1213/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα, και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1213/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 375 ΠΚ, όπως η δεύτερη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, "1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1213 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1213/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα, και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γερασίμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Α. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πανταζή, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 162/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Οκτωβρίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2014.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 375 ΠΚ, όπως η δεύτερη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, "1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2.
Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται α) Το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα.
β) Η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη. γ) Παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη. δ) Συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά πλέον στη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, όπως είναι και εκείνη κατά την οποία το ιδιοποιούμενο πράγμα έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου.
Και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης, κατά τον χρόνο της τέλεσής της, να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία.
Έτσι, χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Με το άρθρο 14 παρ. 3 α’ και 3 β’ του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, διατηρήθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 375 παράγραφοι 1 και 2 του ΠΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, αλλά επί πλέον στη μεν παράγραφο 1 προστέθηκε εδάφιο τελευταίο, σύμφωνα με το οποίο έγινε κακουργηματική η υπεξαίρεση αντικειμένου συνολικής αξίας μεγαλύτερης από το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ) και ήδη 120.000 ευρώ (άρθρο 25 παρ. 1 περ. 1β’ του ν. 4059/2012), χωρίς άλλο όρο, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, στη δε παράγραφο 2 προστέθηκε επίσης εδάφιο τελευταίο, σύμφωνα με το οποίο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, για το προβλεπόμενο από την παράγραφο αυτήν κακούργημα, αν το συνολικό αντικείμενο της κακουργηματικής αυτής πράξης υπερβαίνει το ίδιο προαναφερόμενο ποσό.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 162/2014 απόφασή του δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, υπάλληλος της μηνύτριας εταιρείας "... Α.Ε.Ε." από το έτος 1986 και στο τμήμα πωλήσεως ανταλλακτικών από το 1997, τον Ιούνιο του 2000 έλαβε εντολή από την ανωτέρω να εισπράττει χρήματα από την πώληση των ανταλλακτικών κατά τις ώρες και ημέρες που ο ταμίας απουσίαζε.
Αυτός κατά το διάστημα από Ιούνιο 2000 έως τον Οκτώβριο 2001 ιδιοποιήθηκε παράνομα από την εταιρεία "... Ο.Ε." το ποσό των 6.244.728 δρχ. ή 18.329 € το οποίο ο διαχειριστής αυτής είχε καταβάλλει μετρητοίς σ’ αυτόν κι είχαν εκδοθεί τα λεπτομερώς στο διατακτικό αναφερόμενα τιμολόγια πώλησης ανταλλακτικών, βάσει της σχετικής συμφωνίας με την εταιρεία να γίνονται μετρητοίς οι πληρωμές ανταλλακτικών πάντα, προκειμένου να τυγχάνει έκπτωσης 25%.
Στη πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος προέβη λόγω απωλειών χρημάτων που είχε στο χρηματιστήριο, όπως ο ίδιος ομολογεί. Το παραπάνω ποσό που ιδιοποιήθηκε ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα μεγάλο και το εισέπραξε αυτός ενεργώντας ως εντολοδόχος της μηνύτριας. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι ομολόγησε, ενώ το κείμενο της μηνύτριας στο πρακτικό συνάντησης αυτού με εκπροσώπους της είχε συνταχθεί στην Αγγλική είναι αβάσιμος, αφού είχε αυτό μεταφρασθεί και στα Ελληνικά και ήταν στη διάθεση του να το αναγνώσει.
Από τα ίδια αποδεικτικά, δεν αποδείχθηκε η υπεξαίρεση σε βάρος της εταιρίας "..." ενώ τα ποσά που υπεξαίρεσε από την εταιρία "... Α.Ε."τα επέστρεψε πριν ασκηθεί κατ’ αυτού ποινική δίωξη. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος της πρώτης πράξης και αθώος των δύο λοιπών πράξεων..." Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου σε σχέση με τα χρήματα που εισέπραξε από την εταιρεία "...
Ο.Ε.", και, με τη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, τον κατεδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών που ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: Στη ... Αττικής στο χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο 2000 μέχρι και τα μέσα Οκτωβρίου 2001, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα εξ ολοκλήρου κινητά πράγματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που περιήλθαν στην κατοχή του, λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου.
Συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε, ενώ ήταν υπάλληλος της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.Ε." και εργαζόταν στο τμήμα πώλησης ανταλλακτικών αυτοκινήτων της τελευταίας, σε συνεργαζόμενους με αυτή εμπόρους και δίκτυα διανομής και είχε την αρμοδιότητα και την υποχρέωση να εισπράττει το αντίτιμο από τις πωλήσεις ανταλλακτικών αυτοκινήτων τοις- μετρητοίς, κατά τις ώρες που ο ταμίας της μηνύτριας απουσίαζε και στη συνέχεια να αποδίδει τα χρήματα αυτά στη μηνύτρια εταιρεία, ο κατηγορούμενος; που εισέπραξε- το ποσό των 6.244.728 δραχμών, με τιμολόγια της μηνύτριας που έφεραν ως ημερομηνίες έκδοσης την 28-8-2000 δρχ. 397.660, την 30-9-2U00 δρχ. 314:755, την 26-9-2000 δρχ. 10.620, την 1-11-2000 δρχ. 62.860, την 3-11-2000 δρχ. 103.826, την 30-11-2000 δρχ. 641.920, την 1-12-2000 δρχ. 1.105.000, την 4-12-2000 δρχ. 437.105, την 27-12-2000 δρχ. 1.731.704, την 30-12-2000 δρχ. 368.750, την 3-1-2001 δρχ. 33.984, την 26-1-2001 δρχ. 192.617, την 30-1-2001 δρχ. 108.355 και στις 26-6-2001 δρχ. 320.960, από την πώληση ανταλλακτικών στην εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", παρέλειψε να τα αποδώσει στη μηνύτρια στην οποία ανήκε, αλλά το κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Το ποσό αυτό που η μηνύτρια εταιρεία είχε εμπιστευθεί στον κατηγορούμενο λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου υπαλλήλου της, κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη (καταδικαστική) απόφασή του, δεν διέλαβε σ’ αυτήν την επιβαλλόμενη από τις προμνημονευόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι ασαφής και εκ τούτου καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που εφάρμοσε. Ειδικότερα, αναφορικά με το συνολικό ποσό της υπεξαιρέσεως, ενώ στο σκεπτικό και στο διατακτικό, όπου παρατίθενται αναλυτικά τα ποσά, σύμφωνα με την ημερομηνία εκδόσεως των τιμολογίων, αναφέρεται ότι αυτό ανέρχεται στο ποσό των 6.244.728 δραχμών, το οποίο και κρίθηκε ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, εν τούτοις το ποσό αυτό, σύμφωνα με επί μέρους, αναγραφόμενα στο διατακτικό, ποσά των τιμολογίων ανέρχεται σε 5.830.116 δραχμές, ήτοι ολιγότερα κατά το ποσό των 414.612 δραχμών, και έτσι υπάρχει ασάφεια ποιο τελικά ποσό δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ιδιοποιήθηκε ο αναιρεσείων.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων τις οποίες το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή των λόγων αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις καταδικαστικές της διατάξεις, παρελκούσης πλέον της έρευνας των άλλων λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. 162/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τις καταδικαστικές της διατάξεις.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ