Supreme Court dismisses appeal on lack of standing, ruling the lawyer's union, not the individual, is the proper claimant for deposited funds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Athens' decision rejecting his claim for returned court costs. The appellant argued he was entitled to the funds deposited by the Ministry, but the lower court correctly identified that the Greek Bar Association, as the third party for whom the deposit was made, holds the right to claim restitution. The court held that since the appellant lacked active standing under substantive law, his appeal based on this defect was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 432 of the Civil Code and Article 18 of the Law on the Administration of Justice; The right to claim the return of deposited funds belongs to the third party for whom the deposit was made, not the depositor, and an appeal based on the appellant's lack of standing is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1212 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1212/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντα: Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., δικηγόρου ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" εδρεύοντος στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Γενικό Διευθυντή, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας Παρέδρου του ΝΣΚ Σταυρούλας Μπανάκου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2004 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1635/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου την οποία ο ήδη αναιρεσείων προσέβαλε και εκδόθηκε η 5162/2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεσή της ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 12-10-2005 αίτησή του. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου εξέδωσε την 1922/2008 με την οποία παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο Εφετείο το οποίο εξέδωσε την 689/2011 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-6-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 12-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 432 ΑΚ και 18 του ΠΔ 205 από 30-12-1926/3-1-1927, που κυρώθηκε με το ν. 3648/1928, προκύπτει ότι σε περίπτωση δημόσιας καταθέσεως την απόδοση του κατατεθέντος χρηματικού ποσού έχει δικαίωμα να ζητήσει ο δικαιούχος, ήτοι ο τρίτος υπέρ του οποίου έγινε η κατάθεση. Εξάλλου η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διάταξη του ουσιαστικού δικαίου ή ενίοτε δικονομικού δικαίου.
Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντιστοίχως. Επομένως η έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του διαδίκου, όταν αυτή απορρέει από το ουσιαστικό δίκαιο, ελέγχεται αναιρετικώς με το λόγο που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου βαραίνει τον υπόχρεο) προς αποζημίωση επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφ' όσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
Κατά δε το άρθρο 8§1 του ίδιου νόμου, ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημιώσεως, της κατά το άρθρο 18§4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκε δικαστικώς, καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την αποζημίωση υπέρ του δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 9§§1, 1 α και 6 του ν. 1093/1980 ορίσθηκαν τα ακόλουθα: η διάταξη της §7 του άρθρου 161 του κυρωθέντος με το ν. δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων εφαρμόζεται και επί των δικηγορικών αμοιβών από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις κατά την ειδική διαδικασία προσδιορισμού τιμής μονάδας και αναγνωρίσεως δικαιούχων.
Ειδικότερα, το άρθρο 161 του ως άνω Κώδικα ορίζει στις παραγράφους 1 έως 5 αυτού το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου κάθε μέρους για τη σύνταξη των ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες, στην παράγραφο 6 ότι η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αμοιβή του δικηγόρου προκαταβάλλεται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και στην προαναφερθείσα παράγραφο 7 αυτού ότι από την προκαταβαλλόμενη ως άνω αμοιβή μπορεί ο Δικηγορικός Σύλλογος να παρακρατήσει ποσοστό αυτής, που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερα από απόφαση του ΔΣ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου κ.λπ., καθώς και ότι με την αυτήν ή άλλη υπουργική απόφαση καθορίζονται τα σχετικά με τη σύσταση ίδιου λογαριασμού για τη συγκέντρωση των παρακρατουμένων ποσοστών και τη διανομή αυτών στα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει: 1) ότι ο υπόχρεος προς αποζημίωση οφείλει να καταθέσει τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή του δικηγόρου του καθ' ου η απαλλοτρίωση, που καθορίζεται σύμφωνα με την αμέσως παραπάνω διάταξη του άρθρου 9§1 του ν. 1093/1980 στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίον ο δικηγόρος που παρέστη στη δίκη είναι μέλος του και 2) ότι η κατάθεση της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων γίνεται υπέρ του κατά τα άνω Δικηγορικού Συλλόγου, προκειμένου αυτός να παρακρατήσει τα προβλεπόμενα ποσοστά, που αποτελούν έσοδα αυτού προς εξυπηρέτηση του διανεμητικού λογαριασμού, χάριν, δηλαδή, των κοινωνικά, επαγγελματικά και οικονομικά ασθενέστερων μελών του.
Κατ' ακολουθίαν, μετά την 7-5-2001 που τέθηκαν σε ισχύ οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 4 και 8 παρ. 1 του ν. 2882/2001 ΚΑΑΑ και έχουν εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση, στην περίπτωση παραλείψεως καταθέσεως από τον υπόχρεο προς αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του δικηγόρου του καθ' ου η απαλλοτρίωση, που παρέστη στη δίκη για τον καθορισμό της τιμής μονάδας υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, αυτός δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να εγείρει ευθεία αγωγή προς τούτο, αφού τέτοιο δικαίωμα έχει ο άνω Δικηγορικός Σύλλογος υπέρ του οποίου γίνεται και η κατάθεση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ η νομιμοποίηση της αγωγής, που αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, συντελείται όταν κατά τον εφαρμοστέο, με τα προβαλλόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι φορέας του ασκούμενου δικαιώματος ο ενάγων, η δε εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις νομιμοποιήσεως της αγωγής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 536/1982) και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν την νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1831/2011, ΑΠ 182/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά δικαστικά έγγραφα, ο αιτών και ήδη αναιρεσείων δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ρε την από 19-11-2004 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 13892/25-11-2004 αίτηση του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1635/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθεσε, ενώπιον του προαναφερόμενου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι με την Δ12/0/30843/23-2-1998 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 143/13-3-1998, κηρύχθηκε και επισπεύστηκε από το Ελληνικό Δημόσιο η απαλλοτρίωση ακινήτων για τη διεύρυνση της Ε.
Ο. Σταυρού-Ελευσίνας, στην περιφέρεια του Δήμου Γέρακα Αττικής και ότι με τις 1305/1999 και 5432/2000 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, προσδιορίσθηκε η προσωρινή και οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των εκτάσεων που απαλλοτριώθηκαν. Ότι, μετά από αίτηση αναίρεσης κατά της 5432/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η 1525/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε, κατά ένα μέρος, την παραπάνω απόφαση ως προς το κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την 4531/2002 απόφαση, με την οποία προσδιόρισε τη δικαστική δαπάνη εκ νέου.
Ότι το παραπάνω Υπουργείο (ΠΕΧΩΔΕ), ενεργώντας κατά τις διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 3130/2003, προέβη στις 4-8-2004, σε παρακατάθεση της δικαστικής δαπάνης με το 8588 γραμμάτιο υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Περαιτέρω, εξέθεσε ότι στην εν λόγω δικαστική δαπάνη, που ανέρχεται σε 40.683,91 ευρώ, περιλαμβάνεται και η αμοιβή του, ως δικηγόρου, πλην, όμως, το καθ'ού η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητο (Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων) αρνείται να αποστείλει το προαναφερθέν χρηματικό ποσό στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, του οποίου ο αιτών είναι μέλος, ώστε να αποδοθεί σ' αυτόν, ως δικαιούχο, η περιλαμβανόμενη σ' αυτό δικηγορική του αμοιβή.
Με αυτά τα πραγματικά περιστατικά ο αιτών και ήδη εκκαλών, ζήτησε να υποχρεωθεί δικαστικώς το καθού να αποστείλει το παραπάνω ποσό στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και να καταδικασθεί αυτό στα δικαστικά του έξοδα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για τους αναφερόμενους στην 1635/2005 απόφαση του λόγους απέρριψε την αίτηση.
Στην συνέχεια ο αιτών με την από 2-3-2005 έφεση του ζήτησε την εξαφάνιση της ως άνω πρωτοβάθμιας αποφάσεως και την παραδοχή της αιτήσεως του, παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας ότι ο αιτών και τότε εκκαλών δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει ευθέως όπως ζητούσε την απόδοση που παρακατατέθηκε από το Υπουργείο ΠΕΧΩΔΕ (υπόχρεο για καταβολή της αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων) στο καθού η αίτηση-εφεσίβλητο ΤΠκΔ και ότι το ως άνω δικαίωμα έχει ο υπέρ ου έγινε η κατάθεση Δικηγορικός Σύλλογος.
Με βάση δε την ως άνω παραδοχή αντικαθιστώντας την διαφορετική αιτιολογία της πρωτοβάθμιας αποφάσεως με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αίτηση, απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 432 ΑΚ και 18 του π δ/τος από 30-12-1926/3-1-1927 που κυρώθηκε με το νόμο 3646/1928 και ορθά απέρριψε την κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεώς του.
Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μόνο και όχι από τον αριθμ. 14 του ίδιου άρθρου, που εσφαλμένα ζητεί ο αναιρεσείων) λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά όλα τα προεκτιθέμενα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα μειωμένα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ σε συνδ.
με το άρθρο 63 παρ. 1 ν. 2214/1994), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2011 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αρ. 689/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα κατά ένα μέρος συμψηφιζόμενα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ