Supreme Court dismisses appeal on abuse of right and inadmissibility grounds regarding property ownership dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Second Instance Court's judgment regarding a property ownership dispute. The appellant argued that the lower court erred in finding the respondent the sole owner of the land and in awarding possession, claiming procedural violations and abuse of right. The court rejected these claims, noting the respondent had already established ownership through continuous possession and that the appellant failed to challenge this title during the initial proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 AC; Art. 559 no. 10 KPolD; Art. 559 no. 19 KPolD; Art. 1033 AC: An appeal is inadmissible if it attacks an uncontested substantive finding, and an abuse of right claim fails where the opposing party did not contest the plaintiff's ownership title during the first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1214 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1214/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Tου αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Καρυτινό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΠΕ" που εδρεύει στην Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρο της Λίλα Καππάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 195/1997 μη οριστική, 103/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 873/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-9-2007 αίτησή του και με τους από 7-11-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 8-12-2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.
Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, και ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Ολ.
ΑΠ 8/2001, ΑΠ 466/2008). Τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερόμενη έννοια. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όταν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είναι κυρία ενός αγροκτήματος, εμβαδού 29 περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." της περιοχής ...
και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησίες Ι1 και Ι2 (πρώην ...), δυτικά με θάλασσα, βόρεια με ιδιοκτησία ιδίας και ιδιοκτησία ... και νότια με θάλασσα .... Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην ενάγουσα: α) σε τμήμα, εμβαδού 20 στρεμμάτων από την παραπάνω συνολική έκταση, με αγορά από τον αληθινό κύριο Κ1 δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Ανδρέα Τραυλού - Τζανετάτου, που μεταγράφηκε νόμιμα, β) σε τμήμα, εμβαδού 8 στρεμμάτων και κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου σε τμήμα εμβαδού ενός (1) στρέμματος από την εν λόγω έκταση, με αγορά από τον αληθινό κύριο ....
δυνάμει του .... συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα και γ) κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου του προαναφερομένου τμήματος του ενός στρέμματος, με αγορά από την αληθινή κυρία .... δυνάμει του ... συμβολαίου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Η ενάγουσα εταιρεία προέβη στην αγορά του πιο πάνω ακινήτου, όπως και άλλων ακινήτων στην ανωτέρω περιοχή, συνολικής εκτάσεως 55 στρεμμάτων περίπου, διότι αυτή σκόπευε να κατασκευάσει τουριστικό συγκρότημα.
Έτσι έκτοτε, δηλαδή από το έτος 1965 μέχρι και σήμερα, η ενάγουσα κατείχε και νεμόταν το παραπάνω αγρόκτημα με διάνοια κυρίας, ήτοι με τη θέληση να έχει το πράγμα όπως αρμόζει στον κύριο, ενεργώντας όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση, τη θέση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλωνόταν η περί εξουσιάσεως (του ακινήτου) βούλησή της.
Ειδικότερα, η ενάγουσα σκόπευε να ανεγείρει τουριστικό συγκρότημα ενοικιαζομένων κατοικιών και για το λόγο αυτό απευθύνθηκε στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (Ε.Ο.Τ), υποβάλλοντας την από 16.2.1965 αίτηση του διαχειριστή της Κ1. Κατόπιν, ύστερα από εντολή της ενάγουσας, ο αρχιτέκτονας .... συνέταξε το από Φεβρουαρίου 1970 τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αποτυπώνονταν τα ακίνητα της ενάγουσας στην ανωτέρω περιοχή, που είχαν μεταβιβασθεί σ' αυτήν λόγω αγοράς για τον πιο πάνω σκοπό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και το εν λόγω ακίνητο, το οποίο και απεστάλη εκ μέρους της ενάγουσας στον προαναφερόμενο Οργανισμό και έλαβε τον ....
αριθμό θεώρησης από αυτόν. Στη συνέχεια ο Ε.Ο.Τ με το ... έγγραφό του, κρίνει σκόπιμη την ανέγερση στην παραπάνω περιοχή και στο ακίνητο της ενάγουσας ξενοδοχειακού συγκροτήματος και Bangalouz α' τάξεως. Κατόπιν τούτων η ενάγουσα, αφού πλέον είχε εγκριθεί η σχετική μελέτη της, προέβη στη σχεδίαση μακετών, προκειμένου να αξιοποιηθεί, το ακίνητό της, και για το λόγο αυτό ύστερα από προφορικές συνεννοήσεις, που έλαβαν χώρα στις 15 και 16 Φεβρουαρίου του έτους 1972, απευθύνθηκε προς την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΪΦΕΛ Ε.Π.Ε", η οποία ασχολούνταν με την κατασκευή προκατασκευασμένων κατοικιών, προκειμένου να υποβληθεί εκ μέρους της τελευταίας προσφορά σχετικά με τη δυνατότητα, τον τρόπο και το συνολικό κόστος της κατασκευής.
Η ως άνω εταιρεία απέστειλε προς την ενάγουσα το ... σχετικό έγγραφό της, στο οποίο ανέλυε την προσφορά της για την κατασκευή του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, στην οποία περιλαμβάνονταν και σχετικές μακέτες των προς κατασκευή κατοικιών. Αλλά παρά το γεγονός, ότι δεν ευοδώθηκε η επιχειρηματική προσπάθεια της ενάγουσας, αυτή στη συνέχεια σε τακτά χρονικά διαστήματα δια των νομίμων αντιπροσώπων και ειδικότερα δια της οικογένειας ...., στην οποία ανήκει και η ενάγουσα εταιρία και η οποία έλκει την καταγωγή της από την περιοχή ....
και για το λόγο αυτό επισκέπτονταν συχνά την περιοχή, όπως και δια του ...., ο οποίος τυγχάνει ανώτατο στέλεχος της ενάγουσας και του προσωπικού φίλου της οικογένειας με το επώνυμο .... ο οποίος τυγχάνει να έχει γειτονικό ακίνητο στην περιοχή, επέβλεπε το εν λόγω ακίνητό της και επιτηρούσε τα όρια αυτού, απαγορεύοντας συνάμα κάθε διαταρακτική ενέργεια τρίτων.
Επομένως, η ενάγουσα έγινε κυρία του ως άνω ακινήτου (των 29 στρεμμάτων) με παράγωγο τρόπο (αγοραπωλησία) κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία στο σύνολό του, αφού νεμήθηκε αυτό από το έτος 1965 μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (2.2.1996). Ακολούθως το Εφετείο δέχτηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων κατά το έτος 1985 παρανόμως και αυθαιρέτως εισήλθε σε τμήμα του ως άνω ακινήτου της ενάγουσας και ειδικότερα σε έκταση που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά αυτού, φύτεψε σταδιακά, μέχρι και το έτος 1990, 40 ελαιόδεντρα, έσπειρε και τοποθέτησε φράκτη, διαχωριστικό από την υπόλοιπη ιδιοκτησία της ενάγουσας, ενώ κατά το έτος 1993 αποψίλωσε σταδιακά έκταση ενός περίπου στρέμματος, καταστρέφοντας την υπάρχουσα δασική βλάστηση, εγκατέστησε ρολόι υδρεύσεως και κατέλαβε συνολικά τμήμα του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 11.461 τ.μ., όπως τούτο ειδικότερα ορίζεται στα προσκομιζόμενα από Νοέμβριο 1994 τοπογραφικά διαγράμματα (αρ.
σχεδ. Τ1α Τ1β) της τοπογράφου μηχανικού .... με τα περιμετρικά στοιχεία 3, 93, 94, 95, 96, Σ13, 265, 266, 267, 268, 269, 205, 204, 203, 202, 195, 206, 227, 228, 229, 245, 244, 243, 241, 242, 246, 247, 248, 262, 263, 15, 13, 10, 9, 7, 5 και το οποίο συνορεύει ολόγυρα με υπόλοιπη ιδιοκτησία της ενάγουσας και με ιδιοκτησίες Ι1 και Ι2. Έκτοτε ο εναγόμενος κατέχει το ανωτέρω εδαφικό τμήμα των 11.461 τ.μ.
μέχρι την άσκηση της αγωγής, αποβάλλοντας έτσι την ενάγουσα από τη νομή της. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο, έκρινε αβάσιμη την ένσταση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και ακολούθως δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια.
Με εκείνα που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προπαρατιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, στα οποία, εκτός από την αδράνεια της δικαιούχου ενάγουσας, δεν συμπεριλαμβάνονται και ειδικές περιστάσεις συνδεόμενες με προηγούμενη συμπεριφορά της, η αλλαγή της οποίας να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες για τον εναγόμενο, η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για διεκδίκηση του επιδίκου τμήματος ακινήτου δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Επίσης, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της παραπάνω ενστάσεως του αναιρεσείοντος εναγόμενου διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κυρίας αναίρεσης και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σε σχέση με την απόρριψη της από το άρθρο αυτό ένστασης της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, ο από τη διάταξη 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, επικαλούμενος αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο και χωρίς επαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι αυτός δεν κατέστη κύριος των επιδίκων, διότι είχε τούτο στη νομή του για χρονικό διάστημα μικρότερο της εικοσαετίας, απορρίπτοντας έτσι την ένσταση ιδίας κυριότητας που είχε προβάλει, ενώ από την κατάθεση του μάρτυρά του πλήρως αποδεικνύεται ότι ασκούσε τη νομή αυτών από το έτος 1966 έως και την άσκηση της αγωγής το έτος 1997.
Ο λόγος αυτός, έτσι διατυπούμενος, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της πιο πάνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διάδικους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές αλλά, όπως προκύπτει από την αρχική στην καθαρεύουσα διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση που επίσης είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, το να μη διατάξει τούτο τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί κανένα λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. (ΑΠ 980/2007).
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ ψέγει το Εφετείο, διότι τούτο, προκειμένου να κρίνει τη βασιμότητα του ισχυρισμού του, ότι έγινε κύριος κατά τρόπο πρωτότυπο του επίδικου ακινήτου, ως νεμηθείς αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεν διέταξε πραγματογνωμοσύνη από ειδικό γεωπόνο, σχετικά με το θέμα από πότε έχουν φυτευτεί τα υπάρχοντα εντός αυτού ελαιόδενδρα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο αλλά και από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι για την κρίση του εν λόγω ζητήματος απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Επειδή, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε.
Αν συντρέχουν δε πράγματι όλοι οι ως άνω όροι, ο αποκτών γίνεται παραγώγως κύριος επί του μεταβιβασθέντος σ' αυτόν ακινήτου, δηλαδή επί του περιγραφομένου στον τίτλο ακινήτου. Εξάλλου, ο ενάγων πρέπει να αποδείξει και χρησικτησία, μόνο σε περίπτωση που ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης της αγωγής, αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι έκρινε με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη έγινε κυρία του περιγραφόμενου ακινήτου συνολικής έκτασης 29 στρεμμάτων και με έκτακτη χρησικτησία, διότι νεμήθηκε αυτό συνεχώς, απαγορεύοντας συνάμα κάθε διαταρακτική ενέργεια τρίτων, από το έτος 1965 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (2-2-1996) και στη συνέχεια δέχτηκε με αντιφατική αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων κατά το έτος 1985 παρανόμως και αυθαιρέτως εισήλθε σε τμήμα του ως άνω ακινήτου και σταδιακά φύτεψε ελαιόδενδρα, έσπειρε, τοποθέτησε φράκτη, εγκατέστησε ρολόι ύδρευσης και κατέλαβε συνολικά τμήμα του ακινήτου εμβαδού 11.461 τ.μ.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο εναγόμενος αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης της αγωγής την κυριότητα των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο. Έτσι, η ενάγουσα έγινε κυρία του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και η κυριότητά της αυτή, αφού κρίθηκε ως αβάσιμη η ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγόμενου κατά τα λεπτομερώς εκτεθέντα ανωτέρω στη πρώτη σκέψη, δεν καταλύθηκε.
Επομένως, ο εξεταζόμενος πρώτος πρόσθετος λόγος είναι αλυσιτελής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-9-2007 αίτηση και τους από 7-11-2008 πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος Χ1 για αναίρεση της 873/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ