Legislator Case Law & Legislation
1212/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding marriage bonus calculation periods under specific labor law provisions.

Case Number 1212/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor dispute judgment concerning the calculation of unpaid wages and bonuses. The appellant argued that the marriage bonus should have been included in the wage calculation for specific periods, while the respondent contended otherwise based on the applicable collective agreements. The court ruled that the appeal was admissible and valid for the period up to February 14, 2012, but rejected the claim for the subsequent period due to the expiration of the relevant collective agreement.

Legislator headnote

AI generated

Articles 614 et seq. of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible and partially valid regarding the marriage bonus calculation period up to February 14, 2012, but rejected for later periods due to the expiration of the applicable collective agreement.

Keywords

AI generated
marriage bonus collective agreement labor dispute unpaid wages appeal admissibility partial remittal civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 614 et seq. of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Law 4093/2012
Law 2112/1920
Law 4558/1930
Law 3198/1955

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1212 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1212/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Λιανουλόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Παπαϊωάννου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 725/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2437/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-6-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την ένδικη από 21.11.2019 και αριθ. κατάθεσης 6134/593/1.7.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 2437/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσία την από 26.6.2018 και με αριθ.

κατάθεσης 61937/4171/26.6.2018) έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ` αριθ. 725/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην της τελευταίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). 2.

Με το νόμο 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής 2013 - 2016. Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013- 2016" (Α' 222/12.11.2012) καθορίστηκε νέο σύστημα διαμόρφωσης νομοθετικά κατώτατου μισθού για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα όλης της χώρας, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1.4.2013 (άρθρο πρώτο Υποπ.

ΙΑ- 11. 3), ενώ με το ίδιο άρθρο του ίδιου νόμου Υποπ. ΙΑ- 11.2, με το οποίο αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παρ. 8 Ν. 1876/1990, ορίστηκε ότι οι ΕΓΣΣΕ καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου.

Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός προσαυξάνεται με τις προβλεπόμενες στο νόμο προσαυξήσεις τριετιών (άρθρο πρώτο Υποπ. ΙΑ 11. 3γ του ίδιου ως άνω νόμου) και καταβάλλονται σε εργαζόμενο με προϋπηρεσία σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε ειδικότητα, για μεν τους εργατοτεχνίτες μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους, για δε τους υπαλλήλους μετά την συμπλήρωση του 19ου έτους της ηλικίας τους και ισχύουν για την συμπληρωθείσα υπηρεσία την 14.2.2012.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 της 6/2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ), η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012 ["Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας"] και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (Ολ.

ΣτΕ 2307/2014), "από 14.4.2012 και μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να διαμορφωθεί κάτω του 10%, αναστέλλονται οι διατάξεις νόμων, ΣΣΕ ή ΔΑ, που προβλέπουν αυξήσεις μισθών ή ημερομισθίων, περιλαμβανομένων και εκείνων περί υπηρεσιακών ωριμάνσεων, με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας, όπως ενδεικτικά το επίδομα πολυετίας, το επίδομα χρόνου εργασίας, το επίδομα τριετίας και το επίδομα πενταετίας.

Για την εφαρμογή του προηγουμένου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος του εθνικού ποσοστού ανεργίας των τελευταίων τεσσάρων τριμήνων, όπως αυτός αποτυπώνεται στην Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΛ.ΣΤΑΤ.", με την δε Υποπ. ΙΑ 11 περ. 3. στ του ίδιου ως άνω νόμου 4093/2012 ορίζεται ότι "Έως ότου η ανεργία διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10% αναστέλλεται η προσαύξηση του νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου για προϋπηρεσία, που συμπληρώνεται μετά την 14.2.2012.".

Εξάλλου, στο άρθρο 2 παρ. 5 της ίδιας ως άνω Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ), ορίσθηκε ότι "Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 παύουν να ισχύουν.". Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 αυτής (6/28-2-2012 ΠΥΣ) ορίσθηκαν τα ακόλουθα : Στην παρ.1 "Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη".

Στην παρ. 2 "ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, λήγουν [την] 14-2-2013". Στην παρ. 3 "ΣΣΕ που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης [της] ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990".

Στην παρ. 4 "Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία [της]. Κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας ΣΣΕ ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28-2-2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα με τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ, στην οποία περιέχονται, περιορίσθηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο.

Ειδικότερα, προκειμένου για ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού (ως προς την έκδοση της ΠΥΣ) ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14-2-2012, ορίσθηκε ότι η "μετενέργεια" ισχύει (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας|.

Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους.

Μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Τέλος, λόγω της γενικότητας που υπάρχει στη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, τα προαναφερθέντα ισχύουν για όλες τις ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του ν. 4046/2012, ήτοι και γι` αυτές των οποίων οι κανονιστικοί όροι, σύμφωνα με την ήδη καταργηθείσα παρ .5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990, είχε θεωρηθεί ότι "μετά την πάροδο εξαμήνου" από τη λήξη ή την καταγγελία "εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας".

Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από τον ορισμό του τετάρτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, περί μονομερούς "προσαρμογής" των ατομικών συμβάσεων στο νέο δίκαιο, ήτοι τροποποίησης αυτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου (ΑΠ 904/2020, 174/2019, 876/2018, 1335/2018). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 167, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του ΒΔ από 16/7/1920 και 5 του Ν. 3198/1955 συνάγεται ότι καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, που θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. 2 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του Ν.3198/1955 υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του απολυομένου κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης ή όταν καταβληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές μειωμένη αποζημίωση.

Η μη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως από τον εργοδότη, που κατήγγειλε τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας. Η νόμιμη αποζημίωση πρέπει να καταβάλλεται, άσχετα από το λόγο, που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιπτώσεις, που αναγράφονται, περιοριστικώς, στο νόμο, όπως υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη.

Η άρνηση του εργοδότη, ύστερα από άκυρη εκ μέρους του (εργοδότη) καταγγελία, να δεχθεί την εργασία του εργαζομένου, τον καθιστά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου. Υποχρεούται τότε, να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του - μισθούς υπερημερίας δηλ. το νόμιμο ή συμφωνημένο μισθό του και ό,τι άλλο ο εργαζόμενος θα εισέπραττε, ως η προσφορά της εργασίας του να συνεχιζόταν κανονικά, ακόμη και για χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής του εργαζομένου μέχρι την άρση της υπερημερίας.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27/1998, 4/2021).

3. Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων προκύπτει ότι με την από 17.7.2017 και αριθ. κατάθεσης 559619/1765/18.7.2017 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία καταγγέλθηκε άκυρα, παρείχε την εργασία του στην εναγομένη με συμφωνημένο μισθό τον προβλεπόμενο από την εκάστοτε ισχύουσα Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ), καθώς και ότι δεν του καταβαλλόταν τα επιδόματα προϋπηρεσίας και γάμου, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, καθώς επίσης να του καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά για μισθούς υπερημερίας και δώρο Πάσχα έτους 2017, άλλως την προκύπτουσα διαφορά αποζημίωσης απόλυσης, καθώς επίσης και την αμοιβή του για υπερεργασία, προσαύξηση νυχτερινής απασχόλησης, για διαφορές δώρων εορτών, για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και διαφορές αυτής για τα έτη 2012- 2016 και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά για διαφορές μηνιαίων αποδοχών, για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, για απασχόληση την 6η ημέρα της εβδομάδος και για απασχόληση σε ημέρα Κυριακή/αργία και σε υποχρεωτική ημέρα αναπληρωματικής ανάπαυσης.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε ως μη νόμιμα τα αιτήματα καταβολής επιδομάτων πολυετίας και γάμου, με το αιτιολογικό ότι η καταβολή του πρώτου έχει ανασταλεί από 14.2.2012 με το άρθρο 4 ΠΥΣ 6/2012 και την Υποπ. ΙΑ 11 περ. 3 στ' Ν. 4093/2012 και το δεύτερο καταργήθηκε με την ίδια ως άνω ΠΥΣ, και ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αιτήματα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, της καταβολής μισθών υπερημερίας, διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών, αμοιβής υπερεργασίας, υπερωριακής απασχόλησης και νυκτερινής εργασίας, την δέχτηκε κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για διαφορές δώρων εορτών, επιδόματος άδειας και εργασία κατά τα Σάββατα και Κυριακές το συνολικό ποσό των 3.045,01 € με το νόμιμο τόκο κατά τους ειδικότερους αναφερόμενους σ' αυτή προσδιορισμούς.

Με τους λόγους της αίτησης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθότι το Εφετείο : Α) με τον πρώτο λόγο ότι, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 4 της υπ' αριθ. 6/2012 ΠΥΣ και της υποπαραγράφου ΙΑ 11 περ. 3 στ' του Ν. 4093/2012, οι οποίες σε κάθε περίπτωση είναι αντισυνταγματικές, έκρινε μη νόμιμο το αίτημα για καταβολή του επιδόματος πολυετίας με αποτέλεσμα να μην συνυπολογιστεί αυτό στις ένδικες αξιώσεις του.

Ωστόσο, από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, όπως παραπάνω εκτέθηκε, προκύπτει ότι δεν αναφέρεται για την πληρότητα, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, του αιτήματός της καταβολής προσαύξησης λόγω τριετιών οι προϋποθέσεις καταβολής αυτού, όπως προβλέπονται από το άρθρο πρώτο, παράγρ. ΙΑ, Υποπ. 11 αρ. 3 δ Ν. 4093/2012, κατά τα προεκτεθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, σύμφωνα με το οποίο προϋπόθεση για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος είναι για μεν τους εργατοτεχνίτες να έχει διανυθεί η προϋπηρεσία μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους για δε τους υπαλλήλους μετά τη συμπλήρωση του 19ου έτους.

Έτσι, το μεν απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, το πιο πάνω όμως αιτιολογικό της είναι εσφαλμένο, αφού έπρεπε η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως αόριστη ως προς το ως άνω αίτημά της και όχι ως μη νόμιμη. Επομένως, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό ο πρώτος λόγος της αίτησης με τον οποίον αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Περαιτέρω δε πρέπει να αντικατασταθεί το πιο πάνω εσφαλμένο αιτιολογικό της απόφασης με το ως άνω ορθό αιτιολογικό της παρούσας και να απορριφθεί το αίτημα ως αόριστο, προκειμένου, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ να αποτραπεί δεδικασμένο, διότι με βάση την νέα αιτιολογία μπορεί ο αναιρεσείων να ασκήσει και νέα αγωγή.

Β) με τον τρίτο λόγο ότι, κατά παράβαση των διατάξεων της ίδιας ως άνω ΠΥΣ, έκρινε μη νόμιμο το αίτημα για καταβολή του επιδόματος γάμου, με αποτέλεσμα να μην συνυπολογιστεί αυτό στις ένδικες αξιώσεις του. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή ισχυρίστηκε ότι δεν του καταβλήθηκε το επίδομα γάμου, παρά το γεγονός ότι είχε προσκομίσει τα αναγκαία πιστοποιητικά και είχε ενημερώσει προς τούτο την αντίδικό του.

Η ΕΓΣΣΕ 2010- 2012, που προέβλεπε την καταβολή επιδόματος γάμου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 της ΠΥΣ 6/2012, που προαναφέρθηκε, έληξε την 14.2.2012 και κατόπιν της τρίμηνης παράτασής της την 14.5.2012.

Συνεπώς, το αιτούμενο επίδομα γάμου είναι νόμιμο για το μέχρι της 14.5.2012 διάστημα, αδιαφόρως στο σημείο αυτό αν οι επικαλούμενες προϋποθέσεις καταβολής του εν λόγω επιδόματος αποδεικνύονται και ως αληθείς. Για το επόμενο διάστημα μέχρι 31.12.2015, που ίσχυε η ΕΓΣΣΕ του 2013, το αίτημα για το επίδομα γάμου είναι αόριστο, γιατί δεν αναφέρεται ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ότι ο ενάγων θα αμείβεται κατά τις ισχύουσες εκάστοτε ΕΓΣΣΕ περιλάμβανε τον όρο ότι θα ίσχυε και στην περίπτωση λήξεως της ΕΓΣΣΕ κατά το στάδιο της μετενέργειας αυτής, οπότε δέσμευε μόνο τους εργοδότες που είχαν αντιπροσωπευθεί κατά την κατάρτιση, ούτε τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί η σύναψη τέτοιας συμφωνίας, ενώ από 1.1.2016 το αίτημα είναι μη νόμιμο γιατί οι επόμενες ΕΓΣΣΕ δεν περιείχαν μισθολογικούς όρους.

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος για το μέχρι της 14.2.2012 διάστημα και πρέπει να γίνει δεκτός, για το μέχρι της 31.12.2015 διάστημα είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, αντικαθισταμένης της αιτιολογίας, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν για τον πρώτο λόγο της αίτησης, και για το από 1.1.2016 είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης ως βάσιμου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα του δεύτερου λόγου και δη ότι, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 174, 656 ΑΚ, 1, 3 του Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4558/1930, του Β.Δ. της 16/18.7.1920 και άρθρου 5 Ν. 3198/1955 δεν συνυπολογίστηκε στις τακτικές αποδοχές του αναιρεσείοντος το επίδομα προϋπηρεσίας του, καθώς και το επίδομα γάμου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της, που έκρινε μη νόμιμο το επίδομα γάμου μέχρι την 14.5.2012 και δεν το συνυπολόγισε στις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για καταβολή διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και άδειας, εργασίας κατά το Σάββατο, τις Κυριακές και αργίες, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), προκειμένου σε περίπτωση που κριθεί ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αγωγή ως προς το εν λόγω επίδομα, να εκκαθαριστούν οι ως άνω αξιώσεις του ενάγοντος και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2437/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθ` ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ