Legislator Case Law & Legislation
1213/2024 AI generated

1213/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1213/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1213/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): η 6-4-2021" (Α.Π. 811/2023, Α.Π. 987/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη, από 17-6-2022 (αριθ. κατ. 61372/100/2022) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13892/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.

Keywords

AI generated
low income indigence financial circumstances fluctuating monthly income adequate earning capacity economic hardship
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1213 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1213/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Λ. του Κ., συζ. Ν. Γ. και 2) Ν. Γ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Ρούσση, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και ήδη "... ΑΕ", ως διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου: α) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και β) της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... LTD", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εντολοδόχου, ειδικού πληρεξουσίου και αντικλήτου της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "... SA", ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 31-1-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1η, 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-10-2013 (αρ. εκθ. καταθ. 803/2013 και 804/2013) αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου και συνεκδικάστηκαν με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο πρόσθετη παρέμβαση της Β. Λ. του Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13892/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-6-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (A` 104) ορίζεται ότι "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κ.Πολ.Δ., καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 του Κ.Πολ.Δ., ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ, κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και, τέλος, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, ...ς Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), δηλ.

η 6-4-2021" (Α.Π. 811/2023, Α.Π. 987/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη, από 17-6-2022 (αριθ. κατ. 61372/100/2022) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13892/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.

του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ασκηθείσα στις 23-6-2022, με την κατάθεσή της, στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), δεδομένου ότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της και από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλομένης αποφάσεως (12-11-2019) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε την 13-11-2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.

α' του ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ. α' του ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στις 23-6-2022. Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1-2 και 144 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 13892/2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσείοντες Π.

Λ. και Ν. Γ., με τις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, από 25-10-2013 και με αριθμούς καταθέσεως 804/2013 και 803/2013, αντιστοίχως, αιτήσεις τους, ζήτησαν, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτές, την υπαγωγή τους στο ν. 3869/2010. Επί των αιτήσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 40/2017 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν αυτές, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, μετ' αποδοχή ως βάσιμης της προβληθείσας από τις πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες, ενστάσεως δόλιας περιέλευσής τους σε αδυναμία πληρωμών.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 6-7-2017 (αρ. κατ. 4029/69/2017) έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε αυτήν τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε (και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως, στις 25-10-2013, των ενδίκων, από 25-10-2013, αιτήσεων), πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α. 4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), το οποίο καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών, με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 1169/2022, Α.Π. 549/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1351/2021).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, ελλείψεως δηλαδή όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ' αρχήν, το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 545/2021, Α.Π. 507/2020, Α.Π. 71/2020).

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1035/2021, Α.Π. 311/2021, Α.Π. 844/2020). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 1482/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 544/2022, Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 656/2021).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (Α.Π. 656/2021, Α.Π. 552/2020, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 52/2019, Α.Π.. 551/2018). Όπως δε προαναφέρθηκε, η αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 933/2021, Α.Π. 834/2021, Α.Π. 656/2021).

Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει τον ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως αυτή γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη, διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.Α.Π. 4/2010, Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 77/2021, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και, έτσι, αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά και η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία ο δράστης επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, ως ενδεχόμενο, το αποτέλεσμα και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, η αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη, για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω, απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος, σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά (Α.Π. 1352/2021).

Στην περίπτωση του ν. 3869/2010, η έννοια του δόλου συνδέεται με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και σε χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (Α.Π. 1504/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 183/2022, Α.Π. 59/2021).

Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν, με τις πράξεις ή παραλείψεις του, επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε, από δική του υπαιτιότητα, βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 70/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης, ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί, με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση, υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και, σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος που θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 778/2022, Α.Π. 539/2022, Α.Π. 1035/2021).

Εξάλλου, από τη διάταξη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010 (όπως τούτο ισχύει, κατά τα προαναφερθέντα), που προβλέπει ότι την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, προκύπτει ότι το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.

άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 183/2022, Α.Π. 83/2022, Α.Π. 59/2021, Α.Π. 697/2020), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.

και, αντίστοιχα, του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε, ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ενστάσεως, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (Α.Π. 1060/2023, Α.Π. 988/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 609/2023, Α.Π. 473/2023).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης." Οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναιρέσεως που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (Α.Π. 196/2020, Α.Π. 894/2018, Α.Π. 967/2018).

Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγους, μεταξύ των οποίων και οι λόγοι, από τον αριθμό 10, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", από τον αριθμό 11, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τον αριθμό 12, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" και από τον αριθμό 14, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".

Εξ άλλου, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν, ισχύει δε και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 604/2021, Α.Π. 981/2020).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 75/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 42/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 1106/2021, Α.Π. 123/2021).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση ότι με την προσβαλλομένη απόφαση παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται αυτή κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 56/2022, Α.Π. 1127/2021, Α.Π. 123/2021). Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 560 αρ. 1 εδ.

β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (Α.Π. 1060/2023, Α.Π. 550/2019, Α.Π. 273/2018, ΑΠ 969/2011).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση. Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ` αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 302/2022, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 633/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 704/2017).

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 560 αριθμός 5 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 1284/2023, Α.Π. 485/2023, Α.Π. 972/2022).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1389/2023, Α.Π. 1224/2023, Α.Π. 1036/2023, Α.Π. 465/2023).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 172/2020, Α.Π. 250/2014), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020, Α.Π. 74/2019, Α.Π. 656/2016).

Εξάλλου, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, λόγω της εφαρμογής του ανακριτικού συστήματος, που καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις και ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Α.Π. 996/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 542/2022, Α.Π. 169/2022), το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 εδάφιο α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (Α.Π. 996/2023, Α.Π. 808/2023, Α.Π. 542/2022, Α.Π. 169/2022).

Ιδρύεται, όμως, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 εδάφιο β' του ίδιου άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", με την προεκτεθείσα έννοια, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τέλος, κατά την αναφερθείσα παραπάνω διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (Α.Π. 88/2022, Α.Π. 1510/2021, Α.Π. 1388/2021, Α.Π. 889/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμούς 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ.

και παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την προβληθείσα πρωτοδίκως, εκ μέρους των πρώτης και δεύτερης των καθ' ων, τραπεζικών εταιρειών, με τις επωνυμίες, αντιστοίχως, "... AE" και "... ΑΕ", ένσταση δόλου, μετ' αποδοχή της οποίας απέρριψε την έφεσή τους και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 40/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, το οποίο, με όμοια κρίση, απέρριψε ως αβάσιμες τις αιτήσεις τους, για δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τις καθ' ων οι αιτήσεις πιστώτριες Τράπεζες.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ενόψει του ότι κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκδοθείσας επί εφέσεως κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Για τον ίδιο δε λόγο, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες οι περιεχόμενες στο δεύτερο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, όπως αυτές εκτιμώνται, ότι το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν (παράβαση του αριθμού 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.), κατά πλημμελή εκτίμηση της δύναμης των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα α) της ανωμοτί κατάθεσης της αιτούσας, ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, β) των εκκαθαριστικών σημειωμάτων τους από το χρόνο ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, μέχρι την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου άσκηση των ένδικων αιτήσεών τους, γ) των δανειακών συμβάσεων που κατήρτισαν με τις πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες και δ) των δηλώσεων Ε.Ν.Φ.Ι.Α.

των ετών 2016 και 2019 (παράβαση του αριθμού 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.) και χωρίς αποδείξεις (παράβαση του αριθμού 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.), δέχτηκε ότι η αιτούσα, πρώτη αναιρεσείουσα, με την προς τον υιό της μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας των αναφερόμενων δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών της, λόγω γονικής παροχής, χειροτέρευσε την οικονομική της κατάσταση και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) περιήλθαν από (ενδεχόμενο) δόλο σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων προς τους πιστωτές τους.

Οι περιεχόμενες στον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναιρέσεως, περαιτέρω αιτιάσεις, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τη μη λήψη υπόψη των παραπάνω αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (της ανωμοτί κατάθεσης της πρώτης αναιρεσείουσας, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, των εκκαθαριστικών σημειωμάτων τους, των δανειακών συμβάσεων και των δηλώσεων Ε.Ν.Φ.Ι.Α.), κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 560 αρ. 5 εδάφιο β' του Κ.Πολ.Δ., παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι επίσης απορριπτέα ως απαράδεκτη, ενόψει του ότι, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής.

Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1β' του Κ.Πολ.Δ., και δη ότι το, ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση, παραβίασε, κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του την προσωπική, οικογενειακή και οικονομική τους κατάσταση, όπως διαμορφώθηκε λόγω της οικονομικής κρίσης που ενέσκηψε στη χώρα έως και το 2012, αλλά και το έτος 2013 (χρόνος περιέλευσής τους σε αδυναμία πληρωμών), τη μείωση των μισθών και την αύξηση των δαπανών για την αντιμετώπιση των δαπανών διαβίωσης της οικογενείας τους.

Η αιτίαση αυτή, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, καθόσον, τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά, δεν συνιστούν διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά περιστατικά, που χρησιμεύουν στην αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, υπό την επίφαση δε της παραβίασης του άρθρου 560 αρ. 1 περ.

β' του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Σε σχέση δε με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν, σε σχέση με την προταθείσα σε βάρος των αιτούντων, ήδη αναιρεσειόντων, ένσταση δόλου, τα ακόλουθα:

Η πρώτη καθ' ης και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... AE", με τις πρωτόδικες προτάσεις της, πρότεινε την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος, ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος, Ν. Γ., σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υποστηρίζοντας, επί λέξει, ότι "... ο αιτών, καίτοι ως μοναδική πηγή οικογενειακού εισοδήματος είχε τον μισθό του, στερούμενος παντός άλλου περιουσιακού στοιχείου ή έξωθεν οικονομικής αρωγής, προχώρησε στη σύναψη δανείων, με αποτέλεσμα να συσσωρεύσει ένα μέγεθος οφειλής υπερβολικό για τα οικονομικά του δεδομένα, συνολικού ύψους 280.000,00 € περίπου.

Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι και η σύζυγος του έχει αναλάβει δάνεια ύψους άνω των 300.000,00 ευρώ. Είναι λοιπόν άξιο απορίας, πως μπορούσαν και εξυπηρετούσαν συνολικό δανεισμό ύψους 580.000,00 ευρώ, με μισθούς ιδιωτικού υπαλλήλου. Ο αιτών, επομένως, γνώριζε πολύ καλά την ευθύνη που αναλάμβανε με την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων, όμως, παρόλα αυτά, προχώρησε στην υπογραφή αυτών και τη συνακόλουθη ανάληψη υποχρεώσεων για ένα τόσο υψηλό χρηματικό ποσόν, με σύνολο εισοδήματος που δεν υπερέβαινε τις 1.550,00 € μηνιαίως, στην καλύτερη των περιπτώσεων.

Τα δηλωθέντα εισοδήματα του αιτούντος καθώς και τα ακίνητα περιουσιακά του στοιχεία, δεν ανήρχοντο σε τέτοιο ύψος ώστε να δικαιολογούν την ανάληψη τόσο υψηλών οικονομικών υποχρεώσεων, κάτι το οποίο ο αντίδικος ήταν σε θέση να γνωρίζει ήδη από την ημέρα σύναψης των σχετικών συμβάσεων. Επομένως, η δημιουργία των πιο πάνω χρεών, οφείλεται σε δόλο του αιτούντος, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του) ως πιθανό και το αποδέχτηκε.

Δηλαδή, γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών του αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωση του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.

Συνεπώς, από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι ο αντίδικος αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια, φρόνηση και σύνεση, προέβαινε σε αναλήψεις οικονομικών υποχρεώσεων, που εκ των προτέρων γνώριζε ότι ήταν αδύνατον να εξυπηρετήσει συνολικά και, κατ' ακολουθίαν, το στοιχείο που τον οδήγησε στην παύση των πληρωμών ήταν το δυσανάλογο ύψος των δόσεων, που εν γνώσει του ανέλαβε, σε σχέση με το εισόδημά του.

Και ακριβώς εκεί συνίσταται η δολιότητά του...". Το ίδιο δε ακριβώς περιεχόμενο είχε η προταθείσα, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας, ήδη αναιρεσείουσας, Π. Λ., σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Ομοίως, η δεύτερη καθ' ης ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕ", πρότεινε σε βάρος αμφοτέρων των αιτούντων, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, την ίδια ένσταση του δόλου, επικαλούμενη, επί λέξει, ότι "...έχει περιέλθει σε δόλια αδυναμία πληρωμής, καθώς προέβη σε δανεισμό αναζητώντας πρόσβαση σε τραπεζικά προϊόντα, επιλέγοντας να συμπληρώνει το εισόδημά του με διαρκή δανεισμό και σήμερα δολίως, εκμεταλλευόμενος τις διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν προτίθεται να καταβάλλει την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια περί ουσιαστικής διευθέτησης των οφειλών του ...

συνειδητά και έχοντας πλήρη συναίσθηση των ευθυνών του, ανέλαβε την άνω οικονομική υποχρέωση και περιέλαβε τον εαυτό του στην δεινή θέση της υπερχρέωσης και σήμερα αιτείται την σε μεγάλο βαθμό απαλλαγή του από τα χρέη με έναν αβάσιμο και αστήρικτο ισχυρισμό περί οικονομικής αδυναμίας, η οποία εξαρχής υπήρχε.

Αξίζει να σημειωθεί, περαιτέρω, ότι ... γνώριζε εκ των προτέρων ότι το εισόδημά του σε καμία περίπτωση δεν επαρκούσε για την κάλυψη των δανειακών του υποχρεώσεων, όντας ένας ιδιωτικός υπάλληλος και με εισοδήματα τα οποία προέρχοντο στο παρελθόν όπως και σήμερα από μισθώματα, ήτοι αβέβαιο γεγονός να στηρίξει κάποιος τη πιστοληπτική του ικανότητα για έναν τόσο μεγάλο δανεισμό.

Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο ίδιος συνομολογεί στο δικόγραφο του ότι απρόβλεπτα γεγονότα, πιεστικές οικογενειακές υποχρεώσεις κ.τ.λ.., τον οδήγησαν σε αυτό τον υπέρογκο για τα εισοδηματικά του κριτήρια δανεισμό, στον οποίο εξαρχής δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει ... βασιζόμενος και μόνο στο σταθερό εισόδημα αυτού και της συζύγου του, ήτοι στο μηνιαίο ποσό των 1.200,00 ΕΥΡΩ , όπως ο ίδιος αναφέρει ( ήτοι 900,00 ΕΥΡΩ ο δικός του μισθός και 550,00 ΕΥΡΩ από εργασία της γυναίκας του)...".

Την, με το ίδιο περιεχόμενο, ένσταση, της δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, επανέφεραν αμφότερες οι ως άνω τραπεζικές εταιρείες, με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Η ένσταση αυτή, των δύο πρώτων καθ' ων η αίτηση, ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., στοιχεία, ειδικότερα δε διαλαμβάνει, ότι οι αιτούντες, ήδη αναιρεσείοντες, συμφώνησαν με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπαν ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, θα τους οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.

Συνακόλουθα, το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφαση, έκρινε ορισμένη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο, για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προβληθείσα από τις ως άνω τραπεζικές εταιρείες ένσταση δόλου, εσφαλμένα κρίθηκε ορισμένη, αφού δεν αναφέρονται σ' αυτή 1) τα τραπεζικά προϊόντα που αυτοί ανέλαβαν ως οφειλέτες, καθώς και το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, 2) ο χρόνος ανάληψης κάθε δανειακής υποχρέωσής τους και η κατά το χρόνο εκείνο οικονομική τους δυνατότητα, 3) η μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλλουν για κάθε δάνειο και τα έξοδα διαβίωσής τους, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενόψει του ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, δεν είναι αναγκαία, για την πληρότητα της ενστάσεως, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα.

Από την επιτρεπτή (άρθρο 561 αρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "...οι αιτούντες (ήδη αναιρεσείοντες), είναι σύζυγοι, ηλικίας 52 και 56 ετών και εργάζονται. Το μηνιαίο εισόδημα του αιτούντος, που εργάζεται ως οδηγός, ανέρχεται σε 900 € και της αιτούσας, που εργάζεται ως υπάλληλος, περίπου σε 550 €, ενώ η τελευταία λαμβάνει μηνιαίως ως μίσθωμα από εκμίσθωση ακινήτου, το ποσό των 400 €.

Οι αιτούντες διαθέτουν διάφορα κινητά και ακίνητα στοιχεία που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ύπαρξη των οποίων δεν αμφισβητείται, ούτε αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για το προσβαλλόμενο σκέλος της απόφασης, ήτοι ως προς τον δόλο ανάληψης χρεών. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση των αιτήσεων οι αιτούντες ανέλαβαν τα ακόλουθα δάνεια που κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με τη τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης των αιτήσεων, πλην των εμπραγμάτως ασφαλισμένων δάνειων, ο εκτοκισμός των οποίων συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας.

Ειδικότερα, ο αιτών-εκκαλών οφείλει στην δεύτερη καθ' ης, δυνάμει σύμβασης στεγαστικού δανείου, το ποσό των 33.647,54 €, καθώς ποσό 96.619,37 € ως εγγυητής, ποσό 142,27 από σύμβαση στεγαστικού δανείου και ποσό 109.934 ως εγγυητής σε σύμβαση στεγαστικού δανείου. Επιπλέον, οφείλει στην τράπεζα ... ποσά 19.155 € και 17.399,93 € από συμβάσεις καταναλωτικού δανείου.

Περαιτέρω, στην ... Τράπεζα οφείλει ποσό 24.237,73 € ως εγγυητής σύμβασης καταναλωτικού δανείου, ήτοι συνολικά 301.140,87 €. Εξάλλου, η εκκαλούσα οφείλει τα προαναφερθέντα ποσά από συμβάσεις ως πρωτοφειλέτρια (με εγγυητή τον σύζυγό της), ενώ επιπλέον οφείλει ποσό 8.114,47 € από σύμβαση καταναλωτικού δανείου στην τράπεζα ...

και ποσό 27.438,38 € στην τράπεζα ... ΑΕ ως εγγυήτρια σε σύμβαση δανείου και ποσό 3.119,58 € από σύμβαση πιστωτικής κάρτας, ήτοι συνολικά οφείλει 303.456.81 6. Περαιτέρω, η εκκαλούσα προέβη το έτος 2009, κατά το χρόνο που είχε λάβει τα ανωτέρω δάνεια, σε μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας, λόγω γονικής παροχής, δύο οριζόντιων ιδιοκτησιών παρακρατώντας για το εαυτό της την επικαρπία και χειροτέρευσε την οικονομική της κατάσταση κατά το ποσό των 73.104,52 €, στο οποίο ανερχόταν η αντικειμενική τους αξία κατά το χρόνο της μεταβίβασης, η δε υπόλοιπη περιουσία της δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών της λόγω των πολύ χαμηλών εισοδημάτων της.

Οι καθ' ων και ήδη εφεσίβλητες (ήδη αναιρεσίβλητες) προβάλλουν ένσταση δολιότητας των αιτούντων και ήδη εκκαλούντων (ήδη αναιρεσειόντων) επικαλούμενες ότι δεν υπήρξε κάποια δραματική μείωση των εισοδημάτων τους ή κάποιο άλλο αιφνίδιο γεγονός, που να τους κατέστησε ανίκανους να αποπληρώσουν τα χρέη αυτά, ώστε να δικαιολογείται η μόνιμη και γενική αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών χωρίς δόλο τους και ότι η ανάληψη των δανειακών αυτών υποχρεώσεων έγινε ενώ γνώριζαν ότι δεν θα είχαν τη δυνατότητα αποπληρωμής των οφειλών.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, κρίνεται ότι οι αιτούντες ανέλαβαν υπέρογκα, σε σχέση με τα εισοδήματα τους, χρηματικά ποσά από δάνεια καταναλωτικού χαρακτήρα, χωρίς να έχουν τις αντίστοιχες οικονομικές δυνατότητες σταθμίζοντας το ενδεχόμενο μη εξυπηρέτησης των χρεών τους. Προέβησαν δε σε δυσανάλογο, σε σχέση με τις οικονομικές τους δυνατότητες, δανεισμό, προβαίνοντας αλόγιστα και χωρίς επιμέλεια και σύνεση σε περισσότερες λήψεις δανείων, χωρίς να υφίσταται εμφανής λόγος προς τούτο και με τον τρόπο αυτό υπερέβησαν καταφανώς τον συνήθως αναλαμβανόμενο, από το μέσο συνετό άνθρωπο, κίνδυνο μελλοντικής εξυπηρέτησης των δανειακών τους υποχρεώσεων, προβαίνοντας συνειδητά στην ανάληψη αυτών, ενώ επιπλέον μεταβίβασαν αξιόλογα περιουσιακά τους στοιχεία ματαιώνοντας την δυνατότητα των δανειστών τους να ικανοποιηθούν από αυτά.

Ειδικότερα, οι δανειακές υποχρεώσεις ήταν εξαρχής υπέρμετρα δυσανάλογες με τα εισοδήματά τους, τα οποία περαιτέρω μειώθηκαν λόγω της κρίσης, οι αιτούντες δε, έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων τους προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία ανέλαβαν και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο των ιδίων, όσο και των πιστωτών τους, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθούν, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προέβησαν στη σύναψη των άνω δανειακών συμβάσεων, επειδή έκριναν, ότι η σκοπούμενη γι' αυτούς ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Ήτοι, ενώ γνώριζαν την πρόδηλη αναντιστοιχία των εισοδημάτων τους προς τις οφειλές, και ενώ προέβλεψαν ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους, θα τους οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, όμως, αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.

Και βεβαίως η τράπεζα οφείλει να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του υποψήφιου πελάτη της, τυχόν όμως παράλειψή της να το πράξει, δεν αίρει το δόλο του καταναλωτή, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την πραγματική οικονομική του κατάσταση και, σταθμίζοντας τις συνθήκες, επιλέγει ή όχι να συναλλαχθεί με την τράπεζα, παρά την όποια επιθετική τακτική ακολουθήσει η τελευταία ...

Επομένως, περιήλθαν σε δόλια αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών, καθώς προέβησαν σε ενέργειες που εν γνώσει τους χειροτέρευσαν την οικονομική τους κατάσταση...". Κατόπιν τούτου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 6-7-2017 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθμ. 40/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, που είχε απορρίψει τις από 25-10-2013 και με αριθμούς καταθέσεως 804/2013 και 803/2013, αντιστοίχως, αιτήσεις τους, για την υπαγωγή τους στο ν. 3869/2010, ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, μετ' αποδοχή ως βάσιμης της προβληθείσας από τις πιστώτριες τραπεζικές εταιρείες, ενστάσεως δόλιας περιέλευσής αυτών σε αδυναμία πληρωμών.

Με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος των αναιρεσειόντων ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάγνωση σε βάρος των εν λόγω αναιρεσειόντων ενδεχόμενου δόλου κατά τον προεκτεθέντα χρόνο (ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων), αφού ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, καθώς και οι διάσπαρτες, στους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, αιτιάσεις, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του του Κ.Πολ.Δ., αναφερόμενες στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως για την παραδοχή της ανωτέρω ενστάσεως ως ουσιαστικά βάσιμης (πέραν του απαραδέκτου αυτών, αφού, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στην προαναφερόμενη διάταξη, πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος, η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε, ανέλεγκτα, εξειδικεύοντας αναλυτικά, τις δανειακές συμβάσεις, το οικογενειακό εισόδημα των αναιρεσειόντων, την οικογενειακή και περιουσιακή τους κατάσταση, καθώς και ότι η υπαιτιότητα των ήδη αναιρεσειόντων είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, λόγω του ότι αυτοί συμφώνησαν με τις πιστώτριες την απόλαυση τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους, θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και αποδεχόμενοι, παρά ταύτα, το αποτέλεσμα αυτό.

Η περαιτέρω επικαλούμενη αιτίαση, ότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχονται παραδοχές σχετικώς με τις βασικές τουλάχιστον βιοτικές ανάγκες των αναιρεσειόντων και το ύψος των μηνιαίων δανειακών τους υποχρεώσεων, προκειμένου, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων τους (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες τους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, να καταστεί δυνατός ο έλεγχος, αν οι αναιρεσείοντες - οφειλέτες μπορούν να ικανοποιήσουν όλα αυτά, είναι απορριπτέα, ως στερούμενη, εν προκειμένω, έννομης επιρροής, εφόσον οι ένδικες αιτήσεις κρίθηκαν απορριπτέες, λόγω δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών και όχι γιατί κρίθηκε ότι αυτοί δεν είχαν περιέλθει σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, οπότε η ως άνω ανεπάρκεια θα είχε, πράγματι, ως αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 (Α.Π. 1225/2023, Α.Π. 508/2020, Α.Π. 1208 /2017).

Με βάση τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.

β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-6-2022 (αριθ. κατ. 61372/100/2022) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13892/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ