Appeal dismissed; Supreme Court rejected appeal against labor contract dispute judgment due to lack of proper participation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a labor court judgment regarding employment contracts. The appellants argued their claims were valid, but the court found the appeal inadmissible because one appellant failed to appear and others did not participate properly. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure: If a party fails to participate properly in the appeal hearing, the appeal is inadmissible unless the court examines the validity of the summons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1213 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1213/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Π. του Π., κατοίκου ..., 2)Α. Β. του Ε., κατοίκου ..., 3)Δ. Γ. του Σ., κατοίκου ... και 4)Δ. Ζ. του Π., κατοίκου .... Οι 1η, 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπούρλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις, και η 2η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ιδρύματος Κοινωνικής Ασφαλίσεως - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον Μιχάλη Δερμιτζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουλοχέρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/2/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2309/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 711/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/8/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος, ενώ μετέχει προσηκόντως ο αντίδικος αυτού, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο ποίος διάδικος έχει επισπεύσει την συζήτηση, εάν δε την συζήτηση έχει επισπεύσει ο απολειπόμενος ή μη μετέχων προσηκόντως της συζητήσεως διάδικος, ερευνάται εάν η επίσπευση από αυτόν της συζητήσεως έχει γίνει εγκύρως, σε αρνητική δε περίπτωση, εξετάζεται περαιτέρω εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότης, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότης, η οποία δίδεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου καταχωριζομένη στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο φέρον βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητος, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υποθέσεως και την κήρυξη ως ακύρων όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και των κλήσεων, συνεπώς, εάν δεν παρίσταται ο επισπεύσας την συζήτηση διάδικος, ενώ παρίσταται προσηκόντως ο αντίδικος αυτού, ερευνάται εάν υπήρχε πληρεξουσιότης του υπογράφοντος την παραγγελία προς επίδοση της κλήσεως προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δικηγόρου, σε αρνητική δε περίπτωση, η κλήση κηρύσσεται άκυρη και, εάν δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλον διάδικο, η συζήτηση ως προς αυτόν κηρύσσεται απαράδεκτη.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εκτός της περιπτώσεως της συνδρομής αναγκαίας ομοδικίας, εάν ένας από τους ομοδίκους απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως της συζητήσεως και δεν έχει κλητευθεί νομίμως, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν και χωρεί νομίμως ως προς τους άλλους ομοδίκους, οι οποίοι μετέχουν προσηκόντως της συζητήσεως ή έχουν κλητευθεί νομίμως.
Aναγκαία ομοδικία κατά την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ υπάρχει όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της αποφάσεως, η οποία θα εκδοθεί, εκτείνεται επί πάντων των ομοδίκων ή όταν οι ομόδικοι μόνον από κοινού δύνανται να εναγάγουν ή να εναχθούν ή λόγω των συντρεχουσών περιστάσεων δεν δύνανται να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις έναντι αυτών.
Επί περισσοτέρων εναγόντων, οι οποίοι αιτούνται αποζημίωση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω ακύρως παρασχεθείσης εργασίας, η αξίωση εκάστου είναι αυτοτελής έναντι των αξιώσεων των άλλων και δεν υφίσταται μεταξύ αυτών δεσμός αναγκαίας ομοδικίας.
Εν προκειμένω, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης συνεδρίαση δεν παρέστη η αναιρεσείουσα Α. Β. του Ε., ούτε είχε κατατεθεί κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, ενώ παρέστησαν προσηκόντως τα αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα.
Από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμούς ...25 και ...26/5 Δεκεμβρίου 2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Μ. προκύπτει ότι της επισπεύσεως της συζητήσεως της υπό κρίση από 6ης Αυγούστου 2018 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 711/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχουν επιμεληθεί οι αναιρεσείοντες.
Την έγγραφη παραγγελία προς επίδοση στα αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως μετά κλήσεως προς συζήτηση έχει δώσει ο παραστάς ως πληρεξούσιος δικηγόρος των λοιπών αναιρεσειόντων δικηγόρος Δημήτριος Μπούρλος. Όμως, δεν αποδεικνύεται ότι η απολειπομένη αναιρεσείουσα έχει χορηγήσει κατά νόμιμο τρόπο πληρεξουσιότητα προς επίσπευση της συζητήσεως στον προαναφερόμενο δικηγόρο, συνεπώς, κηρύσσεται άκυρη ως προς την ως άνω αναιρεσείουσα η ένδικη κλήση, ενώ δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι η εν λόγω αναιρεσείουσα έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλον διάδικο.
Περαιτέρω, η προκειμένη διαφορά αντικείμενο έχει την καταβολή αποζημιώσεως εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω της ακύρως παρασχεθείσης εργασίας των αναιρεσειόντων, ως εκ τούτου, συμφώνως προς τα ανωτέρω, δεν υφίσταται μεταξύ αυτών δεσμός αναγκαίας ομοδικίας, συνεπώς παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, πρώτη, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υποθέσεως ως προς την ως άνω αναιρεσείουσα και να κηρυχθεί ως προς αυτήν απαράδεκτη η συζήτηση, να ερευνηθεί δε περαιτέρω η υπόθεση ως προς τους πρώτη, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναίρεση επιτρέπεται κατά των μη υποκειμένων σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση οριστικών αποφάσεων των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων και των εφετείων, οι οποίες περατώνουν την όλη δίκη ή μόνον την δίκη επί της αγωγής ή μόνον επί της ανταγωγής. Χρόνος, κατά τον οποίον πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση να μην υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είναι ο χρόνος καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στην γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου.
Συνεπώς, προσβλητή δι' αιτήσεως αναιρέσεως είναι και η ερήμην εκδοθείσα οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εάν παρέλθει η προθεσμία της ανακοπής, χωρίς να ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας, ή εάν χωρήσει παραίτηση από την ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας ή από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας. Εάν δεν επιδοθεί η ερήμην εκδοθείσα απόφαση, δεν καθίσταται τελεσίδικη, αφού υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, οπότε αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, εάν ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1 και 553 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εκτός της περιπτώσεως της συνδρομής αναγκαίας ομοδικίας, η οριστική απόφαση καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς τους ομοδίκους, ως προς τους οποίους έγινε τελεσίδικη, έστω και εάν δεν έχει γίνει τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους. Επί περισσοτέρων εναγομένων, κατά των οποίων στρέφεται αξίωση αποζημιώσεως εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, η υποχρέωση εκάστου είναι αυτοτελής έναντι των υποχρεώσεων των άλλων και δεν υφίσταται μεταξύ αυτών δεσμός αναγκαίας ομοδικίας.
Εν προκειμένω, με την υπό κρίση από 6ης Αυγούστου 2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 711/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)", οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου από 1ης Ιανουαρίου 2017 έχει δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 51 παρ. 1, 53 παρ. 1 και 70 παρ. 1 και 9 Ν. 4387/2016 καταστεί ο Ε.Φ.Κ.Α. (Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης), και του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) την από 23ης Φεβρουαρίου 2010 αγωγή, αφορώσα εργατική δια-φορά.
Εξεδόθη η υπ' αριθμόν 2309/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της εν λόγω αποφάσεως οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 16ης Ιουνίου 2014 έφεση, εξεδόθη δε ερήμην του Ο.Α.Ε.Δ. η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση ως προς την επικουρική εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής και μετά μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως απερρίφθη κατ' ουσίαν η αγωγή ως προς την εν λόγω επικουρική βάση.
Εν συνεχεία οι αναιρεσείοντες άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με την οποία πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καθ' ο μέρος αφορά την απόρριψη της βάσεως εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ μόνον όμως καθ' όσον αφορά τον Ε.Φ.Κ.Α., ενώ καθ' όσον αφορά τον Ο.Α.Ε.Δ., ερήμην του οποίου εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η αίτηση συμφώνως προς τα ανωτέρω δεν είναι παραδεκτή, αφού δεν προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες αποδεικτικό επιδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στον Ο.Α.Ε.Δ.
ούτε βεβαίωση της Γραμματείας του Εφετείου περί μη ασκήσεως παρ' αυτού ανακοπής ερημοδικίας και επομένως δεν προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει ως προς τον εν λόγω διάδικο καταστεί τελεσίδικη.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ως προς τον Ο.Α.Ε.Δ., να εξετασθεί δε περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της ως προς τον Ε.Φ.Κ.Α., αφού εν όψει του κατά τα ανωτέρω αντικειμένου της δίκης (αξίωση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού) δεν υφίσταται συμφώνως προς τα ανωτέρω αναγκαία ομοδικία μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και η οριστική απόφαση καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1 ΑΚ και 6 Ν. 765/1943, ο οποίος έχει κυρωθεί με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρηθεί εν ισχύι συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 38 ΕισΝΑΚ, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό" και "Δια του όρου "μισθωτός" νοούνται τα φυσικά πρόσωπα άτινα παρέχουσι εις έτερον φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οιασδήποτε φύσεως εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής.
Ως αμοιβή θεωρείται πάσα παροχή χορηγουμένη εις τον μισθωτόν (αμοιβή εις χρήμα ή εις είδος, φιλοδωρήματα κλπ) ανεξαρτήτως του τρόπου καθορισμού ταύτης (αμοιβή καθοριζομένη βάσει του αποτελέσματος της εργασίας ανεξαρτήτως χρόνου εργασίας - αμοιβή κατ' αποκοπήν)", συνάγεται ότι σύμβαση εξηρτημένης εργασίας υφίσταται, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, ο οποίος δικαιούται να δίδει δεσμευτικές εντολές και οδηγίες προς τον εργαζόμενο και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας.
Αφ' ετέρου, κατά την σύμβαση μαθητείας, ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες προς άσκηση ωρισµένου επαγγέλματος ή ωρισμένης τέχνης εμπειρικές γνώσεις. Ειδικότερες μορφές της συµβάσεως μαθητείας είναι η γνησία σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξηρτημένης εργασίας μαθητευομένου.
Η γνησία σύµβαση μαθητείας αποβλέπει κυρίως στην παροχή εκπαιδεύσεως και ειδικεύσεως στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό την εκτέλεση παραγωγικού έργου, αλλά εξυπηρετεί τις ανάγκες της εκπαιδεύσεως και της εξοικειώσεως αυτού µε το αντικείμενο του συγκεκριμένου επαγγέλματος ή της τέχνης, ενώ στην σύμβαση εξηρτημένης εργασίας μαθητευομένου τα μέρη αποβλέπουν κυρίως στην παροχή της εργασίας έναντι αμοιβής και κατά δεύτερον λόγο στην παροχή εκπαιδεύσεως και εξειδικεύσεως.
Επί της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας μαθητευομένου εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, ενώ επί της γνησίας συμβάσεως μαθητείας δεν εφαρμόζονται οι εν λόγω διατάξεις, αλλά αναλογικώς οι διατάξεις της συμβάσεως εργασίας του Αστικού Κώδικος. Ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως μαθητείας ως γνησίας ή ως συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας μαθητευομένου εναπόκειται στο δικαστήριο, το οποίο μετ' αξιολόγηση των αποδεικνυομένων πραγματικών περιστατικών προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό, τον οποίον έδωσαν οι συμβαλλόμενοι στην σύμβαση, τούτο δε ισχύει και επί των εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και του ευρυτέρου δημοσίου τομέως (ΟλΑΠ 18/2006).
Αφ' ετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιώτερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφελείας, την οποία απεκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α' και β' και 15 εδ. α' και β' Ν. 2639/1998, εκ των οποίων το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προσετέθη δια του άρθρου 6 παρ. 8 Ν. 2956/2001, αντιστοίχως "1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.
και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και "15.
Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου".
Κατά την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. κα' Ν. 2190/1994, η οποία προσετέθη δια του άρθρου 20 παρ. 4 Ν. 2738/1999, "Το προσωπικό που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. Η πρόσληψη του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά", κατά δε την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 12 Ν. 3232/2004, ως αντικατεστάθη δια της διατάξεως του άρθρου 13 Ν. 3302/2004, "Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε.
και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ. ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.
Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο", ενώ η αυτή διάταξη, ως αντικατεστάθη δια της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 3552/2007, έχει ως εξής: "Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.
Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ' εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων εις εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ.
προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριον λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδικεύσεως αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιώτερα, υποχρεούνται κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.
α' και 908 εδ. α' ΑΚ στην απόδοση της ωφελείας, την οποία απεκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Ωσαύτως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Εάν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν τους εν λόγω ισχυρισμούς και απέρριψε αυτούς ρητώς ή σιωπηρώς, εκ του πράγματος, δεχόμενο ως αποδειχθέντα αντίθετα περιστατικά, ή οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν πάντα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, όμως δεν απαιτείται να γίνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ειδική μνεία ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπ' όψιν πάντα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία να προσδιορίζονται κατ' είδος, χωρίς να υφίσταται ανάγκη και ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και διακρίσεως εάν παρέχει άμεση απόδειξη ή αποτελεί δικαστικό τεκμήριο, εάν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καταλείπεται αμφιβολία εάν ελήφθη υπ' όψιν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αφορών ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11 εδ.
β' ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσον. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Κατά πάσα περίπτωση, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον επικαλείται ο αναιρεσείων ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχουν ή δεν έχουν γίνει δεκτά ωρισμένα πραγματικά περιστατικά ή έχει γίνει ή δεν έχει γίνει δεκτός ωρισμένος ισχυρισμός ή ωρισμένο αίτημα, ενώ από την εν λόγω απόφαση προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος.
Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Με την 330/2005 (ΥΑ 33072 ΦΕΚ Β 249/25.02.2005) ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, που εκδόθηκε μετά την 3203/30.11.2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΑΕΔ (αρ.
συνεδρ. 47/ 30.11.2004) ... καταρτίστηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργα-σιακής εμπειρίας STAGE 2.867 ανέργων {εγγεγραμμένων στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ} ηλικίας 22-40 ετών, πτυχιούχων ΑΕΙ ή ΤΕΙ, διπλωματούχων ΙΕΚ και αποφοίτων TEA, ΕΠΛ, TEE Β' Κύκλου και Γενικού Λυκείου, σε διοικητικές υπηρεσίες και σε μονάδες υγειονομικής περίθαλψης των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης ανά την Ελλάδα, διάρκειας δέκα οκτώ (18) μηνών, που αφορούσε την τοποθέτηση των ωφελούμενων ανέργων σε θέσεις του τομέα ειδίκευσή τους για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ή την προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον τομέα της ειδίκευσής τους καθώς και για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης στην διεκπεραίωση των εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών.
Η χρηματοδότηση του προγράμματος σύμφωνα με την άνω ΚΥΑ θα καλυπτόταν από τον προϋπολογισμό, χωρίς αύξηση της κρατικής επιχορήγησης, των Οργανισμών Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης με μεταφορά των σχετικών πιστώσεων στον ΟΑΕΔ. Στα πλαίσια της εν λόγω ΚΥΑ καταρτίστηκε στις 23.09.2005 μεταξύ του ΟΑΕΔ και του εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αφενός και της πρώτης ενάγουσας, που γεννήθηκε το έτος 1977 και είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου (ΔΕ), αφετέρου, συμφωνητικό συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και συγκεκριμένα στο Περιφερειακό Υποκατάστημα Απονομής Συντάξεων Αθηνών με ισχύ από 09.08.2005 έως 08.02.2007.
Κατά το συμφωνητικό δε αυτό, το μεν εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (φορέας υλοποίησης) ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει την ενάγουσα σε συγκεκριμένη θέση εργασιακής εμπειρίας, για χρονικό διάστημα 18 μηνών, η δε ενάγουσα αποδέχθηκε την τοποθέτησή της αυτή και ανέλαβε την υποχρέωση να εξασκηθεί με συνέπεια και να επιδείξει επιμέλεια, απασχολούμενη στη θέση αυτή εργασιακής εμπειρίας επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως και Παρασκευή) και όχι για περισσότερες από 7 ώρες ημερησίως, ο δε ΟΑΕΔ, ως υπεύθυνος φορέας ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα για κάθε ημέρα απασχόλησής της και όχι πλέον των 22 ημερών το μήνα το ποσό των 25 ευρώ, εφόσον αυτή ήταν απόφοιτη Γενικού Λυκείου ...
Στα πλαίσια της ίδιας άνω ΚΥΑ καταρτίστηκε στις 23.09.2005 μεταξύ του ΟΑΕΔ και του εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αφενός και του τρίτου ενάγοντος, που γεννήθηκε το έτος 1980 και είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου (ΔΕ), αφετέρου, συμφωνητικό συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και συγκεκριμένα στο Τοπικό Υποκατάστημα ...
με ισχύ από 10.10.2005 έως 09.04.2007. Κατά το συμφωνητικό δε αυτό, το μεν εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (φορέας υλοποίησης) ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει τον ενάγοντα σε συγκεκριμένη θέση εργασιακής εμπειρίας, για χρονικό διάστημα 18 μηνών, ο δε ενάγων αποδέχθηκε την τοποθέτησή του αυτή και ανέλαβε την υποχρέωση να εξασκηθεί με συνέπεια και να επιδείξει επιμέλεια, απασχολούμενος στη θέση αυτή εργασιακής εμπειρίας επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως και Παρασκευή) και όχι για περισσότερες από 7 ώρες ημερησίως, ο δε ΟΑΕΔ, ως υπεύθυνος φορέας ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα για κάθε ημέρα απασχόλησής του και όχι πλέον των 22 ημερών το μήνα το ποσό των 25 ευρώ, εφόσον αυτός ήταν απόφοιτος Γενικού Λυκείου.
Τέλος, στα πλαίσια της ίδιας άνω ΚΥΑ καταρτίστηκε στις 07.07.2006 μεταξύ του ΟΑΕΔ και του εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αφενός και του τέταρτου ενάγοντος, που γεννήθηκε το έτος 1976 και είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου (ΔΕ), αφετέρου, συμφωνητικό συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και συγκεκριμένα στο Περιφερειακό Υποκατάστημα Απονομής Συντάξεων Αθηνών με ισχύ από 01.08.2006 έως 31.01.2008.
Κατά το συμφωνητικό δε αυτό, το μεν εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (φορέας υλοποίησης) ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει τον ενάγοντα σε συγκεκριμένη θέση εργασιακής εμπειρίας, για χρονικό διάστημα 18 μηνών, ο δε ενάγων αποδέχθηκε την τοποθέτησή του αυτή και ανέλαβε την υποχρέωση να εξασκηθεί με συνέπεια και να επιδείξει επιμέλεια, απασχολούμενος στη θέση αυτή εργασιακής εμπειρίας επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως και Παρασκευή) και όχι για περισσότερες από 7 ώρες ημερησίως, ο δε ΟΑΕΔ , ως υπεύθυνος φορέας ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα για κάθε ημέρα απασχόλησής του και όχι πλέον των 22 ημερών το μήνα το ποσό των 25 ευρώ, εφόσον αυτός ήταν απόφοιτος Γενικού Λυκείου.
Η λήξη καθενός από τα άνω τρία πρώτα συμφωνητικά, που συνέπιπτε εντός του χρονικού διαστήματος από 01.01.2007 έως 31.12.2007, παρατάθηκε για 12 ακόμη μήνες ... Η λήξη του συμφωνητικού του τέταρτου ενάγοντος ... παρατάθηκε κατά 40 ημέρες, που αντιστοιχούσαν στην άδεια των 40 ημερών, που ο εν λόγω ενάγων εδικαιούτο και έλαβε, μετά την πάροδο της οποίας στις 12.03.2008 έληξε.
Περαιτέρω, με την 14654/276/10.04.2008 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 689/Β/18.04.2008), που εκδόθηκε μετά την 798/26.02.2008 απόφαση του Δ.Σ. του ΟΑΕΔ (αρ. συν. 19/26.02.2008) ... καταρτίστηκε πρόγραμμα τοποθέ-τησης 1.500 ανέργων {εγγεγραμμένων στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ} ηλικίας 22-40 ετών, πτυχιούχων ΑΕΙ ή ΤΕΙ, διπλωματούχων ΙΕΚ και αποφοίτων TEA, ΕΠΛ, ΤΕΕ Β' Κύκλου και Γενικού Λυκείου στις Υπηρεσίες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ανά την Ελλάδα, διάρκειας δέκα οκτώ (18) μηνών, που αφορούσε την τοποθέτηση των ωφελούμενων ανέργων σε θέσεις του τομέα ειδίκευσής τους για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας STAGE ή την προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον τομέα της ειδίκευσής τους, καθώς και για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στην διεκπεραίωση των εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών.
Στο άρθρο 4 της εν λόγω ΚΥΑ ορίστηκε ρητά ότι στο πρόγραμμα μπορούν να υπαχθούν εκ νέου και όσοι παρακολούθησαν ή παρακολουθούν προηγούμενο πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, η δε κατανομή των θέσεων και των ειδικοτήτων για τις υπηρεσίες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ καθορίστηκε με απόφαση του Διοικητή του ΟΑΕΔ ύστερα από πρόταση του ΙΚΑ.
Η χρηματοδότηση και του προγράμματος αυτού, σύμφωνα με την άνω ΚΥΑ, θα καλυπτόταν από τον προϋπολογισμό, χωρίς αύξηση της κρατικής επιχορήγησης, των Οργανισμών Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης με μεταφορά των σχετικών πιστώσεων στον ΟΑΕΔ. Στα πλαίσια της εν λόγω δεύτερης ΚΥΑ καταρτίστηκε στις 16.05.2008 μεταξύ του ΟΑΕΔ και του εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αφενός και κάθε ενάγοντος, αφετέρου, συμφωνητικό συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με ισχύ από 26.05.2008 έως 25.11.2009, για τους πρώτη, δεύτερη και τέταρτο ενάγοντες και από 28.05.2008 έως 27.11.2009 για τον τρίτο ενάγοντα.
Κατά τα συμφωνητικά δε αυτά, που είχαν όμοιο περιεχόμενο με τα προηγούμενα, το μεν εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (φορέας υλοποίησης) ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει τους ενάγοντες σε συγκεκριμένη θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, για χρονικό διάστημα 18 μηνών, ο κάθε δε ενάγων αποδέχθηκε την τοποθέτησή του αυτή στη συγκεκριμένη θέση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και ανέλαβε την υποχρέωση να εξασκηθεί με συνέπεια και να επιδείξει επιμέλεια, απασχολούμενος επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως και Παρασκευή) και όχι για περισσότερες από 7 ώρες ημερησίως, ο δε υπεύθυνος φορέας (ΟΑΕΔ) ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα για κάθε ημέρα απασχόλησής του και όχι πλέον των 22 ημερών το μήνα το ποσό των 25 ευρώ, εφόσον αυτοί ήσαν απόφοιτοι Γενικού Λυκείου οι πρώτη, τρίτος και τέταρτος τούτων και Τεχνικού Επαγγελματικού Λυκείου η δεύτερη ενάγουσα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με βάση την πρώτη από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, που την αφορούν, η πρώτη ενάγουσα τοποθετήθηκε, καθ' υπόδειξη του φορέα υλοποίησης (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), αρχικά στην Α' Υποδιεύθυνση Απονομής Συντάξεων του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Συντάξεων Αθηνών από 09.08.2005 έως 08.09.2005 και στη συνέχεια από 09.09.2005 στο Τμήμα Γραμματείας και Αρχείου της Υποδιεύθυνσης Απονομής Συντάξεων Ευρωπαϊκής Ένωσης και Διμερών Συμβάσεων του άνω Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ειδικότερα στο Πρωτόκολλο, ενώ με βάση τη δεύτερη από τις πιο πάνω συμβάσεις, που την αφορούν, η εν λόγω ενάγουσα τοποθετήθηκε στην Υποδιεύθυνση Ανακεφαλαίωσης στο Κέντρο Ανακεφαλαίωσης του ίδιου άνω Υποκαταστήματος και ειδικότερα στο Τμήμα Γραμματείας από 09.03.2009 μέχρι τις 25.11.2009, οπότε έληξε η συμφωνηθείσα διάρκεια του προγράμματος.
Η εν λόγω ενάγουσα, από τις άνω θέσεις εργασιακής εμπειρίας που τοποθετήθηκε, προκειμένου να καταρτισθεί πρακτικά και να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία, ασκείτο υπό τις οδηγίες της Δήμητρας Μητσιάλη, Διευθύντριας Υποδιεύθυνσης Διοικητικού, που ορίστηκε ως αρμόδια υπάλληλος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για την παρακολούθηση της εξέλιξης της κατάρτισής της και της τήρησης του ωραρίου της από 07:30 έως 14:30, δηλαδή 7 ώρες από Δευτέρα έως Παρασκευή, τόσο στην Υποδιεύθυνση Απονομής Συντάξεων Ευρωπαϊκής Ένωσης και Διμερών Συμβάσεων στο Τμήμα Γραμματείας και ειδικότερα στο Πρωτόκολλο, που τοποθετήθηκε για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της κατάρτισής της από 09.08.2005 έως 09.03.2009, όσο και στο Τμήμα της Γραμματείας στο Κέντρο Ανακεφαλαίωσης, που τοποθετήθηκε από 09.03.2009 έως τη λήξη του προγράμματος βάσει του συμφωνητικού στις 25.11.2009.
Συγκεκριμένα, η ενάγουσα παρακολουθούσε και συνέδραμε τους διοικητικούς υπαλλήλους του Τμήματος Γραμματείας της Υποδιεύθυνσης Συντάξεων Ευρωπαϊκής Ένωσης και Διμερών Συμβάσεων και του Τμήματος της Γραμματείας στο Κέντρο Ανακεφαλαίωσης του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Συντάξεων Αθηνών, που ασχολούνταν με την καταχώριση εισερχομένων και εξερχομένων εγγράφων, μεταξύ των οποίων των αιτήσεων των ασφαλισμένων και των δικαιολογητικών στο σύστημα, των κινήσεων φακέλων στο σύστημα, την εξυπηρέτηση των προσερχομένων στο Υποκατάστημα για ενημέρωση υπό συνταξιοδότηση ασφαλισμένων, καθώς και την τηλεφωνική εξυπηρέτηση των υπό συνταξιοδότηση ασφαλισμένων.
Τις ίδιες άνω εργασίες, πλέον εκείνων της εκτύπωσης αποφάσεων ανακεφαλαίωσης ενσήμων, του ελέγχου αυτών, της διεκπεραίωσης διαβίβασης φακέλων στα Τοπικά Υποκαταστήματα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, της διεκπεραίωσης (σφράγισμα-φακέλωμα κτλ) της αλληλογραφίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με τα διάφορα Ταμεία, της αρχειοθέτησης φακέλων, αποφάσεων και εγγράφων, της μηνιαίας καταχώρισης στο σύστημα ροής εισερχομένων και εξερχομένων αιτήσεων και εγγράφων, δικαιολογητικών και φακέλων, που εκτελούνταν από τους αρμοδίους διοικητικούς υπαλλήλους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, παρακολούθησε η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της πρακτικής της άσκησης στην Υποδιεύθυνση Ανακεφαλαίωσης του Κέντρου Ανακεφαλαίωσης, από τη θέση και το Τμήμα της Γραμματείας, που είχε τοποθετηθεί από 09.03.2009 έως 25.11.2009, οπότε έληξε η συμφωνηθείσα διάρκεια του προγράμματος...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με βάση την πρώτη από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, που τον αφορούν, ο τρίτος ενάγων τοποθετήθηκε, καθ' υπόδειξη του φορέα υλοποίησης (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), στην Γραμματεία του Τμήματος Εσόδων του Τοπικού Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ...
από τις 10.10.2005 έως 09.04.2007, οπότε έληξε η συμφωνηθείσα διάρκεια του προγράμματος και με βάση τη δεύτερη από τις πιο πάνω συμβάσεις που τον αφορούν, τοποθετήθηκε στην ίδια θέση στο ίδιο Υποκατάστημα μέχρι τις 27.11.2009, οπότε έληξε η συμφωνηθείσα διάρκεια του προγράμματος. Ο εν λόγω τρίτος ενάγων, από την άνω θέση εργασιακής εμπειρίας που τοποθετήθηκε, προκειμένου να καταρτισθεί πρακτικά και να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία, ασκείτο υπό τις οδηγίες της Μαρίας Καταλιακού, Προϊσταμένης Τμήματος Εσόδων, που ορίστηκε ως αρμόδια υπάλληλος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για την παρακολούθηση της εξέλιξης της κατάρτισής του και της τήρησης του ωραρίου του από 07:30 έως 14:30, δηλαδή 7 ώρες από Δευτέρα έως Παρασκευή, τόσο στο Τμήμα Εσόδων και ειδικότερα στη Γραμματεία του που τοποθετήθηκε τόσο για το χρονικό διάστημα της κατάρτισής του από 10.10.2005 έως 09.04.2009, όσο και στο ίδιο Τμήμα και στη Γραμματεία που τοποθετήθηκε για το χρονικό διάστημα από 28.05.2008 έως 27.11.2009, οπότε έληξε η συμφωνηθείσα διάρκεια του προγράμματος.
Συγκεκριμέ-να, ο εν λόγω ενάγων παρακολουθούσε και συνέδραμε τους διοικητικούς υπαλλήλους του εν λόγω Τμήματος Εσόδων, που ασχολούνταν με τη χορήγηση ασφαλιστικών ενημεροτήτων στους εργοδότες, τη χορήγηση λογαριασμών ασφαλισμένων, την έκδοση γραμματίων είσπραξης εισφορών, την αρχειοθέτηση των εν λόγω εγγράφων στους σχετικούς φακέλους και την εξυπηρέτηση του κοινού και τη διεκπεραίωση των εσωτερικών διαδικασιών του εν λόγω Τμήματος.
Τις ίδιες εργασίες, που εκτελούνταν από τους αρμοδίους διοικητικούς υπαλλήλους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, παρακολούθησε και συνέδραμε ο ενάγων, από τη θέση και το Τμήμα της Γραμματείας, που είχε τοποθετηθεί από τις 28.05.2008 έως 27.11.2009, οπότε έληξε η συμφωνηθείσα διάρκεια του προγράμματος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με βάση την πρώτη από τις προαναφερόμενες συμβάσεις που τον αφορούν, ο τέταρτος ενάγων τοποθετήθηκε, καθ' υπόδειξη του φορέα υλοποίησης (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), αρχικά στην Α' Υποδιεύθυνση Απονομής Συντάξεων του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Συντάξεων Αθηνών στο Τμήμα Γραμματείας και ειδικότερα στο πρωτόκολλο από 01.08.2006 έως 28.10.2006, οπότε τοποθετήθηκε στην Υποδιεύθυνση Ανακεφαλαίωσης στο Κέντρο Ανακεφαλαίωσης του ίδιου άνω Υποκαταστήματος και ειδικότερα στο Τμήμα Γραμματείας από 29.10.2006 μέχρι τις 31.01.2008, οπότε έληξε η συμφωνηθείσα διάρκεια του προγράμματος και με τη δεύτερη από τις πιο πάνω συμβάσεις που τον αφορούν, τοποθετήθηκε στην ίδια θέση μέχρι τις 25.11.2009, οπότε έληξε η διάρκεια του προγράμματος.
Ο εν λόγω τέταρτος ενάγων, από τις άνω θέσεις εργασιακής εμπειρίας που τοποθετήθηκε, προκειμένου να καταρτισθεί πρακτικά και να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία, ασκείτο υπό τις οδηγίες της Παναγιωτίτσας Σιαλάκα, Διευθύντριας Υποδιεύθυνσης Ανακεφαλαίωσης, που ορίστηκε ως αρμόδια υπάλληλος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, για την παρακολούθηση της εξέλιξης της κατάρτισής του και της τήρησης του ωραρίου του από 07:30 έως 14:30, δηλαδή 7 ώρες από Δευτέρα έως Παρασκευή στο Τμήμα Γραμματείας και ειδικότερα στο Πρωτόκολλο, που τοποθετήθηκε για το χρονικό διάστημα της κατάρτισής του από 01.08.2006 έως τις 28.10.2008 και στο Τμήμα Γραμματείας στο Κέντρο Ανακεφαλαίωσης, που τοποθετήθηκε από τις 29.10.2006 έως τη λήξη του συμφωνητικού στις 31.01.2008, όσο και στην ίδια θέση του ίδιου Τμήματος, στο οποίο τοποθετήθηκε για το χρονικό διάστημα από 26.05.2008 έως 25.11.2009, οπότε έληξε η συμφωνηθείσα διάρκεια του προγράμματος.
Συγκεκριμένα, ο εν λόγω ενάγων παρακολουθούσε και συνέδραμε τους διοικητικούς υπαλλήλους του Τμήματος Γραμματείας της Α' Υποδιεύθυνσης Απονομής Συντάξεων, που ασχολούνταν με την καταχώριση ενσήμων ασφαλισμένων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στο σύστημα αυτού. Τις ίδιες εργασίες, πλέον εκείνων της καταχώρισης εισερχομένων εγγράφων, αιτήσεων ασφαλισμένων και των δικαιολογητικών στο σύστημα, εκτύπωσης αποφάσεων ανακεφαλαίωσης ενσήμων, ελέγχου αυτών, διεκπεραίωσης διαβίβασης φακέλων στα Τοπικά Υποκαταστήματα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, διεκπεραίωσης (σφράγισμα, φακέλωμα κλπ) της αλληλογραφίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με διάφορα ταμεία, αρχειοθέτησης φακέλων αποφάσεων και εγγράφων, μηνιαίας καταχώρισης στο σύστημα ροής εισερχομένων και εξερχομένων αιτήσεων και εγγράφων δικαιολογητικών και φακέλων, που εκτελούνταν από τους αρμοδίους διοικητικούς υπαλλήλους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, παρακολούθησε και συνέδραμε ο ενάγων κατά τη διάρκεια της πρακτικής του άσκησης στην Υποδιεύθυνση Ανακεφαλαίωσης του Κέντρου Ανακεφαλαίωσης, από τη θέση και το Τμήμα της Γραμματείας, που είχε τοποθετηθεί από τις 29.10.2006 έως 31.01.2008, οπότε έληξε η συμφωνηθείσα διάρκεια του προγράμματος που συμφωνήθηκε με την πρώτη σύμβαση και από 26.05.2008 έως 25.11.2009, οπότε έληξε η διάρκεια του προγράμματος που συμφωνήθηκε με τη δεύτερη από τις πιο πάνω συμβάσεις που τον αφορούν.
Μετά δε τη λήξη του χρόνου των προαναφερομένων συμφωνητικών το πρώτο εναγόμενο έπαψε να δέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων. Οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι εκτελούσαν οι ίδιοι τις πιο πάνω εργασίες και ότι έτσι, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ότι συνεπώς, συνδέονται μαζί του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου άλλως ορισμένου χρόνου ή σε κάθε περίπτωση, με σχέση εργασίας.
Όμως, ο ισχυρισμός τους αυτός, δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι τις πιο πάνω εργασίες δεν τις εκτελούσαν οι ενάγοντες, στους οποίους δεν είχαν ανατεθεί ούτε οι παραπάνω εργασίες, αλλά ούτε και συγκεκριμένα καθήκοντα, ούτε, άλλωστε, αυτοί είχαν συγκεκριμένη ειδικότητα, αλλά ο εκάστοτε αρμόδιος διοικητικός υπάλληλος του ΙΚΑ-EΤAM, τον οποίο αυτοί παρακολουθούσαν και συνέδραμαν προς τον σκοπό πρακτικής εξάσκησης και απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, υπό τις οδηγίες του αρμοδίου υπαλλήλου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που είχε οριστεί για την παρακολούθησή τους.
Άλλωστε, οι ενάγοντες δεν είχαν τη δυνατότητα να εκτελέσουν μόνοι τους αυτές τις εργασίες, αφού αποδείχθηκε ότι δεν είχαν πρόσβαση στις ηλεκτρονικές εφαρμογές του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στις οποίες μόνο ο αρμόδιος διοικητικός υπάλληλος είχε πρόσβαση, διαθέτοντας σχετικό κωδικό, ούτε είχαν (οι ενάγοντες) δικαίωμα υπογραφής διοικητικών εγγράφων, όπως, άλλωστε, κατέθεσε και η μάρτυράς τους.
Και τούτο, διότι ο κύριος σκοπός των ενδίκων συμβάσεων δεν ήταν η παροχή εργασίας, έστω επιβοηθητικής εκ μέρους των εναγόντων στο εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για εκτέλεση παραγωγικού έργου, αλλά μόνο για τις ανάγκες της εκπαίδευσής τους και της εξοικείωσής τους με το αντικείμενο του επαγγέλματος τους, ώστε με την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, να ωφεληθούν αυτοί στον τομέα της καθώς το επιχείρημα ότι είχε καταργηθεί η σχετική μοριοδότηση, που χρησιμοποιούν οι ενάγοντες για να στηρίξουν τους ισχυρισμούς τους, δεν ευσταθεί, διότι το άρθρο 4 του ν. 3812/2009 που κατήργησε την προσαύξηση στη μοριοδότηση, λόγω εμπειρίας και συνεπώς, και το σκοπό αυτό των επίμαχων συμβάσεων, άρχισε να ισχύει, μετά τη λήξη τους στις 27.11.2009 για τον τρίτο ενάγοντα και στις 25.11.2009 για όλους τους λοιπούς και συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ν. 3812/2009, άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ στις 28.12.2009 (ΦΕΚ 234), με αποτέλεσμα τόσο κατά την κατάρτιση, όσο και κατά την εκτέλεσή τους να ισχύει ο πιο πάνω σκοπός.
Οι παραπάνω εργασίες αποτελούν, σύμφωνα και με όσα ρητώς αναγράφονται στο σχετικό φύλλο συμπληρωματικών στοιχείων που επισυνάπτεται σε κάθε μία από τις ένδικες συμβάσεις, ακριβή περιγραφή της θέσης, στην οποία κάθε ενάγων τοποθετήθηκε για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας παρακολουθώντας την εργασία των αρμοδίων υπαλλήλων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και δεν αποτελούν ανάθεση καθηκόντων στον τελευταίο.
Η δε παρεχόμενη συνδρομή του κάθε ενάγοντα στους τακτικούς υπαλλήλους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στα πλαίσια του εν λόγω προγράμματος, είναι σύμφυτη με την πρακτική του άσκηση, διαφορετικά η τελευταία είναι αδιανόητη, ενώ για τις εν λόγω βοηθητικές υπηρεσίες που κάθε ενάγων αναπόφευκτα παρείχε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στα πλαίσια της εκπαίδευσής του, η οποία (εκπαίδευση) ήταν και ο μοναδικός σκοπός των συμβαλλομένων μερών, ώστε να αποκτήσει αυτός (ενάγων) εργασιακή εμπειρία, συμφωνήθηκε η αμοιβή του σε 25 ευρώ ημερησίως για χρονικό διάστημα όχι πλέον των 22 ημερών μηνιαίως.
Σε αυτές τις βοηθητικές υπηρεσίες που κάθε ενάγων αναπόφευκτα παρείχε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στα πλαίσια της εκπαίδευσής του και όχι για την εκτέλεση παραγωγικού έργου, γίνεται αναφορά στην 330/2005 (ΥΑ 33072 ΦΕΚ Β 249/25.02.2005) ΚΥΑ με τη μνεία ότι το πρόγραμμα που καταρτίστηκε με αυτήν αφορά, εκτός από την τοποθέτηση των ανέργων σε θέσεις πρακτικής εξάσκησης στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, και την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών των Οργανισμών αυτών στην διεκπεραίωση των εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών και συνεπώς, δεν ευσταθεί το επιχείρημα των εναγόντων ότι με την άνω μνεία στην ΚΥΑ προβλέπεται η πρόσληψη υπαλλήλων σε κενές οργανικές θέσεις των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης.
Υπό διαφορετική εκδοχή, άλλωστε, θα ήταν ανίσχυρη η άνω ΚΥΑ (43 παρ.2 του Συντάγματος), αφού θα είχε εκδοθεί καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, καθώς κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στο άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998, ούτε στο άρθρο 32 παρ. 12 του ν. 3232/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του ν. 3302/2004, βάσει των οποίων εκδόθηκε αυτή (ΚΥΑ).
Περαιτέρω, προς επιδίωξη του μοναδικού σκοπού των επίμαχων συμβάσεων, δηλαδή της εκπαίδευσης των εναγόντων προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και μόνον, οι τελευταίοι τοποθετήθηκαν σε διάφορα τμήματα με αντικείμενο εργασίας, το οποίο εναλλασσόταν συνεχώς, παρείχαν δε τη συνδρομή τους στους διοικητικούς υπαλλήλους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ επί 7 ώρες ημερησίως, εν αντιθέσει με τους τελευταίους {διοικητικούς υπαλλήλους}, οι οποίοι παρείχαν την εργασία τους επί 8 ώρες ημερησίως, δεν διέθεταν κωδικό πρόσβασης στις ηλεκτρονικές εφαρμογές του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ούτε είχαν το δικαίωμα υπογραφής, όπως είχαν οι διοικητικοί υπάλληλοι, και δεν ευθύνονταν για τυχόν λάθη ή παραλείψεις για τα οποία την ευθύνη έφερε ακέραια ο τακτικός διοικητικός υπάλληλος που είχε ορισθεί ως αρμόδιος για την παρακολούθηση της εξέλιξης της κατάρτισής τους, ούτε υπόκειντο σε πειθαρχικό έλεγχο για πράξεις ή παραλείψεις κατά τη διάρκεια της άσκησής τους, είχαν δε το δικαίωμα, κατ' απόκλιση από τα ισχύοντα για τους μόνιμους διοικητικούς υπαλλήλους, να απουσιάζουν για 40 ημέρες κατά τη διάρκεια προγράμματος και επιπλέον να λάβουν άδεια διακοπών έως 40 εργάσιμες ημέρες.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου όχι μόνο δεν αναιρείται, αλλά αντίθετα ενισχύεται από την κατάθεση της μάρτυρα των εναγόντων, αφού και αυτή κατέθεσε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα υπογραφής, ενώ το τμήμα της κατάθεσής της περί του ότι οι ενάγοντες προσέφεραν κανονική δουλειά υπαλλήλου όλα αυτά τα χρόνια δεν κρίνεται πειστικό, αφού αντιφάσκει προς τα από την ίδια τη μάρτυρα άνω κατατεθέντα σχετικά με την αδυναμία υπογραφής εγγράφων εκ μέρους τους, που καθιστούσε αδύνατη την απασχόλησή τους ως κανονικών υπαλλήλων.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από το με αρ. πρωτ. Ρ39/164/11.10.2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικού Προσωπικού του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στο οποίο εξειδικεύονται οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες των ανέργων που με αποκλειστικό σκοπό την κατάρτιση και την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας συνάπτουν συμφωνητικά συνεργασίας, όπως τα επίμαχα.
Ούτε, άλλωστε, αναιρείται η άνω κρίση του δικαστηρίου από τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, στις οποίες βεβαιώνεται από μόνιμους διοικητικούς υπαλλήλους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ότι η πρώτη ενάγουσα απασχολήθηκε στα Τμήματα Γραμματείας και Υποδιεύθυνσης Συντάξεων Ευρωπαϊκής 'Ενωσης κ.τ.λ. η δε δεύτερη ενάγουσα και ο τέταρτος ενάγων απασχολήθηκαν στο Τμήμα Ανακεφαλαίωσης και τέλος, ότι ο τρίτος ενάγων απασχολήθηκε στο ΙΚΑ ...
στο Τμήμα Εσόδων στη Γραμματεία, αφού οι εργασίες που αναφέρονται στις ένορκες αυτές βεβαιώσεις (όπως καταχώριση αιτήσεων, προσωπική και τηλεφωνική εξυπηρέτηση συναλλασσομένων με τα Υποκαταστήματα ασφαλισμένων, χορήγηση ασφαλιστικής ενημερότητας σε εργοδότες, χορήγηση λογαριασμών ασφάλισης σε ασφαλισμένους του υποκαταστήματος, έκδοση γραμματίων είσπραξης εισφορών, αρχειοθέτηση αιτήσεων και υπηρεσιακών εγγράφων στους αντίστοιχους φακέλους) απαιτούσαν κωδικό πρόσβασης στις ηλεκτρονικές εφαρμογές του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και δικαίωμα υπογραφής, που αποδείχθηκε ότι στερούντο οι ενάγοντες και συνεπώς, δεν μπορούσαν να εκτελεσθούν -ούτε αποδείχθηκε ότι εκτελέστηκαν- από τους ίδιους.
Είναι δε αδιάφορες για την απόδειξη του κρίσιμου ζητήματος οι κρίσεις των άνω ενόρκως βεβαιούντων, οι οποίοι δεν είναι, άλλωστε, αρμόδιοι προς τέτοια κρίση, ότι οι ενάγοντες κάλυπταν κύριες και βασικές ανάγκες της υπηρεσίας.
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι οι υπογραφείσες μετά την έκδοση της πρώτης από τις παραπάνω ΚΥΑ επίμαχες συμβάσεις, διαρκείας 18 μηνών η κάθε μία, με την εκ του νόμου 12μηνη παράταση για τις τρεις πρώτες, καθώς και οι επόμενες επίμαχες συμβάσεις που υπογράφηκαν μετά την δεύτερη ΚΥΑ, αποτελούσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες κατέστησαν απολύτως αναγκαίες για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας από κάθε ενάγοντα, ο οποίος ως απόφοιτος είτε Γενικού Λυκείου (οι πρώτη, τρίτος και τέταρτος ενάγοντες) είτε Τεχνικού Επαγγελματικού Λυκείου (η δεύτερη ενάγουσα) στερείτο παντελώς σχετικών θεωρητικών και πρακτικών γνώσεων στο ιδιαίτερα χρήσιμο, υπεύθυνο και σύνθετο συνάμα δε και δυσχερές, λόγω της επικοινωνίας με το κοινό, αντικείμενο των παραπάνω Υποδιευθύνσεων, όπως περιγράφεται παραπάνω, του φορέα υλοποίησης του προγράμματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ που είχε τοποθετηθεί και για τις οποίες (ένδικες γνήσιες συμβάσεις μαθητείας) δεν ισχύουν οι διατάξεις εργατικής νομοθεσίας, αλλά εκείνες του ΑΚ και έληξαν αυτοδικαίως με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου λήξης τους.
Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια των ενδίκων γνήσιων συμβάσεων μαθητείας, οι ενάγοντες ασκήθηκαν, προκειμένου να εξοικειωθούν με το αντικείμενο του επαγγέλματός τους και να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, υπό την επίβλεψη των αρμοδίων διοικητικών υπαλλήλων των οικείων Υποδιευθύνσεων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ επί πενθήμερο και επί 7 ώρες ημερησίως από τις 7:30 έως τις 14:30, όπως ακριβώς είχε συμφωνηθεί και αμείφθηκαν με το ποσό των 25 ευρώ ημερησίως, κατά τα συμφωνηθέντα με τις επίμαχες συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, για την βοηθητική εργασία που αναπόφευκτα παρείχαν στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως φορέα υλοποίησης του σχετικού προγράμματος και στα πλαίσια του εν λόγω προγράμματος, προκειμένου να αποκτήσουν τη σχετική επαγγελματική κατάρτιση, η οποία (επαγγελματική κατάρτιση) ήταν και ο μοναδικός σκοπός των συμβληθέντων και όχι για την εκτέλεση παραγωγικού έργου.
Δηλαδή, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν παρείχαν την εργασία τους στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, με την έννοια της εκτέλεσης παραγωγικού έργου, ώστε να προκύψει πλουτισμός του τελευταίου από την παροχή αυτή και να δικαιούνται οι ενάγοντες σε απόδοσή του, αλλά αντίθετα, για τις βοηθητικές υπηρεσίες στη διεκπεραίωση των εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών, τις οποίες ο καθένας από αυτούς αναπόφευκτα παρείχε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στα πλαίσια της γνήσιας σύμβασης μαθητείας του, προκειμένου να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία, οι οποίες {βοηθητικές υπηρεσίες} προβλέφθηκαν στις άνω ΚΥΑ, αμείφθηκαν με το συμφωνημένο ποσό των 25 ευρώ ημερησίως, ο καθένας τους, έτσι ώστε δεν πλούτισε σε βάρος τους το εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ".
Υπό τις εν λόγω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο εδέχθη κατ' ουσίαν την έφεση ως προς την επικουρική εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής και μετά μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς την εν λόγω επικουρική βάση. Με τους λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτονται οι εξής πλημμέλειες:
Mε τον πρώτο λόγο, ότι παρεβιάσθησαν οι διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 20 παρ. 15 Ν. 2639/1998, 32 παρ. 12 Ν. 3232/2004, 648 επ. και 904 επ. ΑΚ, διότι το Μονομελές Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με τον δεύτερο λόγο, ότι δεν ελήφθη υπ' όψιν ο περιεχόμενος στην αγωγή ουσιώδης ισχυρισμός ότι οι αναιρεσείοντες συνεδέοντο με τα αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα δια συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας μαθητευομένου.
Με τον τρίτο λόγο, ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψιν τα προσκομισθέντα έγγραφα στοιχεία περί κατοχής εκ μέρους των αναιρεσειόντων των κωδικών του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ούτε οι προσκομισθείσες υπ' αρ. 6813 και 6814/2011 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων υπαλλήλων του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σχετικώς με την εργασιακή απασχόληση των αναιρεσειόντων.
Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο, ότι η απόφαση στερείται σαφούς αιτιολογίας σχετικώς με το εργασιακό καθεστώς των αναιρεσειόντων και δη εάν συνεδέοντο με τα αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα με γνήσιες συμβάσεις μαθητείας ή με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας μαθητευομένου. Όμως, οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι.
Ο πρώτος λόγος, εκ του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, διότι, όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο δεν απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, αλλά ως ουσία αβάσιμη.
Ο δεύτερος λόγος, εκ του αριθμού 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, διότι, όπως επίσης προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό ότι οι αναιρεσείοντες συνεδέοντο με τα αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα δια συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας μαθητευομένου και απέρριψε αυτόν εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι οι εν λόγω συμβάσεις ήσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας.
Ο τρίτος λόγος, εκ του αριθμού 11 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, διότι, όπως ομοίως προκύπτει από το ως άνω σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπ' όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του, περιλαμβάνει και τα προσκομισθέντα έγγραφα και τις υπ' αρ. 6813 και 6814/2011 βεβαιώσεις, ως προς τα οποία μάλιστα προέβη και σε αξιολόγηση του περιεχομένου τους, αλλά απλώς κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διάφορο του προτεινομένου με την αγωγή.
Ο τέταρτος λόγος, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος, διότι το Μονομελές Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, δεχόμενο βάσει των αναλυτικώς εκτιθεμένων περιστατικών ότι προέχον στοιχείο στην απασχόληση των αναιρεσειόντων υπήρξε η πρόσκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδικεύσεως και όχι η εκτέλεση παραγωγικού έργου.
Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθούν οι πρώτη, τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών, ως ορίζεται στο διατακτικό, μειωμένων καθ' όσον αφορά τον Ε.Φ.Κ.Α., κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), αφού η νομική υπηρεσία του Ε.Φ.Κ.Α. διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 3086/2002, ως έχει τροποποιηθεί με τα άρθρα 62 παρ. 3 Ν. 4387/2016 και 31 Ν. 4445/2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υποθέσεως ως προς την αναιρεσείουσα Α. Β. του Ε..
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 6ης Αυγούστου 2018 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 711/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την ως άνω αναιρεσείουσα.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναιρέσεως ως προς τους πρώτη, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων (Α. Π. του Π., Δ. Γ. του Σ., Δ. Ζ. του Π.). Και
Καταδικάζει τους πρώτη, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Ε.Φ.Κ.Α. ποσού τριακοσίων (300) ευρώ και του Ο.Α.Ε.Δ. ποσού εννιακοσίων (900) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ