Supreme Court allows appeal against bank's early dismissal due to failure to consider unraised payment condition defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the lawyer's claim for fees. The bank had dismissed the claim prematurely by relying on a defense regarding unpaid fees that the bank itself had not raised in its appeal. The court ruled that the lower court erred by considering this unraised argument, which fundamentally affected the trial's outcome. Consequently, the case was remanded for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522 and 559 of the Code of Civil Procedure; The court must not consider a defense raised by the opposing party that was not explicitly proposed by the appellant in their appeal, as such an omission precludes the lower court from basing its decision on that specific ground.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1213 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1213/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μιχαήλ Μαραγκάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ισμήνη Δωρή και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/4/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 78/2009 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/2/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 5/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και του δευτέρου, με στοιχεία α' και γ' λόγων της ένδικης αίτησης και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), "ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικου." Περαιτέρω, κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρω 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων".
Σύμφωνα δε με το εδ. β' της τελευταίας αυτής διατάξεως, που είχε προστεθεί με την παρ. 3 του άρθρου 5 ν.δ. 4272/1962 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν. 1093/1980, "πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου ως εργαζομένου, αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι η μεταξύ εντολέως και δικηγόρου συμφωνία για τη λήψη αμοιβής κατώτερης των ελαχίστων ορίων των καθορισμένων στα άρθρα 98 επ.
του δικηγορικού Κώδικα, ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεώς της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και της μορφής υπό την οποία συνάπτεται (αφέσεως χρέους του άρθρου 454 ΑΚ ή άλλης συμφωνίας), είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (ΑΚ 174, 180). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε ο ισχυρισμός που συνέχεται μετην ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απλ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1 /1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, αό την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων, με την ιδιότητα του ως συνεργαζόμενος δικηγόρος με την εναγόμενη Τράπεζα, παρείχε σ' αυτήν και στο υποκατάστημα της στην …, από το έτος 1994 τουλάχιστον, δικηγορικές υπηρεσίες και ειδικότερα προέβαινε, κατ' εντολή και για λογαριασμό της, σε έκδοση διαταγών πληρωμής, κατάθεση προτάσεων επί ανακοπών κατά διαταγών πληρωμής κλπ.
Ο τρόπος αμοιβής των συνεργαζόμενων δικηγόρων της εναγομένης είχε καθοριστεί με την 14.299/11.7.1994 εγκύκλιο της Διεύθυνσης Δικαστικής Υπηρεσίας αυτής, η οποία όριζε, ειδικότερα, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση Δ' αυτής, ότι "για αμοιβές για υποθέσεις που αφορούν είσπραξη απαιτήσεων της Τράπεζας με δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες, ο συνεργαζόμενος δικηγόρος θα προεισπράττει από την Τράπεζα μόνο τα πραγματικά του έξοδα και θα υπόσχεται εγγράφως ότι θα εισπράττει την αμοιβή του συγχρόνως με την είσπραξη της απαίτησης της Τράπεζας και υπό την προϋπόθεση ότι η απαίτηση θα εισπραχθεί στο ακέραιο.
Αν ο δικηγόρος δεν δέχεται αυτήν την συμφωνία, τότε από την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, η Τράπεζα, αφού αφαιρέσει το ποσό που αντιστοιχεί στα πραγματικά έξοδα που κατέβαλε στον δικηγόρο, μπορεί να καταβάλλει στον δικηγόρο το 50% του υπολοίπου ποσού της δικαστικής δαπάνης. Το υπόλοιπο όμως 50%, όπως και η αμοιβή της επιταγής, θα καταβληθεί με την ολοσχερή εξόφληση της απαίτησης της Τράπεζας.
Τέλος, σε τυχόν περιπτώσεις που ο δικηγόρος δεν δέχεται να αναλάβει με τις παραπάνω προϋποθέσεις, είτε με την πρώτη είτε με την δεύτερη, σε περίπτωση μη αποδοχής της πρώτης, τότε θα πρέπει να απευθύνεται στην Διεύθυνση της Τράπεζας και να ενεργεί ύστερα από προηγούμενη συνεννόηση με αυτήν". Από τις ανωτέρω τρεις επιλογές του τρόπου αμοιβής του από την εναγομένη, ο ενάγων είχε επιλέξει εκείνη, σύμφωνα με την οποία ο δικηγόρος πληρώνεται τα πραγματικά του έξοδα και το ήμισυ της επιδικαζομένης με τη διαταγή πληρωμής δικαστικής δαπάνης κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ενώ το υπόλοιπο της δικαστικής δαπάνης, όπως και όλες τις λοιπές αξιώσεις του, ιδίως αμοιβών, από όλη τη διαδικασία της έκδοσης διαταγής πληρωμής και την επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης, θα τις εισπράττει υπό την αναβλητική αίρεση της ολοσχερούς εξόφλησης από τον οφειλέτη της απαίτησης της εναγομένης.
Στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας, κατόπιν εντολής της εναγομένης, ο ενάγων προέβη, κατά τον μήνα Μάιο του έτους 1995, στην σύνταξη και κατάθεση δύο αιτήσεων για έκδοση δύο διαταγών πληρωμής εις βάρος - της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ... ως πρωτοφειλέτιδας και κατά των Γ. Γ., Ε. συζύγου Γ.
Γ. και Α. χήρας Ν. Λ., ως εγγυητών της πρωτοφειλέτιδας, για την είσπραξη απαίτησης της εναγομένης από δύο συμβάσεις δανείου και τις πρόσθετες αυτών πράξεις αυξήσεως πιστώσεως, ποσού 34.442.121 δρχ. και 35.807.540 δρχ., αντίστοιχα. Επ' αυτών εκδόθηκαν οι Διαταγές Πληρωμής … και …/1995 του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, κατά των οποίων οι φερόμενοι ως οφειλέτες άσκησαν ισάριθμες ανακοπές το ίδιο έτος, οι οποίες συζητήθηκαν, μετά από αναβολή, στη δικάσιμο στις 7.10.1997, οπότε και τις αντέκρουσε ο ενάγων δικηγόρος με σχετικές προτάσεις, που κατέθεσε για λογαριασμό της εναγομένης εντολέα του, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας, όπου και παραστάθηκε νομότυπα.
Επί των ανακοπών αυτών εκδόθηκαν οι 85 και 333/1998 τελεσίδικες αποφάσεις του πιο πάνω Δικαστηρίου, οι οποίες απέρριψαν τις ανακοπές. Ακολούθως ο ενάγων, σύμφωνα με την ανωτέρω εγκύκλιο της εναγομένης, στις 20 Οκτωβρίου 1997, υπέβαλε στην τελευταία σημειώματα και πίνακες των πραγματικών εξόδων του και του συμφωνηθέντος αρχικού τμήματος της αμοιβής του για σύνταξη προτάσεων και παράσταση του κατά την αναβολή των υποθέσεων στις 19.3.1996 και κατά τη συζήτηση των υποθέσεων στις 7.10.1997, τα οποία αυτή (εναγομένη) ενέκρινε και του κατέβαλε.
Στη συνέχεια, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι έχει εξοφληθεί ολοσχερώς η ανωτέρω απαίτηση της εναγομένης κατά της πιστούχου πρωτοφειλέτριας εταιρίας και των εγγυητών αυτής. Επομένως, εφόσον μέχρι του χρόνου συζητήσεως της παρούσας υποθέσεως δεν συνέβη το μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός της ολοσχερούς εξοφλήσεως της απαιτήσεως της εναγομένης, μόνο μετά την πλήρωση του οποίου ο ενάγων δικηγόρος θα είχε το δικαίωμα να ζητήσει το υπόλοιπο ποσό της οφειλόμενης σ' αυτόν δικαστικής δαπάνης, όπως και όλες τις λοιπές αξιώσεις του, ιδίως αμοιβών, από όλη τη διαδικασία της έκδοσης διαταγής πληρωμής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη εγκύκλιο, την οποία είχε αποδεχθεί και στην οποία είχε προσχωρήσει αυτός καθόλη τη διάρκεια της πολύχρονης συνεργασίας του με την εναγομένη Τράπεζα σε σχέση με την αμοιβή του από την παροχή των δικηγορικών του υπηρεσιών προς εκείνη, η σκοπηθείσα από τα μέρη νομική ενέργεια της συμφωνίας των διαδίκων περί καταβολής του υπολοίπου της αμοιβής του δεν χώρησε και δεν επήλθαν μέχρι σήμερα τα αποτελέσματα της, οπότε, λόγω μη πληρώσεως της κατά τα άνω συνομολογηθείσας αναβλητικής αφέσεως (άρθρο 201 ΑΚ), οι επίδικες αξιώσεις του για είσπραξη της, πέραν της προκαταβληθείσας, υπόλοιπης αμοιβής του ασκούνται προώρως επί του προκειμένου.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την εγκύκλιο της εναγομένης και τον τρόπο που συμφώνησε να πληρώνεται από την εντολέα του, βάσει αυτής, έχει συνομολογήσει εξωδίκως ο ενάγων, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την εναγομένη: α) από 20.10.1997 σημείωμα εξόδων και αμοιβών του ενάγοντος, στο οποίο αυτός υπολογίζει την αμοιβή του βάσει της ανωτέρω εγκυκλίου, β) από 23.7.1996 έγγραφο του ενάγοντος προς τον τότε διευθυντή του καταστήματος … της εναγομένης, με το οποίο εξηγεί ο ίδιος ποιά θα είναι η αμοιβή του σε περίπτωση εξόφλησης της απαίτησης της τελευταίας, σύμφωνα με την ανωτέρω εγκύκλιο και γ) από 13.7.2004 και με αρ.
κατ. 241/04 αγωγή του ενάγοντος κατά της εναγομένης, καθώς και από 7.7.2004 και με αρ. κατ. 189/04 όμοια, στις οποίες εκθέτει τη σύναψη ειδικής συμφωνίας αμοιβής των συνεργαζόμενων με την εναγομένη δικηγόρων βάσει της ανωτέρω εγκυκλίου. Ύστερα από όλα τα παραπάνω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί, ως προώρως ασκηθείσα.
Κατ' ακολουθίαν, αφού το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση αυτού, δέχθηκε, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, την αγωγή, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της έφεσης της εναγομένης, με τους οποίους η τελευταία ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη προκειμένου να, απορριφθεί η ένδικη αγωγή, να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση αυτής, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και, αφού δικασθεί η αγωγή από το παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί αυτή".
Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, ο λόγος, για τον οποίο το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή, είναι διότι, όπως δέχθηκε , αυτή ασκήθηκε πρόωρα, χωρίς να έχει πληρωθεί η εκ του άρθρου 201 Α.Κ. αίρεση, ήτοι χωρίς προηγουμένως να πληρωθεί η προϋπόθεση, που είχε συμφωνηθεί, για την καταβολή της πλήρους αμοιβής του ενάγοντα, ήτοι της ολοσχερούς εξοφλήσεως προς την Τράπεζα των τρίτων, οφειλετών τους, εναντίον των οποίων εκδόθηκαν οι ως άνω διαταγές πληρωμής και κατά την εκδίκαση των συναφών δικών των οποίων, ο ενάγων εκπροσώπησε την εναγομένη, ως πληρεξούσιος δικηγόρος της.
Όμως, από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, δεν προκύπτει ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη προέβαλε τέτοιο λόγο, ώστε να επιληφθεί το Εφετείο και να αποφανθεί σχετικά (άρθρο 522 Κ.Πολ.Δικ.). Ειδικότερα, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της εφέσεως, η αναιρεσίβλητη πρότεινε τις ενστάσεις εξοφλήσεως και καταχρήσεως δικαιώματος και με τους τέταρτο και πέμπτο, ισχυρισμούς περι του τρόπου υπολογισμού της αμοιβής, που εδικαιούτο ο αναιρεσείων, καθώς και ότι δεν οφειλόταν ιδιαίτερη αμοιβή, για τις προτάσεις, που είχε καταθέσει, κατά τη διεξαγωγή των ως άνω δικών.
Συνεπώς, το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, που δεν είχε προταθεί από την εκκαλούσα- εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με σχετικό λόγο έφεσης, ο οποίος είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την άνω διάταξη αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος, κατ' ουσίαν. Μετά από αυτά και εφόσον περέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.). Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.78/2009 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ