Legislator Case Law & Legislation
1213/2014 AI generated

1213/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1213/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1213/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ο αναιρεσείων πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔ 561 § 1).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1213 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1213/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Ί., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπασαράντο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Φεβρουαρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 959/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 104/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Σεπτεμβρίου 2012 αίτηση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 9 Οκτωβρίου 2013 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 104/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 20-5-2009 έφεσης του αναιρεσείοντος και της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΤΕ Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία", η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, κατά της υπ' αριθμ. 959/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η με αριθμό εκθ.

κατάθεσης 1054/2004 αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου του αναιρετηρίου, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν τις ενστάσεις που προέβαλε προς απόκρουση της αγωγής και ειδικότερα ότι η αγωγή ασκήθηκε κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, καθώς και ότι οδηγήθηκε στην κατάρτιση της ένδικης σύμβασης αγοραπωλησίας μετοχών, κατόπιν εξαπάτησής του, με ελλειπείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εντοπίζονται στο κυρίαρχο ζήτημα των ενστάσεών του στο πως, δηλαδή, καθορίστηκε η αξία κάθε μεταβιβαζόμενης μετοχής σε 3,40 ευρώ.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, αναφορικά με το ζήτημα τούτο, τα ακόλουθα μεταξύ άλλων πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "...Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά του να αξιώσει από αυτούς αποζημίωση για την δήθεν αντισυμβατική συμπεριφορά του εξ αυτών Α.

Α.. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι ο ενάγων κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την αγορά από τον εξ αυτών Α. Α. και την εταιρεία "ΑΛΦΑ ΑΛΦΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ" και του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της ανώνυμης εταιρείας "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ" που ανήκαν στον ενάγοντα και τις αδελφές του, αυτός (ενάγων), δια μέσου του Α.

Α., που διαπραγματευόταν την πώληση των μετοχών για λογαριασμό του, αλλά και ο ίδιος προσωπικά, παρουσίασε σ' αυτούς (υποψήφιους αγοραστές) ψευδή και ανακριβή στοιχεία, όσον αφορά το ενεργητικό και την οικονομική κατάσταση της προαναφερθείσας εταιρείας "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ", ενώ επίσης παρέλειψε να τους ενημερώσει ότι η ως άνω εταιρεία είχε τεράστια ανάγκη κεφαλαίων κίνησης και τέλος ότι δεν τους ενημέρωσε για την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκονταν δύο από τα τρία έργα που εκείνη την εποχή εκτελούσε η εταιρεία αυτή.

Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι με βάση τα στοιχεία που τους είχε χορηγήσει ο ενάγων, η καθαρή θέση της εταιρείας "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ" εκτιμήθηκε στο ποσό των 15,11 δις δραχμών ή 44.343.360 ευρώ (σύνολο ενεργητικού 22,7 δις δρχ. και σύνολο παθητικού 7,59 δις δρχ. = 15,11 δις δρχ ή 44.343.360 ευρώ) πλην, όμως, όπως διαπιστώθηκε αργότερα, μετά την πώληση των μετοχών, η πραγματική καθαρή θέση της εταιρείας ήταν εντέλει αρνητική, κατά ποσοστό -5,16%, ήτοι κατά 2.289.068,23 ευρώ, δεδομένου ότι τα χορηγηθέντα κατά τις διαπραγματεύσεις στοιχεία του ενεργητικού της εταιρείας, σχετικά με τα κονδύλια αυτού που αφορούσαν "λαβείν από το έργο ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ", "εισπράξιμες απαιτήσεις από διάφορες κοινοπραξίες στις οποίες συμμετείχε η εταιρεία "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ", "τρέχουσα αξία μηχανημάτων", "τρέχουσα αξία ακινήτων" και "αναμενόμενο κέρδος από την εκτέλεση των έργων", υπολείπονταν σημαντικά εκείνων που πράγματι διαπιστώθηκαν στη συνέχεια, όπως ειδικότερα αναφέρεται.

Επίσης ισχυρίζονται ότι εξαιτίας της παραλείψεως του ενάγοντος να ενημερώσει τους αγοραστές για το γεγονός ότι η προαναφερθείσα εταιρεία είχε τεράστια ανάγκη κεφαλαίων κίνησης, η εναγομένη εταιρεία "ΑΛΤΕ ΑΤΕ", η οποία απορρόφησε την εταιρεία "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ" και η πλειοψηφία των μετοχών της ανήκε στην εταιρεία "ΑΛΦΑ ΑΛΦΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΑΕ", υποχρεώθηκε να χρηματοδοτήσει την τελευταία με το ποσό των 7.500.000 ευρώ, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα χρέη της, ενώ, τέλος, εξαιτίας της παραλείψεως του ενάγοντος να τους ενημερώσει για την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκονταν τα έργα κατασκευής του νέου εργοστασίου της εταιρείας "Λ.

ΑΕ" και του "ΑΗΣ Φλώρινας", που εκείνη την εποχή εκτελούσε η εταιρεία "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ", από τα οποία, στο μεν πρώτο η σχετική σύμβαση περιείχε δυσμενέστατους όρους, στο δε δεύτερο υπήρχαν μεγάλες καθυστερήσεις, αναγκάστηκαν μετά από λίγους μήνες να συμφωνήσουν με τους κυρίους των έργων την αποχώρηση της εταιρείας "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ" από αυτά με βαρύτατες οικονομικές συνέπειες για τους ίδιους.

Εξαιτίας δε της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του ενάγοντος, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, ο εξ αυτών Α. Α., οδηγήθηκε στην κατάρτιση συμβάσεως, ήτοι στην αγορά μετοχών με επαχθείς όρους, τους οποίους δεν θα είχε συμφωνήσει αν δεν είχαν προηγηθεί οι ενέργειες και παραλείψεις του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί, αφού το ποσό του τιμήματος των 3,40 ευρώ που κατέβαλε για την αγορά 2.316.568 μετοχών της ως άνω εταιρείας "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ", η οποία (αγορά) υπήρξε η αιτιώδης σχέση που τον οδήγησε στην πρόταση για την ελευθέρωση της ενεχυρασθείσας κατάθεσης του ενάγοντος, δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική καθαρή θέση της εταιρείας "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ" , την ίδια δε ζημία υπέστη και η επίσης αγοράστρια εταιρεία "ΑΛΦΑ ΑΛΦΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΑΕ", που αγόρασε 2.549.604 μετοχές της ίδιας εταιρείας, με αποτέλεσμα η άσκηση της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος να απαιτεί αποζημίωση να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, άλλως τα ίδια πραγματικά περιστατικά να πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 147 ΑΚ, αφού εξαιτίας της ως άνω απατηλής συμπεριφοράς του ενάγοντος οδηγήθηκε ο εναγόμενος Α.

Α. (καθώς και η εταιρεία "ΑΛΦΑ ΑΛΦΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΑΕ") στην κατάρτιση της βασικής αιτιώδους σχέσεως σε σχέση με την αναληφθείσα υποχρέωση για ελευθέρωση της ενεχυρασθείσας κατάθεσης του ενάγοντος, ήτοι στην αγορά των μετοχών της εταιρείας "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ"... Αυτές, όμως (ενστάσεις), του εναγομένου Α.

Α. (περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 147 ΑΚ, όσον αφορά τη βασική αιτιώδη σχέση που τον συνδέει με τον ενάγοντα), δεν αποδείχθηκαν βάσιμες, κατά την κρίση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την αγορά από τον ως άνω εναγόμενο και την εταιρεία "ΑΛΦΑ ΑΛΦΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΑΕ" του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της ανώνυμης εταιρείας "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ", ο ενάγων δια μέσου του Α.

Α. που ενεργούσε για λογαριασμό του αλλά και ο ίδιος ατομικά εξαπάτησε τον ως άνω εναγόμενο (και την επίσης αγοράστρια εταιρεία ανώνυμη εταιρεία) αναφορικά με τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της υπό πώληση εταιρείας, όπως ειδικότερα αναφέρει ο εναγόμενος αυτός με τις έγγραφες προτάσεις του.

Τα όσα δε σχετικά ανέφερε ο μάρτυρας του εναγομένου Α. Α., Ι. Α. και περιλαμβάνονται στην κατάθεσή του που περιέχεται στα υπ' αριθμ. 3159/2010 πρακτικά συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων (ο ίδιος μάρτυρας εξετάστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), ότι δηλαδή κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων ο ως άνω εναγόμενος του παρέδωσε ένα τεύχος με το ενεργητικό και το παθητικό της εταιρείας "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ", έως την 30-09-2001, το οποίο είχε εκδοθεί από το λογιστήριο της εταιρείας αυτής, τελούσε σε γνώση του ενάγοντος και εμφάνιζε ενεργητικό αυτής περίπου 15 δις δραχμών, καθώς και ότι στα στοιχεία του τεύχους αυτού, το οποίο, ας σημειωθεί, ήταν ανυπόγραφο, βασίστηκε η συμφωνία της αγοραπωλησίας των μετοχών, δεν κρίνονται πειστικά, αφού εκτός του ότι το τεύχος αυτό δεν προσκομίζεται από τον εναγόμενο, η ως άνω κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, όπως και όλοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου Α.

Α., αντικρούονται πλήρως από το σχετικό όρο που συμφωνήθηκε και συμπεριλήφθηκε στα από 28-1-2002 ιδιωτικά συμφωνητικά πώλησης των μετοχών της εταιρείας "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ" και σύμφωνα με το οποίο οι πωλητές (δηλαδή ο ενάγων και οι αδελφές του) δεν ανελάμβαναν καμία ευθύνη έναντι των αγοραστών (προαναφερθέντος εναγομένου) και εταιρείας ΑΛΦΑ ΑΛΦΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ ΑΕ) για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας και για την ακρίβεια της απεικόνισής της στα λογιστικά της βιβλία (όρος Β2 των ως άνω ιδιωτικών συμφωνητικών), γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι ο ενάγων δεν είχε παράσχει στους αγοραστές συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις για τα οικονομικά στοιχεία όσον αφορά την εταιρεία, ώστε με βάση αυτά να έχει προσδιορισθεί και η αξία των μετοχών της, αφού τούτο θα ερχόταν σε αντίθεση με τη ρητή συμφωνία στα προαναφερθέντα ιδιωτικά συμφωνητικά περί μη ευθύνης των πωλητών για την οικονομική κατάσταση της ως άνω εταιρείας.

Τα παραπάνω δε δεν αναιρούνται από την ένορκη βεβαίωση της Ε. Α. που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, η οποία κρίνεται μη πειστική. Εξάλλου, αν οι διαπραγματεύσεις για την αγορά των μετοχών και η σύναψη της σχετικής συμβάσεως είχαν στηριχθεί πράγματι στην ύπαρξη του τεύχους που υποστηρίζει ο εναγόμενος και ανέφερε ο μάρτυρας Ι.

Α. καθώς και στην ορθότητα των στοιχείων του, ασφαλώς θα υπήρχε σχετική μνεία στα από 28-1-2002 ιδιωτικά συμφωνητικά ή θα είχε επισυναφθεί σ' αυτά η σχετική κατάσταση ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας, ενώ επίσης σχετική δήλωση των πωλητών για την ορθότητα των οικονομικών στοιχείων θα είχε περιληφθεί στο κεφάλαιο Β των ιδιωτικών συμφωνητικών που φέρει τον τίτλο "Δηλώσεις πωλητών και αγοραστών", στο οποίο αυτοί (πωλητές) προέβησαν σε ρητές δηλώσεις και διαβεβαιώσεις για άλλα ζητήματα ήσσονος σημασίας (απαιτήσεις τρίτων, επιταγές, συναλλαγματικές και εγγυήσεις), σε αντίθεση με το κρίσιμο ζήτημα, για το οποίο δήλωσαν ότι δεν αναλαμβάνουν καμία ευθύνη.

Για τους ίδιους δε λόγους δεν προέκυψε ότι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων ο ενάγων παρέλειψε απατηλά και κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να ενημερώσει τους αγοραστές σχετικά με το βραχυπρόθεσμο ισοζύγιο απαιτήσεων και υποχρεώσεων της εταιρείας, καθώς και για την πορεία και την πραγματική κατάσταση των έργων κατασκευής του νέου εργοστασίου "Λ.

ΑΕ" καθώς και εκείνου της ΔΕΗ του "ΑΗΣ Φλώρινας", αφού στα συνταχθέντα ιδιωτικά συμφωνητικά πώλησης των μετοχών, πέραν του γεγονότος ότι δεν αναλαμβάνεται ευθύνη των πωλητών για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας ("ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ ΑΕ"), επιπλέον ουδεμία αναφορά γίνεται σ' αυτά σχετικά με τα εκτελούμενα από την ως άνω εταιρεία έργα, παρόλο που, όπως προαναφέρθηκε, άλλα, ήσσονος σημασίας θέματα, λεπτομερώς αναφέρονται στα πιο πάνω ιδιωτικά συμφωνητικά...

Επομένως, οι ως άνω ενστάσεις του προαναφερθέντος εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και περί ακυρότητας της βασικής σχέσεως της πωλήσεως των μετοχών λόγω απάτης είναι απορριπτέες ως ουσία αβάσιμες". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε και συγκεκριμένα τον τρόπο προσδιορισμού της αξίας κάθε μετοχής.

Ειδικότερα, την απόρριψη των συγκεκριμένων ενστάσεων του αναιρεσείοντος δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι 1) στα από 28-1-2002 ιδιωτικά συμφωνητικά πώλησης των μετοχών της εταιρείας "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ Α.Ε." περιελήφθη όρος (υπό τα στοιχεία Β2) σύμφωνα με τον οποίο οι πωλητές, ήτοι ο αναιρεσίβλητος και οι αδελφές του δεν ανελάμβαναν καμία ευθύνη έναντι των αγοραστών τόσο για την οικονομική κατάσταση της ανωτέρω εταιρείας, όσο και για την ακρίβεια της απεικόνισής της στα λογιστικά της βιβλία, 2) ο αναιρεσίβλητος δεν είχε παράσχει στον αναιρεσείοντα συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις για τα οικονομικά στοιχεία της εν λόγω εταιρείας , έτσι ώστε με βάση αυτά να προσδιοριστεί η αξία της μετοχής και 3) στο κεφάλαιο Β των επίμαχων ιδιωτικών συμφωνητικών, που φέρει τον τίτλο "Δηλώσεις πωλητών και αγοραστών", οι πωλητές προέβησαν σε ρητές δηλώσεις και διαβεβαιώσεις, για ζητήματα ήσσονος σημασίας (απαιτήσεις τρίτων, επιταγές, συναλλαγματικές και εγγυήσεις), σε αντίθεση με το κρίσιμο ζήτημα, για το οποίο, όπως ειπώθηκε, δήλωσαν ότι δεν αναλαμβάνουν καμία ευθύνη.

Επομένως, ο στηριζόμενος στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μπορεί να στηριχθεί στα προαναφερθέντα ιδιωτικά συμφωνητικά, καθόσον κατά την κατάρτισή τους, τόσο αυτός όσο και ο αναιρεσίβλητος δεν ασχολήθηκαν με το αν η καθαρή θέση της εταιρείας καθορίστηκε με βάση την απεικόνισή της στα λογιστικά της βιβλία.

Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι ο επίμαχος όρος των ιδιωτικών συμφωνητικών αναφέρεται στην απαλλαγή των πωλητών από κάθε ευθύνη για τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων που διαμόρφωσαν την οικονομική κατάσταση της εξαγοραζόμενης εταιρείας, όπως αυτή εμφανιζόταν στα λογιστικά της βιβλία και σε καμία περίπτωση δεν αναφέρεται ούτε περιγράφει την πραγματική, καθαρή της θέση.

Ο λόγος αυτός, κατά το συγκεκριμένο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δοθέντος ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου εγγράφου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔ 561 § 1). Εξάλλου κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, ήτοι παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι η αιτίαση, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο περιστατικά, αναφέρεται σε σφάλμα, ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα του δικάσαντος δικαστηρίου.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (ΑΠ 103/2013).

Με το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ. Πλέον συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Εφετείου περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες για το συγκεκριμένο ζήτημα, καθόσον "είναι δίδαγμα της κοινής πείρας ότι σε όλες τις ανώνυμες εταιρείες και ιδίως στις τεχνικές είναι διαφορετική η εικόνα που εμφανίζουν στα επίσημα λογιστικά βιβλία σε σύγκριση με την πραγματική καθαρή τους θέση".

Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ο αναιρεσείων πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔ 561 § 1).

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ