Legislator Case Law & Legislation
1212/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance settlement denial due to lack of factual basis in reasoning.

Case Number 1212/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision rejecting the insurance company's settlement offer. The appellant argued the First Instance Court failed to examine the claim for the full 85,000 euro compensation and ignored the settlement offer of 50,000 euros. The court ruled that the First Instance Court's reasoning was insufficient because it did not address the specific factual circumstances supporting the appellant's claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if substantive law was violated or the judgment lacks a legal basis, which occurs when the court fails to examine relevant factual circumstances or provides inadequate reasoning.

Keywords

AI generated
insurance settlement offer substantive law violation insufficient reasoning failure to examine facts appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 897 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 897(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Areios Pagos 40/2010
Areios Pagos 7/2006
Areios Pagos 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1212 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1212/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Πέτρου-Πετρουλά.

Της αναιρεσιβλήτου: της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ A.E.Γ.A", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Μαρτίου 2006 αγωγή ακύρωσης του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Εφετείου Αθηνών. Εκδόθηκε η 4342/2006 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Μαΐου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 8 Απριλίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως , ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, που καθιερώνονται περιοριστικά με τη διάταξη του άρθρου 897 του ΚΠολΔ ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και γι' αυτό η εφαρμογή τους ελέγχεται αναιρετικά με τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 40/2010). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του άρθρου 897 αρ. 4 ΚΠολΔ, στον όρο "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ' αυτούς με τη συμφωνία περί διαιτησίας, όχι δε και εκείνη κατά την οποία την απόφαση τους για την παραδοχή ή την απόρριψη του αιτήματος που τους έχει υποβληθεί στηρίζουν, όχι στα πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά σε άλλα που, μολονότι δεν προτάθηκαν, ωστόσο προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό που τους υποβλήθηκε, χωρίς πάντως να καταφύγουν στις ιδιωτικές γνώσεις τους, ήτοι όταν υποπίπτουν στη δικονομική πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματι, όπου ο νομοθέτης θέλησε ενάριθμοι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων να αποτελέσουν και λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, εκφράσθηκε σαφώς, όπως στην περίπτωση που η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Την πλημμέλεια αυτή την ανήγαγε, τόσο σε λόγο αναίρεσης (άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ), όσο και σε λόγο ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων (άρθρο 897 αρ. 7 ΚΠολΔ).

Αντίθετα την περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, την παράβαση δηλαδή της κρατούσας στην πολιτική δίκη αρχής για μη αυτεπάγγελτη ενέργεια (άρθρο 106 ΚΠολΔ), την ανήγαγε μόνο σε λόγο αναίρεσης (άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ) (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 40/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει με τον τρίτο λόγο αναίρεσης την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολο της την από 1.3.2006 αγωγή του για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης 45/2005 του Μονομελούς Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, παραβιάζοντας ευθέως, άλλως εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ,διότι απέρριψε ως αβάσιμο τον προβληθέντα με το σχετικό λόγο ακύρωσης ισχυρισμό του ότι το διαιτητικό δικαστήριο, ενόψει του ότι αντικείμενο της διαιτησίας ήταν μόνο ο καθορισμός του ύψους της οφειλόμενης στον ίδιο από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ασφαλιστικής αποζημίωσης από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου της κλοπής του καταστήματός του, υπερέβη την εξουσία του, δεχόμενο χωρίς επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες τους ισχυρισμούς της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ότι δεν έλαβε χώρα κλοπή των ασφαλισμένων πραγμάτων και η επέλευση της επικαλούμενης από τον ίδιο ζημίας.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με το λόγο αυτό ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, τα εξής: "Με το άρθρο 11 των γενικών όρων του ασφαλιστήριου συμβολαίου ορίστηκε ότι, αν μεταξύ της Εταιρίας (αναιρεσίβλητης) και του ασφαλισμένου (αναιρεσείοντος) προκύψει διαφωνία ως προς την αιτία ή το ύψος της ζημίας, η διαφορά θα επιλυθεί αποκλειστικά με διαιτησία, η οποία θα διεξαχθεί στην Αθήνα κατά τις διατάξεις των άρθρων 867 επ.

του ΚΠολΔ. Αντικείμενο της διαιτησίας, μεταξύ άλλων, ορίστηκε ότι θα είναι η διαπίστωση της αιτίας από την οποία προήλθε η ζημία, καθώς και η αξία των ασφαλισμένων πραγμάτων που υπήρχαν κατά την ημέρα της κλοπής. Ο ενάγων, με την από 6.9.2004 αγωγή του, την οποία άσκησε σύμφωνα με τον ανωτέρω όρο του ασφαλιστήριου συμβολαίου, ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών, επικαλούμενος αφενός επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, λόγω κλοπής, που όπως ισχυρίστηκε έλαβε χώρα στο ασφαλισμένο κατάστημά του την 20.4.2003, κατά την οποία άγνωστοι δράστες αφαίρεσαν από αυτό τα αναφερόμενα στην άνω αγωγή κινητά πράγματα, συνολικής αξίας 87.589,30 ευρώ, αφετέρου δε άρνηση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας να του καταβάλει το ως άνω ποσό αποζημίωσης, ζήτησε να οριστεί διαιτητής για τη συγκρότηση του διαιτητικού δικαστηρίου και την επίλυση της διαφοράς και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το παραπάνω αναφερόμενο ποσό, ως ασφαλιστική αποζημίωση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του συγκροτηθέντος Διαιτητικού Δικαστηρίου η εναγομένη αρνήθηκε ότι έλαβε χώρα κλοπή των ασφαλισμένων πραγμάτων, καθώς και την επέλευση της επικαλούμενης από τον ενάγοντα ζημίας. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 45/2005 απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω του ότι δεν προέκυψε ότι έλαβε χώρα κλοπή των ασφαλισμένων πραγμάτων.

Ήδη με την κρινόμενη αγωγή του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το διαιτητικό δικαστήριο υπερέβη την εξουσία που του παρέχει ο νόμος, ισχυριζόμενος ότι κακώς δέχθηκε ότι δεν έγινε κλοπή, πράγμα που ουδείς επρότεινε ή επικαλέσθηκε. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρθηκαν, ο ανωτέρω λόγος ακύρωσης είναι αβάσιμος, αφού, αφενός μεν το διαιτητικό δικαστήριο δίκασε επί αντικειμένου που είχε υποβληθεί σ' αυτό με την ανωτέρω συμφωνία των διαδίκων, αφετέρου δε η εναγομένη με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου, αρνήθηκε σαφώς ότι έλαβε χώρα κλοπή των ασφαλισμένων πραγμάτων και ότι ο ενάγων υπέστη την αναφερόμενη στην αγωγή ζημία.

Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, όμως, η λήψη υπόψη από το διαιτητικό δικαστήριο, προκειμένου να εκφέρει την κρίση του επί του προαναφερόμενου αντικειμένου του ανωτέρω ισχυρισμού, και αν ακόμη δεν είχε προβληθεί από την εναγομένη, αλλά είχαν προκύψει τα σχετικά πραγματικά περιστατικά από το αποδεικτικό υλικό, δεν συνιστά υπέρβαση εξουσίας κατά την έννοια του άρθρου 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ ...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ, ενώ, εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία περιέχει πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, έχει νόμιμη βάση, δηλαδή δεν υπέπεσε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 πλημμέλειες. Πράγματι, το διαιτητικό δικαστήριο δεν υπερέβη στην επίδικη περίπτωση την εξουσία που του παρείχε η πιο πάνω συμφωνία για τη διαιτησία, αλλά εξέφερε τη δικαιοδοτική κρίση του μέσα στα όρια της εξουσίας του, όπως καθορίζονται στον προαναφερόμενο διαιτητικό όρο του ασφαλιστήριου συμβολαίου.

Εξάλλου, δεν συνιστά, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, υπέρβαση εξουσίας, κατά την έννοια του άρθρου 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ, το γεγονός ότι το διαιτητικό δικαστήριο έκρινε στην ουσία ότι δεν έλαβε χώρα η προβαλλόμενη από τον ενάγοντα κλοπή και με την εκδοχή ακόμη ότι το αποδεικτικό υλικό ήταν ανεπαρκές για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης και ότι παρέλειψε να τάξει αποδείξεις, αφού η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης ή η εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και η κατ' ακολουθίαν αυτής εσφαλμένη ουσιαστική κρίση αποτελούν ζητήματα, για τα οποία δεν δικαιολογείται ακύρωση της διαιτητικής απόφασης (ΑΠ 537/2007) και μάλιστα για υπέρβαση εξουσίας.

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι δεν υφίσταται υπέρβαση της εξουσίας του διαιτητικού δικαστηρίου, όταν εξετάζονται από αυτό τα παρεμπίπτοντα ζητήματα (ΑΠ 40/2010), όπως είναι στην ένδικη περίπτωση το ζήτημα της επέλευσης ή όχι του κινδύνου της κλοπής, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη γέννηση της αξίωσης του ασφαλισμένου προς λήψη της ασφαλιστικής αποζημίωσης και περαιτέρω για τον καθορισμό του ύψους αυτής.

Επομένως είναι αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη 897 αρ.7 ΚΠολΔ η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει, και αν είναι ακατάληπτη ή περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Το ακατάληπτο και η αντιφατικότητα κατά την έννοια της διάταξης αυτής εντοπίζονται στο διατακτικό της απόφασης και πρέπει να προκαλείται από αυτές αοριστία, ώστε να μην μπορεί να εκτελεστεί η απόφαση ή να παραγάγει τις άλλες συνέπειές της.

Οποιαδήποτε τυχόν αντίφαση των αιτιολογιών μεταξύ τους που έχει τη μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών δεν αποτελεί τον προβλεπόμενο από την προπαρατιθέμενη διάταξη λόγο ακύρωσης (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1601/2009). Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, οι οποίες για την πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο.

Οι αντιφάσεις είναι κρίσιμες όταν εντοπίζονται στο διατακτικό της απόφασης, καθιστώντας αυτό αόριστο, έτσι ώστε να εμποδίζεται η εκτέλεση της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Αντίθετα η ύπαρξη αντιφατικών απλώς αιτιολογιών ή η διαπίστωση αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της απόφασης, όταν βέβαια οι αιτιολογίες δεν επέχουν θέση διατακτικού, δεν θεμελιώνουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, αλλά ενδεχομένως το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 966/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει με τον πρώτο λόγο αναίρεσης τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 7 ΚΠολΔ, διότι τον πρώτο λόγο της αγωγής του για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι η απόφαση αυτή, η οποία δέχθηκε με ανεπαρκείς, αντιφατικές και ακατάληπτες αιτιολογίες και ύστερα από εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, ότι δεν έλαβε χώρα η επίμαχη κλοπή (ασφαλιστικός κίνδυνος), ενώ κανείς δεν έθεσε τέτοιο θέμα, αλλά αντίθετα η εναγομένη κατά ρητή δήλωση του μάρτυρά της προσέφερε αρχικά στον ίδιο, ως ασφαλιστική αποζημίωση, το ποσό των 50.000 ευρώ, απέρριψε, χωρίς να αιτιολογεί πώς εξήγαγε το συμπέρασμα αυτό, υποπίπτοντας έτσι στις πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά και στην πλημμέλεια του αριθμού 17 του ίδιου άρθρου, διότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, εφόσον από το αιτιολογικό της δεν διακριβώνεται το ορθό περιεχόμενο του διατακτικού.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι στο σύνολο του απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε ακατάληπτα και αντιφατικότητες, κατά την προεκτεθείσα έννοια, που να εντοπίζονται στο διατακτικό της διαιτητικής απόφασης, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή του άρθρου 897 αριθ. 7 του ΚΠολΔ, ούτε σε αντιφατικές διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, αλλά εστιάζεται σε ελλείψεις και αντιφατικότητες αιτιολογιών της διαιτητικής και της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθώς και σε ουσιαστικές κρίσεις του διαιτητικού δικαστηρίου, οι οποίες και αληθείς υποτιθέμενες, δεν δικαιολογούν εφαρμογή του άρθρου 897 αριθ. 7 ΚΠολΔ, ούτε του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη άρθρο 897 αριθ. 8 ΚΠολΔ ακύρωση της διαιτητικής απόφασης δικαιολογείται και όταν συντρέχει κάποιος από τους λόγους αναψηλάφησης που προβλέπονται στο άρθρο 544 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει με το δεύτερο λόγο αναίρεσης την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει το λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης από το άρθρο 897 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ως απαράδεκτο, εξαιτίας του μη προσδιορισμού συγκεκριμένου λόγου αναψηλάφησης και, με την εκδοχή της επίκλησης του άρθρου 544 αριθ. 6 ΚΠολΔ, της μη αναφοράς ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα ή ψευδούς έκθεσης ή κατάθεσης πραγματογνώμονα κλπ.

και αναγνώρισης του ψεύδους με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, παραβίασε την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 8 ΚΠολΔ, υποπίπτοντας στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 10 και 19 ΚΠολΔ, διότι όφειλε να δεχθεί το λόγο αυτό ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, εφόσον το διαιτητικό δικαστήριο παρέλειψε να διατάξει αποδείξεις, ως προς τον ισχυρισμό του ότι παρέδωσε στην αναιρεσίβλητη, όπως του ζητήθηκε, αναλυτική κατάσταση των κλαπέντων αντικειμένων, και αντίθετα δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν παρέδωσε τέτοια κατάσταση στα αρμόδια όργανα της αναιρεσίβλητης, πράγμα ψευδές, ενόψει του ότι όχι μόνο έδωσε αμέσως την εν λόγω κατάσταση, αλλά περιέλαβε τέτοιο έγγραφο και στα σχετικά της δικογραφίας.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος υπάγεται στον αριθμό 14 του άρθρου 559 και όχι, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων στους αριθμούς 10 και 19 του ίδιου άρθρου, εφόσον το Εφετείο δεν εξέφερε καμιά ουσιαστική κρίση επί του θέματος αυτού, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει το ακριβές περιεχόμενο του πιο πάνω λόγου ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης και ειδικότερα αν διέλαβε συγκεκριμένα περιστατικά και ποιά ακριβώς για τη θεμελίωση κάποιου από τους λόγους αναψηλάφησης του άρθρου 544 ΚΠολΔ.

Τέτοιος, άλλωστε, προσδιορισμός δεν προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της επίμαχης ακυρωτικής αγωγής.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αντιπροέδρου Γεωργίου Χρυσικού, έπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση με την εξής αιτιολογία: Ενόψει των όσων συναφώς έχουν αναπτυχθεί στη μείζονα σκέψη, το διαιτητικό δικαστήριο στην ένδικη περίπτωση ενήργησε καθ υπέρβαση της εξουσίας του, αφού η κρίση που εξέφερε και στήριξε το απορριπτικό διατακτικό της απόφασής του, για το ότι "δεν υπήρξε κλοπή", ήταν μέσα στα όρια της εξουσίας του, όπως αυτά καθορίζονται με το άρθρο 11 των γενικών όρων του προαναφερόμενου ασφαλιστήριου συμφωνητικού, όμως το ζήτημα αυτό επί του οποίου αποφάνθηκε το διαιτητικό δικαστήριο, ήταν σαφώς εκτός του πλαισίου του αντικειμένου της διαφοράς και του αιτήματος που του είχε υποβληθεί με τη σχετική αίτηση-προσφυγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός, επικαλούμενος αυτοτελώς και ειδικά μόνο τη συμβατική ρήτρα και πρόβλεψη για το διαιτητικό προσδιορισμό του ύψους της καταβλητέας ασφαλιστικής αποζημίωσης και την προηγηθείσα ρητή (κατά τον αιτούντα) δήλωση της αναιρεσίβλητης για την προσφορά του ποσού των 50.000 ευρώ, για την κάλυψη κάθε απαίτησης του αναιρεσείοντος ασφαλισμένου και το γεγονός ότι η προσφορά αυτή δεν κάλυπτε το σύνολο της ασφαλιζόμενης ζημίας του, ζήτησε τον προσδιορισμό της αποζημίωσής του, πέραν από το προαναφερόμενο ποσό των 50.000 ευρώ, στο ποσό των 85.000 ευρώ.

Το γεγονός δε ότι το διαιτητικό δικαστήριο, προκειμένου να εκφέρει την απορριπτική του κρίση επί του αντικειμένου της αίτησης του αναιρεσείοντος (που ασφαλώς δεν ήταν κατ' ουσίαν αποδεκτό από την αναιρεσίβλητη) αρκέστηκε αποκλειστικά στην κρίση "για την ανυπαρξία κλοπής", όπως το εν λόγω διαιτητικό δικαστήριο ανελέγκτως το εκτίμησε, δεν αναιρεί τη συναφώς διαπιστούμενη υπέρβαση της εξουσίας του κατά την έννοια του άρθρου 897 αριθ. 4 του ΚΠολΔ, εφόσον ο σχετικός θεμελιώδης αιτητικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για την προσφορά εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του ποσού των 50.000 ευρώ, δεν ερευνήθηκε καθόλου από το διαιτητικό δικαστήριο, ούτε και αποκρούεται από την απόφασή του ευθέως και σαφώς, ούτε και αποκλείεται.

Εξάλλου, το Εφετείο, σύμφωνα με τις ίδιες πάντοτε παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του και την παράθεση σ' αυτή του αντικειμένου της ένδικης αίτησης του αναιρεσείοντος κατά την προσφυγή στη διαιτησία, αλλά και το περιεχόμενο της προσβληθείσας τότε διαιτητικής απόφασης, εξετάζοντας τον αντίστοιχο πρώτο και κύριο ακυρωτικό λόγο της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, όσο αφορούσε τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημίωσης στο ποσό των 85.000 ευρώ, παρέλειψε να παραθέσει στην απόφασή του και να εξετάσει αναλυτικά και λεπτομερώς, κατά την έρευνα του προαναφερθέντος ακυρωτικού λόγου, τις παραδοχές της επίμαχης διαιτητικής απόφασης, ενώ από εκείνες που παρέθεσε παντελώς απουσιάζει οποιαδήποτε θετική ή αποθετική μνεία και έρευνα του περιστατικού που στήριξε την προσφυγή στη διαιτησία, δηλαδή την προηγηθείσα προσφορά συμβιβαστικά εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του ποσού των 50.000 ευρώ, ως αποζημίωση από την ένδικη ζημία, η δε απόρριψη εντεύθεν από το Εφετείο του προαναφερθέντος ακυρωτικού λόγου δεν στηρίζεται σε κατ' ουσίαν έρευνα των περιστατικών που τον στηρίζουν, ύστερα από συνεκτίμηση, ως διαδικαστικών εγγράφων, της αίτησης προσφυγής στη διαιτησία και της προσβληθείσας διαιτητικής απόφασης, ενώ οι παραδοχές της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης δεν αναιρούν ούτε αποκλείουν τα προαναφερθέντα περιστατικά που στήριζαν τον αντίστοιχο ακυρωτικό λόγο, ενώπιον του Εφετείου, αλλά και την αίτηση προσφυγής στη διαιτησία του δεν ερευνήθηκαν από το Εφετείο.

Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων συνδυαστικά, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, με τους πρώτο έως και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του ΚΠολΔ, κρίνονται βάσιμα. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8.5.2009 αίτηση του Σ. Β. για αναίρεση της απόφασης 4342/2006 του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24/03/2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 05/06/2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ