Supreme Court dismisses appeal against public body's refusal to pay statutory severance to dismissed official.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Planning and Economic Research Center against the lower court's decision to award severance pay to a dismissed public official. The plaintiff argued the claim was time-barred, while the defendant contended the dismissal was lawful and compensation was due under specific statutes. The court upheld the lower court's ruling, confirming the official's right to severance despite the employer's inability to pay the full amount due to legal caps.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 1 Law 1256/1982; Art. 49 para. 1-2a Law 993/1979: A public official dismissed in accordance with the prohibition on dual employment is entitled to statutory severance pay, and the employer's inability to pay the full amount does not negate the liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1213 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1213/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ματράγκα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηρακλή-Ευάγγελο Μαυρομιχαλάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Οκτωβρίου 1985 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1906/1986 του ίδιου Δικαστηρίου και 9512/1988 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9 Μαρτίου 1989 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 10-3-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1256/1982 «για την πολυθεσία, την πολυαπασχόληση και την καθιέρωση ανώτατου ορίου αποδοχών στο δημόσιο τομέα κ.λ.π.», ορίζει ότι απαγορεύεται στους κρατικούς λειτουργούς ή υπαλλήλους, έμμισθους και άμισθους, πολιτικούς και στρατιωτικούς, ή μισθωτούς που απασχολούνται στο Δημόσιο και τα κρατικά νομικά πρόσωπα, δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, που αναφέρονται στο άρθρ. 9 ν. 1238/1982 και άσχετα από τη φύση που τους συνδέει με το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο, να διοριστούν ή να προσληφθούν και σε δεύτερη θέση ή απασχόληση στο δημόσιο τομέα, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό.
Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 ν. 1256 εκείνοι που κατέχουν περισσότερες από μία θέσεις ή απασχολήσεις, οφείλουν να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση επιλογής της θέσης ή απασχόλησης που προτιμούν να διατηρήσουν. Μέχρι να πληρωθεί από άλλον η θέση ή απασχόληση που αποποιείται ο κρατικός λειτουργός ή υπάλληλος, αυτός εξακολουθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του, όχι όμως πέρα από τις 31 Οκτωβρίου 1982 (η προθεσμία αυτή παρατάθηκε με το άρθρ. 3 παρ. 7 ν. 1288/1982 μέχρι τις 31-12-1982).
Ο ν. 1256 δεν περιέχει διατάξεις οι οποίες ρυθμίζουν το θέμα της αποζημίωσης εκείνων που απομακρύνονται με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του, ούτε τα υπόλοιπα δικαιώματά τους εξαιτίας της αναγκαστικής αυτής αποχώρησης που ισοδυναμεί με καταγγελία της εργασιακής σύμβασης την οποία είχαν νομίμως συνάψει.
Από καμία όμως διάταξή του δεν συνάγεται ότι στις προθέσεις του νομοθέτη ήταν, εκτός από την αναγκαστική αποχώρησή τους, προφανώς για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, να στερηθούν τα δικαιώματα που η εργατική νομοθεσία προβλέπει για παρόμοιες περιπτώσεις. Εξάλλου, όπως εκτέθηκε, η «αποποίηση» θέσης ή απασχόλησης δεν αποτελεί στην προκειμένη περίπτωση οικειοθελή αποχώρηση, η οποία κατά την εργατική νομοθεσία δεν συνεπάγεται υποχρέωση καθολικής καταβολής αποζημιώσεως απολύσεως, αλλά εξαναγκασμένη παραίτηση επιβαλλόμενη από το νόμο και ισοδυναμεί ουσιαστικά με καταγγελία της εργασιακής σύμβασης από τον εργοδότη, Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής : Το εναγόμενο – αναιρεσείον, Ν.Π.Δ.Δ. (β.δ.445/1961), προσέλαβε τον ενάγοντα – αναιρεσίβλητο ως επιστημονικό ερευνητή, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ορισμένου χρόνου, δηλαδή ενός έτους, την 1-8-1963.
στις 31-12-1968 τον επαναπροσέλαβε, με παρόμοια σύμβαση, που έληγε αρχικά στις 31-12-1969 και παρατάθηκε αλληλοδιαδόχως έως τις 31-12-1971 οπότε έγινε σύμβαση αόριστου χρόνου. Κατά το διάστημα από 1-8-1964 (λήξη της πρώτης σύμβασης) μέχρι 31-12-1968 (επαναπρόσληψη) ο ενάγων μετεκπαιδεύτηκε στο εξωτερικό, με την απόφαση δε 2/6-2-71 του Δ.Σ.
του αναιρεσείοντος, ο χρόνος αυτός (1-6-64 έως 31-12-68) αναγνωρίστηκε ως χρόνος εκπαιδευτικής άδειας «άνευ αποδοχών» και θεωρήθηκε ότι η σύμβαση του αναιρεσείοντος με τον αναιρεσίβλητο δεν είχε διακοπεί από την αρχική πρόσληψή του (1-8-63) . Το Μάϊο 1973, ο αναιρεσίβλητος έγινε καθηγητής της Α.Β.Σ.Π., θέση την οποία διατηρεί, αλλά με τη Φ.124/158/38307/11-4-75 Κ.Α.
Υ. Προεδρίας της Κυβέρνησης, Συντονισμού και Εθνικής Παιδείας έλαβε την άδεια να κατέχει και τη θέση του στο αναιρεσείον (ν.δ. 408/1970 όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρ. 4 ν.δ.1262/1972). Μετά τη δημοσίευση του ν. 1526/1982, ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε, στις 30-11-1982, υπεύθυνη δήλωση του ν.δ. 105/1969, με την οποία δήλωνε ότι έχει υποβάλει αίτηση για τη λήψη άδειας κατοχής δεύτερης θέσης (στο αναιρεσείον) και ότι στην περίπτωση που δεν του χορηγηθεί η άδεια αυτή επιλέγει τη θέση του καθηγητή της Α.Β.Σ.Π..
Στο μεταξύ, με το αρθρ. 21 παρ. 5 ν. 1400/1983 τροποποιήθηκε το άρθρ. 4 ν. 1256/1982 και ορίστηκε ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη σε δεύτερη θέση ή απασχόληση μελών του Διδακτικού-Ερευνητικού Προσωπικού των Α.Ε.Ι., γίνεται με απόφαση του αρμόδιου, κατά περίπτωση οργάνου, χωρίς άλλη διαδικασία. Με τη Φ. 124/532/587/3-1-84 Α.Υ.Π., ο αναιρεσίβλητος έλαβε την άδεια να κατέχει δεύτερη θέση (στο αναιρεσείον) αναδρομικά από 1-1-83 μέχρι 31-8-83 και με τη Φ.124/Β2/941/27-2-84 Α.Υ.Π.
έλαβε νέα, επ' αόριστο, άδεια να κατέχει δεύτερη θέση (στο αναιρεσείον), η οποία καλύπτει το χρονικό διάστημα από 1-9-83 και μετά. Στις 29-4-1985 γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσίβλητο ότι η σύμβαση εργασίας του με το αναιρεσείον είχε λήξει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των του ν. 1256, στις 9-1-01985, χωρίς όμως να του καταβληθεί αποζημίωση.
Βάσει αυτών έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος, έχοντας συμπληρώσει στο αναιρεσείον συνολική υπηρεσία 21 ετών (1-8-63 έως 29-4-85), δικαιούται κατά τις διατάξεις του άρθρ. 49 παρ. 1-2α ν. 993/1979, αποζημίωση απολύσεως ίση προς τις αποδοχές 15 μισθών του τελευταίου μήνα το αναφερόμενο ποσό, έστω και να κατά τον χρόνο της απολύσεώς του εδικαιούτο συντάξεως από το δημόσιο ταμείο, αφού δεν απολύθηκε κατά τα άρθρα 43, 44 και 45 του άνω νόμου, ώστε να μη δικαιούται αποζημίωση, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 49 τούτου.
Επειδή όμως υπόχρεο προς καταβολή της είναι το ΝΠΔΔ, τούτο δεν μπορεί (άρθρ. 2 α.ν. 173/1967, όπως ίσχυε τότε) να υπερβεί τις 1.150.000 δρχ., όπως είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, την απόφαση του οποίου επικύρωσε, απορρίπτοντας την έφεση. Έτσι κρίνοντας, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και οι αντίθετοι πρώτος, δεύτερος (β΄ σκέλος), τρίτος και τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Εξάλλου, όπως εκτέθηκε, έλαβε υπόψη τον, παραδεκτώς προβληθέντα, ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου περί του ότι η σχετική αξίωση του αναιρεσείοντος υπέκυψε στην εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 και τον απέρριψε στην ουσία, γι' αυτό και ο δεύτερος (α΄ σκέλος), από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, υπό την αντίθετη αιτίαση, λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Τέλος, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, στο ζήτημα της αδιάλειπτης, μετά νόμιμες ως άνω άδειες (εγκρίσεις), κατοχής της εν λόγω δεύτερης θέσης από 30-11-1982 μέχρι 9-1-1985, και έτσι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 4 του ν. 1252/1982 και 7 παρ. 7 παρ. 9 του β.δ. 630/1964, του π.δ. 453/1983 και της ΠΥΣ 120/1982 στη συγκεκριμένη περίπτωση και, επομένως, ο δεύτερος (γ΄ σκέλος), από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-11-1989 αίτηση του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) για αναίρεση της 9512/1988 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ