Supreme Court dismisses EFGKA's appeal against First Instance court ruling on debt statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Social Insurance Fund against the First Instance Court's judgment. The court found the appeal inadmissible because the relevant statute of limitations had expired before the new law took effect, rendering the claim time-barred. Consequently, the court rejected the arguments regarding procedural errors and confirmed the lower court's decision on the debt's validity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 1B of Law 2362/1995: The court held that the statute of limitations for public financial claims is governed by specific provisions, and if the limitation period expired before the new law's entry into force, the claim remains time-barred regardless of subsequent legislative changes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1212 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1212/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία, «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α)», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου, του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α - Τ.Α.Ν.)», που τυγχάνει περαιτέρω καθολικός διάδοχος του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ». Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e - Ε.Φ.Κ.Α.)», όπως μετονομάστηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)».
Του αναιρεσίβλητου:
Α. Π. του Κ., κατοίκου Πύργου Ηλείας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κρεμμύδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης 50/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 215/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας .Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 05.08.2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, 215/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, δικάζοντας ως Εφετείου, που απέρριψε κατ’ ουσία την από 26.05.2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 198/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πύργου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 25.02.2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου και ακυρώθηκε αντίστοιχα η …/2.3.2012 απόφαση καταλογισμού οφειλής προς είσπραξη του Διευθυντή Οικονομικού του ΤΑΝ και η …/4.1.2013 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Πύργου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
[II] Με το άρθρο 17 ΕισΝΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες με τις οποίες είχε επεκταθεί σε ΝΠΔΔ η εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων του Δημοσίου. Έτσι, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, καθόσον αφορά τα ΝΠΔΔ, εφαρμόζονται για την παραγραφή κατά κανόνα μεν οι κοινές διατάξεις του Α.Κ., εξαιρετικώς δε οι διατάξεις που αφορούν το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται για Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που αφορούν το Δημόσιο ή τυχόν μεταγενέστερες του ΑΚ ειδικές διατάξεις (ΑΠ 663/2011).
Επακολούθησε το Ν.Δ. 321/1969 «περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού», με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι: «Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεως των, επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου».
Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή, εκδόθηκε το Β.Δ. 776/72. με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 10, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 47, 48, 49 και 50 του άνω Ν.Δ/τος, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων.
Σημειωτέον, ότι και κατά το άρθρο 101 ΝΔ. 321/1969, καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Εκδόθηκε όμως το ΝΔ. 496/74, το οποίο, με τα άρθρα 44 επ., ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ΝΠΔΔ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1 Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή του, οι οποίες όμως δεν αφορούν την παραγραφή.
Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 44 του Ν.Δ.. 496/1974 «περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.» ορίζει ότι:
«Παν χρέος προς το Ν.Π., παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη» (παρ. 1 εδ. α)∙
«Χρέη προς το Ν.Π. (α)..., (β)... , (γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν» (παρ. 2).
Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου Ν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 578/1977, ορίζει ότι: «Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977, δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα Ν.Π.Δ.Δ» (πλην των αναφερομένων στην παρ.1) «Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι’ ούς ταύτα εξεδόθησαν». Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαίρεσης ΝΠΔΔ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του Ν.Δ. 496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ' αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού ορίζονται τα ακόλουθα:
«Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεως του εν ισχύι γεννημένων αξιώσεων.
Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι».
Στη συνέχεια, κατ’ εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ.2 του άρθρου 56 του Ν.Δ. 496/1974 εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το Π.Δ. 437/1977, το άρθρο μόνο του οποίου ορίζει ότι «εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν.Δ. 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και επομένως καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω διατάξεις του Ν.Δ. 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 305/1985 (ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 350/2018, ΑΠ 1601/2014, ΑΠ 663/2011).
Τέλος, στο άρθρο 1 του Ν.Δ. 4114/1960 «Κώδικας περί Ταμείου Νομικών», ορίζεται ότι: «Το επί τη βάσει του νόμου 4448 του έτους 1929 και των τροποποιησάντων και συμπληρωσάντων αυτόν μεταγενεστέρων νόμων και νομοθετικών διαταγμάτων συσταθέν και λειτουργούν εν Αθήναις Ταμείο Νομικών, διέπεται εφεξής υπό των διατάξεων του παρόντος κώδικος» και σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ιδίου Ν.Δ/τος, αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό τον τίτλο «Ταμείον Νομικών», υπαγόμενο στην εποπτεία του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, ενώ στη συνέχεια, κατ’ άρθρο 36 παρ. 7 του Ν.Δ. 1/1968, τούτο υπήχθη στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, το οποίο μετονομάστηκε σε Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών και ήδη με το άρθρο 25 παρ. 3 περ. A`, υποπερ. Γ’ του Ν. 3655/2008, εντάχθηκε στο Ν.Π.Δ.Δ. «Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α)», το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 38 του ίδιου νόμου, αποτελεί καθολικό διάδοχο αυτού, υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Υπηρεσιών.
Συνεπώς, κατ’ εφαρμογή του άρθρου μόνου του Π.Δ. 437/1977, που προαναφέρθηκε, το πρώην Ταμείο Νομικών εξαιρέθηκε ολοσχερώς της εφαρμογής των διατάξεων του Ν.Δ. 496/1974 και επομένως και εκείνης του άρθρου 44, που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων Ν.Π.Δ.Δ, δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεων του, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΣτΕ 958/2009).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 249 του κώδικα αυτού (ΑΚ), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στη γενική δε αυτή εικοσαετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις από δάνειο (806 ΑΚ). Ωστόσο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αριθ.15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Χρεώλυτρο, κατά την έννοια του πρώτου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές.
Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφληση του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων.
Μόνον, όμως, όταν η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο και η αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, ενώ αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση των περιοδικών δόσεων, αφού αυτές διατηρούν την αυθυπαρξία τους, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή (ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012, ΑΠ 1455/2007 ΑΠ 637/1997).
Οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ.3 ν. 2362/1995, κατά το οποίο χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτής, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του πρώην Ταμείου Νομικών, ως προς το οποίο εφαρμόζονται οι προαναφερόμενες διατάξεις, που κατισχύουν ως ειδικές των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 1831/2006). Αντίθετη δε εκδοχή δεν συνάγεται από το άρθρο 1Β του ως άνω Ν. 2362/1995, κατά το οποίο για τους σκοπούς του νόμου αυτού οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια:
1. [...].
2. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ), δεδομένου ότι κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου «Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος: περιλαμβάνει την Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τις ανεξάρτητες Αρχές».
Επίσης η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 2579/1998, κατά την οποία οι διατάξεις των άρθρων 11 του Κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 «περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου» και 22 παρ. 4 του Ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α' 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και ότι τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών, ως γενική, δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση για το ζήτημα της παραγραφής των απαιτήσεων του πρώην Ταμείου Νομικών.
Ήδη με το άρθρο 137 παρ.1 του Ν. 3655/2008 (ΦΕΚ Α` 58/3-4-2008), ορίστηκε ότι: «Κάθε απαίτηση των ΦΚΑ παραγράφεται εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, μετά πέντε (5) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη. Εάν η βεβαίωση του χρέους έγινε πριν αυτό καταστεί ληξιπρόθεσμο ολικά ή μερικά, η παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, κατά το οποίο αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο. Για τα παρακάτω χρέη προς τους ΦΚΑ ισχύει η εικοσαετής παραγραφή, που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις που αφορούν τους ΦΚΑ και τους εντασσόμενους σε αυτούς φορείς κλάδους ή λογαριασμούς: α) ..., β) ..., γ) ..., δ) απαιτήσεις από χρηματικές αξιώσεις του φορέα που προέρχονται από συναφθείσα σύμβασης, ε) Απαιτήσεις που δημιουργούνται από συμβάσεις και διατάξεις τελευταίας βούλησης [...]».
Με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 137 του Ν. 3655/2008 η ισχύς του οποίου αρχίζει στις 3.4.2008 (άρθρο 154), ρυθμίστηκε, μεταξύ άλλων, η παραγραφή απαιτήσεων υπέρ των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), υπάγονται δε σε αυτή και οι μη βεβαιωθείσες, κατά την έναρξη της ισχύος του, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του ΦΚΑ, εφόσον όμως αυτές δεν είχαν παραγραφεί υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, που προαναφέρθηκε (σχετ. ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012).
Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν.4335/2015 και έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον η αναιρεσιβαλλόμενη εκδόθηκε μετά την ισχύ του ανωτέρω νόμου (01.01.2016), η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί. αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
[III] Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης τελεσίδικης απόφασης, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της ένδικης ανακοπής του ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«| Την 02α.08.1993 ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσίβλητος), ο οποίος τυγχάνει δικηγόρος εγγεγραμμένος στον Δικηγορικό Σύλλογο Ηλείας και ήταν ασφαλισμένος στο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ταμείο Νομικών», συνήψε με το τελευταίο, του οποίου το καθ' ου η ανακοπή, Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων - Τομέας Ασφάλισης Νομικών (Ε.Τ.Α.Α.- Τ.Α.Ν.), κατέστη καθολικός διάδοχος δυνάμει του άρθρου 25 παρ. 3 του Ν. 3565/2008 (και του οποίου κατέστη οιονεί καθολικός διάδοχος με το άρθρα 51 παρ.1 και 53 παρ.1 περ.
Γ, υπ. γγ' του ν. 4387/2016 το Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α)» - ήδη αναιρεσείον, σύμβαση δανείου ποσού 1.000.000 δραχμών, ήτοι 2.934,7 ευρώ. Η ανωτέρω σύμβαση δανείου συνήφθη κατόπιν της με αριθμό …/29-07-1993 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του αντισυμβαλλόμενου, Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ταμείο Νομικών», με την οποία αποφάσισε τη χορήγηση δανείου ύψους 1.000.000 δραχμών στους ασφαλισμένους του, σεισμοπαθείς της περιοχής Πύργου Ηλείας και Αμαλιάδας.
Η διάρκεια αποπληρωμής του δανείου ορίστηκε σε τριάντα έξι (36) ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσού 36.150 δραχμών, ήτοι 106,9 ευρώ, η πρώτη δε εξ αυτών θα έπρεπε να καταβληθεί την 01η.09.1994 και η τελευταία την 01η.08.1997. Σύμφωνα με τον με αριθμό 4 όρο της σύμβασης δανείου, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή και των τόκων, ο οφειλέτης θα χρεώνεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, όχληση ή επιταγή προς πληρωμή, για τα καθυστερούμενα ποσά, από την ημέρα καθυστέρησης και μέχρι την εξόφληση με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας και, περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων το Ταμείο Νομικών δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους νόμιμους τόκους καθυστέρησης και να επιδιώξει με κάθε μέσο την είσπραξή του.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ανακόπτων έλαβε ολόκληρο το ποσό του δανείου κατά την ημερομηνία σύναψης της δανειακής σύμβασης, δεν κατέβαλε, όμως, καμία από τις οφειλόμενες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ταμείο Νομικών», όμως, δεν άσκησε το συμβατικό του δικαίωμα περί καταγγελίας, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο με αριθμό 4 όρο της δανειακής σύμβασης, το πρώτον δε το καθ’ ου η ανακοπή, αφού υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του προαναφερόμενου Ν.Π.Δ.Δ., την 06η.12.2011 απέστειλε στον ανακόπτοντα το με αριθμό πρωτοκόλλου .../16-11-2011 έγγραφο του Διευθυντή Οικονομικού του Τ.Α.Ν., με το οποίο ζητήθηκε από αυτόν να καταβάλει το ποσό των 3.819,24 ευρώ ως ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου του, πλέον των αναλογούντων τόκων υπερημερίας, άλλως θα προέβαινε σε αναγκαστική εκτέλεση κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. .
Ακολούθως, με την με αριθμό …/02-03-2012 απόφαση καταλογισμού, ο Διευθυντής Οικονομικού του Τ.Α.Ν. καταλόγισε στον ανακόπτοντα συνολική οφειλή ποσού 12.458,15 ευρώ και, ειδικότερα, για κεφάλαιο του δανείου το ποσό των 3.819,24 ευρώ και για τόκους το ποσό των 8.638,91 ευρώ, ενώ εν συνεχεία εκδόθηκε εις βάρος του ανακόπτοντος η με αριθμό …/04-01-2013 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Πύργου και εστάλη στον ανακόπτοντα η με αριθμό …/08-01-2013 ατομική ειδοποίηση χρεών.
Συνεπώς, εφόσον το τέως Ταμείο Νομικών δεν ενεργοποίησε με καταγγελία τον τέταρτο όρο της σύμβασης του τοκοχρεωλυτικού δανείου, που παρείχε σε αυτό το δικαίωμα, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων, να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας, οι αξιώσεις των περιοδικών τοκοχρεωλυτικών δόσεων διατήρησαν την αυτοτέλειά τους, εξακολουθώντας να υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ.15 του ΑΚ και, επομένως, οι αξιώσεις για τις τέσσερις τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που ήταν καταβλητέες εντός του έτους 1994, οι αξιώσεις για τις δώδεκα τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που ήταν καταβλητέες εντός του έτους 1995, οι αξιώσεις για τις δώδεκα τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που ήταν καταβλητέες εντός του έτους 1996, και οι αξιώσεις για τις οκτώ τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που ήταν καταβλητέες εντός του έτους 1997, παραγράφηκαν την 01η.01.2000, 01η.01.2001, 01η.01.2002 και 01η.01.2003 αντίστοιχα, ήτοι προ της 03ης.04.2008, ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 3655/2008.
Ειδικότερα, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για αξιώσεις περιοδικών τοκοχρεωλυτικών δόσεων από σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου του Ταμείου Νομικών, η παραγραφή των οποίων δεν υπαγόταν στη διάταξη του άρθρου 44 του Ν.Δ./τος 496/1974 κατ' εφαρμογή του άρθρου μόνου του Π.Δ. 437/1977 ούτε υπήρχαν ειδικές διατάξεις στο καταστατικό του Ταμείου Νομικών για την παραγραφή των αξιώσεών του, μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3655/2008, οπότε και το Ταμείο Νομικών εντάχθηκε στο Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.)», τύγχανε εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 250 παρ.15 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 253 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, για τις ανωτέρω αξιώσεις του πρώην Ταμείου Νομικών δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 86 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, που ρυθμίζει μόνο την παραγραφή των αξιώσεων του Δημοσίου, υπό την αναφερόμενη στην παρ.4 του άρθρου 1Β του ίδιου νόμου έννοια, δηλαδή περιλαμβάνει μόνο τους αναφερόμενους σε αυτήν φορείς, ενώ δεν εισάγει ειδική ρύθμιση για την παραγραφή των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, που περιλαμβάνονται στην Γενική Κυβέρνηση.
Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκανε δεκτή την ένσταση παραγραφής, που προέβαλε ο εφεσίβλητος με την ανακοπή του και ακύρωσε την καταλογιστική απόφαση για το σύνολο των οφειλόμενων υπόλοιπων δόσεων του δανείου, πλέον των τόκων υπερημερίας σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 274 ΑΚ, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθά εφάρμοσε τον νόμο.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με την οποία το εκκαλούν παραπονείται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τύγχαναν εφαρμογής οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του ΑΚ, αλλά οι ειδικότερες του άρθρου 86 παρ.3 του Ν. 2362/1995 και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσαν στην παραγραφή οι αξιώσεις του κατά του ανακόπτοντος, πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με ρητό όρο της σύμβασης δανείου, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων το Ταμείο Νομικών, δικαιούτο να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας. Με βάση τον ανωτέρω όρο, για την ενεργοποίηση του δικαιώματος αυτού, ήταν αναγκαία η προηγούμενη λύση της σύμβασης του δανείου με καταγγελία και, συνεπώς, λόγω της μη ενεργοποίησης του όρου αυτού με την καταγγελία της δανειακής σύμβασης, όπως προαναφέρθηκε, οι αξιώσεις από τις περιοδικές τοκοχρεωλυτικές δόσεις διατήρησαν την αυτοτέλειά τους, εξακολουθώντας να υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ.15 ΑΚ.
Από τον προαναφερόμενο δε με αριθμό 4 όρο της σύμβασης, με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής, οποιοσδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή και των τόκων, ο οφειλέτης θα χρεώνεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, όχληση ή επιταγή προς πληρωμή για τα καθυστερούμενα ποσά, από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, δεν προκύπτει ότι περιέχεται σε αυτόν και όρος περί αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης δανείου για την περίπτωση καθυστέρησης των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του δανείου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν.
Συνεπώς, και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με την οποία το εκκαλούν παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς τον προαναφερόμενο όρο της σύμβασης δανείου, πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν [...]|».
[IV] Κρίνοντας έτσι και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 250 αρ.15 ΑΚ, που εφάρμοσε, αλλά ούτε εκείνες των άρθρων 1Β παρ. 2 και 86 παρ. 1, 3 του Ν. 2362/1995, που δεν εφάρμοσε, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 1, 3 του ως άνω Ν. 2362/1995 ρυθμίζουν την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων του Δημοσίου, υπό την αναφερόμενη στην παράγραφο 4 του άρθρου 1Β, του ιδίου νόμου έννοια.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές του, το Πρωτοδικείο Ηλείας, δικάζον ως Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του, ότι μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3655/2008, στις 3.4.2008, το τέως Ταμείο Νομικών δεν ενεργοποίησε, με καταγγελία, τον 4° όρο της από 02.08.1993 σύμβασης του επιδίκου τοκοχρεωλυτικού δανείου, που παρείχε σε αυτό το δικαίωμα, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσοτέρων δόσεων, να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας, με συνέπεια οι αξιώσεις των περιοδικών τοκοχρεωλυτικών δόσεων τούτου να διατηρήσουν την αυτοτέλειά τους, εξακολουθώντας να υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ.15 ΑΚ, η οποία είχε ήδη συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο (03.04.2008), χωρίς να αξιώσει περισσότερα από τα απαιτούμενα για τη λύση της επίδικης δανειακής σύμβασης στοιχεία, δεδομένου ότι σε αυτή δεν περιέχεται όρος αυτοδίκαιης λύσης της για την ως άνω περίπτωση καθυστέρησης των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του επίδικου δανείου.
Επομένως και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης τόσο περί πλημμέλειας του άρθρου 560 αριθ.6 ΚΠολΔ κατά το κύριο σκέλος του και κατά τον αριθ.1 του ίδιου άρθρου κατά το επικουρικό σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
[V] Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)», στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ. θ' ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993) (ΑΠ 16/2020, ΑΠ 343/2018), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05.08.2019 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)» κατά της 215/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ