, στην περίπτωση που η εναγομένη τελικά πραγματοποιούσε το έργο με άλλο ανάδοχο. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντιφατικό με τους προηγούμενους όρους του συμφωνητικού (κυρίως το άρθρο 2β αυτού), που απαιτούσαν την έγκριση των συνολικών ποσοτήτων και του τελικού τιμήματος της Α' φάσης, μετά την ολοκλήρωση των μελετών από την εναγομένη, αφού ουσιαστικά θα την υποχρέωνε να εγκρίνει την οποιαδήποτε προσφορά της ενάγουσας, υπό την απειλή ότι διαφορετικά θα έπρεπε να καταβάλει και την αμοιβή της ενάγουσας για την Α' φάση, χωρίς η τελευταία να έχει εκτελέσει το έργο αυτό και την αμοιβή του νέου αναδόχου, που θα κατασκεύαζε τελικά το έργο.

Κάτι τέτοιο, είναι αντίθετο στην κοινή λογική, και βέβαια, τέτοιος όρος δεν θα μπορούσε να υπογραφεί από κανένα λογικό άνθρωπο. Ο σχετικός όρος εν τέλει τέθηκε για να εξασφαλίσει την εναγομένη από τυχόν υπαναχώρηση της ενάγουσας, και όχι για να υποχρεώσει την εναγομένη να αναθέσει οπωσδήποτε την κατασκευή της Α' φάσης των εργασιών στην ενάγουσα, ανεξαρτήτως του κόστους της προσφοράς της, που ας σημειωθεί, κατά την υπογραφή του από 28-9-01 συμφωνητικού, ήταν άγνωστο στα μέρη, διαφορετικά να μην κατασκευάσει το έργο, αναθέτοντας το σε άλλη εταιρεία.

Ακριβώς, μάλιστα, επειδή η εναγομένη δεν ανέθεσε τελικά στην ενάγουσα, ούτε την Α' φάση της κατασκευής του κτηρίου, της κατέβαλε το συνολικό ποσό των 53.043,54 ευρώ, εξοφλώντας το σύνολο της αμοιβής της ενάγουσας για την έκδοση της άδειας εγκατάστασης και της οικοδομικής άδειας. Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές, έκρινε το Εφετείο ότι η αγωγή της αναιρεσείουσας ήταν ουσιαστικά αβάσιμη, (όπως όμοια είχε κρίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο), απορρίπτοντας την έφεση της τελευταίας.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους προσέφυγε, μετά τη διαπίστωση ότι υπάρχει ασάφεια ως προς την εκφρασθείσα βούληση των συμβληθέντων στο ανωτέρω συμφωνητικό μερών, δεχθέν, με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά και χωρίς να δεσμεύεται στη σχετική κρίση του από την αντίθετη ερμηνευτική άποψη της αναιρεσείουσας, ότι, κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων μερών, α) δεν είχε ανατεθεί στην αναιρεσείουσα εξ αρχής με το ανωτέρω συμφωνητικό η κατασκευή της Α'φάσης κατασκευής του νέου κτηρίου, αλλά είχε συμφωνηθεί να εξαρτάται αυτή από την έγκριση της αναιρεσίβλητης μετά την υποβολή της ολοκληρωμένης μελέτης με το συνολικό κόστος κατασκευής του κτηρίου και β) ότι δεν είχε συμφωνηθεί αμοιβή της αναιρεσείουσας για την εκτέλεση των εργασιών της Α'φάσης, στην περίπτωση που η τελευταία δεν θα είχε προβεί στην εκτέλεση τέτοιων εργασιών.

Το ως άνω ερμηνευτικό πόρισμα του εφετείου, είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ως κριτηρίων συμπεριφοράς επιβαλλόμενης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, δεν ήταν δε αναγκαία, για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, περαιτέρω ανάλυση και εξειδίκευση των αρχών αυτών.

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τα υπό στοιχεία 1 και 3 μέρη του με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων, είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 42/2002). Ο λόγος είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Εν προκειμένω, με τον ίδιο (πρώτο) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχείο 2 μέρος του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., καταλογίζεται στο Εφετείο ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη τα νομίμως με επίκληση προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, ήτοι: α) την ως άνω επίδικη σύμβαση και ειδικότερα τον όρο αυτής που προβλέπει ότι σε περίπτωση που το προσφερθέν τίμημα της Β'Φάσης δεν τύχει της έγκρισης του κυρίου, λήγει η συνεργασία των δύο μερών με την περάτωση και αποπληρωμή των εργασιών της Α'Φάσης κατασκευής και κόστους μελετών και αδείας, από τον οποίο, κατά την αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι η έγκριση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αφορά το τίμημα των εργασιών μόνον της Β' Φάσης, β) την από 20-10-2003 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης με την οποία κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση και γ) την από 12-11-2003 εξώδικη απάντηση της ίδιας προς την αναιρεσείουσα, από τα οποία προέκυπτε, κατά την αναιρεσείουσα, ότι η έννοια του σχετικού συμβατικού όρου δεν ήταν αυτή που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Όμως, από τη βεβαίωση του εφετείου, ότι για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω, με την οποία προσδόθηκε διαφορετική ερμηνευτική άποψη στους σχετικούς όρους του ιδιωτικού συμφωνητικού από εκείνη της αναιρεσείουσας, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για τη συνεκτίμηση από αυτό (Εφετείο) και των ως άνω εγγράφων, εκ των οποίων μάλιστα ρητά μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα δύο πρώτα.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη α) τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι τον Αύγουστο του έτους 2003 υπέβαλε στην αναιρεσίβλητη έγγραφη προσφορά, περιέχουσα τις συνολικές ποσότητες και το τελικό τίμημα για την κατασκευή του έργου και η τελευταία ενέκρινε τελικά και αποδέχθηκε την προσφορά αυτή, και β) τους λόγους της εφέσεώς της, που αφορούν την ερμηνευτική άποψη της αναιρεσείουσας για τους προαναφερθέντες συμβατικούς όρους, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, τον μεν υπό στοιχείο α' ισχυρισμό τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε, δεχθέν ότι δεν αποδείχθηκε αποδοχή της προσφοράς της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη, ενώ με το να ερμηνεύσει τους όρους της συμβάσεως κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, έλαβε υπόψη εκ του πράγματος τους σχετικούς λόγους της εφέσεως και τους απέρριψε ως αβάσιμους.

Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Υπό τις εκτεθείσες ανωτέρω παραδοχές του , το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ελαττώματος της αιτιολογίας, αφού διέλαβε σ' αυτή (απόφαση) με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις το συναχθέν από τις αποδείξεις πόρισμα και ειδικότερα ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω τα περιστατικά που είναι κατά νόμο (άρθρα 681, 700ΑΚ) αναγκαία για την εφαρμογή των τελευταίων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.

Συγκεκριμένα, δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ αφενός της παραδοχής του, ότι η αναιρεσίβλητη δεν ενέκρινε εν τέλει την προσφορά της αναιρεσείουσας για την κατασκευή του έργου λόγω του υψηλού κόστους αυτής, και αφετέρου εκείνης, ότι η ίδια (αναιρεσίβλητη) κατήγγειλε τελικά την επίδικη σύμβαση με το από 20-10-2003 εξώδικη έγγραφό της, καταγγελία η οποία προϋποθέτει ενεργή σύμβαση, αφού η τελευταία αυτή παραδοχή περί καταγγελίας, δεν ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ενόψει του ότι δεν δέχεται το εφετείο ότι η σύμβαση λύθηκε με την ως άνω καταγγελία, τέθηκε δε διηγηματικά και πλεοναστικά για να υποδηλώσει την πρόθεση της αναιρεσίβλητης προς ενημέρωση της αναιρεσείουσας ότι δεν θα της ανατεθεί τελικά η εκτέλεση του έργου.

Ούτε άλλωστε η χρησιμοποίηση της λέξης "προφανώς", αναφορικά με την ανυπαρξία συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για την κατασκευή των εργασιών της Α' Φάσης, ενέχει ενδοιασμό ή αμφιβολία ως προς την κατάρτιση παρόμοιας συμφωνίας, αφού με σαφήνεια και κατά τρόπο αναμφίβολο δέχεται το εφετείο ότι δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων τέτοια συμφωνία ούτε με το επίδικο συμφωνητικό, ούτε τον Αύγουστο του έτους 2003.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ απορρέων, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ` του ΚΠολΔ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001 και ισχύει από 1-1-2002 σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 2943/2001, τα δικαστήρια της ουσίας, όταν δικάζουν κατά την τακτική διαδικασία που προβλέπεται από το εν λόγω άρθρο, λαμβάνουν υπόψη τους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις, ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη του χαρακτηρισμού τους στην εισηγητική έκθεση του Ν.2915/2001 ως μη πληρούντων τους όρους του νόμου αποδεικτικών μέσων, έχουν αποδεικτική αυτοτέλεια και, ως εκ τούτου, συνεκτιμώνται παραλλήλως και σωρευτικώς προς τα αναφερόμενα στον κατάλογο του άρθρου 339 Κ.Πολ.Δ.

και όχι επικουρικώς έναντι των τελευταίων. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το εφετείο ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με το να λάβει υπόψη τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο ένορκες βεβαιώσεις "όχι συμπληρωματικά (εφόσον δηλαδή τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που πληρούσαν τους όρους του νόμου δεν κρίνονταν από αυτό επαρκή προς μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος), αλλά μαζί και ισότιμα με τα πληρούντα του όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα", είναι αβάσιμος.

Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο αποτελεί η λήψη τους μετά από προηγούμενη, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει και ο οποίος υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλητεύσεως, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων.

Εξάλλου, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό της αναίρεσης, αλλά και κάθε λόγου αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, εξαιτίας σφάλματος, που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, σχημάτισε την κρίση του για την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών, εξαιτίας της οποίας και κατέληξε στην απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και από τις ειδικά μνημονευόμενες στην απόφαση υπ` αριθ. 17354 και 17355/16-5-2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Στρογγύλη, τις οποίες είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί η αναιρεσίβλητη.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται αναφορά για κλήτευση της αναιρεσείουσας να παραστεί κατά τη σύνταξη αυτών. Όμως, από την επισκόπηση των προτάσεων των διαδίκων ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι, η μεν αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε την υπ'αριθμ. 570Δ/11-5-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ... (την οποία μνημονεύει και η, ενσωματωθείσα στην προσβαλλομένη μετά την απόρριψη της εφέσεως της αναιρεσείουσας, απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως αφορώσα την κλήτευση της αναιρεσείουσας να παραστεί κατά την εξέταση των μαρτύρων αυτών), η δε αναιρεσείουσα, δεν επικαλέσθηκε ενώπιον του Εφετείου έλλειψη κλητεύσεώς της προς παράσταση κατά την εξέταση των μαρτύρων αυτών ούτε αμφισβήτησε καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο την εγκυρότητα της δόσεως των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων, η οποία άλλωστε ούτε με το αναιρετήριο αμφισβητείται.

Επομένως, μόνη η παράλειψη του Εφετείου, να μνημονεύσει στην απόφασή του την κλήτευση της αναιρεσείουσας, δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον αυτής για την προβολή της εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 α ΚΠολΔ αιτιάσεως και ο σχετικός τελευταίος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται μόνον η έλλειψη αυτή, είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Μαΐου 2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ARCON CONSTRACTIONS A.T.E.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 436/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ