Supreme Court allows appeal against seizure declaration due to improper third-party objection grounds under Code of Civil Enforcement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final enforcement court decision that had dismissed a seizure declaration. The State argued the declaration was invalid due to the third party's economic inability, while the wife contended the seizure was legally flawed. The Court ruled that economic inability cannot serve as a valid ground for objection under the Code of Civil Enforcement, making the lower court's dismissal of the seizure declaration legally erroneous.
Legislator headnote
AI generatedArticles 30, 32, 33, 34 of the Code of Civil Enforcement (Law 356/1974); A seizure declaration against a third party is invalid if the objection relies solely on the third party's economic inability, as such conditions do not meet the statutory requirements for a valid objection under Article 32.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1213 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1213/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου:
Α. συζύγου Γ. Θ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ... Θηβών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ψυχογιό και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23.09.2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7653/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28.12.2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Κατσιάνης ανέγνωσε την από 17.01.2020 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αναστασίας Μουζάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος και εν μέρει ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την από 28.12.2015 και με αριθ. κατάθ.1225/29.12.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 7653/31.12.2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και δέχθηκε μεν τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση του τότε εκκαλούντος- ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την εκδοθείσα κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 193/18.01.2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας η ανακοπή του ανακόπτοντος κατά της αρνητικής δήλωσης της αναιρεσίβλητης, επαναδικάζοντας, όμως την τελευταία (εν λόγω ανακοπή), έκρινε αυτήν ορισμένη, αλλά την απέρριψε στο σύνολό της ως αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
[II] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (Ν.Δ. 356/1974) προκύπτει ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαιτήσεώς του κατά του οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια τρίτου των ευρισκομένων στα χέρια αυτού χρημάτων και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτη του Δημοσίου, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο δεν κοινοποιείται στον οφειλέτη. Το κατασχετήριο έγγραφο πρέπει να περιέχει:
(α) το όνομα, επώνυμο, όνομα πατρός του οφειλέτη,
(β) το ονοματεπώνυμο του τρίτου στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση,
(γ) το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση,
(δ) πίνακα χρεών του οφειλέτη και
(ε) χρονολογία και υπογραφή του διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου.
Επίσης, αν ο τρίτος δεν οφείλει τίποτε ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο έγγραφο του Δημοσίου χρήματα ή και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται σε άμεση απόδοση αυτών, λόγω υφιστάμενων μεταξύ αυτού και του οφειλέτη συμφωνιών ή από άλλο νόμιμο λόγο, οφείλει να δηλώσει αυτό, εντός 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου.
Η δήλωση αυτή γίνεται εγγράφως, με αναφορά που επιδίδεται με δικαστικό κλητήρα στο Διευθυντή του Δημοσίου Ταμείου, που εξέδωσε το κατασχετήριο έγγραφο ή προφορικώς στον Ειρηνοδίκη της κατοικίας ή διαμονής του τρίτου, συντασσόμενης σχετικής έκθεσης, την οποία αποστέλλει στο Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου μέσα σε 24 ώρες, ενώ με την αρνητική αυτή δήλωση εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης.
Αυτός δε που επέβαλε την κατάσχεση, δικαιούται να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση με ανακοπή, μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της δηλώσεως, επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής, η οποία (ανακοπή) εισάγεται και εκδικάζεται κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 34 ΚΕΔΕ. Αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ’ ού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί, αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος (καθ’ ού η κατάσχεση), δικαιουμένου (του κατασχόντος) να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (άρθρο 990 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν λόγω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 1027/2020, ΑΠ 287/2020, ΑΠ 95/2016). Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθ’ ού η εκτέλεση με τον τρίτο (ΑΠ 1261/2019).
Εξάλλου, και η μη σαφής αναφορά στη δήλωση του τρίτου περί της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της κατασχεθείσας απαίτησης, θεωρείται ως σιωπηρά αρνητική, για την ύπαρξη της απαίτησης, δήλωση, οπότε και υπόκειται στην κατά το άρθρο 34 ΚΕΔΕ ανακοπή (ΑΠ 259/2020, ΑΠ 92/2016). Η ανακοπή αυτή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εφόσον στην ανακοπή σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (ΑΠ 972/2019, ΑΠ 256/2011).
Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρο 990 ΚΠολΔ η κατ’ αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών (ΑΠ 1386/2019, ΑΠ 500/2018, ΑΠ 663/2017).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 918/2020, ΑΠ 35/2019,ΑΠ 978/2017).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ της ένδικης ανακοπής προκύπτει, ότι το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 23.09.2003 ανακοπή του, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε τα εξής: (α) ότι σε βάρος του Γ. Β. έχει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις συνολικού ποσού 23.392,22 ευρώ, που προέρχονται από οφειλές φόρων και δικαστικών εξόδων, όπως αυτές αναφέρονται στον ενσωματωμένο στο δικόγραφο από 14.07.2003 πίνακα χρεών, (β) ότι με το υπ’ αριθμ.
πρωτ. 12941/8/14.07.2003 κατασχετήριο έγγραφο κατάσχεσε αναγκαστικά στα χέρια της καθ’ ής η ανακοπή Α. συζ. Γ. Θ., το γένος Ι. Κ., και ήδη αναιρεσίβλητης ως τρίτης, βάσει των διατάξεων του ΚΕΔΕ, όσα η τελευταία οφείλει ή θα οφείλει μελλοντικά από την επιδικασθείσα με την υπ’ αριθμ.11/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών σε βάρος της αποζημίωση εξ αδικοπραξίας, στον προαναφερόμενο οφειλέτη του και μέχρι του ποσού των 23.392,22 ευρώ, (γ) ότι η καθ’ ής η ανακοπή προέβη στην ενσωματούμενη στο δικόγραφο της ανακοπής υπ’ αριθμ. 91/31.07.2003 αρνητική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θηβών, αναφέροντας, όπως ακριβώς αναγράφεται στην εν λόγω δήλωση ότι « [...] Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 45/2000 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θηβών, καταστάσης τελεσίδικης με την υπ’ αριθμ. 11/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών, υποχρεωθήκαμε εγώ και ο Γ.
Δ. Μ., όπως, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας μας, καταβάλουμε συμμέτρως στους: 1) Σ. Δ. Β., 2) Γ. Σ. Β., 3) Ο. συζ. Ν. Μ., το γένος Σ. Β. και 4) Λ. Σ. Β. το ποσόν των 1.500.000 δρχ. ή 4.402,05 Ευρώ, ήτοι να καταβάλλουμε στον καθένα τους το ποσόν των 375.000 δρχ. ή 1.100,5 ευρώ, νομιμοτόκως από 30.06.1993 μέχρις εξοφλήσεως. Κάθε οφειλή προς τον Γ.
Β., απορρέουσα δυνάμει των ανωτέρω αποφάσεων, έχει εξοφληθεί, αφού με κατάσχεση εις χείρας τρίτου και δη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, το έτος 2001, έλαβε από τον λογαριασμό όπου κατέθετα τη σύνταξή μου το ποσόν των 3.000 ευρώ. Οι απαιτήσεις των λοιπών, που με την από 20.01.2003 σύμβαση εκχωρήσεως εκχώρησαν στη Δ.Ο.Υ.
Πύργου το δικαίωμα είσπραξής τους από εμένα και τον Γ. Μ., προς εξόφληση της οφειλής του Γ. Σ. Β., ανέρχονται κατά τη δική τους δήλωση στην ως άνω σύμβαση στο ποσόν των 11.850 ευρώ και σε καμμία περίπτωση στο ποσόν των 23.392,22 ευρώ, το οποίο οφείλει ο Γ. Β. και για το οποίο μου επιβλήθηκε η εν λόγω κατάσχεση. Με την παρούσα δηλώνω ότι ούτως ή άλλως αδυνατώ να καταβάλω οιοδήποτε ποσόν, αφού στερούμαι παντελώς κινητής ή ακίνητης περιουσίας και το μοναδικό μου εισόδημα είναι η πενιχρή σύνταξη που λαμβάνω από το ΙΚΑ ποσού 520 ευρώ μηνιαίως, ενώ αντίθετα ο συνυπόχρεος προς καταβολή Γ.
Δ. Μ. είναι εργαζόμενος στην ΕΑΒ και αποκερδαίνει αρκετά υψηλό εισόδημα [...]» και (δ) ότι η πιο πάνω δήλωση της καθ’ ής η ανακοπή είναι ασαφής, καθόσον δεν αναφέρει αν πράγματι οφείλει ή δεν οφείλει το σύνολο ή μέρος των κατασχεθέντων, ούτε αναφέρεται σε συμφωνίες μεταξύ του δανειστή της και του καθ’ ού η εκτέλεση που δεν της επιτρέπουν την απόδοση των κατασχεθέντων ή σε άλλους νόμιμους λόγους που παρακωλύουν την απόδοση απ’ αυτήν των κατασχεθέντων, και ως εκ τούτου θεωρείται ως (σιωπηρά) αρνητική και είναι ανακριβής και ανειλικρινής.
Ζήτησε δε το ανακόπτον, με βάση το ιστορικό αυτό, να ακυρωθεί η παραπάνω δήλωση της τρίτης-καθ’ ής η ανακοπή, να αναγνωρισθεί ότι αυτή του οφείλει το ανωτέρω ποσό των 23.392,22 ευρώ, άλλως ότι το ποσό αυτό οφείλει στον οφειλέτη του Γ. Β. (καθ’ ού η εκτέλεση), και να υποχρεωθεί η καθ’ ής η ανακοπή να του καταβάλει το εν λόγω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επιβολή της κατάσχεσης, άλλως από την επίδοση της ανακοπής, αποδίδοντάς του το ποσό που επιδικάστηκε με την υπ’ αριθμ.11/2001 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ.193/2006 απόφασή του απέρριψε την ανακοπή ως αόριστη. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε μεν ότι η ανακοπή δεν έπασχε αοριστίας, και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή του σχετικού μοναδικού λόγου της έφεσης και προχώρησε στην εξέταση των δύο λόγων της ανακοπής, οι οποίοι δεν είχαν εξεταστεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας, ωστόσο, αμφότερους και στο σύνολό της την ανακοπή ως αβάσιμη.
[IV] Με τον πρώτο δε λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον, υπό την επίκληση των αριθ.1, 8, και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ.1, 33 και 34 Κ.Ε.Δ.Ε. και ακολούθως απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής του ως απαράδεκτο, επειδή ο σχετικός λόγος δεν αναφερόταν μόνο στο νομότυπο ή μη της δήλωσης του τρίτου που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αλλά και σε λόγους ουσίας προσβάλλοντας τη δήλωση αυτή ως ανακριβή και ανειλικρινή, με την επίκληση της διάταξης του άρθρου 34 Κ.Ε.Δ.Ε. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα ακόλουθα ως προς τον πρώτο λόγο ανακοπής:
«| Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, το εκκαλούν εκθέτει ότι η δήλωση της εφεσίβλητης δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 Κ.Ε.Δ.Ε., επειδή δεν αναφέρεται εάν αυτή οφείλει ή όχι το σύνολο ή μέρος της κατασχεθείσας απαίτησης, ούτε υπάρχει μνεία συμφωνιών μεταξύ αυτής και του Γ. Β. ή άλλων λόγων που παρακωλύουν την απόδοση του ποσού, αλλά γίνεται απλώς αναφορά στην οικονομική αδυναμία της, περιστατικό που δεν μπορεί να αποτελέσει κατά νόμο περιεχόμενο της δήλωσης τρίτου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, επειδή η επίκληση της έλλειψης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 παρ.1 Κ.Ε.Δ.Ε. δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ανακοπής κατά της δήλωσης τρίτου, εφόσον στην περίπτωση αυτή επέρχονται αυτοδικαίως οι κυρώσεις του άρθρου 33 του ίδιου Κώδικα|».
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 32,33 και 34 Κ.Ε.Δ.Ε., αφού από την προεκτεθείσα επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής, προκύπτει ότι ο λόγος ανακοπής αναφερόταν στις προϋποθέσεις του άρθρου 32 Κ.Ε.Δ.Ε. σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 34 ίδιου Κώδικα, που αφορούν και στην ύπαρξη της κατασχεθείσας απαίτησης προς τον οφειλέτη του αναιρεσείοντος και επιπλέον προσβαλλόταν η δήλωση της τρίτης αναιρεσίβλητης ως ανακριβής με το ένδικο βοήθημα της ανακοπής του εν λόγω άρθρου 34 Κ.Ε.Δ.Ε. Ως εκ τούτου ο ως άνω πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το σκέλος του που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τις παραδοχές της, ως προς τον πρώτο λόγο ανακοπής, για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ορθώς εκτιμάται εντός, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
[V] Συνακόλουθα, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθ’ ό μέρος προσβάλλεται με την αίτηση αυτή, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που νίκησε, κατά παραδοχή του σχετικού του αιτήματος, που υπέβαλε αυτό, νομίμως, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της αναιρεσίβλητης, που ηττήθηκε (άρθρ. 106, 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, κατ’ άρθρο 22 Ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Σημειώνεται, τέλος, ότι το αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, δεν υποχρεούται, κατ’ άρθρο 19§1 του ΝΔ της 26-6/10-7-1944 σε συνδυασμό με άρθρο 3651Δ28/1931 (ΦΕΚ Α' 239/1931) σε κατάθεση του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, για την άσκηση αναίρεσης, γι' αυτό και δεν διαλαμβάνεται σχετική διάταξη στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7653/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη
Αντιπρόεδρος
του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ