Legislator Case Law & Legislation
1212/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to default of defendants and inadmissibility of vague and factually incorrect grounds.

Case Number 1212/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final judgment rendered in default of the two respondents. The court held that the appeal was inadmissible because the respondents failed to appear, their presence was legally summoned, and the appellant's arguments regarding defamation and procedural violations were vague or based on false premises. Consequently, the appeal was rejected and the costs were ordered to be paid to the public fund.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568 § 4 and 576 §§ 1-2 of the Code of Civil Procedure; Article 31 § 2 of the Code of Criminal Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: In the absence of a respondent, the court must verify legal summons and proceed with the hearing; appeals based on vague grounds or false premises regarding evidence admissibility are inadmissible.

Keywords

AI generated
default judgment cassation appeal inadmissible appeal vague grounds procedural violation

Cited Legislation

AI generated
Articles 568 § 4 and 576 §§ 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 31 § 2 of the Code of Criminal Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1212 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1212/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σφακιωτάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", ιδιοκτήτριας του τηλεοπτικού σταθμού "...", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. (Κ.) Π., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2017 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-6-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 568 § 4 και 576 §§ 1-2 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς το διάδικο αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν ούτε παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση αυτή με δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ η πρώτη και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Προς απόδειξη της κλητεύσεώς τους ο αναιρεσείων προσκομίζει τις υπ' αριθμ. …2Γ/19-10-2017 και …0Γ/3-11-2017 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης Ε. Κ.-Π., από τις οποίες αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με την επ' αυτού πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την ημερομηνία που αναφέρεται στην αρχή και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε σε καθεμία τούτων, με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Ιωάννη Σφακιωτάκη. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία των δύο αναιρεσιβλήτων τούτων.

ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία που όριζε το άρθρο 681Δ ΚΠολΔ εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 23/2017 τελεσίδικη απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Κρήτης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα ο αναιρεσείων με την από 27-2-2013 αγωγή του ζήτησε, μεταξύ άλλων αιτημάτων (που δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσης δίκης), να υποχρεωθούν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες, ιδιοκτήτρια τηλεοπτικού σταθμού και παρουσιάστρια, αντίστοιχα, οι οποίες ευθύνονται εις ολόκληρον, να του καταβάλουν ποσό 250.956 € ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη που υπέστη από προσβλητική της προσωπικότητάς του και συκοφαντική τηλεοπτική εκπομπή.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων με την 110/2015 οριστική του απόφαση δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα ποσό 15.000 € ως χρηματική ικανοποίηση. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εκατέρωθεν εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, που εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατ' αποδοχή της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την αγωγή.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών-εφεσίβλητος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

ΙΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει, μεταξύ των άλλων, και αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικος και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση δε αυτή συνίσταται, μεταξύ άλλων, και σε πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητος, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν αυτήν (προσωπικότητα) και προσδιορίζουν την ταυτότητα του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητος του βλαπτομένου.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είτε είναι, από άποψη εννόμου τάξεως, ήσσονος σπουδαιότητος, είτε ασκείται καταχρηστικώς. Για την προστασία της προσωπικότητος δεν απαιτείται η ύπαρξη υπαιτιότητος, δόλου ή αμελείας, αυτού που προσβάλλει, η οποία όμως (υπαιτιότητα) απαιτείται για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 Α.Κ.

παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914 επ. Α.Κ.), στις οποίες περιλαμβάνεται και αυτή του άρθρου 920, που ορίζει ότι : "όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας , υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη , το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου , έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει".

Προσβολή της προσωπικότητος με αδικοπραξία πραγματώνεται και με ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Κατ' άρθρο όμως 367 ΠΚ, το οποίο για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57 - 59 και 914 επ.

ΑΚ, ο άδικος χαρακτήρας τέτοιας προσβολής με δυσφήμηση ή εξύβριση αίρεται σε περίπτωση που ο προσβολέας προβαίνει στις δυσφημιστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρο 14) και από την επικυρωμένη με το ΝΔ 53/1974 ΕΣΔΑ (άρθρο 10) ελευθερία του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα που άμεσα συνδέονται με τη λειτουργία του τύπου για τη δημοσίευση ειδήσεων και γεγονότων σχετικά με τη συμπεριφορά φυσικών προσώπων, ιδίως δε εκείνων που ασκούν δημόσιο λειτούργημα, ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο ή, έστω, και άλλους.

Παρέπεται ότι τα ως ανωτέρω συνδεόμενα με τον τύπο πρόσωπα μπορούν να προβαίνουν σε αντίστοιχη δημοσίευση για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, ακόμη και με οξεία κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος των ως άνω προσώπων ή ομάδων. Ωστόσο, η προαναφερόμενη άρση του άδικου χαρακτήρα της προσβολής με δυσφήμηση ή εξύβριση ανατρέπεται, αν από τον τρόπο που έλαβαν χώρα οι δυσφημιστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός εκφράσεως καταφρονήσεως από τον προσβολέα προς εκείνον που προσβάλλεται.

Αυτή δε η ανατροπή της άρσεως του αδίκου συνεπάγεται, βέβαια, περιορισμό της ελευθερίας του τύπου αλλά ο περιορισμός αυτός συγκαταλέγεται σε εκείνους που προβλέπονται, άμεσα μεν στην ΕΣΔΑ (άρθρ. 10), έμμεσα δε πλην σαφώς στο Σύνταγμα (αρθρ. 14 και 15), ως επιτρεπτοί (Α.Π. 1095/2010). Εξ άλλου, κατά την παρ.1 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων "ο ιδιοκτήτης παντός εντύπου υποχρεούται εις πλήρη αποζημίωσιν δια την παράνομον περιουσιακήν ζημίαν ως και εις χρηματικήν ικανοποίησιν δια την ηθικήν βλάβην, αι οποίαι υπαιτίως επροξενήθησαν δια δημοσιεύματος θίγοντος την τιμήν ή την υπόληψιν παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 του ΑΚ υπαιτιότης, η κατά το άρθρο 919 του ΑΚ πρόθεσις και η κατά το άρθρον 920 του ΑΚ γνώσις ή υπαίτιος άγνοια συντρέχει εις τον συντάκτην του δημοσιεύματος ή, εάν ούτος είναι άγνωστος, εις τον εκδότην ή τον διευθυντήν συντάξεως του εντύπου".

Επίσης, κατά το άρθρο 3 παρ.1 στοιχ.β' του ν.2328/1995, "οι κάθε είδους εκπομπές (συμπεριλαμβανομένων και των διαφημίσεων), που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου ή στοιχεία επαρκή για τον προσδιορισμό του οποίου μεταδίδονται", ενώ, κατά το άρθρο 4 παρ.10 του ίδιου ν.2328/1995, "Στο άρθρο μόνο του ν.1178/1981, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει, υπάγονται και οι τηλεοπτικοί και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί.

Στα κατά το ν.1178/1981 "δημοσιεύματα" περιλαμβάνονται και οι τηλεοπτικές και οι ραδιοφωνικές εκπομπές. Προκειμένου για τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς ως "εκδότης" νοείται ο νόμιμος ή οι περισσότεροι νόμιμοι εκπρόσωποι της αδειούχου εταιρίας, ως "διευθυντής" ο υπεύθυνος προγράμματος και προκειμένου για ειδησεογραφικές εκπομπές ο διευθυντής του τμήματος των ειδήσεων, ως "συντάκτης" δε του δημοσιεύματος ο παραγωγός ή ο δημοσιογραφικός υπεύθυνος ή ο δημοσιογράφος-συντονιστής ή παρουσιαστής της εκπομπής ανάλογα με το είδος και τη δομή της εκπομπής".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν δεν υπάρχει, για οποιοδήποτε λόγο, υπαιτιότητα στο πρόσωπο του συντάκτη παραγωγού, δημοσιογράφου συντονιστή ή παρουσιαστή της εκπομπής κλπ, δεν υπάρχει δε και υπαιτιότητα ούτε του εκδότη, ήτοι του νόμιμου εκπροσώπου της αδειούχου εταιρείας, δεν θεμελιώνεται αξίωση προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εκείνου, που ενδεχομένως έχει προσβληθεί (Α.Π. 1486/2017, 627/2011, 1904/2008).

IV. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα …, είναι ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού, παγκρήτιας εμβέλειας, "...".

Αυτή αποτελεί μια σύγχρονη τηλεοπτική επιχείρηση, που εκπέμπει σε όλη την περιφέρεια της Κρήτης, απασχολεί προσωπικό που αποτελείται από 53 άτομα σε οργανωμένα τμήματα και αποτελεί ένα σύγχρονο περιφερειακό κανάλι, που διαθέτει δικά του στούντιο, δικό του σύγχρονο τεχνικό εξοπλισμό και γραφεία και στις τρεις μεγάλες πόλεις της Κρήτης (…).

Η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων είναι καταξιωμένη επαγγελματικά δημοσιογράφος, που κατά την κρίσιμη περίοδο εργαζόταν ως παρουσιάστρια στην παραπάνω ανώνυμη εταιρία και παρουσίαζε, ως συντονίστρια, την ημερήσια εκπομπή με τον τίτλο "….", εκπομπή, η οποία ασχολείτο με επίκαιρα θέματα ποικίλου ενδιαφέροντος της περιοχής της Κρήτης.

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι ιατρός, επιτυχημένος επιστημονικά και επαγγελματικά, ασκεί δε πλέον ιδιωτική ιατρική εργαζόμενος σε ιδιωτική κλινική της πόλης των …. Είναι πτυχιούχος Ιατρικής σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από όπου αποφοίτησε το έτος 1976. Αυτός με τη με αριθ.

πρωτ. ….40/19-7-1982 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών έλαβε την άδεια χρησιμοποίησης τίτλου της ιατρικής ειδικότητας της χειρουργικής. Ακολούθως, με τη με αριθ. πρωτ. …27/24-11-1992 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, έλαβε την άδεια για την χρησιμοποίηση του τίτλου της ειδικότητας της χειρουργικής θώρακος, ενώ με τη με αρ.

πρωτ. ….55/26-3-1993 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, έλαβε και την άδεια χρησιμοποίησης του τίτλου της ειδικότητας της αγγειοχειρουργικής. Υπηρέτησε ως επιμελητής της αγγειοχειρουργικής κλινικής του 401 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου Αθηνών, από 27-1-1984 ως το έτος 1986, τότε που δεν είχε ακόμη αναγνωρισθεί η αγγειοχειρουργική ως ξεχωριστή ειδικότητα και ασκείτο από τους γενικούς χειρουργούς και τους θωρακοχειρουργούς.

Εντάχθηκε ως ιατρός του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) στις 1-10-1986, οπότε διορίστηκε ως Επιμελητής Α', γενικός χειρουργός, στο Γενικό Νοσοκομείο … "...", από όπου το έτος 1988 αποσπάσθηκε στο Νοσοκομείο "...", ως επιμελητής για την απόκτηση της ειδικότητας της χειρουργικής θώρακος και αγγείων, που το έτος εκείνο αποτελούσε μία ενιαία ειδικότητα.

Από το έτος 1994 έως το έτος 1999, υπηρέτησε στην οργανική του θέση της χειρουργικής κλινικής του Νοσοκομείου …, όπου κάλυπτε όλα τα θωρακοχειρουργικά και αγγειοχειρουργικά περιστατικά. Στις 15-6-1999 διορίσθηκε ως υπεράριθμος Επιμελητής Β' χειρουργικής θώρακος, στο Γενικό Νοσοκομείο …. "...", αναβαθμίστηκε δε, σε Επιμελητή Α' χειρουργικής θώρακος, την 14-6-2000.

Στις 28-6-2001 του απονεμήθηκε ο τίτλος του αναπληρωτού Διευθυντού Χειρουργικής Θώρακος. Την 14-5-2001 αποσπάσθηκε στο Γ.Ν. …. "...", όπου υπηρέτησε ως αγγειοχειρουργός στη Β' Προπαιδευτική κλινική και παράλληλα διενεργούσε εφημερίες ως θωρακοχειρουργός στην οργανική του θέση στο Γενικό Νοσοκομείο … "...". Με τη με αριθ.

πρωτ. Υ10α/Γ.Π. οικ. 1727/2006 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης εγκρίθηκε η προκήρυξη μίας (1) θέσης Διευθυντού Χειρουργικής Θώρακος για το Γενικό Νοσοκομείο …. και στη συνέχεια, με τη με αριθ. 5.266/4-4-2006 προκήρυξη του Διοικητή του Νοσοκομείου …, προκηρύχθηκε η ανωτέρω θέση. Σύμφωνα με την εν λόγω προκήρυξη για την κατάληψη της θέσης του Διευθυντή Χειρουργικής Θώρακος ήταν απαραίτητη, εκτός των άλλων, η άσκηση ειδικότητας, αντίστοιχης με τη θέση που προκηρυσσόταν, για δέκα τουλάχιστον έτη, προϋπόθεση η οποία συνέτρεχε για τον ενάγοντα, αφού ο τελευταίος μπορούσε να χρησιμοποιήσει νόμιμα τον τίτλο της ειδικότητας της θωρακοχειρουργικής με βάση τη χορηγηθείσα σ' αυτόν βεβαίωση του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, την οποία προσκόμισε στην αρμόδια επιτροπή αξιολόγησης, από την οποία προέκυπτε ότι ήταν γραμμένος στα μητρώα του άνω συλλόγου με την προαναφερθείσα ειδικότητα της θωρακοχειρουργικής, την οποία ασκούσε μέχρι το χρόνο λήξης της προθεσμίας υποβολής των δικαιολογητικών, για 13 έτη, 4 μήνες και 3 ημέρες.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι στο ν.δ/γμα 3366/1955 (ΦΕΚ Α' 258) ορίζεται ότι: "1. Δια την χρησιμοποίησιν τίτλου ιατρικής ειδικότητας, εκ των καθοριζομένων εν τω παρόντι ν.δ. απαιτείται άδεια χορηγούμενη υπό του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας μετά σύμφωνον γνώμην του παρά τω Υπουργείω λειτουργούντος Συμβουλίου Ιατρικών Ειδικοτήτων" (άρθρο 5), "1.

Ως ιατρικαί ειδικότητες ορίζονται αι εξής: 1)...2)Χειρουργική, ..." (άρθρο 7), "1. Προς απόκτησιν αδείας χρησιμοποιήσεως τίτλου ιατρικής ειδικότητος απαιτούνται: α) Άδεια ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος, β) μετεκπαίδευσις κατά τα κατωτέρω οριζόμενα εις αναγνωρισμένην δια την αιτουμένην ειδικότητα Κλινικής ή εργαστήριον και γ) επιτυχής δοκιμασία ενώπιον της προς τούτο Εξεταστικής Επιτροπής" (άρθρο 8), "1.

Απαγορεύεται η χρησιμοποίησις τίτλου πλέον της μίας ιατρικής ειδικότητος. 2. Ιατροί τυχόντες αδείας χρησιμοποιήσεως τίτλων πλειόνων της μίας ειδικότητος, δύνανται παραιτούμενοι της αδείας της ασκουμένης παρ' αυτών ειδικότητας να χρησιμοποιήσωσι τον τίτλον ετέρας ειδικότητος μόνον εφ' όσον δεν έχει παρέλθει πενταετία από της απονομής αυτοίς της ειδικότητος ταύτης.

Η παραίτησις υποβάλλεται εγγράφως προς τον οικείον Ιατρικόν Σύλλογον, επί αποδείξει εν τη οποία σημειούται η εν τοις μητρώοις αναγκαία μεταβολή, άλλως η χρησιμοποίησις του τίτλου της νέας ειδικότητας θεωρείται παράνομος. 3. Ιατροί μη χρησιμοποιήσαντες επί πενταετίαν τον τίτλον απονεμηθείσης αυτοίς ειδικότητας, απόλλυσι το δικαίωμα της χρησιμοποιήσεως αυτού.

Δια την ανάκτησιν του τίτλου απαιτείται νέα επιτυχής δοκιμασία ενώπιον της αρμοδίας Εξεταστικής Επιτροπής κατά τα εν άρθρω 10 του παρόντος οριζόμενα" (άρθρο 12), "Η κατά παράβασιν του παρόντος, ν.δ. χρησιμοποίησις τίτλου ιατρικής ειδικότητος διώκεται και τιμωρείται πειθαρχικώς με τας εν άρθρω 97 του αν.ν. 1565/39 ποινάς" (άρθρο 13).

Με το ΠΔ 208/13-4-1989 καθιερώθηκε η ειδικότητα της αγγειοχειρουργικής, για την απόκτηση της οποίας απαιτείται η άσκηση επτά ετών και δη τριών ετών στη γενική χειρουργική, τριών ετών στην αγγειοχειρουργική, ενός εξαμήνου στη χειρουργική θώρακος και ενός εξαμήνου στην καρδιοχειρουργική. Ακολούθως, στο άρθρο 2 § 1 του ν. 1579/1985 (Α' 217) ορίζεται ότι "Η απαγόρευση χρησιμοποίησης περισσοτέρων από έναν (1) τίτλων ιατρικών ειδικοτήτων, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 του ν.δ. 3366/1955 (A' 258), ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και για τις τέως συναφείς ειδικότητες.

Οι γιατροί που έχουν δύο (2) ειδικότητες μπορούν να αξιοποιήσουν το δεύτερο τίτλο τους μόνο σε επιστημονικές ανακοινώσεις και σε συνέδρια". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 65 § 1 του ν. 2071/1992, με το οποίο ορίζονται οι προϋποθέσεις για την κατάληψη, μεταξύ άλλων, της θέσης διευθυντή κλινικής ΕΣΥ, συνάγεται ότι για την υποβολή υποψηφιότητας προς κατάληψη θέσης κλάδου ιατρών ΕΣΥ απαιτείται, μεταξύ άλλων, το προσόν του τίτλου ιατρικής ειδικότητας αντίστοιχης με τη θέση, το οποίο υφίσταται εάν ο υποψήφιος μπορεί να χρησιμοποιήσει νομίμως τον τίτλο της ειδικότητας αυτής, με βάση τη χορηγηθείσα άδεια ειδικότητας και την εγγραφή με την ίδια ειδικότητα στα μητρώα Ιατρικού Συλλόγου (βλ.

και ΣτΕ 2458/2010). Περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, για να χρησιμοποιήσει ιατρός νομίμως τον τίτλο άλλης ειδικότητας, δηλαδή διαφορετικής εκείνης με την οποία είναι εγγεγραμμένος στα μητρώα Ιατρικού Συλλόγου, απαιτείται έγγραφη υποβολή παραίτησης από την αρχικά χρησιμοποιούμενη ειδικότητα, εντός πενταετίας από την απόκτηση της νέας ειδικότητας.

Η παραίτηση αυτή δεν μπορεί να είναι σιωπηρή, αλλά λαμβάνει πανηγυρικό τύπο, αφού απαιτείται έγγραφη υποβολή της με απόδειξη και σημείωση της μεταβολής στα μητρώα του Ιατρικού Συλλόγου (βλ. ΣτΕ 4438/2012, όπου και παραπομπές σε ΣτΕ 197/1987, 1181/1987, δημΤρΠλΝόμος). Η χρησιμοποίηση του τίτλου της νέας ειδικότητας, χωρίς προηγούμενα να χωρήσει εμπρόθεσμη κατά τα ανωτέρω παραίτηση, θεωρείται παράνομη, για αυτήν, όμως τη χρήση, νόμος απειλεί μόνο πειθαρχική κύρωση.

Πάντως, σε κάθε περίπτωση, ιατροί που δεν χρησιμοποιούν για διάστημα πενταετίας τον τίτλο απονεμηθείσας σ' αυτούς ειδικότητας, χάνουν τον τίτλο χρησιμοποίησης αυτής. Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι με τη με αριθ. 2/7886/0022/2004 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (ΦΕΚ Β, 287/10-2-2004) για την "Αναμόρφωση του Οργανισμού του Γενικού Νοσοκομείου … "..." και δη, σύμφωνα με το άρθρο 6, ορίζεται ότι η διάρθρωση της Ιατρικής υπηρεσίας του Νοσοκομείου αποτελείται, εκτός των άλλων τομέων και από το Χειρουργικό Τομέα, που περιλαμβάνει, μεταξύ των λοιπών τμημάτων, το "Τμήμα Θώρακος - Αγγείων".

Πλην όμως, στο άρθρο 18, όπου αναφέρεται η στελέχωση της ιατρικής υπηρεσίας, προβλέπεται η σύσταση μόνο θέσεων ιατρών ΕΣΥ ειδικότητας χειρουργικής θώρακος (ενός Διευθυντή, ενός Επιμελητή Α και ενός Επιμελητή Β) και όχι αγγειοχειρουργικής. Στις 2-5-2006, λοιπόν, ο ενάγων κατέθεσε αίτηση - δήλωση συμμετοχής στην επιλογή - πρόσκληση ιατρών του Ε.Σ.Υ, δηλώνοντας ως ασκούμενη ειδικότητα τη χειρουργική θώρακος για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα των 13 ετών, 4 μηνών και 3 ημερών.

Επακολούθησε η από 24-4-2007 θετική εισήγηση του Εισηγητή ιατρού και Διευθυντή της Θωρακοχειρουργικής τμήματος ΕΑΝ … "…", Α. Χ., ο οποίος έκαμε μνεία της κατοχής, εκ μέρους του ενάγοντος, των τριών προαναφερθέντων τίτλων ειδικότητας, γεγονός, που κατά την εκτίμηση του, θα αποτελούσε λύση για την ασφαλή διεκπεραίωση των θωρακο-αγγειοχειρουργικών περιστατικών της περιοχής ευθύνης του Γ.

Νοσοκομείου Χανίων και εν τέλει με το με αριθ. 10/2007 πρακτικό συνεδρίασης του Συμβουλίου Επιλογής και Αξιολόγησης Διευθ. Ιατρών Ε.Σ.Υ., αποφασίστηκε, μεταξύ δύο υποψηφίων, ήτοι του ενάγοντος, Μ. Μ. και του Γ. Κ., η κατάληψη της ως άνω προκηρυχθείσας θέσης από τον ενάγοντα. Στις 17-12-2007 ανακοινώθηκε ο εν λόγω διορισμός στον ενάγοντα και του τέθηκε προθεσμία 20 ημερών να παρουσιασθεί στη διεύθυνση του Νοσοκομείου για να ορκιστεί, αφού προσκομίσει μεταξύ άλλων και πιστοποιητικό εγγραφής του στα μητρώα του οικείου και μόνο Ιατρικού Συλλόγου, στο οποίο να αναφέρεται μεταξύ άλλων και η ειδικότητα την οποία έχει δηλώσει ότι ασκεί.

Ως τέτοια ειδικότητα εννοείτο η ειδικότητα η αντίστοιχη με τη θέση που προκηρυσσόταν και καταλαμβανόταν, δηλαδή η νομίμως χρησιμοποιηθείσα έως τότε από τον τελευταίο ειδικότητα της θωρακοχειρουργικής της οποίας έκαμε χρήση για την κατάληψη της σχετικής θέσης του Διευθυντή. Άλλωστε, σύμφωνα και με όσα ορίστηκαν παραπάνω όσον αφορά την εφαρμογή του νδ 3366/1955, αφού δεν προσκομίστηκε, ούτε αποδείχτηκε ότι εχώρησε ρητή υποβολή παραίτησης του ενάγοντος από την αρχικά χρησιμοποιούμενη ειδικότητα της θωρακοχειρουργικής, και δη παραίτησης εντός πενταετίας από την απόκτηση της νέας ειδικότητας της αγγειοχειρουργικής, πενταετίας άλλωστε που είχε διαρρεύσει, τότε (το έτος 2007), από την απόκτηση της νέας ειδικότητας της αγγειοχειρουργικής (26-3-1993), ο ενάγων μπορούσε να χρησιμοποιεί νομίμως μόνο την ειδικότητα της θωρακοχειρουργικής, η δε χρησιμοποίηση του τίτλου της ειδικότητας της αγγειοχειρουργικής, χωρίς προηγούμενα να χωρήσει εμπρόθεσμη κατά τα ανωτέρω παραίτηση, θεωρείται παράνομη.

Στις 20-12-2007 ο ενάγων εμφανίστηκε στο Νοσοκομείο … και ορκίστηκε ενώπιον του Διοικητή Μ. Καραβιτάκη, δεν προσκόμισε, όμως, το πιστοποιητικό του οικείου Ιατρικού Συλλόγου επικαλούμενος καθυστέρηση της μεταφοράς των εγγράφων από τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών στον Ιατρικό Σύλλογο Χανίων. Εν τέλει αργότερα προσκομίστηκε υπηρεσιακά το από 9-1-2008 ιατρικό πιστοποιητικό του Ιατρικού Συλλόγου Χανίων από το οποίο προέκυπτε ότι αυτός (ενάγων), στις 17-12-2007 (ήτοι τρεις ημέρες πριν την ορκωμοσία του), αφού διαγράφηκε από τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών, εγγράφηκε στον Ιατρικό Σύλλογο Χανίων με την ειδικότητα πλέον της Αγγειοχειρουργικής.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι στο εν λόγω πιστοποιητικό είχε εγγραφεί λανθασμένα ο αριθμός της απόφασης του Νομάρχη που του χορήγησε την εν λόγω ειδικότητα, αφού αναγράφηκε η απόφαση με την οποία του χορηγήθηκε η ειδικότητα της χειρουργικής (βλ. τη με αριθ. 23/9-1-2008 βεβαίωση του Προέδρου και Γραμματέα του Ιατρικού Συλλόγου Χανίων και την από 5-7-2012 ένορκη κατάθεση της Μ.

Β. που λήφθηκε στα πλαίσια της υπ' αριθ. .../1105 δικογραφίας προκαταρκτικής εξέτασης για αντιποίηση άσκησης δημόσιας υπηρεσίας κατ' εξακολούθηση τεθείσα στο αρχείο, επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα). Άμεσα με την ανάληψη των καθηκόντων του ο ενάγων φρόντισε να οργανώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κλινική Θώρακος - Αγγείων και από τις 21-12-2007 αιτήθηκε από τη Διοίκηση τη συνδρομή της για τον καθορισμό θαλάμων με τις αντίστοιχες κλίνες για τη νοσηλεία θωρακοχειρουργικών και αγγειοχειρουργικών περιστατικών, καθορισμό ημερών χειρουργείου θωρακοχειρουργικών και αγγειοχειρουργικών περιστατικών, προκήρυξη οργανικών θέσεων Επιμελητή Α' και Επιμελητή Β' χειρουργικής θώρακος, καθορισμό χώρων εξωτερικών ιατρείων θωρακοχειρουργικών και αγγειοχειρουργικών περιστατικών κλπ.

Αρχικά το τμήμα του, στελεχωμένο μόνο από τον ίδιο, προσέφερε τις ιατρικές φροντίδες σε ασθενείς, όχι μόνο θωρακοχειρουργικών, αλλά και αγγειοχειρουργικών περιστατικών. Τα τελευταία μάλιστα αποτελούσαν και την πλειοψηφία των περιστατικών της κλινικής (70%-80%), γεγονός το οποίο ήταν γνωστό στη διοίκηση του Νοσοκομείου (διοικητές ήταν τότε ο Μ.

Κ. και ο Κ. Δ.), αλλά και στην Ιατρική Υπηρεσία και στο Επιστημονικό Συμβούλιο του, τα οποία όργανα ανέχονταν την πρακτική αυτή, θεωρώντας όλα τα περιστατικά της αγγειοχειρουργικής ειδικότητας ως επείγοντα, προκειμένου να δικαιολογείται η αντιμετώπιση τους από το Νοσοκομείο … στην κλινική που διευθυντής ήταν ο ενάγων.

Ο τελευταίος καθιερώθηκε, τόσο στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, όσο και στους ασθενείς του Νοσοκομείου ως ο αγγειοχειρουργός του Νοσοκομείου, στο οποίο έκαμε μάλιστα και πρωτοποριακές αγγειοχειρουργικές επεμβάσεις (αντιμετώπιση διαχωριστικών ανευρυσμάτων, τοποθέτηση μοσχευμάτων stends κλπ), λαμβάνοντας τα συγχαρητήρια και τη στήριξη των ασθενών, του προσωπικού και της Διοίκησης του Νοσοκομείου.

Μόλις δε το έτος 2010 προσλήφθηκε επίκουρος (συμβασιούχος) ιατρός αγγειοχειρουργός προκειμένου να τον συνδράμει στο έργο του. Η αντιμετώπιση, όμως, κυρίως των επειγόντων αγγειοχειρουργικών περιστατικών, απαιτούσε την υποστήριξη με αγορά ακριβών ιατρικών υλικών (μοσχευμάτων, stends κλπ). Στο σημείο δε αυτό να σημειωθεί ότι γενικά για την αγορά των ιατρικών υλικών έπρεπε να ακολουθείται η διαδικασία των προεγκρίσεων με υποβολή των αιτημάτων αγοράς στο οικονομικό τμήμα και στη συνέχεια, είτε με τη διαδικασία των τριών σφραγισμένων προσφορών, είτε με διενέργεια πρόχειρου διαγωνισμού, είτε με τακτικό διαγωνισμό σύμφωνα με το νόμο των προμηθειών.

Πλην όμως, στην περίπτωση της κλινικής του ενάγοντος, κυρίως στα επείγοντα περιστατικά, κατ' ανοχή του τότε Διοικητικού Συμβουλίου του Νοσοκομείου, ενόψει και των λόγων που επικαλείτο ο ενάγων, ότι δηλαδή το κάθε περιστατικό ήταν μοναδικό και για την αντιμετώπισή του έπρεπε να προηγηθούν ειδικές διαγνωστικές εξετάσεις (αγγειογραφία κλπ) για να καθοριστεί το είδος και οι διαστάσεις των ενδοαυλικών μοσχευμάτων, πράγμα που δεν επέτρεπε τον διαγωνισμό για παρακαταθήκη μοσχευμάτων, ούτε πολλές φορές υπήρχε χρόνος για διαδικασίες προέγκρισης από τις οικονομικές υπηρεσίες για τα διατεινόμενα, ραγέντα ή διαχωριστικά ανευρύσματα, ο τελευταίος (ενάγων) αιτείτο εγγράφως τα υλικά και επικαλούμενος τους ως άνω λόγους και τη σοβαρότητα του περιστατικού, μην αφήνοντας χρονικό περιθώριο για τον νόμιμο τρόπο προμήθειας των υλικών που αιτείτο σύμφωνα με τις ως άνω αναφερθείσες διαδικασίες, προχωρούσε μόνος του στις παραγγελίες των υλικών, προς τις εταιρίες που εκείνος έκρινε ότι διαθέτουν τα κατάλληλα υλικά, παρακάμπτοντας τους νόμιμους τρόπους προμήθειας και τις οικονομικές υπηρεσίες (βλ.

την από 3-7-2012 ένορκη κατάθεση Σ. Ν., οικονομικής υποδιευθύντριας, που λήφθηκε στα πλαίσια της υπ' αριθ. .../1105 δικογραφίας προκαταρκτικής εξέτασης για την αντιποίηση άσκησης δημόσιας υπηρεσίας κατ' εξακολούθηση τεθείσα στο αρχείο, επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα). Τον Απρίλιο του έτους 2010, άλλαξε η διοίκηση του Νοσοκομείου Χανίων και Διοικητής του ανέλαβε ο Χ.

Δ.. Την εποχή εκείνη, ενόψει και της δημοσιονομικής κρίσης, το βασικό θέμα που απασχολούσε τα δημόσια νοσοκομεία ήταν η οικονομική διαχείριση και τα χρέη τους, με αποτέλεσμα ο έλεγχος να γίνεται περισσότερο ασφυκτικός μέσω και των ελεγκτών δημόσιας υγείας. Ο ως άνω Διοικητής λοιπόν, ενημερώθηκε για τις οφειλές του Νοσοκομείου και τον τρόπο κατάρτισης των συμβάσεων της κλινικής του ενάγοντος, κυρίως από το οικονομικό τμήμα.

Επ' αφορμή της έρευνάς του αυτής προέκυψε και το θέμα της ειδικότητας του ενάγοντος, ο οποίος, αν και διορίστηκε με την ειδικότητα και είχε την ιδιότητα διευθυντή κλινικής θώρακος, προέβαινε σε παραγγελίες ακριβών υλικών αγγειοχειρουργικής, ασκούσε δε παράλληλα και την ειδικότητα της αγγειοχειρουργικής.

Εξάλλου, παρά το γεγονός ότι στον ανωτέρω Οργανισμό του Νοσοκομείου, ρητά αναφερόταν η ύπαρξη "Τμήματος Θώρακος - Αγγείων", εντούτοις δεν προβλεπόταν η στελέχωση της ιατρικής αυτής υπηρεσίας με αγγειοχειρουργό, γεγονός που καταδείκνυε ότι η αναφορά της λέξεως "Αγγείων" αφορούσε μόνο τον τίτλο της κλινικής και όχι την ουσία της, διότι δεν νοείται ύπαρξη αγγειοχειρουργικής κλινικής χωρίς την πρόβλεψη στελέχωσής της με οργανική θέση αγγειοχειρουργού.

Ο Γ. Α., Διευθυντής της Ιατρικής Υπηρεσίας του Νοσοκομείου και γνώστης των θεμάτων της ιατρικής υπηρεσίας του, ο οποίος αρχικά στήριξε τον ενάγοντα στη δημιουργία της κλινικής του και επομένως δεν είχε κανένα λόγο να στραφεί στη συνέχεια αδικαιολόγητα εναντίον του, κατά την κατάθεσή του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων στις 21-2-2013 κατά την εκδίκαση προγενεστέρας αγωγής του ενάγοντος κατά των ίδιων εναγομένων (αρ.

κατ. 231/2011) χαρακτηριστικά και μετά λόγου γνώσης κατέθεσε ότι δεν υπάρχει κατά τον Οργανισμό αγγειοχειρουργική κλινική, ο δε τίτλος της κλινικής ως "αγγείων", ήταν λανθασμένος, κατάλοιπο παλαιοτέρων Οργανισμών, όπως αυτού και του Νοσοκομείου "...", όταν η ειδικότητα θωρακοχειρουργικής και αγγειοχειρουργικής ήταν ενιαίες, εξ ου και η έγκριση του Υπουργού Υγείας αφορούσε την πρόσληψη διευθυντή χειρουργικής θώρακος.

Ακόμη, ο ίδιος ως άνω μάρτυρας, απαντώντας στην ερώτηση, εάν όφειλε ο νέος Διοικητής να εξακολουθήσει την προηγούμενη πρακτική της διοίκησης, χαρακτηριστικά κατέθεσε ότι: "Όχι, γιατί τα πράγματα πλέον δεν σηκώνανε ανοχές". Συνάμα την ίδια περίοδο παρόμοια περίπτωση άσκησης δύο ειδικοτήτων από διευθυντή κλινικής ανέκυψε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου, γεγονός που απασχόλησε τα μαζικά μέσα ενημέρωσης, όταν ειδικότερα, πριν ένα έτος περίπου, ο Διευθυντής της γενικής Χειρουργικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου … (...), Γ.

Χ., ασκώντας και καθήκοντα Διευθυντή θωρακοχειρουργικής, ματαίωσε ουσιαστικά χειρουργικές πράξεις θωρακοχειρουργών συναδέλφων του, επικαλούμενος εκτός από την ειδικότητά του στη Γενική Χειρουργική και την ειδικότητα και διεύθυνση της θωρακοχειρουργικής, με αποτέλεσμα οι ασθενείς τους, αν και σε συνθήκες προνάρκωσης, να μη χειρουργηθούν και να παραμείνουν αβοήθητοι προκαλώντας άμεσο κίνδυνο για τη ζωή τους (βλ.

άρθρο 306 παρ 2 ΠΚ), εκείνη, δε, την περίοδο παραπεμπόταν να δικασθεί με βάση το από 23-11-2010 κλητήριο θέσπισμα, εν τέλει, όμως για τις πλημμεληματικές πράξεις της έκθεσης κατά συρροή και παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι στο Νοσοκομείο Χανίων, αν και υπήρχαν και άλλοι ιατροί που είχαν περισσότερες από μία ειδικότητες, κανένας απ' αυτούς δεν ασκούσε δύο ειδικότητες, χαρακτηριστική δε είναι η περίπτωση που κατέθεσε ο μάρτυρας Γ.

Α., ήτοι αυτή του νεφρολόγου Κ., ο οποίος, αν και ήταν κάτοχος των ειδικοτήτων της παθολογίας και της νεφρολογίας, ουδέποτε στη διάρκεια των τριάντα ετών που υπηρετούσε στο Νοσοκομείο άσκησε την ειδικότητα της παθολογίας. Εν τω μεταξύ ο ενάγων στις 1-6-2010 με έγγραφο του προς το Διοικητή και τον Πρόεδρο του επιστημονικού Συμβουλίου του Νοσοκομείου ζήτησε να εξετασθεί η περίπτωση της μετατροπής θέσης άλλης ειδικότητας της κλινικής του σε θέση επιμελητή Α' αγγειοχειρουργικής.

Το Επιστημονικό Συμβούλιο, μετά το θέμα που προέκυψε κατά την προαναφερόμενη έρευνα του Διοικητή, απευθύνθηκε, στις 23-7-2010, με το υπ' αριθ. πρωτ. 360 έγγραφο του, στο Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΚΕΣΥ), προκειμένου να διευκρινιστεί πως πρέπει να λειτουργεί η κλινική Θώρακος - Αγγείων, δηλαδή εάν θα λειτουργεί ως θώρακος ή ως αγγείων και όχι με διττή ιδιότητα.

Η εκτελεστική επιτροπή του άνω οργάνου με το από 24-11-2010 έγγραφο της, παρατήρησε ότι οι ιατρικές ειδικότητες της χειρουργικής θώρακος και αγγειοχειρουργικής είναι δύο ξεχωριστές ειδικότητες (ΠΔ 415/94) και δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κλινική με την ονομασία Θώρακος - Αγγείων, ή είναι θωρακοχειρουργική ή αγγειοχειρουργική.

Στη συνέχεια, η Ιατρική Υπηρεσία του Νοσοκομείου … δια του διευθυντή της Γ. Α. στις 1-12-2010 με το αριθ. πρωτ. 1454 έγγραφο της, γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι με βάση το ανωτέρω έγγραφο του ΚΕΣΥ, η κλινική του θα έπρεπε να λειτουργεί μόνο ως κλινική θώρακος και όχι αγγείων και να περιοριστούν οι δραστηριότητες της στα θωρακοχειρουργικά περιστατικά.

Ο ως άνω Διευθυντής χαρακτηριστικά κατέθεσε ότι είχε προφορική ενημέρωση από τα μέλη του ΚΕΣΥ ότι το θέμα θα έπρεπε να διευθετηθεί με τον παραπάνω τρόπο, διότι θα γινόταν καταλογισμός σε βάρος τους για τις δαπάνες που θα δημιουργούντο από τη λειτουργία της κλινικής προς αντιμετώπιση των αγγειοχειρουργικών περιστατικών.

Πράγματι ο ενάγων με το υπ' αριθ. πρωτ. 19370/2-12-2010 έγγραφο του, σεβάστηκε την άποψη του διευθυντή της Ιατρικής Υπηρεσίας, αφού γνωστοποίησε προς το Διοικητή του Νοσοκομείου και στις λοιπές υπηρεσίες του τελευταίου ότι στο εξής, μετά την εντολή του Διευθυντή της ιατρικής υπηρεσίας, δεν θα μπορεί να εξυπηρετεί κανένα χρόνιο ή οξύ αγγειοχειρουργικό περιστατικό.

Για το παραπάνω θέμα έγινε εκτεταμένη συζήτηση μεταξύ του ενάγοντος και του Διοικητή του Νοσοκομείου παρουσία αρμοδίων διοικητικών και επιστημονικών οργάνων του τελευταίου, δεδομένου ότι τα αγγειοχειρουργικά περιστατικά, ενόψει και της έως τότε ανάπτυξης της κλινικής, ήταν πολλά και υπήρχαν προγραμματισμένες επεμβάσεις και έπρεπε να βρεθεί μία λύση για να εξυπηρετηθούν οι ασθενείς.

Για το λόγο αυτό ο Διευθυντής της Ιατρικής Υπηρεσίας απευθύνθηκε στο Επιστημονικό Συμβούλιο του Νοσοκομείου, το οποίο εισηγήθηκε με το υπ' αριθ. πρωτ. 659/9-12-2010 έγγραφο του, την επικαιροποίηση του Οργανισμού του Γενικού Νοσοκομείου … ως προς τη διάταξη που αφορά τη σύνθεση του Χειρουργικού Τομέα, με την απάλειψη του όρου "Τμήμα Θώρακος - Αγγείων" με την μετατροπή του σε δύο ξεχωριστά αυτοτελή τμήματα:

Α) Χειρουργικής Θώρακος, σύμφωνα με την υπάρχουσα στελέχωση (1 Διευθυντής, 1 Επιμελητής Α' και 1 Επιμελητής Β'), Β) Αγγειοχειρουργικής, με ανάλογη στελέχωση. Έως ότου όμως λυθεί το ανωτέρω θέμα, λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές ανάγκες λόγω της πληθώρας Αγγειοχειρουργικών περιστατικών, προτάθηκε όπως τα αγγειοχειρουργικά περιστατικά συνεχίσουν να αντιμετωπίζονται από τη θωρακοχειρουργική κλινική, που διέθετε αγγειοχειρουργό Επιμελητή Β', υπό την επιστημονική κάλυψη του ενάγοντος Διευθυντού της θωρακοχειρουργικής κλινικής, λόγω της εγγύτερης συναφούς ειδικότητας που κατείχε ο τελευταίος.

Την ως άνω εισήγηση αποδέχθηκε και ζήτησε την εφαρμογή της και ο Διοικητής του Νοσοκομείου, Χ. Δ.. Στις 11-1-2011 ο ενάγων απέστειλε εξώδικη πρόσκληση στον τελευταίο, με την οποία μεταξύ άλλων, αφού αναφερόταν στο κατά την άποψή του νομικό καθεστώς, ανακάλεσε το υπ' αριθ. πρωτ. 19370 έγγραφό του και δήλωσε ότι θα αναλαμβάνει μόνο τα αγγειοχειρουργικά περιστατικά, στα οποία είναι ειδικός και κατέχει νόμιμα τη σχετική ειδικότητα και θα πάψει να χειρουργεί περιπτώσεις που άπτονται θωρακοχειρουργικής ειδικότητας, εκτός εάν του δοθεί εισαγγελική εντολή ή ειδική εντολή από τη Διοίκηση ή πρόκειται περί κατεπείγουσας περίπτωσης.

Με το παραπάνω έγγραφο διαφώνησε, με την από 4-2-2011 γνωμοδότησή του, ο νομικός σύμβουλος του Νοσοκομείου, I. Κ., αναφέροντας ότι η επιλογή του ενάγοντος στις 17-12-2007 προς τον Ιατρικό Σύλλογο Χανίων για την άσκηση της ειδικότητας της αγγειοχειρουργικής και η ίδια επιλογή του με την προαναφερόμενη εξώδική του, δεν ήταν νόμιμες, λόγω του διορισμού του σε θέση Διευθυντή χειρουργικής θώρακος.

Για το λόγο αυτό με το 5° πρακτικό της 25ns Φεβρουαρίου του έτους 2011 της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Νοσοκομείου, αποφασίστηκε ομόφωνα η διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης για τη διερεύνηση του εν λόγω θέματος. Εν τέλει ο ενάγων παραιτήθηκε λόγω συνταξιοδότησης, παραίτηση η οποία έγινε δεκτή στις 2-5-2011, με βάση την Υ10α/28255/2011 απόφαση της Υπουργού Υγείας, βάσει της οποίας "γίνεται αποδεκτή η παραίτηση του Μ.

Μ. του Π., διευθυντή αγγειοχειρουργικής στο Γ. Νοσοκομείο …", η οποία απόφαση σημειωτέον διορθώθηκε με νεότερη απόφαση της Υπουργού, στις 16-6-2010, από το εσφαλμένο "Δ/ντή Αγγειοχειρουργικής" στο ορθό, "Δ/ντή Χειρουργικής Θώρακα". Στη συνέχεια του κοινοποιήθηκαν οι με αρ. …27/2012 και …26/2012 συνταξιοδοτικές πράξεις του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το οποίο μεταξύ άλλων του γνωστοποίησε ότι "σε περίπτωση που αναλάβετε οποιαδήποτε εργασία ή αυτοαπασχοληθείτε, καθώς και για κάθε μεταβολή που επηρεάζει την καταβολή της σύνταξης και του οικογενειακού επιδόματος, υποχρεούστε να ενημερώνετε άμεσα την υπηρεσία, σε διαφορετική περίπτωση θα κληθείτε να επιστρέψετε τα αχρεωστήτως ληφθέντα μαζί με χρηματικό πρόστιμο".

Μετά τη συνταξιοδότησή του ο ενάγων εργάζεται ως αγγειοχειρουργός σε ιδιωτική κλινική των …. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται πλήρως από τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα (πλην του μη λαμβανομένου υπόψη πορίσματος προκαταρκτικής εξέτασης) σε συνδυασμό με τις σαφείς καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο: 1) Μ.

Ν., υποδιοικητή στο Νοσοκομείο τα έτη 2010 και 2011, ο οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι τον Μάιο 2010, με αφορμή τηλεφωνήματα διαφόρων εταιριών, που ζητούσαν τα χρήματά τους από το Νοσοκομείο, διαπίστωσε ότι για ορισμένες παραγγελίες που είχαν γίνει από το θωρακοχειρουργικό τμήμα και αφορούσαν μεγάλες ποσότητες δεν είχε ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία, με αποτέλεσμα το Νοσοκομείο να μην μπορεί να πληρώσει τις εταιρίες, τότε δε ερευνήθηκε και το θέμα της ειδικότητας του ενάγοντος και διαπιστώθηκε ότι δεν μπορούσε να εξασκεί την ειδικότητα του αγγειοχειρουργού αλλά μόνο την ειδικότητα του θωρακοχειρουργού και 2) Γ.

Α., Διευθυντή ιατρικής υπηρεσίας του Νοσοκομείου …., ο οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι ο ενάγων κατέλαβε τη θέση του Διευθυντή της Θωρακοχειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου, στο οποίο δεν υπήρχε αγγειοχειρουργική κλινική, ότι η υπάρχουσα τότε πινακίδα "Κλινική Θώρακος - Αγγείων" ήταν λάθος και είχε παραμείνει από τον παλαιό οργανισμό, ότι δεν μπορούσε να ασκεί και τις δύο ως άνω ειδικότητες, ότι αυτό ήταν παράνομο και το ΚΕΣΥ τους απειλούσε ότι θα τους καταλογίσει λόγω κακοδιαχείρισης τα χρήματα που οφείλονταν στις εταιρίες για τις προμήθειες.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η δεύτερη εναγομένη, που ήταν παρουσιάστρια - συντονίστρια της εκπομπής "..." σε τρεις εκπομπές παρουσίασε το θέμα της δημόσιας υγείας και τα διάφορα σκάνδαλα, που σε πανελλήνια έκταση έφερναν στο φως της δημοσιότητας διάφοροι τηλεοπτικοί σταθμοί και εφημερίδες και ήταν τότε (2010-2011) στην επικαιρότητα.

Η πρώτη τηλεοπτική εκπομπή έγινε στις 7-12-2010, η δεύτερη στις 10-5-2011, όπου ήταν προσκεκλημένος ο διοικητής του Νοσοκομείου Χ. Δ., και στις δυο δε αυτές εκπομπές έγινε αναφορά στην θωρακοχειρουργική κλινική του Νοσοκομείου και στον ενάγοντα χωρίς ρητή αναφορά του ονόματός του. Ο ενάγων άσκησε κατά των ήδη εναγομένων και του παραπάνω διοικητή του Νοσοκομείου τις με αρ.

κατ. 231/17-5-2011 και 452/6-10-2011 αγωγές, με τις οποίες ζητούσε το ποσό του 1.000.000 ευρώ με κάθε μία για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του με τη συκοφάντησή του στια παραπάνω εκπομπές. Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αρ. 143/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που έκανε εν μέρει δεκτές τις αγωγές ως κατ' ουσίαν βάσιμες, και στη συνέχεια κατόπιν ασκήσεως αντίθετων εφέσεων εκδόθηκε η με αριθ. 7/2015 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε τη με αρ. 452/2011 αγωγή κατά του ανωτέρω Διοικητή του Νοσοκομείου, ως ουσία αβάσιμη, και δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη τη με αρ.

κατ. 231/2011 αγωγή, επιδικάζοντας στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 25.000 ευρώ. Η τρίτη τηλεοπτική εκπομπή, που είναι η επίδικη, έγινε στις 8-11-2012 με θέμα συζήτησης τις δημόσιες σπατάλες, τις "μίζες" και τις συντάξεις "μαϊμού" και με προσκεκλημένο τον κ. Β.. Τότε κατά τη διάρκεια της εκπομπής η δεύτερη εναγομένη ανέφερε τα εξής: "...

Ξέρω άνθρωπο, γιατρό που δήλωσε και παρανόμως δύο ειδικότητες, άφησε φέσι μισού εκατομμυρίου ευρώ μέσα σε δύο χρόνια στο Νοσοκομείο …, είναι σε ιδιωτική κλινική και ιδιωτεύει και δεν τον έχει αγγίξει κανένας... Με απείλησε με αγωγή τριών εκατομμυρίων ευρώ κ. Β.ε όταν τον έβγαλα, παίρνει και σύνταξη από το Νοσοκομείο το καταλάβατε;

Μα η κυβέρνηση η δική σας και η προηγούμενη του δίνει σύνταξη! Του δίνει και τώρα! Και δουλεύει και ιδιωτικά και έκανε απευθείας προμήθειες μισού εκατομμυρίου ευρώ. Τι δεν καταλαβαίνετε; Αυτό πρέπει να φτιάξει, συνεχίζει και γίνεται...". Στην εκπομπή αυτή, όπως και στις δύο προηγηθείσες, η εναγόμενη δημοσιογράφος δεν αναφέρεται άμεσα στον ενάγοντα, αφού δεν τον κατονομάζει ρητά.

Πλην όμως, από τα λεγόμενά της προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα του ενάγοντος, αφού οι αναφορές της αυτές αφορούν ιατρό του Νοσοκομείου …, που ασκούσε δύο ειδικότητες, έχει ήδη (κατά το χρόνο της εκπομπής) συνταξιοδοτηθεί και εργάζεται πλέον σε ιδιωτική κλινική. Επομένως, γίνεται άμεσα αντιληπτή η ταυτότητα του ενάγοντος, τουλάχιστον στο ιατρικό, νοσηλευτικό και διοικητικό προσωπικό του Νοσοκομείου αλλά και στους ασθενείς που νοσηλεύτηκαν στην κλινική, όπου ήταν Διευθυντής ο ενάγων, και είχαν παρακολουθήσει τις προηγηθείσες εκπομπές που αφορούσαν τον ενάγοντα.

Επίσης, τα αναφερόμενα αποτελούν τα περισσότερα γεγονότα, τα οποία όμως συνοδεύονται και με σχόλια της εναγομένης δημοσιογράφου. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία αναφέρθησαν στην εκπομπή της εναγομένης δημοσιογράφου είναι, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα αληθή: Ειδικότερα είναι αληθές ότι ο ενάγων δήλωσε παράνομα δύο ειδικότητες, καθόσον υπέβαλε αίτηση για να καταλάβει την προκηρυχθείσα θέση του Διευθυντή της Θωρακοχειρουργικής Κλινικής …, κατέλαβε τη θέση αυτή και ορκίστηκε ως Διευθυντής Χειρουργικής Κλινικής Θώρακος, ενώ με σχετική αίτησή του στον Ιατρικό Σύλλογο Χανίων εγγράφηκε ως αγγειοχειρουργός και στο Νοσοκομείο ασκούσε και τις δύο ειδικότητες και του θωρακοχειρουργού και του αγγειοχειρουργού.

Επίσης είναι αληθές ότι προμηθευόταν με απευθείας αναθέσεις ως επί το πλείστον αγγειοχειρουργικά υλικά μεγάλης αξίας κατά παράβαση του Κανονισμού Προμηθειών του Δημοσίου χρεώνοντας έτσι το Νοσοκομείο με την αξία των σχετικών τιμολογίων, που εξέδιδαν οι προμηθεύτριες εταιρίες, και τα οποία τιμολόγια το Νοσοκομείο δεν εξοφλούσε διότι δεν ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία προμήθειάς τους.

Είναι ακόμα αληθές ότι συνταξιοδοτήθηκε από το ΕΣΥ ως ιατρός στο Νοσοκομείο … και έκτοτε εργάζεται σε ιδιωτική κλινική ως αγγειοχειρουργός. Είναι τέλος αληθές ότι ο ενάγων στράφηκε εξώδικα και δικαστικά εναντίον της εναγομένης δημοσιογράφου και του τηλεοπτικού σταθμού για τις αναφορές της στο πρόσωπο του ενάγοντος στις προηγηθείσες δύο εκπομπές.

Η εναγομένη δημοσιογράφος δεν προσάπτει στον ενάγοντα ότι υπεξαίρεσε δημόσιο χρήμα, ιδιοποιούμενος παράνομα χρήματα του Νοσοκομείου, ενσωματώνοντάς τα στην προσωπική περιουσία του, καθόσον είναι σαφές από το όλο περιεχόμενο της εκπομπής ότι η λέξη "φέσι", που σημαίνει "ανεξόφλητο χρέος", εννοιολογικά απέχει από τον όρο της υπεξαίρεσης δημόσιου χρήματος.

Ωστόσο με τη λέξη αυτή που συμπεριέλαβε στην εκπομπή της για λόγους δημοσιογραφικής έμφασης, εννοούσε την εκ μέρους του ενάγοντος χρέωση του Νοσοκομείου με την αξία ακριβών υλικών, που χρησιμοποιήθηκαν από αυτόν για αγγειοχειρουργικές ως επί το πλείστον επεμβάσεις για τα οποία δεν ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία προμήθειάς των.

Με τη χρήση των φράσεων "παίρνει και σύνταξη από το Νοσοκομείο ... η κυβέρνηση η δική σας και η προηγούμενη του δίνει σύνταξη" είναι σαφές ότι εννοεί ότι παίρνει σύνταξη από το Δημόσιο ως ιατρός σε δημόσιο Νοσοκομείο και δεν υπονοεί ότι παίρνει παράνομα σύνταξη, αφού είναι γνωστό τοις πάσι ότι οι συντάξεις στο δημόσιο τομέα χορηγούνται από το Δημόσιο.

Η εναγομένη δημοσιογράφος χρησιμοποίησε τον ως άνω δημοσιογραφικό τρόπο εκφοράς του λόγου της για να αποδώσει το περιεχόμενο της σκέψης της και της εκπομπής, που κατέτεινε στην προστασία του συστήματος δημόσιας υγείας από τέτοιου είδους παράτυπες ενέργειες (άσκηση δύο ειδικοτήτων αντί μιας και προμήθειες υλικών με απευθείας αναθέσεις).

Με βάση αυτά, τα αναφερθέντα από την εναγόμενη δημοσιογράφο στην παραπάνω εκπομπή, ήσαν αληθή και δεν περιλαμβάνεται σ' αυτά κανένας ισχυρισμός ή διάδοση ψευδούς για τον ενάγοντα γεγονότος, πρόσφορου να βλάψει την τιμή, την υπόληψη, τη φήμη και το κύρος του. Η εναγόμενη δημοσιογράφος συνόδευσε την έκθεση των παραπάνω γεγονότων με έντονα σχόλια και οξεία κριτική, πλην όμως αυτά δεν αποτελούν προσπάθεια μείωσης της προσωπικότητας του ενάγοντος, αλλά από το όλο περιεχόμενο και το ύφος της εκπομπής προκύπτει ότι με αυτήν ασκείτο θεμιτή έστω και οξεία κριτική στον ενάγοντα.

Επίσης η εκπομπή αυτή έγινε χωρίς σκοπό δυσφήμισης ή εξύβρισης του ενάγοντος, αλλά κατά το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό των εναγομένων, τόσο πρωτόδικα όσο και κατ' έφεση, από εύλογο και δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη μετάδοση ειδήσεων και τη διατύπωση σχολίων σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων, που υπηρετούν στα δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα και με αποκλειστικό σκοπό την ενημέρωση του κοινού του ανωτέρω τηλεοπτικού σταθμού για τα θέματα της δημόσιας υγείας, που θίχθησαν στην παραπάνω εκπομπή.

Με την παραπάνω δε εκπομπή δεν παραβιάστηκε κάποια από τις διατάξεις, που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, την οποία δήθεν υπέστη απ' αυτήν (εκπομπή), η οποία αντιθέτως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έγινε με αποκλειστικό σκοπό την πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού, με δυσμενείς έστω για τον ενάγοντα εκφράσεις, αλλά χωρίς παραμόρφωση των αληθών γεγονότων.

Έτσι με βάση τα παραπάνω, λόγω της αλήθειας των ως άνω περιστατικών, δεν μπορεί να γίνει λόγος για συκοφαντική δυσφήμιση σε βάρος του ενάγοντος εκ μέρους της εναγόμενης δημοσιογράφου με την πιο πάνω εκπομπή αλλά, λόγω αληθείας των αναφερόμενων, ούτε για δυσφήμιση. Εξάλλου σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από την αλήθεια η μη των αναφερομένων σ' αυτή γεγονότων, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε και η επικαλούμενη τέλεση από την εναγομένη δημοσιογράφο αυτής της αξιόποινης πράξης της δυσφήμισης, αφού στη περίπτωση αυτή ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αίρεται κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 367 ΠΚ, καθόσον αυτά που αναφέρθηκαν στην εκπομπή ειπώθηκαν από αυτήν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, χωρίς να υπερβαίνουν το αναγκαίο προς τούτο μέτρο.

Επίσης με βάση τα ως άνω εκτεθέντα, προέκυψε ότι η πιο πάνω εναγομένη δεν είχε σκοπό εξύβρισης του ενάγοντος, δηλαδή δεν προκύπτει πρόθεση αυτής που να κατευθύνεται στην προσβολή της φήμης και του κύρους του ενάγοντος". Με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές το Εφετείο απέρριψε μεν ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος που επιδίωκε την επιδίκαση μείζονος χρηματικής ικανοποιήσεως, δέχθηκε δε την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων ως βάσιμη κατ' ουσίαν, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατ' αποδοχή της ως άνω καταλυτικής ενστάσεως των εναγομένων.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του Συντάγματος, 57, 59, 914, 920, 932 του Α.Κ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 361, 362, 363 και 367 του Π.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως, ως άνω, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής εννοίας της προσβολής της προσωπικότητος του αναιρεσείοντος, αφού δεν στοιχειοθετούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και δη δυσφήμηση, απλή ή συκοφαντική ή εξύβριση του αναιρεσείοντος, όπως ο τελευταίος αβασίμως διατείνεται.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγω παραβιάσεως των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 330, 914, 920, 922, 926 και 932 του Α.Κ., 361, 362, 363 και 367 του Π.Κ. τυγχάνει αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα περί της αβασιμότητος των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος περί προσβολής της προσωπικότητος αυτού με αδικοπραξία (δυσφήμηση, εξύβριση) της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά την επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή.

Επομένως ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., για εκ πλαγίου παραβίαση των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, με την παράθεση στην προσβαλλομένη απόφαση ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων τούτων, τυγχάνει αβάσιμος.

V. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή, ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε, όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο [ΚΠολΔ 562 παρ.2]: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) ποίο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο, ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται, ότι δέχθηκε η απόφαση, να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση για την ύπαρξη διαγνωστικού σφάλματος, δ) πρέπει να προκύπτει έστω και εμμέσως ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποία ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της αποφάσεως, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως εγγράφου (ΑΠ 333/2011) και στ) να εκτίθεται ή να προκύπτει, ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 342 ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2006) και ότι αυτό προσκομίστηκε με επίκληση, δηλαδή ότι προσκομίστηκε κατά νόμιμο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 333/2009).

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον πρώτο και τον έβδομο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ψέγει αυτήν για τα ακόλουθα: 1) ότι, ενώ το προσκομισθέν με επίκληση απομαγνητοφωνημένο κείμενο της επίδικης συνομιλίας της 2ης των αναιρεσιβλήτων με τον πρώην βουλευτή κ.

Β., που μεταδόθηκε από το τηλεοπτικό δίκτυο της 1ης των αναιρεσιβλήτων, περιλάμβανε τις εξής φράσεις, που αναφερόταν σαφώς στον ίδιο: "... Ξέρω άνθρωπο, γιατρό, που δήλωσε και παρανόμως δύο ειδικότητες, άφησε φέσι μισού εκατομμυρίου ευρώ μέσα σε δύο χρόνια στο Νοσοκομείο …, είναι σε ιδιωτική κλινική και ιδιωτεύει και δεν τον έχει αγγίξει κανένας...

Με απείλησε με αγωγή τριών εκατομμυρίων ευρώ, κ. Β.ε, όταν τον έβγαλα, παίρνει και σύνταξη από το Νοσοκομείο το καταλάβατε; Μα η κυβέρνηση η δική σας και η προηγούμενη του δίνει σύνταξη! Του δίνει και τώρα! Και δουλεύει και ιδιωτικά και έκανε απευθείας προμήθειες μισού εκατομμυρίου ευρώ. Τι δεν καταλαβαίνετε;

Αυτό πρέπει να φτιάξει, συνεχίζει και γίνεται...", το Εφετείο έδωσε την ερμηνεία ότι με αυτές η 2η αναιρεσίβλητη δεν κατηγορούσε τον αναιρεσείοντα ότι κατέλαβε παράνομα θέση στο νοσοκομείο ή ότι προέβαινε σε απευθείας προμήθειες ιατρικού υλικού κατά παράβαση του Καν/σμού Προμηθειών του Δημοσίου κλπ και ότι με αυτές δεν θίγεται η τιμή και η υπόληψή του ούτε συνιστούν συκοφαντική δυσφήμησή του και έτσι απέρριψε την αγωγή του και 2) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των με αρ. 17527/2012 και 17526/2012 συνταξιοδοτικών πράξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στον αναιρεσείοντα, αντιγράφοντας μόνο τη φράση "σε περίπτωση που αναλάβετε οποιαδήποτε εργασία ή αυτοαπασχοληθείτε, καθώς και για κάθε μεταβολή που επηρεάζει την καταβολή της σύνταξης και του οικογενειακού επιδόματος, υποχρεούστε να ενημερώνετε άμεσα την υπηρεσία, σε διαφορετική περίπτωση θα κληθείτε να επιστρέψετε τα αχρεωστήτως ληφθέντα μαζί με χρηματικό πρόστιμο", ενώ στην πρώτη παράγραφο του εγγράφου αυτού αναφέρεται το εξής: "Η σύνταξή σας εξαιτίας της απασχόλησής σας θα καταβάλλεται μειωμένη σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν.3865/10...", πράγμα που σημαίνει ότι η απασχόλησή του στην ιδιωτική κλινική μετά τη συνταξιοδότησή του ήταν γνωστή στην υπηρεσία.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, εφόσον το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα αλλά σωστά ανέγνωσε τα έγγραφα αυτά, τα οποία συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και συνήγαγε το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα που διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

VI. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα (ΑΠ 1815/2008, ΑΠ 1259/2008).

Στην κρινόμενη υπόθεση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, ως δικαστικά τεκμήρια, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του για τη μη συνδρομή των στοιχείων που απαιτεί ο νόμος για την κατάφαση της συκοφαντικής ή απλής δυσφημήσεως ή εξυβρίσεως, και τα αναφερόμενα στους τρίτο και τέταρτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως έγγραφα, ήτοι την υπό στοιχεία Α.Β.Μ.

…/1105 ποινική δικογραφία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Χανίων, που σχηματίστηκε έπειτα από μηνυτήρια αναφορά του Διοικητή του Γ.Ν. .. Γ. Δ. (ερειδόμενη στο πόρισμα διενεργηθείσης ΕΔΕ) και με την υπ' αρ. 4043/2012 διάταξη του Εισαγγελέα Χανίων τέθηκε στο αρχείο και την από 3-7-2012 ένορκη κατάθεση της οικονομικής υποδιευθύντριας του Γ.Ν….

Σ. Ν.. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμοι. VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής εννοίας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Για το ορισμένο του ως άνω λόγου πρέπει να εκτίθενται ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παραβίασε το Εφετείο (ΑΠ 1693/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου των άρθρων 361 και 363 ΠΚ και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτές, δεχόμενο ότι οι πιο πάνω αναφερθέντες ισχυρισμοί της 2ης των αναιρεσιβλήτων δεν είναι πρόσφοροι να θίξουν την τιμή και την υπόληψή του, έστω και αν περιέχουν οξεία κριτική επειδή κατά την προσβαλλομένη δικαιολογούνται από το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον για την ενημέρωση του κοινού.

Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 εδ.β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποία συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβιάσθηκαν.

VIII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 31 § 2 του Κώδ.Ποιν.Δικ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 § 1 του ν. 3160/2003, "Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241. Αν αυτή γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή αν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από σαράντα οκτώ ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί.....

Αυτός που ενεργεί την προκαταρκτική εξέταση πρέπει να ενημερώσει προηγουμένως τον εξεταζόμενο για την πράξη που αφορά η εξέταση και για τα παραπάνω δικαιώματά του. Προηγούμενη έγγραφη εξέταση του προσώπου αυτού που έγινε ενόρκως ή χωρίς τη δυνατότητα παράστασης με συνήγορο, δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος της δικογραφίας αλλά παραμένει στο αρχείο της εισαγγελίας...".

Με τον όγδοο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια της παραβιάσεως του Ν. 3160/2003 (προφανώς του ανωτέρω άρθρου αυτού) με τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο, ενώ εξαιρεί ρητά την από 14-2-2012 έκθεση πορίσματος διοικητικής προκαταρκτικής εξέτασης και το συνημμένο 6ο πρακτικό του Δ.Σ. του Νοσοκομείου ….

από την συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων στην οποία προβαίνει, στη συνέχεια λαμβάνει υπόψη την από 3-7-2012 ένορκη κατάθεση της Σ. Ν., που λήφθηκε, όπως αναφέρει, στα πλαίσια της .../1105 δικογραφίας προκαταρκτικής εξέτασης, για να θεμελιώσει την παραδοχή του ότι είναι αληθής ένας εκ των επίμαχων ισχυρισμών της 2ης εναγομένης, και τούτο κατά παράβαση του Ν. 3160/2003, που δεν επιτρέπει την αξιοποίηση καταθέσεως στα πλαίσια ΕΔΕ.

Ο λόγος αυτός, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, καθόσον η προαναφερόμενη ένορκη κατάθεση δεν δόθηκε από τον αναιρεσείοντα ως μηνυόμενο ούτε από άλλο πρόσωπο στο οποίο να αποδίδεται η τέλεση αξιόποινης πράξης, ώστε να μην μπορεί κατά νόμο να αποτελέσει μέρος της σχετικής δικογραφίας, αλλά από τρίτη, κληθείσα από τον Εισαγγελέα, μάρτυρα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος και να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Λόγος περί δικαστικών εξόδων δεν θα γίνει αφού, λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων, δεν υπεβλήθη σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-6-2017 αίτηση του Μ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 23/2017 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ