Supreme Court allows appeal against lower court's misapplication of public procurement interest rate rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a final judgment ordering a public hospital to pay €189,835.55 to a private medical technology company. The lower court incorrectly calculated late payment interest by applying standard commercial rates instead of the specific rates mandated by the Public Procurement Law for transactions between businesses and public authorities. The court ruled that the appeal was admissible and based on the erroneous interpretation of statutory provisions governing interest calculations in public procurement contracts, leading to a remand for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3 and 4, paragraph 4 of Presidential Decree 166/2003; Where a court fails to apply the specific interest rate provisions of the Public Procurement Law to late payments in contracts between enterprises and public authorities, the judgment is subject to appeal and must be remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1212 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1212/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Σαβράμη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ …." όπως μετονομάστηκε το αρχικά εναγόμενο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ - ΚΕΝΤΡΟ ..." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάρκο Παπαζήση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 103/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 132/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/12/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 132/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, δεχόμενο την από 21-11-2011 'Εφεση του αναιρεσίβλητου εναγόμενου ΝΠΔΔ κατά της 103/2008 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την 154/27-12-2006 αγωγή της αναιρεσείουσας εταιρείας, υποχρέωσε το εναγόμενο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, να καταβάλει στην τελευταία το αιτούμενο, κατά τη συμβατική κύρια βάση της, συνολικό ποσό των 189.835,55 ευρώ, ως τίμημα οφειλόμενο σε αυτή για τα περιγραφόμενα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, με τα οποία η ίδια προμήθευσε το αναιρεσίβλητο κατά τις μεταξύ τους διαδοχικές συμβάσεις πώλησης από 3-10-2002 έως 27-12-2004, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. Δ. 496/1974.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 563, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005 7/2006 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ'αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Εξάλλου, η διάταξη του αρθρ. 7 § 2 του ν.δ/τος 496/1974, που είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 1917/2007), ορίζει ότι ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή Ν.Π.Δ.Δ. είναι 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε από την επίδοση σχετικής αγωγής. Με ειδικό νόμο και συγκεκριμένα με το π.δ/γμα 166/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε από 5.6.2003 στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2000/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29.6.2000, ορίζεται διαφορετικά ο τόκος για οφειλές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, δηλαδή συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (άρθρ. 1 - 3 π.δ/τος 166/2003).• Ειδικότερα, στις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 4 του εφαρμοστέου στην προκείμενη περίπτωση, λόγω του χρόνου κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων, π.δ. 166/2003, που ήδη καταργήθηκε με την υποπαράγραφο Ζ.14 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, αλλά εξακολουθεί να διέπει τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν από την ισχύ του τελευταίου νόμου στις 16-3-2013, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη της υποπαραγράφου Ζ14 (άρθρα 12 παρ. 4 και 13 της νέας Οδηγίας 2011/7 ΕΚ.) του ίδιου νόμου, ορίζονταν τα εξής:
Άρθρο 2 "Οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται στις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή ". Αρθρο 3 " Κατά την έννοια του διατάγματος αυτού: 1. "Εμπορική συναλλαγή" είναι κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής, α. "Δημόσια αρχή" είναι κάθε αναθέτουσα αρχή ή φορέας, όπως ορίζεται στα προεδρικά διατάγματα για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών (Π.Δ. 370/1995, ΦΕΚ ΑΛ 199), υπηρεσιών (Π.Δ. 346/1998, ΦΕΚ ΑΛ 230), εξαιρούμενων τομέων (Π.Δ. 57/2000, ΦΕΚ Α' 45) και Δημοσίων έργων (Π.Δ. 334/2000, ΦΕΚ Α' 279), όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, β. "Επιχείρηση" είναι κάθε οργάνωση, η οποία ενεργεί στα πλαίσια ανεξάρτητης οικονομικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και αν η δραστηριότητα αυτή ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο. 2. "Καθυστέρηση πληρωμής" είναι η μη τήρηση της συμβατικής ή νόμιμης προθεσμίας πληρωμής. 3. "Επιτόκιο που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις βασικές πράξεις της αναχρηματοδότησης" είναι το επιτόκιο που ισχύει για τέτοιες πράξεις στις προσφορές με σταθερό επιτόκιο".
Αρθρο 4 " Τόκος σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής. 1. Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2. Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση, και οφείλει τόκους:
α. Εάν παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών, β. Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας, γ.
Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου, δ. Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών της παραγράφου Ια του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις, ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες. 3.
Ο δανειστής δικαιούται τόκους, εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός, εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση. 4. Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ("επιτόκιο αναφοράς") προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες ("περιθώριο"), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην σύμβαση.
Το επιτόκιο αναφοράς, το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες. 5. Ο δανειστής, εκτός από τους τόκους, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον υπερήμερο οφειλέτη και εύλογη αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης της οφειλόμενης αμοιβής. Τα έξοδα αυτά υπόκεινται σε σχέση με την οφειλόμενη αμοιβή στις αρχές της διαφάνειας και της αναλογικότητας".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής του π. δ. 166/2003 οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 παρ.1 αυτού και εκτείνεται σε κάθε εμπορική συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιας αρχής και ως μόνες προϋποθέσεις τίθενται : α) η εγκυρότητα της σύμβασης, β) η εκτέλεση αυτής από την επιχείρηση και γ) η υπερημερία του οφειλέτη ως προς την πληρωμή της αμοιβής, ενώ δεν τίθεται από το νόμο ως προϋπόθεση η σύναψη της σύμβασης κατά τη διαδικασία και διατυπώσεις του π.δ. 370/1995 που διέπει τις δημόσιες προμήθειες.
Η παραπομπή με το άρθρο 3 παρ.1 α' του ίδιου διατάγματος στις διατάξεις του π.δ. 370/1995 περί δημοσίων προμηθειών (ήδη π. δ. 60/2007) έγινε για τον προσδιορισμό και μόνο της έννοιας της δημόσιας αρχής, ως αντισυμβαλλομένης της δανείστριας επιχείρησης, δεδομένου ότι επιλέγεται το λεγόμενο λειτουργικό κριτήριο και προσδίδεται στη "δημόσια αρχή" έννοια ευρύτερη εκείνης που ακολουθεί ο εθνικός νομοθέτης με βάση το οργανικό κριτήριο.
Αν ο νομοθέτης ήθελε να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του π.δ. 166/2003 μόνο στις δημόσιες συμβάσεις προμήθειας, δηλαδή εκείνες που υπάγονται στην υποχρεωτική ρύθμιση και εφαρμογή του π. δ. 370/1995, θα το όριζε ρητά, πέραν του ότι μια τέτοια διαφορετική αντιμετώπιση δεν προβλέπεται στην Οδηγία 35/2000 και δεν δικαιολογείται από τον επιδιωκόμενο σκοπό της, που είναι η αντιμετώπιση της καθυστέρησης των πληρωμών κάθε εμπορικής συναλλαγής.
Επομένως, στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 166/2003 εμπίπτουν και οι συμβάσεις προμήθειας που καταρτίσθηκαν μεταξύ επιχείρησης και δημόσιας αρχής, απ' ευθείας, χωρίς δηλαδή τις διατυπώσεις και τη διαδικασία του π.δ. 370/1995, οι οποίες διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο. Τέτοιες συμβάσεις είναι και εκείνες που συνάπτει δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα (ν.π.δ.δ.), το οποίο συγκαταλέγεται στις αναθέτουσες αρχές του π.δ. 370/1995 (άρθρο 2), εφόσον πληρούν κατά τα λοιπά τις προϋποθέσεις εγκυρότητάς τους.
Και επί των συμβάσεων αυτών το ύψος του οφειλόμενου επιτοκίου ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 4 του π. δ. 166/2003, η οποία, ως νεότερη, ειδικότερη και εδραζόμενη σε Κοινοτική Οδηγία (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διάταξη, υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 7 του ν. δ. 495/1976 (ΑΠ 323/2014, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 430/2015, ΑΠ 1213/2015, ΑΠ 1492/2017, ΑΠ 1382/2017).
Στην συγκεκριμένη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολ.Δ., εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα εταιρεία, με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς ασκηθείσα κατά του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, υπ'αριθμ.
καταθ. 154/27-12-2006 αγωγή της ανέφερε, όπως δέχτηκε και το Εφετείο, ότι σε εκτέλεση διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, συναφθεισών μεταξύ αυτής και του εναγομένου νοσοκομείου από την 3-10-2002 έως την 27-12-2004, χωρίς την τήρηση της απαιτούμενης για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών διαδικασίας, πώλησε και παράδωσε στο εναγόμενο τα περιγραφόμενα, κατ' είδος, ποσότητα και τίμημα, ιατροτεχνολογικά προϊόντα συνολικής αξίας 189.835,55 ευρώ, για τα οποία εξέδωσε τα επισυναφθέντα στην αγωγή τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, ότι το εναγόμενο, αν και παρέλαβε, κατά την ημέρα εκδόσεως κάθε τιμολογίου, τα πωληθέντα και παραδοθέντα σε αυτό επίδικα προϊόντα, αρνείται την καταβολή του οφειλόμενου τιμήματος, και ότι όχλησε την 10-5-2006 το εναγόμενο για την καταβολή του τιμήματος των πωληθέντων και παραδοθέντων μέχρι την 5-6-2003 προϊόντων, ποσού 67.902,34 ευρώ.
Ζήτησε δε κατόπιν τούτων, να υποχρεωθεί το εναγόμενο στην καταβολή του συνολικού τιμήματος 189.835,5 ευρώ νομιμοτόκως και συγκεκριμένα 1) για τα τιμολόγια μέχρι την 5/6/2003, συνολικής αξίας 67.902,34 ευρώ, εντόκως από την ως άνω όχλησή της, ήτοι από 10/5/2006 και με επιτόκιο 6%. 2)για τα τιμολόγια, μετά την 6/6/2003, συνολικής αξίας 121.933,21 ευρώ εντόκως από την πάροδο 60 ημερών από την ημέρα εκδόσεως καθενός τιμολογίου της και με επιτόκιο υπερημερίας το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, προσαυξημένο κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με το πδ 166/2003, άλλως και επικουρικώς κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ'αριθμ. 103/2008 απόφασή του, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής (ΑΚ 513 επ), απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 904), βάση της, και μη νόμιμο το αίτημα επιδικάσεως τόκων υπερημερίας από την εξώδικη όχληση για τα εκδοθέντα μέχρι την 5-6-2003 τιμολόγια, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 189.835,55 ευρώ με το νόμιμο τόκο και ειδικότερα:
α) το ποσό των 67.902,34 ευρώ με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, β) το ποσό των 16.144,64 ευρώ, με το επιτόκιο υπερημερίας που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προσαυξημένο κατά επτά (7) ποσοστιαίες μονάδες, από την επομένη της παρελεύσεως εξήντα (60) ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου - δελτίου αποστολής μέχρι της εξοφλήσεως, για τα κατά το χρονικό διάστημα από 6-6-2003 έως 7-10-2003 εκδοθέντα τιμολόγια - δελτία αποστολής, και γ) το ποσό των 105.788,57 ευρώ με το επιτόκιο υπερημερίας που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προσαυξημένο κατά επτά (7) ποσοστιαίες μονάδες, από την επομένη της παρελεύσεως ενενήντα (90) ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου - δελτίου αποστολής μέχρι της εξοφλήσεως, για τα μετά τις 8-10-2003 εκδοθέντα τιμολόγια - δελτία αποστολής.
Κατά της ανωτέρω απόφασης, το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο άσκησε την υπ'αριθμ. καταθ. 16/21-11-2011 έφεσή του, η οποία έγινε δεκτή με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δικαζομένης δε της υπόθεσης από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, υποχρεώθηκε το εναγόμενο κατά παραδοχή της ένδικης αγωγής, να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 189.835,55 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως.
Ειδικότερα, με την απόφασή του αυτή το Εφετείο, αφού έκρινε ότι "Η αγωγή αντικείμενο έχουσα την καταβολή τιμήματος συμβάσεως πωλήσεως προς Ν.Π.Δ.Δ. καταρτισθείσης κατά το ιδιωτικό δίκαιο, όπου απαιτείται η σύμβαση με αντικείμενο άνω των €2.500 να έχει καταρτισθεί εγγράφως, είναι ορισμένη κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 ΚΠολΔ, καθόσον η ενάγουσα επικαλείται, πλην των κατά την διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ στοιχείων της αγωγής περί της αξιώσεως εκ της συμβάσεως πωλήσεως και τα στοιχεία, τα οποία καθιστούν έγκυρη τη σύμβαση, όταν συμβαλλόμενο είναι Ν.Π.Δ.Δ., ήτοι ότι η πρόταση προς κατάρτιση αυτής (εντολή - παραγγελία) έγινε εγγράφως και ότι η ενάγουσα απεδέχθη την πρόταση και εκπλήρωσε την σύμβαση, γεγονότα, τα οποία αίρουν την ακυρότητα", στη συνέχεια δέχεται ότι, "το εκκαλούν επαρχιακό κέντρο υγείας• εναγόμενον νοσοκομείο δεν αμφισβητεί ούτε την παράδοση σε αυτό των ειδών που περιέχονται εις τα επισυναπτόμενα εις το δικόγραφον της αγωγής τιμολόγια - δελτία αποστολής της εφεσιβλήτου εναγούσης εταιρείας, ούτε την ποσοτική και ποιοτική παραλαβή τούτων (δια χρονικόν διάστημα δύο ετών) και πρέπει να υποχρεωθεί εις την καταβολήν του οφειλομένου συνολικού ποσού €189.835,55, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.
Δ. 496/1974 ..., απορριπτομένου ως αβασίμου του αιτήματος της εναγούσης όπως καταβληθεί εις αυτήν η αξία των πωληθέντων και παραδοθέντων εις το εναγόμενον νοσοκομείον ιατροτεχνολογικών προϊόντων εις εκτέλεση των επιδίκων συμβάσεων εντόκως από την πάροδον εξήντα ημερών από της εκδόσεως κάθε τιμολογίου με το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσαυξημένο κατά επτά ποσοστιαίες μονάδες, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 4 του Π.Δ. 166/2003".
'Ετσι όμως που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τον υπολογισμό του οφειλόμενου τόκου υπερημερίας για τα τιμολόγια μετά την 6-6-2003, όπως ζητείται με την ένδικη αγωγή, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 παρ. 4 του π.δ. 166/2003, οι οποίες έχουν εφαρμογή σε κάθε εμπορική συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεως και δημοσίων αρχών, ανεξάρτητα αν η σχετική σύμβαση καταρτίστηκε κατά τη διαδικασία του π.δ. 370/1995 περί δημοσίων προμηθειών ή αν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται από το π.δ./γμα 394/1996 περί Κανονισμού Προμηθειών Δημοσίου, και επομένως έχουν εφαρμογή και επί των ένδικων συμβάσεων πωλήσεως, οι οποίες κρίθηκαν από το Εφετείο έγκυρες και παράγουσες έννομες συνέπειες.
Συνεπώς, ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 παρ. 4 του π. δ. 166/2003, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 αριθ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό. Το παράβολο που κατέβαλε η αναιρεσείουσα πρέπει να της επιστραφεί, αφού η αίτησή της έγινε δεκτή (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).•
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 132/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα εταιρεία.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2018. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία,
η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη
Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)