1213/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1525/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2793/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 30 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1213/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις εκδοθείσες σιδηροδρομικές φορτωτικές σημειώθηκαν, εκτός των άλλων, ο αριθμός του βαγονιού, ο αριθμός των χαρτοκιβωτίων που φορτώθηκαν και το βάρος τους σε χιλιόγραμμα, ο αριθμός των σφραγίδων που τέθηκαν στις πόρτες κάθε βαγονιού από την προαναφερθείσα αποστολέα γερμανική εταιρία, καθώς και η ρήτρα ότι η μεταφορά θα γίνει χωρίς μεταφόρτωση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1213 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1213/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: Δημοσίας Επιχειρήσεως με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" και με διακριτικό τίτλο ΟΣΕ Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίκλεια Τζέλλη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρία Ελληνικών και Διεθνών Μεταφορών ΠΡΟΟΔΟΣ", που εδρεύει στην Καλλιθέα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Τζοβάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1525/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2793/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 30 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 35, 36 παρ.1 και 3, 37 παρ.2 και 55 παρ.3 του Β' παραρτήματος της από 9.5.1980 Σύμβασης της Βέρνης για τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων (CΟΤΙF - CΙΜ), η οποία κυρώθηκε με το ν. 1593/1986, θεσπίζεται συλλογική ευθύνη για την εκτέλεση της μεταφοράς τόσο του σιδηροδρόμου ο οποίος αποδέχεται το εμπόρευμα προς μεταφορά μαζί με τη φορτωτική, όσο και καθενός από τους κατά σειρά επόμενους σιδηροδρόμους με μόνο το γεγονός της παραλαβής του εμπορεύματος μαζί με τη φορτωτική και της συμμετοχής του στη σύμβαση μεταφοράς, σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου αυτού.
Η σχετική αγωγή μπορεί να ασκηθεί είτε κατά του σιδηροδρόμου αποστολής, είτε κατά του σιδηροδρόμου προορισμού ή κατ΄εκείνου του σιδηροδρόμου στον οποίο προέκυψε το γενεσιουργό γεγονός της αγωγής, ενώ ο σιδηρόδρομος προορισμού μπορεί να εναχθεί ακόμη και αν δεν παρέλαβε ούτε το εμπόρευμα ούτε τη φορτωτική (άρθρο 55 παρ.3).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 11 παρ.1 και 4,12 παρ.1, 18 και 20 του ανωτέρω παραρτήματος της Σύμβασης συνάγεται ότι, ναι μεν για κάθε αποστολή πρέπει να συντάσσεται μία φορτωτική και αυτή δεν μπορεί παρά να αφορά στο φορτίο ενός μόνο βαγονιού (άρθρο 12 παρ.1), όμως η φορτωτική που εκδίδεται δεν είναι συστατικό έγγραφο της σύμβασης μεταφοράς, αλλά μόνο αποδεικτικό μέσο των σχέσεων μεταξύ των εμπλεκομένων στη μεταφορά μερών, ώστε, ατελής εγγραφή στη φορτωτική σχετικών με τη μεταφορά γεγονότων δεν αποκλείει την απόδειξη αυτών με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, το Εφετείο κρίνοντας επί της από 20-8-2000 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας κατά του αναιρεσείοντος Οργανισμού, υποχρέου από την αναφερόμενη σ'αυτή σύμβαση διεθνούς μεταφοράς, ως σιδηροδρόμου του τόπου προορισμού, για καταβολή αποζημιώσεως 6592391 δρχ., εξαιτίας απώλειας των αναφερομένων στην αγωγή εμπορευμάτων, κατά τη διάρκεια της εν λόγω μεταφοράς από τη Γερμανία στην Αθήνα, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Με βάση διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίσθηκαν τον Οκτώβριο του έτους 1999 μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "PROCTER & CAMΒLE" που εδρεύει στη Γερμανία και της εφεσίβλητης ενάγουσας εταιρίας διεθνών μεταφορών, η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη ως παραγγελιοδόχο μεταφοράς, τη φροντίδα για τη μεταφορά σιδηροδρομικώς από τη Γερμανία στην Αθήνα δέκα οκτώ (18) παρτίδων προίόντων της (χάρτινες πάνες διαφόρων τύπων και μωρομάντηλα), τα οποία θα παραδίδονταν στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "PROCTER & CAMΒLE ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα.
Σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών η εφεσίβλητη ενάγουσα ανέθεσε, μέσω της εκπροσώπου αυτής στη Γερμανία εταιρίας με την επωνυμία GYSEV στους γερμανικούς σιδηροδρόμους τη μεταφορά των παραπάνω εμπορευμάτων, συσκευασμένων σε χαρτοκιβώτια, που φορτώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 21-10-1999 έως 18-11-1999 σε αντίστοιχο προς τις παρτίδες αριθμό δέκα οκτώ (18) βαγονιών των γερμανικών σιδηροδρόμων στα εργοστάσια και στις αποθήκες της προαναφερόμενης πωλήτριας εταιρίας στις πόλεις CRAILSHEIM και DERCUM της Γερμανίας, οι οποίες συνδέονται με ειδικές παρακαμπτήριες γραμμές με το γερμανικό σιδηροδρομικό δίκτυο.
Η φόρτωση και καταμέτρηση των εμπορευμάτων έγινε από υπαλλήλους της πωλήτριας εταιρίας, οι οποίοι στη συνέχεια σφράγισαν τις πόρτες των βαγονιών με ειδικές μολυβδοσφραγίδες του εργοστασίου της πωλήτριας (8 σφραγίδες στα οκτάθυρα και 4 σφραγίδες στα τετράθυρα βαγόνια). Για κάθε μία από τις παραπάνω 18 παρτίδες, που φορτώθηκαν κατά πλήρες φορτίο στα αντίστοιχα βαγόνια, εκδόθηκαν δύο σιδηροδρομικές φορτωτικές αντιστοίχως, μια που κάλυπτε τη διαδρομή από τη Γερμανία μέχρι τα Αυστροουγγρικά σύνορα (Wulkaprodersdorf/Sopron), στην οποία αναγράφηκε ως παραλήπτρια η εφεσίβλητη εκπροσωπούμενη από την ως άνω εταιρία GYSEV στην περιοχή Sopron, και μία φορτωτική που κάλυπτε τη διαδρομή από τα Αυστροουγγρικά σύνορα μέχρι την Αθήνα, η οποία εκδόθηκε από την ανωτέρω εκπρόσωπο της εφεσίβλητης ενάγουσας και στην οποία αναγράφηκε ομοίως ως παραλήπτρια η εφεσίβλητη.
Στις εκδοθείσες σιδηροδρομικές φορτωτικές σημειώθηκαν, εκτός των άλλων, ο αριθμός του βαγονιού, ο αριθμός των χαρτοκιβωτίων που φορτώθηκαν και το βάρος τους σε χιλιόγραμμα, ο αριθμός των σφραγίδων που τέθηκαν στις πόρτες κάθε βαγονιού από την προαναφερθείσα αποστολέα γερμανική εταιρία, καθώς και η ρήτρα ότι η μεταφορά θα γίνει χωρίς μεταφόρτωση.
Οι δύο (2) φορτωτικές που εκδόθηκαν για κάθε παρτίδα, όπως από την αντιπαραβολή τους προκύπτει, αναφέρουν τον ίδιο αριθμό βαγονιού, τους ίδιους αριθμούς σφραγίδων, καθώς και τον αυτό αριθμό χαρτοκιβωτίων, συνολικό βάρος και τιμολόγιο, μετά δε την έκδόση και της δεύτερης φορτωτικής συνόδευαν και οι δύο με το σχετικό τιμολόγιο και το δελτίο παραδόσεως τα εμπορεύματα κατά τη σιδηροδρομική μεταφορά τους μέχρι την Αθήνα.
Σε όλες τις φορτωτικές που εκδόθηκαν για τη διαδρομή από τη Γερμανία μέχρι τα Αυστροουγγρικά σύνορα, αναγράφεται ρητά ότι τα εμπορεύματα θα προωθηθούν περαιτέρω στην "ΠΡΟΟΔΟΣ ΑΕ (εφεσίβλητη-παραλήπτρια) χωρίς μεταφόρτωσή τους με τελικό προορισμό την Αθήνα. Από τις φορτωτικές που εκδόθηκαν, σ'αυτές που αφορούν το τμήμα της διαδρομής από τη Γερμανία μέχρι τα Αυστροουγγρικά σύνορα έχει καταχωρηθεί ως αποστολές η πωλήτρια, ενώ σε εκείνες που εκδόθηκαν για τη διαδρομή από τα Αυστροουγγρικά σύνορα (τη Sopron) μέχρι την Αθήνα, ως αποστολέας αναφέρεται κατά τα ανωτέρω η εφεσίβλητη ενάγουσα, εκπροσωπούμενη από την προαναφερθείσα αντιπρόσωπό της εταιρεία GYSEV.
Πραγματικός όμως αποστολέας ήταν η πωλήτρια, η οποία επιμελήθηκε για τη φόρτωση και σφράγιση όλων των βαγονιών, ενώ η εφεσίβλητη επιμελήθηκε μόνο για τις διατυπώσεις με το γερμανικό σιδηρόδρομο, όπως έπραξε στη συνέχεια και με την έκδοση δια της αντιπροσώπου της νέων φορτωτικών, που κάλυπταν το υπόλοιπο τμήμα της διαδρομής, δεδομένου ότι ολόκληρη η διαδρομή πραγματοποιήθηκε με τα ίδια βαγόνια, χωρίς να λάβει χώρα παραλαβή και μεταφόρτωση των εμπορευμάτων στα Αυστροουγγρικά σύνορα, σύμφωνα και με τη σχετική εγγραφή επί των πρώτων φορτωτικών.
Η έκδοση των δύο αυτών φορτωτικών για κάθε παρτίδα-βαγόνι αποδείχθηκε ότι γίνεται για πρακτικούς λόγους και συγκεκριμένα διότι στην πόλη Sopron στα ως άνω σύνορα λειτουργεί διαμετακομιστικός εμπορευματικός σταθμός, όπου συγκεντρώνονται όλα τα βαγόνια με προορισμό τις βαλκανικές χώρες, τα οποία στη συνέχεια αφού διανεμηθούν ανάλογα με τη χώρα προορισμού τους συγκροτούν ένα συρμό με αποκλειστικό προορισμό τη συγκεκριμένη χώρα.
Η αναχώρηση των βαγονιών από το σταθμό Sopron γίνεται την ίδια ημέρα της αφίξεώς τους, κατά δεν τη διάρκεια τη διαδικασίας αυτής και για όσες ώρες απαιτηθούν να παραμείνουν τα βαγόνια στο σταθμό Sopron, την υποχρέωση της φυλάξεώς τους έχει ο σιδηρόδρομος και όχι ο αποστολέας ή ο παραλήπτης, αφού δεν γίνεται παραλαβή και επαναφόρτωση των εμπορευμάτων, σύμφωνα και με τη σχετική εγγραφή επί των αρχικών φορτωτικών.
Εξάλλου, ακόμη και αν δεν γίνει αυθημερόν η αναχώρηση των βαγονιών από το σταθμό του Sopron, την υποχρέωση φύλαξής τους έχει ο σιδηρόδρομος και όχι ο αποστολέας ή ο παραλήπτης, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα εναγομένη, αφού δεν γίνεται παραλαβή και επαναφόρτωση των εμπορευμάτων. 'Ετσι, αν και εκδόθηκαν δύο φορτωτικές για κάθε παρτίδα-βαγόνι, δεν καταρτίσθηκαν δύο αυτοτελείς συμβάσεις μεταφοράς, αλλά αποδεικνύεται ότι για τη μεταφορά κάθε παρτίδας συνήφθη μία ενιαία σύμβαση σιδηροδρομικής μεταφοράς από τη Γερμανία στην Αθήνα και επομένως ο Ο.Σ.Ε.
υπεισήλθε στη σιδηροδρομική μεταφορά σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ.2 της Σύμβασης της Βέρνης κατά το οποίο καθένας από τους επόμενους σιδηροδρόμους συμμετέχει στη σύμβαση μεταφοράς και ευθύνεται για την εκτέλεση της μεταφοράς επί της ολικής διαδρομής, με μόνο το γεγονός της παραλαβής του εμπορεύματος μαζί με τη φορτωτική ενώ επιπροσθέτως μπορεί να εναχθεί και ως σιδηρόδρομος προορισμού (άρθρο 55 παρ.3 της Σύμβασης της Βέρνης)....
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η φόρτωση των εν λόγω παρτίδων έγινε αποκλειστικά από την παραπάνω αποστολέα και πωλήτρια γερμανική εταιρία, χωρίς καμία ανάμειξη των γερμανικών σιδηροδρόμων, οι οποίοι και δεν επαλήθευσαν τον αριθμό των χαρτοκιβωτίων που φορτώθηκαν, ώστε κατ΄αρχήν και σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.4 της Σύμβασης της Βέρνης η σχετική εγγραφή στις φορτωτικές του αριθμού των χαρτοκιβωτίων να μην αποσταλεί απόδειξη σε βάρος του σιδηροδρόμου, πλην όμως η ακρίβεια των εγγράφων αυτών αποδείχθηκε επιτρεπτώς, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναπτύχθηκαν ανωτέρω, από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και δη από την ένορκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στο ακροατήριό του, κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, καθώς και από τα τιμολόγια πωλήσεως που συνόδευαν κάθε παρτίδα και που συμπίπτουν κατά τον αριθμό των χαρτοκιβωτίων με τις αντίστοιχες δύο για κάθε παρτίδα σιδηροδρομικές φορτωτικές.
Η πιο πάνω σιδηροδρομική μεταφορά από τη Γερμανία στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε από τους γερμανικούς σιδηροδρόμους σε συνεργασία με τα σιδηροδρομικά δίκτυα της Αυστρίας, Ουγγαρίας,Ρουμανίας και Βουλγαρίας και του εναγόμενου Ο.Σ.Ε. ως σιδηροδρόμου του τόπου προορισμού και ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, υπεισήλθε στην ένδικη μεταφορά με την παραλαβή των σχετικών φορτωτικών και ένδικων εμπορευμάτων στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά την άφιξη των δέκα οκτώ (18) βαγονιών στην Αθήνα από 3-11-1999 μέχρι 30-11-1999 και πριν την εκφόρτωση αυτών από την παραλήπτρια εφεσίβλητη εταιρία και την παραλαβή των εμπορευμάτων από την τελευταία, διαπιστώθηκε από τους αρμόδιους υπαλληλους του εκκαλούντος Ο.Σ.Ε. ότι σε όλα τα βαγόνια μία ή περισσότερες από τις μολυβδοσφραγίδες είχαν παραβιαστεί και είχαν αντικατασταθεί από σφραγίδες των ενδιάμεσων χωρών διελεύσεως, κυρίως της Ουγγαρίας, ή κάποιες από αυτές ήταν κομμένες και ξανακολλημένες, ενώ άλλες μολυβδοσφραγίδες είχαν μείνει άθικτες στις πόρτες των βαγονιών, γεγονός που βεβαιώνει και την αρχική τοποθέτησή τους.
Διαπιστώθηκε, επίσης, στη συνέχεια κατά την εκφόρτωση των εμπορευμάτων που έγινε από την παραλήπτρια, παρουσία των ίδιων υπαλλήλων του εκκαλούντος Ο.Σ.Ε., ότι σε κάθε βαγόνι υπήρχε έλλειμμα στον αριθμό των χαρτοκιβωτίων σε σχέση με εκείνα που είχαν φορτωθεί, για το λόγο δε αυτό ο εναγόμενος Ο.Σ.Ε. συνέταξε αντίστοιχα δέκα οκτώ (18) πρωτόκολλα ζημιών, και συνολικά έλειπαν 1.091 χαρτοκιβώτια από τα συνολικά 46.920 που είχαν φορτωθεί, η αξία των οποίων, δεδομένου ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ότι υπήρχε χρηματιστηριακή ή τρέχουσα τιμή, υπολογιζόμενη με τη συνήθη τιμή εμπορευμάτων του αυτού είδους και ποιότητας στον τόπο και στους παραπάνω χρόνους που έγιναν δεκτά προς μεταφορά, σύμφωνα με τα σχετικά τιμολόγια που εκδόθηκαν από την πωλήτρια, στα οποία η αξία των εμπορευμάτων (τίμημα) αναφέρεται σε δραχμές, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 6.554.359 δραχμών, ήτοι σε 19.235 ευρώ.
Τα εμπορεύματα αυτά, όπως σημειώθηκε παραπάνω, απωλέσθηκαν κατά τη διάρκεια της μεταφοράς από τις ενδιάμεσες χώρες διελεύσεως των συρμών και ειδικότερα από διάρρηξη των σφραγίδων στους ενδιάμεσους σταθμούς από κλοπή από άγνωστους δράστες".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ότι καίτοι εκδόθηκαν δύο φορτωτικές για τον ως άνω λόγο, πρόκειται για μία (ενιαία) σιδηροδρομική μεταφορά από Γερμανία στην Αθήνα, για την οποία έχει ευθύνη ο αναιρεσείων Οργανισμός, ως σιδηρόδρομος προορισμού, και κατόπιν αυτού απέρριψε την ένσταση ελλείψεως, παθητικής νομιμοποιήσεως, που αυτός είχε προβάλλει, ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 35, 55 παρ.3 του ν.1593/1986, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, ως και αυτές των άρθρων 12 παρ.1 εδ.2, 11 παρ.1,2,3,4,5 και 13 παρ.1 και 3 του ίδιου νόμου. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ως εκτιμούνται, αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-9-2005 αίτηση του ΟΣΕ ΑΕ για αναίρεση της 2793/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Οργανισμό στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο την 1η Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ