Legislator Case Law & Legislation
1214/2006 AI generated

Appeal against employment contract classification upheld; facts regarding salary and benefits require re-examination by new panel.

Case Number 1214/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Court of Appeal's decision regarding the classification of the appellant's contract as an independent service agreement. The appellant argued that evidence of paid leave and holiday allowances proved an employment relationship, which the lower court allegedly failed to properly consider. The Court found serious doubts about whether the appellate court had adequately weighed these documents and the specific nature of the remuneration provided. Consequently, the case was remitted to a new panel of the Court of Appeal for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 652 of the Civil Code; Article 6 of Law 765/1943: The characterization of a contract as an employment contract or one for independent services depends on the overall picture of the activity, specifically whether the worker is subject to legal subordination and receives remuneration including benefits like paid leave.

Keywords

AI generated
employment contract classification independent services agreement legal subordination test paid leave benefits remuneration evidence appeal remittal labor law subordination

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 652 of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1943
Article 32 of the Introductory Law to the Civil Code
Article 559, paragraph 11, letter gamma of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1214 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1214/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Σακελλαρίου. Των αναιρεσίβλητων: 1)Αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «.....», που εδρεύει στη Λιβερία και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα και 2)Αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «......», που εδρεύει στο Γιβραλτάρ και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστοτέλη Πρωτόγερο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-4-1998 και 24-6-1998 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6595/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 1075/2001 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Φεβρουαρίου 2002 αίτησή του και τους από 16 Σεπτεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 4-10-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 Α.Κ., και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 32 του Εισ. ΝΑΚ, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος αμείβεται με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και επί πλέον υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του.

Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα αν ο παρέχων την εργασία δεν υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, κατά την παραπάνω έννοια, τότε πρόκειται για σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Αποφασιστική, πάντως, σημασία έχει η συνολική εικόνα της δραστηριότητας, από την εκτίμηση της οποίας και εξαρτάται η κρίση για το ποια στοιχεία υπερέχουν, αυτά της σύμβασης εργασίας ή εκείνα της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Ο χαρακτηρισμός μιας σύμβασης παροχής υπηρεσιών ως εξαρτημένης εργασίας ή έργου ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό, που τυχόν έχουν προσδώσει σ΄ αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 1082/1980, 1 της Α.Υ.Οικ. και Εργ. 19040/1981 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 παρ. 1,2 του Α.Ν.539/1945, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του δια του άρθρου 1 του Ν. 1346/1983, προκύπτει ότι τα «επιδόματα εορτών» Χριστουγέννων και Πάσχα, ως και τα επιδόματα ετησίων αδειών αναπαύσεως, προϋποθέτουν ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας, οι αντίστοιχες δε αξιώσεις στηρίζονται ευθέως στο νόμο από μόνο το γεγονός της εργασιακής απασχόλησης, δηλαδή ασχέτως προς το κύρος της εργασιακής σύμβασης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ΄ του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, οι οποίοι προτάθηκαν νόμιμα και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε με τις ένδικες (με αριθ. καταθ. 4564 και 6807/1998) αγωγές του να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες, αντιστοίχως, του οφείλουν για τις αναφερόμενες αιτίες (ήτοι δεδουλευμένους μισθούς, αποζημίωση απόλυσης, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας και δώρων εορτών) τα εις αυτές ποσά, βάσει της επικαλούμενης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που τον συνέδεε με κάθε μία από τις αναιρεσίβλητες και την κατήγγειλαν ατύπως, και επικουρικώς βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και περί αδικοπραξίας.

Για την απόδειξη των ουσιωδών αγωγικών ισχυρισμών του : α) ότι η επίμαχη μεταξύ αυτού και της πρώτης των αναιρεσιβλήτων - εναγομένης στην πρώτη αγωγή - από 25-1-1989 έννομη σχέση είχε χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως διευθυντή των γραφείων της στον Πειραιά και β) ότι μεταξύ αυτού και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων – εναγομένης στη δεύτερη αγωγή – την 1-7-1990 καταρτίστηκε ιδιαίτερη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπεύθυνου υπαλλήλου για τον εφοδιασμό κλπ του πλοίου αναψυχής «....... " πλοιοκτησίας της, επικαλέστηκε και νομίμως προσκόμισε εξαρχής, αλλά και ενώπιον του Εφετείου, όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις του, ο ίδιος, αλλά και οι αναιρεσίβλητες οπότε κατέστησαν κοινά αποδεικτικά μέσα, και τα εξής έγγραφα :

Ήτοι : α) την από 30-3-1999 και αριθ. πρωτ. 1241.1482/50 βεβαίωση του Υπ. Εμπορικής Ναυτιλίας, β) την από14-3-1989 υπεύθυνη δήλωσή του (αναιρεσείοντος) προς το Υπ. Εμπορικής Ναυτιλίας, γ)την απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας με αριθ. πρωτ. 1241.1482/39/21622, δ) το από 23-7-1990 πληρεξούσιο έγγραφο της δεύτερης των εναγομένων, ε) τις από 31/05/94, 29/06/94, 28/09/94, 28/02/95, 30/08/95, 29/09/95, 21/96/95, 30/09/96 και 31/10/96 αποδείξεις πληρωμής μισθών του για παροχή εργασίας του στη θαλαμηγό ..... .

και στ) καταστάσεις μισθών προσωπικού του γραφείου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων για τους 12 μήνες του έτους 1994 καθώς και αμοιβές του για επί μέρους μήνες των ετών 1989 – 1997, που προσκομίσθηκαν (οι τελευταίες), ενδεικτικά, με επίκληση από τις αναιρεσίβλητες εταιρίες. Τα έγγραφα αυτά – από το επικαλούμενο περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε, όπως υποστηρίζει, ότι οι ένδικες συμβάσεις ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας - θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει τις ένδικες αγωγές του στην ουσία, αναφέρεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του μετά συνεκτίμηση και «…όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων…» και γίνεται εν συνεχεία δεκτό ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ως αλλοδαπή εταιρία νόμιμα εγκατεστημένη και λειτουργούσα, με ανά πενταετία εκδιδόμενες κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνκής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας (Κ.Υ.Α.) μεταξύ των οποίων αναφέρεται ειδικά και η ως άνω 1241.1482/39/21622/31-3-1995, στην Ελλάδα, είχε από το νόμο υποχρέωση να διορίσει νόμιμο εκπρόσωπό της στην Ελλάδα.

Με την από 2-2-1989 απόφαση του Δ.Σ. αυτής διόρισε τέτοιον τον αναιρεσείοντα στη θέση αυτή, την οποία, αποδεχθείς το διορισμό αυτός διατήρησε μέχρι το Νοέμβριο του 1997, με σύμβαση που είχε τον χαρακτήρα της συμβάσεως παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, και με την ιδιότητά του αυτή του ανατέθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη η κάλυψη των αναγκών διαχειρίσεως των αναφερομένων πλοίων της, επί πλέον δε και τη διαχείριση των δαπανών λειτουργίας της ελλιμενισμένης στην μαρίνα Αλίμου ως άνω θαλαμηγού «.......», ιδιοκτησίας της εταιρίας «......

LTD» (2ης αναιρεσίβλητης), και ότι δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκε οποιαδήποτε ιδιαίτερη σύμβαση μεταξύ του αναιρεσείοντος και της τελευταίας. Από τις παραπάνω αιτιολογίες, όμως, καταλείπονται σοβαρές αμφιβολίες για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα έγγραφα, προς έμμεση απόδειξη, αφού δεν γίνεται καθόλου λόγος για τα στοιχεία που προέκυπταν από αυτά, ήτοι ότι στον αναιρεσείοντα καταβάλλονταν αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας και εορτών, γεγονότα που, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, προϋποθέτουν ύπαρξη σχέσης εργασίας, ούτε αποκρούεται η βασιμότητά τους ή οι συνέπειες που θα μπορούσε να έχουν τα προκύπτοντα από αυτά γεγονότα.

Επομένως ο σχετικός, από το άρθρο 559 αιθ. 11 γ΄ του Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων της αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1075/2001 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ