Legislator Case Law & Legislation
1213/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court ruling on horizontal ownership of unfinished building without construction right.

Case Number 1213/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a First Instance Court decision regarding horizontal ownership of an unfinished building. The plaintiffs argued that the lower court violated substantive law by recognizing ownership without reserving the right to future construction, contrary to Article 1022 of the Civil Code. The court agreed that the lower court failed to include this essential condition in the contract terms, rendering the ownership claim invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1022, 559, 580 of the Civil Code; The court established that recognizing horizontal ownership over an unfinished building without reserving the right to future construction violates substantive law and requires remittal for further examination.

Keywords

AI generated
horizontal ownership unfinished building construction right substantive law violation civil code article 1022 remittal for retrial contractual conditions

Cited Legislation

AI generated
Article 1022 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1213 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1213/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη- Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ν. Γ. Ν., 2.Ι. Γ. Ν., κατοίκων … Αττικής, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Μαρκάτο.

Του αναιρεσίβλητου: Σωματείου με την επωνυμία "Πανελλήνιος Ένωσις Γονέων Η Χριστιανική Αγωγή", με έδρα την Αθήνα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Ιωαννίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2017 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 135/2018 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-1-2019 αίτησή τους και τους από 22-12-2019 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Η από 8-1-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 135/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας και οι από 22-12-2019 παραδεκτώς και εμπροθέσμως ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, πρέπει να συνεκδικαστούν κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

2. Η προσβαλλόμενη 135/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561παρ 2ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο σωματείο άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας την από 11-4-2016 αγωγή κατά της αρχικής εναγομένης,η οποία μετά το θάνατο της στις 25-1-2017 κληρονομήθηκε με την από 28-11-2016 ιδιόγραφη διαθήκη της που δημοσιεύθηκε νόμιμα από τους ήδη αναιρεσείοντες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας που συνεχίζουν τη δίκη.

Με την αγωγή του το ενάγον ζητούσε :α) να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς του στη μέλλουσα να οικοδομηθεί οριζόντια ιδιοκτησία επί της αδόμητης ταράτσας του περιγραφόμενου ακινήτου, το οποίο (δικαίωμα) απέκτησε με παράγωγο τρόπο (αγοραπωλητήριο συμβόλαιο), άλλως με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία) και β) να διορθωθεί η εσφαλμένη αρχική κτηματολογική εγγραφή, με την οποία φέρεται ότι αποκλειστική κυρία του οικοπέδου σε ποσοστό 100% είναι η εναγόμενη, ώστε να δημιουργηθούν δύο κτηματολογικά φύλλα και να αναγραφεί στο ένα από αυτά η οριζόντια ιδιοκτησία του ενάγοντος και στο άλλο εκείνη της εναγομένης.

Επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε η 193/2017 οριστική απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου,το οποίο δέχθηκε αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της εν λόγω απόφασης άσκησαν την από 10-1-2018 έφεσή τους οι ήδη αναιρεσείοντες, μετά το θάνατο της εναγομένης. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση, που την δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ως προς την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, που στηριζόταν στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (χρησικτησία), κράτησε και δίκασε στην ουσία την υπόθεση και, τελικά, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την πιο πάνω επικουρική της βάση, ενώ απέρριψε την έφεση κατά τα λοιπά ως ουσιαστικά αβάσιμη, αναφορικά με την κυρία βάση της αγωγής.

3. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. Ι ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14ΚΠοΛΔ, αντίστοιχα (ΑΠ1701/2018, ΑΠ 45/2016). Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το αναιρετήριο δικόγραφο πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερομένους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.

Ειδικότερα, για το ορισμένο της από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προβλεπομένης αιτιάσεως συνισταμένης στην, παρά το νόμο, μη κήρυξη από το δικαστήριο του απαραδέκτου του αγωγικού δικογράφου λόγω αοριστίας, απορρέουσας από τη μη αναφορά σ'αυτό των θεμελιωτικών στοιχείων, της προς κρίση καταχθείσης δια της αγωγής, αξιώσεως του ενάγοντος, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, β) οι σχετικές με το ορισμένο αυτού (δικογράφου) παραδοχές του δικαστηρίου και γ) επίκληση ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός, που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο Εφετείο (ΑΠ 1093/2019, ΑΠ710/2018).

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το άρθρο 559 αρ. 14ΚΠοΛΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν απέρριψε (κήρυξε) ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, λόγω αοριστίας, απορρέουσας από την έλλειψη εξειδίκευσης των θεμελιωτικών στοιχείων της ασκουμένης αγωγικής αξιώσεως, αναφορικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων για τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας στο επίδικο ακίνητο, αφού αυτή (σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας) προϋποθέτει είτε υπάρχον κυβικό κτίσμα, είτε πρόβλεψη κατασκευής του στο μέλλον. Επιπλέον, δεν εκτίθεται σ'αυτήν (αγωγή) ότι με το 12994/1952 συμβόλαιο προβλέφθηκε η ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος επί του ακάλυπτου τμήματος της ταράτσας, που το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο παρουσιάζει ως δήθεν αποτελούν την φερόμενη ιδιοκτησία του, ούτε γίνεται επίκληση δικαιώματος του ενάγοντος από προσύμφωνο για μελλοντική σύναψη σύμβασης δημιουργίας οριζοντίων ιδιοκτησιών, ισχυρισμός που προβλήθηκε νόμιμα ενώπιον του Εφετείου.

Ο λόγος αυτός είναι, απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθενται το πλήρες περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, ούτε οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού στο αναιρετήριο αναφέρεται μόνον ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εμφανίζει έλλειψη επαρκούς κρίσης και νομικής τεκμηρίωσης, καθόσον δεν παραθέτει παντάσι τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία του υποτιθέμενου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, παραπέμποντας για τον καθορισμό τους σε απόφαση όλων των συνδικαιούχων ή σε κάποιο άλλο δικαστήριο, ενώ αρμόδιο ήταν το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο>, με αποτέλεσμα να καθίσταται, εξαιτίας των παραπάνω ελλείψεων, ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης.

4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117ΑΚ, 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παρ.1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 "Περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, δια του άρθρου 54 του ΕισΝΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διηρημένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε αναγκαστική, συγκυριότητα, κατ' ανάλογη μερίδα επί των μερών του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2§1 του Ν.3741/1929.

Με τις ανωτέρω διατάξεις, όμως, δεν προσδιορίζεται επαρκώς η έννοια του "ορόφου" και του "διαμερίσματος" ορόφου. Από το πνεύμα, εν τούτοις, των διατάξεων για την οροφοκτησία, και ιδίως από τον σκοπό αυτών, ο οποίος, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του Ν.3741/1929, είναι η ευχερέστερη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πολιτών και η καθ' ύψος επέκταση των πόλεων, καθώς και από τα ερμηνευτικά πορίσματα εκ της κοινής πείρας και από τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας, συνάγεται, ότι "όροφος" ή "διαμέρισμα ορόφου" είναι το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά, διαιρετά ή αδιαίρετα, τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο ή ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή εν γένει οικιστική χρήση.

Μόνον δε οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, υπό την ανωτέρω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από τον νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από την στέγη (άρθ. 1002 εδ. β ΑΚ και 1§2 του Ν.3741/1929) μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στην συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών που έχει μεταγραφεί νομίμως, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διηρημένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής των (άρθρ. 201ΑΚ).

Εξάλλου, λαμβανομένου υπ' όψη ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του Ν. 3741/1929χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα "superficies Solocedit", που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α' του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου του ακινήτου, το οποίο δεν ορίσθηκε ή δεν ορίσθηκε εγκύρως, με τον συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτου, υπάγεται αυτοδικαίως από τον νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι' αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (ΑΠ 447/2013).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1,2 παρ. 1, 3, 4, 5, 7 παρ.1, 8 παρ.1, 13 του V3741/1929, 787, 1002 και 1117ΑΚ προκύπτει ότι, επί οικοδομής που έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, μπορεί, με τη νομίμως μεταγεγραμμένη συστατική της οροφοκτησίας συμβολαιογραφική πράξη, να παραχωρηθεί σε ένα δικαιούχο οριζόντιας ιδιοκτησίας το δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής προς τα άνω με την προσθήκη νέου ορόφου επί του δώματος ("ταράτσας"), το οποίο, εωσότου κατασκευασθεί ο νέος όροφος, ανήκει κατά συγκυριότητα και χρήση σε όλους από κοινού τους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων(ΑΠ 220/2013).

Στην οριζόντια ιδιοκτησία που συνιστάται με αυτό τον τρόπο, ο οροφοκτήτης αποκτά αφενός δικαίωμα προσδοκίας πλήρους κυριότητας επί του μελλοντικού ορόφου, το οποίο τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τούτου και αφετέρου δικαίωμα αναγκαστικής συγκυριότητας, κατ' ανάλογη μερίδα, στα κοινά μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατ' ενδεικτική στις πιο πάνω διατάξεις του ν. 3741/1929 απαρίθμηση, το έδαφος, οι αυλές, η στέγη (δώμα - ταράτσα) κλπ.

Όμως, ο ιδιοκτήτης που είναι δικαιούχος της επέκτασης της οικοδομής με την επέκταση του μελλοντικού ορόφου στο δώμα αυτής δεν αποκτά κατά νόμο και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του δώματος, το οποίο, εωσότου κατασκευαστεί ο νέος όροφος, παραμένει στην κοινή χρήση και στην αναγκαστική συγκυριότητα καθενός οροφοκτήτη, εκτός αν, με τη συστατική πράξη ή κατόπιν συμφωνίας όλων των συνιδιοκτητών που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται, έχει παραχωρηθεί στο δικαιούχο της επέκτασης και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του δώματος, οπότε αυτό δεν ανήκει πλέον στην κοινή χρήση των λοιπών συνιδιοκτητών (ΑΠ 1002/2014).

Η σύσταση της οροφοκτησίας ολοκληρώνεται με τη μεταγραφή της συστατικής πράξης και από τότε υπάρχει από νομικής πλευράς η οροφοκτησία, απλώς το δικαίωμά της δεν είναι πλήρες, αλλά θα συμπληρωθεί από την αποπεράτωση του ορόφου, ώστε να υφίσταται πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 947παρ 1 ΑΚ. Μετά την ανέγερσή του, ο νέος όροφος περιέρχεται στον δικαιούχο της επεκτάσεως, κατ' αποκλειστική κυριότητα νομή και κατοχή και με το ανάλογο ποσοστό αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής (ΑΠ220/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει, ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή, από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και, κατά τούτο, συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <Με το υπ' αριθ. …/…-7-1942 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Χαράλαμπου Λίγγρη, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας, στον τόμο … και με αριθμό …, ο κοινός αρχικός δικαιοπάροχος των διαδίκων Α.

Ρ., απέκτησε την κυριότητα ενός εργαστηρίου - αποθήκης, που βρίσκεται στην …, επί της οδού …. Στην συνέχεια, με το υπ' αριθ. …/…-1-1952 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Δημητρίου Παπαδοπούλου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του παραπάνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο … και με αριθμό …, ο παραπάνω ιδιοκτήτης πούλησε και μεταβίβασε την κυριότητα του προαναφερόμενου εργαστηρίου - αποθήκης στον πατέρα της εναγόμενης Α.

Γ., το οποίο συνόρευε κατά τον τίτλο αυτό ανατολικά με την οδό …, δυτικά με την οδό …, βόρεια με ανώγεια οικία και αυλή του ιδίου και νότια με ιδιοκτησία Κ. Λ. και κληρονόμων Ι. Κ.. Η πώληση έγινε με τους παρακάτω όρους και συμφωνίες, που χαρακτηρίστηκαν ουσιώδεις: α) ότι στην μεταβίβαση δεν περιλαμβάνεται ο χώρος - τμήμα ύπερθεν του εργαστηρίου, που βρίσκεται στο δυτικό μέρος του, και εμφαίνεται με τα κεφαλαία γράμματα Α, Β, Γ, Δ, Ε, Α στο από 28-1-1952 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Β.

Β., που προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο αυτό, β) ότι ο αγοραστής δεν μπορεί επί χρονικό διάστημα δυόμιση ετών να ανυψώσει τη σκεπή του εργαστηρίου και να οικοδομήσει επί αυτού, γ) ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής μπορεί να οικοδομήσει μόνο στο χώρο - τμήμα ύπερθεν του εργαστηρίου, που βρίσκεται στο ανατολικό μέρος του και εμφαίνεται στο παραπάνω σχεδιάγραμμα με τα κεφαλαία γράμματα I, Κ, Β, Α, Ε, Ζ, Η, Θ, I, Α, δ) ότι στην περίπτωση της ανοικοδομήσεως επί του εν λόγω εργαστηρίου, ο αγοραστής υποχρεούται να ενισχύσει με ειδικό τοίχο το τμήμα της όμορης προς βορρά οικίας του πωλητή, που εμφαίνεται στο παραπάνω σχεδιάγραμμα με τα κεφαλαία γράμματα Ε, Ζ, Η, διότι ο τοίχος της οικίας αυτής στο σημείο αυτό δεν αντέχει μεγαλύτερο βάρος, δ) ότι τα όμβρια ύδατα της ανεγερθησομένης οικοδομής ο αγοραστής υποχρεούται να διαρρυθμίσει κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη βλάπτουν την ιδιοκτησία του πωλητή, ούτε να πέφτουν στην αυλή του, ε) κατά την πρόταση ενός των συμβαλλομένων, αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται να διαχωρίσουν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες υπέρθεν της πωληθείσας αποθήκης, κατά τα σημεία που εμφαίνονται στο παραπάνω σχεδιάγραμμα με τα κεφαλαία γράμματα Ε,Α, είτε με τούβλα, είτε με άλλη περίφραξη, στ) ότι στο σημείο της περίφραξης ο αγοραστής δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να ανοίξει θύρες ή παράθυρα, ζ) ότι αν πραγματοποιηθεί ο διαχωρισμός με τον τοίχο της ανεγερθησόμενης από τον αγοραστή οικοδομής ο πωλητής δεν υποχρεούται σε πληρωμή του ημίσεος του διαχωριστικού αυτού τοίχου, αλλά βαρύνεται εξ ολοκλήρου ο αγοραστής, η) ότι ο αγοραστής δεν μπορεί να ανοίξει παράθυρα και θύρες σε απόσταση μικρότερη των τριών μέτρων από την ανατολική πλευρά της προς βορράν οικίας του πωλητή, που εφάπτεται προς το πωληθέν εργαστήριο και ακριβώς από το σημείο Η του σχεδιαγράμματος και θ) ότι σε περίπτωση καταστροφής ή βλάβης του τμήματος που παραμένει στην ιδιοκτησία του πωλητή είτε στην επιφάνεια του (όροφος) είτε στα στηρικτικά στοιχεία υπόχρεος προς κατασκευή αυτού θα είναι ο υπαίτιος της καταστροφής ή της βλάβης, αν όμως η καταστροφή ή η βλάβη προέρχεται από τυχαίο γεγονός ή ανωτέρα βία ή φθορά λόγω χρόνου ή χρήσεως τότε ο προτείνων και προβαίνων στην κατασκευή θα υποχρεούται στην πληρωμή των 2/3 των εξόδων και ο άλλος του 1/3 των εξόδων.

Ακολούθως, με το υπ' άριθ …/…-3-1953 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Δημητρίου Παπαδοπούλου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του παραπάνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο … και με αριθμό …, ο ίδιος πούλησε και μεταβίβασε την κυριότητα στο ενάγον σωματείο: α) της οριζόντιας ιδιοκτησίας του μη οικοδομημένου ορόφου και επί του τμήματος προς το δυτικό μέρος του εργαστηρίου (αποθήκης) που είχε πουλήσει στον Σ.

Θ., και β) μιας ανώγειας οικίας, που βρίσκεται βόρεια από την παραπάνω οριζόντια ιδιοκτησία και εφάπτεται με αυτή. Τέλος, με το υπ' αριθ. …/…-6-1956 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Χαραλάμπους Δαμουρά, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας στον τόμο … και με αριθμό …, ο Σ.

Θ. συνέστησε προίκα υπέρ της κόρης του και μεταβίβασε σ' αυτή κατά ψιλή κυριότητα και στον μέλλοντα σύζυγο της κατ' επικαρπία και διοίκηση το παραπάνω εργαστήριο - αποθήκη, με την διαλυτική αίρεση της πληρωμής στον προικολήπτη του ποσού των 83.000 ευρώ, η οποία ματαιώθηκε. Στο εν λόγω συμβόλαιο αναφέρεται ότι η σύσταση της προίκας γίνεται με τους όρους που περιγράφονται στο προαναφερόμενο υπ' αριθ.

…/…- 1-1952 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Δημητρίου Παπαδοπούλου, των οποίων ο προικολήπτης τελεί σε πλήρη γνώση. Μετά την κατάργηση του θεσμού της προίκας με το άρθρο 56 Ν. 1329/1986 η εναγομένη απέκτησε το παραπάνω εργαστήριο - αποθήκη κατά πλήρη κυριότητα. Όπως προκύπτει από τις δηλώσεις του που περιέχονται στο υπ' αριθ.

… /…-1-1952 πωλητήριο συμβόλαιο και τους νομικούς όρους που χρησιμοποιήθηκαν για την απόδοση του ακριβούς νοήματος τους (οριζόντια ιδιοκτησία κλπ), ο αρχικός κύριος του όλου ακινήτου Α. Ρ. ήθελε να το υπαγάγει στο καθεστώς της διηρημένης ιδιοκτησίας. Ειδικότερα, αυτός: α) μεταβίβασε στον δικαιοπάροχο της εναγόμενης το ισόγειο εργαστήριο - αποθήκη, εμβαδού 232,64 τ.μ., ως συγκεκριμένη ιδιοκτησία, στο οποίο όρισε ότι ανήκει και το τμήμα του δώματος του εργαστηρίου, εμβαδού 159,38 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο ανατολικό μέρος αυτού και αποτυπώνεται με τα κεφαλαία γράμματα I, Κ, Β, Α, Ε, Ζ, Η, Θ, I, Α και με συγκεκριμένες διαστάσεις στο από 28-1-1952 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Β.

Β. και παραχώρησε στον ίδιο το δικαίωμα της επέκτασης της οικοδομής δια της κατασκευής νέου διαμερίσματος στο εν λόγω τμήμα και β) παρακράτησε για τον εαυτό του το τμήμα του δώματος του εργαστηρίου, εμβαδού 73,26 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο δυτικό μέρος αυτού, και αποτυπώνεται με τα κεφαλαία γράμματα Α, Β, Γ, Δ, Ε, Α και με συγκεκριμένες διαστάσεις στο παραπάνω σχεδιάγραμμα, με το δικαίωμα της επέκτασης της οικοδομής δια της κατασκευής νέου διαμερίσματος στο τμήμα αυτό.

Με τον τρόπο αυτό συνέστησε οριζόντιες ιδιοκτησίες αφενός στο υφιστάμενο ισόγειο εργαστήριο - αποθήκη και στο διαμέρισμα που επρόκειτο να κατασκευαστεί στο προαναφερόμενο ανατολικό τμήμα του δώματος, και αφετέρου στο διαμέρισμα που επρόκειτο να κατασκευαστεί στο προαναφερόμενο δυτικό τμήμα του δώματος.

Από αυτές η πρώτη ήταν πλήρης ως προς το ισόγειο κατάστημα, ενώ αμφότερες τελούσαν ως προς την κτήση κυριότητας στα μελλοντικά κτίσματα και στο χώρο που καταλαμβάνουν, υπό την αναβλητική αίρεση της ανέγερσης των κτισμάτων. Κατά συνέπεια ο αγοραστής απέκτησε κυριότητα στο ισόγειο κατάστημα, ενώ ο ίδιος και ο πωλητής διατήρησαν την συγκυριότητα του δώματος και απέκτησαν μόνο αποκλειστική χρήση και κατοχή στα προαναφερόμενα τμήματα μέχρι την κατασκευή των διαμερισμάτων.

Το γεγονός ότι η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας στο τμήμα του δώματος που παρέμεινε στον πωλητή αφορούσε μελλοντικό κτίσμα, συνάγεται και από τα παρακάτω, εντός και εκτός του συμβολαίου της σύστασης στοιχεία: α) από τη χρησιμοποίηση στο κείμενο του συμβολαίου φράσεων όπως "επί ανοικοδομήσεως επί του εν λόγω εργαστηρίου", β) από την κατασκευή επί του ορίου των οριζοντίων ιδιοκτησιών συμπαγούς περιφράγματος (τούβλα, ή τοίχος της μιας οικοδομής), γ) από την απαγόρευση ανοίγματος παραθύρων και θυρών προς το εν λόγω τμήμα, δ) από την περιγραφή του μεταβιβαζόμενου ακινήτου στο υπ' αριθ.

…/…-3-1953 συμβόλαιο, που ήταν ο τίτλος κτήσης του ενάγοντος και συντάχθηκε 18 μόνο μήνες αργότερα από το προαναφερόμενο υπ' αριθ. …/…-1-1952 συμβόλαιο, ως "μη οικοδομημένου ορόφου και επί τμήματος προς το δυτικόν μέρος του εργαστηρίου (αποθήκης)... και εμφαινομένου υπό τα κεφαλαία γράμματα Α, Β, Γ, Δ, Α στο από 28-1-1952 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Β.

Β.". Εξάλλου, το γεγονός ότι το μελλοντικό κτίσμα της παραπάνω οριζόντιας ιδιοκτησίας (όπως και της άλλης) δεν περιγράφεται επακριβώς ως προς τον αριθμό των δωματίων κλπ δεν ασκεί επιρροή, αφού ο χώρος που καταλαμβάνει προσδιορίζεται κατά θέση, προσανατολισμό, έκταση, όρια και διαστάσεις και αποτυπώνεται με ακρίβεια και σαφήνεια σε σχετικό σχεδιάγραμμα.

Τέλος, το γεγονός ότι δεν προσδιορίστηκε με το παραπάνω συμβόλαιο το ακριβές ποσοστό αναγκαίας συγκυριότητας στο έδαφος και στα κοινά μέρη της οριζόντιας ιδιοκτησίας (όπως και στην άλλη) δεν επιδρά στο κύρος της σύστασης, διότι ο προσδιορισμός αυτός μπορεί γίνει από το Δικαστήριο. Η παραπάνω σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, δεσμεύει τους ειδικούς διαδόχους των αρχικών ιδιοκτητών, δηλ.

το ενάγον και την εναγόμενη, διότι : α) στα συμβόλαια με τα οποία απέκτησαν τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες αναφέρονταν ότι οι μεταβιβάσεις διέπονται από τις διατάξεις της οριζόντιας ιδιοκτησίας, και β) στο συμβόλαιο με το οποίο απέκτησε η εναγόμενη την παραπάνω οριζόντια ιδιοκτησία αναφερόταν επιπλέον ότι ο σύζυγος της ως προικολήπτης τελούσε σε γνώση των όρων, από τους οποίους είχε εξαρτηθεί η πώληση αυτής στον δικαιοπάροχο της (δηλ.

της παρακράτησης εκ μέρους του πωλητή του δυτικού τμήματος του δώματος για καθ' ύψος επέκταση ως οριζόντια ιδιοκτησία κλπ). Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης, που προτάθηκε με τις προτάσεις της, που συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ότι δεν πρόκειται για σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας με δικαίωμα μελλοντικής δόμησης στο προαναφερόμενο δυτικό τμήμα του δώματος του εργαστηρίου, αλλά για παράνομη κατάργηση του κοινόχρηστου χαρακτήρα του δώματος και μεταβίβασής του σε τρίτους που δεν τη δεσμεύει, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι για τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας στο προαναφερόμενο τμήμα χρειαζόταν ιδιαίτερη μεταγραφή, ο οποίος επαναφέρθηκε στο Δικαστήριο τούτο με τον πέμπτο λόγο της έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η σύσταση έγινε από τον αρχικό κύριο της όλης οικοδομής, με μεταβίβαση σε τρίτο διαιρετών μερών της (ορόφου και μελλοντικού διαμερίσματος) και παρακράτηση από τον ίδιο τέτοιου μέρους (μελλοντικού διαμερίσματος), και η παρακράτηση αυτή μνημονευόταν στα συμβόλαια τόσο των αρχικών όσο και των μεταγενέστερων ιδιοκτητών της οικοδομής, με αποτέλεσμα να μην είναι αναγκαία η διπλή μεταγραφή της πράξης.

Τέλος, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι απέκτησε την επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία με έκτακτη χρησικτησία, που συνιστά ένσταση, διότι στον επικαλούμενο από το ενάγον χρόνο χωρούν δύο χρησικτησίες..., ο οποίος προβλήθηκε με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και επαναφέρθηκε στο Δικαστήριο τούτο με τον έβδομο λόγο της έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι μέχρι την ανέγερση των διαμερισμάτων επί των προαναφερόμενων τμημάτων του δώματος, αυτό παραμένει στην συγκυριότητα των διαδίκων, αποτελεί κοινό μέρος της οικοδομής και δεν υπόκειται σε χρησικτησία, ενώ το ζήτημα της κατανομής των δαπανών για την επισκευή του θα λυθεί στα πλαίσια της σχέσης μεταξύ τους από την κοινωνία.

Επομένως, αφού δεν αμφισβητείται η κυριότητα του αρχικού ιδιοκτήτη του ακινήτου Α. Ρ., η σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας έγινε από αυτόν με συμβόλαιο που μεταγράφηκε και αναφέρεται σ' αυτό με πληρότητα η μελλοντική οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) που δημιουργείται, το ενάγον απέκτησε την οριζόντια αυτή ιδιοκτησία με την αίρεση της κατασκευής της, από αληθινό κύριο με παράγωγο τρόπο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το στάδιο της κτηματογράφησης το ενάγον δεν υπέβαλε δήλωση για την οριζόντια ιδιοκτησία του, ενώ η εναγομένη υπέβαλε ανακριβή δήλωση ότι είναι κυρία του οικοπέδου, επί του οποίου υφίσταται η προαναφερόμενη ισόγεια οικοδομή, σε ποσοστό 100%, το οποίο έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ …/0/0 και έχει επιφάνεια κατά το απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος 232,64 τ.μ.

Με βάση τις προαναφερόμενες σκέψεις, η πρώτη εγγραφή του ακινήτου στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμάτας είναι εσφαλμένη και το ενάγον έχει έννομο συμφέρον για την διόρθωσή της. Γι' αυτό πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή, κατά τον παράγωγο τρόπο, ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και : α) να αναγνωριστεί ότι από την οικοδομή που βρίσκεται μέσα στο σχέδιο της πόλης της Καλαμάτας, επί της οδού … αριθ.

… και είναι κτισμένη σε οικόπεδο με αριθμό ΚΑΕΚ …/0/0 και επιφάνεια 232,64 τ.μ., το ενάγον είναι κύριος, κατά ποσοστό 100% μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας, που συνίσταται στο μελλοντικό διαμέρισμα που πρόκειται να κατασκευαστεί επί του τμήματος του δώματος του ισογείου εργαστηρίου - αποθήκης της οικοδομής, το οποίο έχει εμβαδόν 73,26 τ.μ., βρίσκεται στο δυτικό μέρος αυτού, εμφαίνεται με τα κεφαλαία γράμματα στο από 28-1-1952 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Β.

Β. και συνορεύει βορειοδυτικά με την οδό Μπενάκη, βορειοανατολικά με ιδιοκτησία του ενάγοντος με ΚΑΕΚ …, νοτιοανατολικά και εν μέρει νοτιοδυτικά με υπόλοιπο αδόμητο τμήμα του δώματος ιδιοκτησίας της εναγόμενης και εν μέρει νοτιοδυτικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ …/0/0 ιδιοκτησίας Μ. Π. (η οποία τελεί κατά τα προαναφερόμενα υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής του διαμερίσματος) και β) να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής του ακινήτου στα προαναφερόμενα βιβλία ότι κυρία του οικοπέδου με το ανωτέρω ΚΑΕΚ είναι η εναγομένη σε ποσοστό 100%, ώστε στα βιβλία αυτά να δημιουργηθούν δύο ξεχωριστά κτηματολογικά φύλλα, ένα για την οριζόντιο ιδιοκτησία της εναγομένης, που θα ονομάζεται Α και ένα για την οριζόντια ιδιοκτησία του ενάγοντος που θα ονομάζεται Β και γ) να εγγράφει στο πρώτο από αυτά (Α) η εναγομένη ως κυρία, σε ποσοστό 100%, μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας που περιλαμβάνει το ισόγειο εργαστήριο - αποθήκη της προαναφερόμενης οικοδομής, εμβαδού 232,64 τ.μ.

και ένα τμήμα του δώματος αυτού, το οποίο βρίσκεται στο ανατολικό μέρος του και αποτυπώνεται με τα κεφαλαία γράμματα I, Κ, Β, Α, Ε, Ζ, Η, Θ, I, Α στο από 28-1-1952 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Β. Β., εμβαδού 159,38 τ.μ., με το δικαίωμα της επέκτασης της οικοδομής δια της κατασκευής νέου διαμερίσματος στο τμήμα αυτό, με τίτλο το υπ' αριθ.

…/…-6- 1956 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Χαράλαμπου Δαμουρά, που έχει μεταγράφει στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας στον τόμο… και με αριθμό … και αιτία την προίκα και στο δεύτερο από αυτά (Β) το ενάγον ως κύριος σε ποσοστό 100% μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας που περιλαμβάνει ένα τμήμα του δώματος του ισογείου εργαστηρίου της οικοδομής, το οποίο βρίσκεται στο δυτικό μέρος αυτού, αποτυπώνεται με τα κεφαλαία γράμματα Α, Β, Γ, Δ, Ε, Α στο παραπάνω σχεδιάγραμμα και συνορεύει βορειοδυτικά με την οδό Μπενάκη, βορειοανατολικά με ιδιοκτησία του ενάγοντος με ΚΑΕΚ …, νοτιοανατολικά και εν μέρει νοτιοδυτικά με υπόλοιπο αδόμητο τμήμα του δώματος ιδιοκτησίας της εναγομένης και εν μέρει νοτιοδυτικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ …./0/0 ιδιοκτησίας Μ.

Π., με το δικαίωμα της επέκτασης της οικοδομής δια της κατασκευής νέου διαμερίσματος στο τμήμα αυτό, με τίτλο το υπ' αριθ. …/…-3-1953 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Δημητρίου Παπαδόπουλου, που έχει μεταγράφει στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας στον τόμο … και με αριθμό … και αιτία την πώληση, με τη σημείωση σε αμφότερα τα φύλλα ότι το ποσοστό συγκυριότητας εκάστης οριζόντιας ιδιοκτησίας επί του οικοπέδου θα προσδιοριστεί είτε με απόφαση όλων των συνδικαιούχων είτε από το αρμόδιο Δικαστήριο.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με συνεπτυγμένες αιτιολογίες δέχθηκε τα ίδια και αφού απέρριψε ως αβάσιμες τις ενστάσεις της εναγομένης, έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη ως προς τον παράγωγο τρόπο, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό πρέπει όλοι οι λόγοι έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα να απορριφθούν ως αβάσιμοι>.

'Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παρακράτησης από τον αρχικό κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων του δικαιώματος επέκτασης της οικοδομής με την ανέγερση νέου διαμερίσματος στο τμήμα εμβαδού 73,26τμ του δώματος (ταράτσας) του ισογείου εργαστηρίου -αποθήκης και της σύστασης μελλοντικής οριζόντιας ιδιοκτησίας επ' αυτού, το οποίο (τμήμα) παρέμεινε στην (συγ)κυριότητά του, μετά τη μεταβίβαση της κυριότητας στον δικαιοπάροχο της αρχικής εναγομένης του πιο πάνω εργαστηρίου μαζί με το δικαίωμα επέκτασης αυτού στο τμήμα του δώματος εμβαδού 159,38τμ, με την κατασκευή νέου διαμερίσματος, δυνάμει του …/1952•αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Δημητρίου Παπαδόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης που αφορούν στους όρους πώλησης του πιο πάνω εργαστηρίου -αποθήκης στο δικαιοπάροχο της αρχικής εναγομένης (8° φύλλο 2η όψη και 9ο φύλλο 1η όψη της απόφασης) προβλέπεται το δικαίωμα του τελευταίου να ανεγείρει κτίσμα μόνο στο συγκεκριμένο τμήμα του δώματος, όμως στη συνέχεια, δεν αναφέρεται (στην απόφαση) αν περιλήφθηκε στο εν λόγω συμβόλαιο σχετικός όρος για την παρακράτηση ταυτόσημου δικαιώματος από τον πωλητή (κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων) επί του τμήματος του δώματος που παρακράτησε στην (συγ)κυριότητά του.

Πιο συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε <ερμηνεύοντας το επίμαχο συμβόλαιο και τους νομικούς όρους που χρησιμοποιήθηκαν για την απόδοση του ακριβούς νοήματος τους>, ότι ο αρχικός κύριος του όλου ακινήτου (κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων) ήθελε να το υπαγάγει στο καθεστώς της διηρημένης ιδιοκτησίας, <παρακρατώντας για τον εαυτό του το τμήμα του δώματος με το δικαίωμα επέκτασης της οικοδομής δια της κατασκευής του νέου διαμερίσματος στο τμήμα αυτό> και ότι <με τον τρόπο ..

αυτό συνέστησε οριζόντιες ιδιοκτησίες αφενός στο υφιστάμενο ισόγειο... και το διαμέρισμα που επρόκειτο να κατασκευαστεί ...στο ανατολικό τμήμα του δώματος και αφετέρου στο διαμέρισμα που επρόκειτο να κατασκευαστεί... στο δυτικό τμήμα του δώματος. Από αυτές η πρώτη ήταν πλήρης ως προς το ισόγειο κατάστημα, ενώ αμφότερες (οι οριζόντιες ιδιοκτησίες) τελούσαν ως προς την κτήση κυριότητας στα μελλοντικά κτίσματα, στο χώρο που καταλαμβάνουν υπό την αναβλητική αίρεση της ανέγερσης κτισμάτων ...>.

Ακολούθως, δε, το Εφετείο δέχθηκε ότι <ο κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων πούλησε και μεταβίβασε την κυριότητα στο ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο σωματείο, δυνάμει του …/1953 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Δημητρίου Παπαδόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα την οριζόντια ιδιοκτησία επί του τμήματος εμβαδού 73,26τμ του μη οικοδομημένου ορόφου του δώματος, την κυριότητα του οποίου είχε παρακρατήσει μαζί με το δικαίωμα επέκτασης δια της κατασκευής νέου διαμερίσματος όπως έγινε δεκτό παραπάνω, με αποτέλεσμα (κατά τις παραδοχές της απόφασης) το ενάγον να αποκτήσει με παράγωγο τρόπο από αληθή κύριο την οριζόντια αυτή ιδιοκτησία υπό την αίρεση κατασκευής της>.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1022 ΑΚ, καθώς και εκείνων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη που δεν επιτρέπουν την σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί αδόμητου δώματος, χωρίς την παρακράτηση δικαιώματος οικοδόμησης μελλοντικού κτίσματος επ'αυτού, όρος που, ως προαναφέρθηκε, δεν δέχθηκε το Εφετείο ότι είχε περιληφθεί υπέρ του πωλητή (κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων) στο αρχικό …/1952 συμβόλαιο για το τμήμα, εμβαδού 75,26τμ του δώματος.

Επομένως, είναι βάσιμος ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ 19ΚΠολΔ,κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η παραπάνω αιτίαση. Κατόπιν τούτων παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων προσθέτων λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 20 του άρθρου 559ΚΠοΛΔ που αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης, το οποίο αφορά στην κυρία βάση της αγωγής για την αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος με παράγωγο τρόπο, κατά ποσοστό 100% από την οικοδομή που βρίσκεται μέσα στο σχέδιο της …επί της οδού … αρ … και είναι κτισμένη σε οικόπεδο εμβαδού 232,64τμ, μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας που συνίσταται στο μελλοντικό διαμέρισμα που θα κατασκευαστεί στο τμήμα εμβαδού 73,26τμ του δώματος του ισογείου εργαστηρίου-αποθήκης της πιο πάνω οικοδομής, καθώς η αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου προσθέτου αναιρετικού λόγου, κατά το σκέλος που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει το κεφάλαιο τούτο και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών που οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα (αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το κεφάλαιο τούτο).

Επίσης, μετά την παραδοχή του παραπάνω πρόσθετου λόγου που πλήττει την ιστορική (κύρια) βάση της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής ο μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ 1 και 19ΚΠοΛΔ, με τον οποίο πλήττονται οι παραδοχές της απόφασης ως προς την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων στην επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία επί του δώματος της οικοδομής με έκτακτη χρησικτησία.

Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω κεφάλαιο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθ 580 παρ 3ΚΠοΛΔ),να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθ 495παρ 3ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων) λόγω της ήττας του (αρθ 176,183,191παρ 2 ΚΠοΛΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 135/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο στο ίδιο δικαστήριο, προκείμενου να δικαστεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ, σε βάρος του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ