Supreme Court dismisses public hospital's appeal on procedural grounds regarding admissibility of new claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the public hospital's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The hospital argued that the lower court failed to consider a specific claim, but the court ruled this argument inadmissible because the claim was not properly introduced in the first instance. Consequently, the appeal was rejected, and the hospital was ordered to pay the opposing company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 559(8), 527, 240 of the Code of Civil Procedure; A claim not properly introduced in the first instance or improperly re-introduced in the second instance is inadmissible for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1213 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1213/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών Η Σωτηρία" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Διαμαντάτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αυτόματοι Αναλυτές και Διαγνωστικά Αντιδραστήρια Medicon Hellas Ανώνυμη Εταιρεία" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Μήτσιου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1225/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-3-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 31-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή των πρώτου, δευτέρου και πέμπτου λόγων αναιρέσεως, την απόρριψη δε των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1 ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3 ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών διατάξεων εκδόθηκε ο ν.1406/1983, με τα άρθρα 1 παρ.2 και 9 του οποίου, από τις 11-6-1985 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων μεταξύ άλλων και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αυτής αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (Α.Ε.Δ.3/1999, Ολ.Α.Π.7/2001, 8/2000). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 29-11-2010 αγωγή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως που καταρτίστηκαν εγγράφως κατά το διάστημα από 23-2-2010 μέχρι 15-11-2010 μεταξύ αυτής και του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νοσοκομείου, πώλησε και παρέδωσε σ' αυτό τα αναλυτικά αναφερόμενα είδη (αντιδραστήρια και λοιπά αναλώσιμα εργαστηριακά ιατρικά υλικά) αντί του αναφερόμενου κατά μονάδα τιμήματος και συνολικού τιμήματος 101.332,14 ευρώ.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό των 101.332,14 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, κυρίως με βάση τις διατάξεις για την πώληση και επικουρικά, αν θεωρηθεί ότι οι ανωτέρω συμβάσεις πωλήσεως είναι άκυρες, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση διαφορά υπαγόταν στη δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι σ' αυτήν των διοικητικών δικαστηρίων, αφού ούτε από τις μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσες συμβάσεις πωλήσεως ούτε από το κανονιστικό καθεστώς που τις διέπει ούτε από ρήτρες σ' αυτές προκύπτει ότι το αναιρεσείον, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, βρισκόταν, χάριν του σκοπού που επιδιώχθηκε με τις συμβάσεις, σε υπερέχουσα θέση η οποία δεν προσιδιάζει στον με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, έναντι της αντισυμβαλλομένης του αναιρεσίβλητης (πωλήτριας).
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.4 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο το αναιρεσείον, επικαλούμενο υπέρβαση δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 1 ν.2286/1995 οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως, η δε διαδικασία τους ρυθμίζεται ήδη από το π.δ. 118/2007, που αντικατέστησε το π.δ.394/1996.
Γενικότερα κατά το άρθρο 41 ν.δ.496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου": "Πάσα σύμβασις διά λογαριασμόν του νομικού προσώπου, έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου.
Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομειούται δι' αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δι' ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης, αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως".
Tο παραπάνω ποσό των 10.000 δραχμών αυξήθηκε σε 150.000 δραχμές από τις 9-7-1992 με την 2054839/452/0026/3/9-7-1992 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και σε 2.500 ευρώ από τις 7-8-2002 με τη 2/42053/0094/7-8-2002 απόφαση του ίδιου υπουργού. Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 158 Α.Κ. η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 159 παρ.1 του ίδιου κώδικα δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη.
Aπό το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι κάθε σύμβαση που καταρτίζεται από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, όπως η σύμβαση προμήθειας (αγοράς) αγαθών, και έχει το πιο πάνω αντικείμενο, υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο, απαιτούμενο από το νόμο, χωρίς την τήρηση του οποίου η δικαιοπραξία είναι άκυρη.
Η ακυρότητα της συμβάσεως από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, τόσο για την αρχική σύμβαση όσο και για την τυχόν τροποποίησή της, είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου είναι υποχρεωμένο να αποδώσει στον πωλητή, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.
Α.Κ.), την ωφέλεια την οποία αποκόμισε από τα αγαθά που αγόρασε, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο για την αγορά των ίδιων αγαθών. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ.28 ν.3984/2011: "Για λόγους διασφάλισης δημοσίου συμφέροντος και προστασίας της Δημόσιας Υγείας, καθίστανται νόμιμες οι δαπάνες που απαιτούνται για την εξόφληση υποχρεώσεων από προμήθειες ιατροτεχνολογικών προϊόντων, φαρμάκων και συναφών προς τις προμήθειες αυτές υπηρεσιών, που εναρμονίστηκαν με τις χαμηλότερες τιμές της εγχώριας αγοράς του Παρατηρητηρίου Τιμών του άρθρου 24 του ν.3846/2010.
Οι ως άνω δαπάνες απορρέουν από προμήθειες των Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., συμπεριλαμβανομένων των Ψυχιατρικών και των Πανεπιστημιακών Κλινικών, των Νοσοκομείων Αρεταίειο και Αιγινίτειο, του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου και του Νοσοκομείου Παπαγεωργίου της Θεσσαλονίκης και διενεργήθηκαν από την κατάθεση στη Βουλή του ν. 3867/2010 μέχρι τη δημοσίευση του ν.3918/2011.
Σε περίπτωση που για είδη των προηγουμένων εδαφίων δεν υπάρχουν στο Παρατηρητήριο Τιμών του άρθρου 24 του ν.3846/2010 καταχωρημένες τιμές, οι δαπάνες που απαιτούνται για την εξόφληση των σχετικών υποχρεώσεων που απορρέουν από τις προμήθειες αυτές θεωρούνται νόμιμες εφόσον οι τιμές τους δεν υπερβαίνουν τις συμβατικές τιμές που είχε συμφωνήσει ο φορέας με την τελευταία συναφθείσα σύμβαση για τα ίδια είδη".
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, προκειμένου να εξοφληθούν υποχρεώσεις των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Ε.Σ.Υ. για προμήθειες ιατροτεχνολογικού και φαρμακευτικού υλικού (επομένως και για προμήθειες αντιδραστηρίων και λοιπών αναλώσιμων εργαστηριακών ιατρικών υλικών) που πραγματοποιήθηκαν από την κατάθεση στη Βουλή του ν.3867/2010 (στις 25-6-2010, όπως προκύπτει από την εισηγητική του έκθεση) μέχρι τη δημοσίευση του ν.3918/2011 (στις 2-3-2011) και να εκκαθαριστούν έτσι οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους, δεν ελέγχεται αν τηρήθηκε προηγουμένως η διαδικασία που προβλέπεται για την ανάληψη υποχρεώσεων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με συνέπεια να νομιμοποιούνται εκ των υστέρων οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν και εκτελέστηκαν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας αυτής.
Τέλος κατά το άρθρο 7 παρ.2 ν.δ.496/1974 ο νόμιμος τόκος και ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ορίζεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε από την επίδοση της αγωγής. Τέτοια διαφορετική ρύθμιση εισήγαγε το άρθρο 4 π.δ.166/2003 (το οποίο καταργήθηκε μεν από τις 9-5-2013 με την υποπαράγραφο Ζ.14 της παραγράφου Ζ ν.4152/2013 αλλά σύμφωνα με την ίδια πιο πάνω υποπαράγραφο οι διατάξεις του παραμένουν ισχυρές για τις συμβάσεις που υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια ισχύος του, έχει δε εφαρμογή και στις συμβάσεις προμηθειών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως προκύπτει από το άρθρο 3 παρ.1 εδ.α αυτού).
Κατά τις παραγράφους 1 έως 5 του άρθρου αυτού: "1. Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2. Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση, και οφείλει τόκους:
α. Εάν παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών. β. Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας.
γ. Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου. δ. Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών της παραγράφου 1 α του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις, ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες. 3.
Ο δανειστής δικαιούται τόκους, εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση. 4. Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ["επιτόκιο αναφοράς"] προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες ["περιθώριο"], εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην σύμβαση.
Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες". Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] κατήρτισε με το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών Η Σωτηρία" [ήδη αναιρεσείον] κατά το χρονικό διάστημα από 23-2-2010 έως 15-11-2010 εβδομήντα...
διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως αντιδραστηρίων (χημικών ουσιών) και συνοδού εξοπλισμού (αναλυτών και αναλωσίμων) για τη διενέργεια βιοχημικών εξετάσεων, εξετάσεων αερίων αίματος-ηλεκτρολυτών και γενικής εξέτασης ούρων, που ήταν απαραίτητα για τις ανάγκες λειτουργίας του και εξυπηρέτησης των ασθενών του.
Οι διαδοχικές αυτές πωλήσεις καταρτίστηκαν όλες χωρίς προηγούμενη διενέργεια διαγωνισμού και χωρίς την τήρηση των λοιπών νομίμων διατυπώσεων, κατόπιν σχετικών εγγράφων παραγγελιών του εναγομένου (του προϊσταμένου του τμήματος προμηθειών του) που εγκρίθηκαν με αντίστοιχες αποφάσεις του διοικητή του, μετά τη λήξη στις 9-12-2004 της ενιαύσιας παράτασης της προηγούμενης 121/9-12-2002 σχετικής διοικητικής σύμβασης ετήσιας διάρκειας που είχε καταρτισθεί νομίμως μεταξύ των εκπροσώπων της και του εναγομένου και στις οποίες (έγγραφες παραγγελίες) εξειδικεύονται κατ' είδος και ποσότητα τα πωλούμενα προϊόντα, στα πλαίσια δε των διαδοχικών αυτών πωλήσεων παρέδωσε στο εναγόμενο και το τελευταίο παρέλαβε ανεπιφύλακτα, συντάσσοντας αντίστοιχα πρωτόκολλα οριστικής ποσοτικής και ποιοτικής παραλαβής της αρμόδιας επιτροπής παραλαβών αντιδραστηρίων και αναλωσίμων ειδών, τα πωλούμενα αντιδραστήρια και λοιπά αναλώσιμα εργαστηριακά ιατρικά υλικά, όπως αυτά καταγράφονται στα...
…τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής που τα συνόδευαν κατά τη μεταφορά και παράδοσή τους, αντί συνολικού τιμήματος 101.332,14 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Ειδικότερα για τις εν λόγω πωλήσεις η ενάγουσα εξέδωσε τα ακόλουθα τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής, κατά την ημερομηνία της εκάστοτε παραλαβής των πωληθέντων ειδών στα οποία αφορά το κάθε τιμολόγιο και η οποία συμπίπτει με την αναγραφόμενη στο καθένα από αυτά ημερομηνία, όπου αναγράφεται το είδος, η ποσότητα και η τιμή μονάδας των πωληθέντων, καθώς και η αξία Φ.Π.Α.".
Ακολούθως το εφετείο προβαίνει σε αναλυτική παράθεση των τιμολογίων-δελτίων αποστολής και συνεχίζει: "Από τα πιο πάνω ποσά το εναγόμενο νοσοκομείο έχει καταβάλει συνολικά το ποσό των 1.803 ευρώ σε δύο δόσεις, των 1.089 ευρώ στις 3-12-2010 και 714 ευρώ στις 15-12-2010... που αντιστοιχούν στα .../ 23-2-2010 και .../17-3-2010 ένδικα τιμολόγια και...
απομένει οφειλόμενο ποσό κεφαλαίου (101.332,14-1.803=) 99.529,14 ευρώ. Από τις προαναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις προμήθειας νοσοκομειακού υλικού, εκείνες που καταρτίστηκαν από 26-7-2010, για την πρώτη των οποίων εκδόθηκε το .../26-7-2010 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής μέχρι την τελευταία ένδικη πώληση που καταρτίστηκε στις 15-11-2010, για την οποία εκδόθηκε το .../15-11-2010 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής, δηλαδή συμβάσεις συνολικού ποσού 87.301,28 ευρώ, αν και είχαν καταρτιστεί χωρίς την τήρηση των απαιτουμένων για το κύρος τους διατυπώσεων, χωρίς δηλαδή τήρηση εγγράφου τύπου, χωρίς την προηγούμενη διενέργεια διαγωνισμού και χωρίς τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων παραλαβής από αρμόδιο ή προς τούτο εξουσιοδοτημένο όργανο του εκκαλούντος-εναγομένου, χωρίς τη σύνταξη σχετικού πρωτοκόλλου, σύμφωνα με το ν.2955/2001, κατέστησαν νόμιμες εκ των υστέρων, με το...
άρθρο 66 παρ.28 του ν.3984/2011, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.
Συνεπώς για τις πιο πάνω 62 συμβάσεις το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα, με την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση, το ποσό των 87.302,28 ευρώ, που αντίστοιχει στο τίμημα των πωλήσεων αυτών, πλέον των νομίμων τόκων και μάλιστα επί του μερικοτέρου ποσού κάθε τιμολογίου από την 61η ημέρα έκδοσής του σύμφωνα με το π.δ.166/2003 και με το επιτόκιο που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.4 του ίδιου π.δ.
Επομένως, αφού η εν λόγω οφειλή του εναγομένου προέρχεται από εμπορική συναλλαγή που νομιμοποιήθηκε εκ των υστέρων με τις διατάξεις του πιο πάνω νόμου, το εναγόμενο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του π.δ.166/2003 (που ισχύει από 5-6-2003) βαρύνεται με τόκους υπερημερίας όχι από την επίδοση της αγωγής αλλά από την επομένη της παρέλευσης... 60 ημερών από την παραλαβή των προϊόντων κάθε επί μέρους συμβάσεως, δεδομένου ότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του, ήτοι η ενάγουσα έχει εκπληρώσει προσηκόντως όλες τις νόμιμες υποχρεώσεις της με την παράδοση των πωληθέντων προϊόντων και την ανεπιφύλακτη εκ μέρους της αρμόδιας επιτροπής του εναγομένου νοσοκομείου παραλαβή τους, που υπέγραψε τα αντίστοιχα πρωτόκολλα οριστικής και ποιοτικής παραλαβής ιατροτεχνικών, φαρμακευτικών και αναλώσιμων ειδών, ενώ το τίμημα δεν έχει εξοφληθεί (πλην του πιο πάνω μέρους του) και το εναγόμενο που φέρει το σχετικό βάρος δεν ισχυρίστηκε ούτε απέδειξε ότι η καθυστέρηση της πληρωμής οφείλεται σε ανυπαίτιο γεγονός...
Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η εγκυρότητα των ενδίκων διαδοχικών πωλήσεων, που κατά τα άνω καταρτίστηκαν χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, από 26-7-2010 έως 15-11-2010, επήλθε εκ των υστέρων και στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 66 παρ.28 του ν.3867/3-8-2010 (που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της αγωγής στον πρώτο βαθμό 31-10-2012) και όχι στις επικαλούμενες από το εναγόμενο ιδιωτικές συμβάσεις-πλαίσια με αριθμούς ...13-4-2006 και ...16-4-2007, με τις οποίες η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να συνεχίσει να προμηθεύει το εναγόμενο με αντιδραστήρια και αναλώσιμα για τη διενέργεια εξετάσεων, σύμφωνα με τους όρους της προαναφερόμενης διοικητικής σύμβασης, η ισχύς της οποίας και της παράτασής της είχε ήδη από 9-12-2004 λήξει, μέχρι την ανάδειξη νέου χορηγητή κατόπιν διαγωνισμού ή διαπραγμάτευσης, καθώς οι ιδιωτικές αυτές συμβάσεις-πλαίσια έχουν μεν καταρτιστεί μετά από σχετικές αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, πλην όμως ακύρως αφού με τις συμβάσεις αυτές επιχειρήθηκε ανεπίτρεπτη παράταση της ισχύος της προαναφερόμενης διοικητικής σύμβασης, χωρίς δηλαδή να προβλέπεται τέτοια δυνατότητα στη σχετική διακήρυξη ή στην ίδια τη διοικητική σύμβαση που είχε συναφθεί με βάση τη διακήρυξη αυτή.
Έτσι, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι αγωγικές αξιώσεις που απορρέουν από τις πιο πάνω συμβάσεις δεν ήταν ληξιπρόθεσμες, αφού ως τρόπος πληρωμής του τιμήματος είχε συμφωνηθεί, με παραπεμπτική ρήτρα των πιο πάνω ιδιωτικών συμβάσεων στο σχετικό όρο της διοικητικής σύμβασης, το σύστημα της τιμής ανά εξέταση μετά από πιστοποίηση των εξετάσεων που διενεργούνται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν.2955/2001 και τέτοια πιστοποίηση δεν υπάρχει στην κρινόμενη υπόθεση, είναι αβάσιμος αφού οι ένδικες διαδοχικές πωλήσεις δεν καταρτίστηκαν στα πλαίσια των πιο πάνω ...13-4-2006 και ...16-4-2007 ιδιωτικών συμβάσεων με τις οποίες επιχειρήθηκε άκυρη παράταση της διοικητικής σύμβασης του έτους 2002, αλλά καταρτίστηκαν ως συμβάσεις προμήθειας νοσοκομειακού υλικού (αντιδραστηρίων και λοιπών αναλωσίμων εργαστηριακών υλικών) χωρίς έγγραφο τύπο και χωρίς τήρηση των απαιτούμενων για το κύρος τους διατυπώσεων και νομιμοποιήθηκαν εκ των υστέρων με το άρθρο 66 παρ.28 του ν.3867/2010.
Αντιθέτως οι έξι... ένδικες συμβάσεις προμήθειας ίδιων υλικών που καταρτίστηκαν όλες στις 18-6-2010, για τις οποίες εκδόθηκαν τα ... έως και ... έξι... τιμολόγια-δελτία αποστολής συνολικού ποσού 12.227,86 ευρώ είναι απολύτως άκυρες επειδή καταρτίστηκαν όλες χωρίς προηγούμενη διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού...
ενώ οι έξι αυτές ένδικες συμβάσεις δεν νομιμοποιήθηκαν εκ των υστέρων με το άρθρο 66 παρ.28 του ν.3867/2010 αφού αυτές είχαν καταρτιστεί σε χρόνο προγενέστερο (18-6-2010) της εισαγωγής του νόμου (25-6-2010) στη Βουλή.
Συνεπώς, αφού η ενάγουσα δεν επικαλείται σύναψη των συμβάσεων αυτών με το εναγόμενο νοσοκομείο μετά από προηγούμενη διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού, οι συμβάσεις αυτές είναι απολύτως άκυρες, με αποτέλεσμα να παράγεται από αυτές μόνο αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού για την αξία των υλικών που παρέδωσε βάσει αυτών των ακύρων συμβάσεων στο αντίδικό της νοσοκομείο.
Ενόψει τούτων ως προς τις πιο πάνω έξι συμβάσεις που καταρτίστηκαν στις 18-6-2010 πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η κύρια βάση από τη σύμβαση και να γίνει δεκτή ως νόμιμη και ουσία βάσιμη η αγωγή ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό που προέρχεται από άκυρη σύμβαση... να υποχρεωθεί δε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 12.227,86 ευρώ που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο για την προμήθεια των εν λόγω υλικών με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, αφού αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα σε εκτέλεση των ανωτέρω άκυρων συμβάσεων παρέδωσε προς το εναγόμενο νοσοκομείο τα πωληθέντα προϊόντα που περιγράφονται αναλυτικά σε καθένα από τα έξι τιμολόγια με αριθμούς ...
έως και ... όλα της 18-6-2010 αντί του εκάστοτε αναγραφομένου-συμφωνημένου τιμήματος (συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. εκ ποσοστού 19%) εκ ποσού 1.633,50 ευρώ, 2.393,40 ευρώ, 2.420 ευρώ, 1.460,78 ευρώ, 2.331,62 ευρώ και 1.988,56 ευρώ αντίστοιχα... Έτσι το εναγόμενο πλούτισε αδικαιολόγητα κατά το συνολικό ποσό των πιο πάνω τιμολογίων, δηλαδή κατά το ποσό των 12.227,86 ευρώ χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, αφού μολονότι κατά τα άνω παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα παραδοθέντα προϊόντα, αρνείται να εξοφλήσει την αξία τους που συμπίπτει με το συνολικό τίμημα και οφείλει να αποδώσει τον πιο πάνω πλουτισμό με το νόμιμο τόκο που υπολογίζεται από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής και με επιτόκιο 6%...".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε ακολούθως την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (το οποίο είχε δεχθεί την αγωγή στο σύνολό της κατά την κύρια βάση της, δηλαδή εκείνη από τις συμβάσεις πωλήσεως) και, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, δέχθηκε μερικώς την αγωγή ως βάσιμη όσο μεν αφορά τις συμβάσεις συνολικού ποσού 87.301,28 ευρώ που καταρτίστηκαν από 26-7-2010 μέχρι 15-11-2010 κατά την κύρια βάση της (από τις συμβάσεις πωλήσεως), όσο δε αφορά τις συμβάσεις συνολικού ποσού 12.227,86 ευρώ που καταρτίστηκαν στις 18-6-2010 κατά την επικουρική βάση της (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό), υποχρέωσε δε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 99.529,14 ευρώ νομιμοτόκως το μεν ποσό των 87.301,28 ευρώ με το επιτόκιο υπερημερίας που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προσαυξημένο κατά επτά ποσοστιαίες μονάδες από την επομένη της παρελεύσεως εξήντα ημερών από την παραλαβή των προϊόντων κάθε τιμολογίου, το δε ποσό των 12.227,86 ευρώ με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 66 παρ.28 ν.3984/2011. Ειδικότερα, ορθά και χωρίς καμία αντίφαση στις αιτιολογίες του, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι η εγκυρότητα των ενδίκων συμβάσεων πωλήσεως που καταρτίσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 26-7-2010 έως 15-11-2010 χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων (διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού και τήρηση νομίμου τύπου) επήλθε εκ των υστέρων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 66 παρ.28 ν.3867/2010 και όχι με βάση τις ...2006 και ...2007 ιδιωτικές συμβάσεις-πλαίσια που επικαλέσθηκε το αναιρεσείον, οι οποίες ορθά επίσης δέχθηκε ότι είχαν καταρτισθεί ακύρως, αφού με αυτές επιχειρήθηκε ανεπίτρεπτη παράταση της αρχικής διοικητικής συμβάσεως του έτους 2002, η ισχύς της οποίας και της παρατάσεώς της είχε ήδη λήξει από 9-12-2004, με αναγκαία συνέπεια της ως άνω παραδοχής του, αφενός μεν να μην νομιμοποιείται και ο περιεχόμενος στις άκυρες αυτές ιδιωτικές συμβάσεις όρος πληρωμής του τιμήματος μετά από πιστοποίηση των εξετάσεων που διενεργούνταν, αφετέρου δε να είναι ληξιπρόθεσμες οι αγωγικές αξιώσεις που απορρέουν από τις μεταγενεστέρως ισχυροποιηθείσες ένδικες συμβάσεις πωλήσεως.
Εξάλλου μετά την παραδοχή ότι οι εξήντα δύο από τις ένδικες συμβάσεις, αν και άκυρες (λόγω μη διενέργειας προηγούμενου μειοδοτικού διαγωνισμού και λόγω μη τηρήσεως του νόμιμου τύπου), ισχυροποιήθηκαν εκ των υστέρων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 66 παρ.28 ν.3984/2011, ορθώς στη συνέχεια δέχθηκε ότι σ' αυτές έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 4 π.δ.166/2003, εφόσον συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις.
Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον, κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.
Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως και απαραδέκτως, είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. είτε γιατί, παρά το ότι προτάθηκαν νομίμως σε προηγούμενη συζήτηση της υποθέσεως, εν τούτοις επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται με το άρθρο 240 του ίδιου κώδικα (Α.Π.128/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα πρωτοβαθμίως και επαναφερθέντα στο εφετείο με τις προτάσεις ισχυρισμό του αναιρεσείοντος εκ του άρθρου 909 Α.Κ. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ούτε οι πρωτοβάθμιες προτάσεις του αναιρεσείοντος προσκομίζονται, ώστε να διακριβωθεί αν η ως άνω ένσταση προβλήθηκε παραδεκτά πρωτοβαθμίως αλλά ούτε έγινε νόμιμη επαναφορά αυτής στο εφετείο με λόγο εφέσεως, δοθέντος ότι κατά τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο επαναφέρθηκε στο εφετείο με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος και ως εκ τούτου ορθά δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (η οποία κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Μαρτίου 2014 αίτηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών Η Σωτηρία" για αναίρεση της 110/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ