Supreme Court dismisses appeal against DEH forced lease ruling regarding electricity substation installation on private property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision upholding a forced lease agreement with the Public Electricity Corporation (DEH). The appellants argued that the lower court failed to consider their claims regarding the termination of the lease and the illegality of the refusal to return the property, while also claiming a change of cause of action. The court rejected these arguments, ruling that the statutory obligation to allow DEH installation constitutes a lawful limitation on property rights that does not violate the Constitution or the ECHR, thereby validating the lower court's dismissal of the original suit.
Legislator headnote
AI generatedArt. 12 § 4 of Law 4483/1965; The forced lease imposed by this provision for electricity substation installation constitutes a lawful limitation on property rights that does not contravene the Constitution or the ECHR, and the court's assessment of the lease termination claim is not subject to appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1212 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός: 1212/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. - Μ. συζύγου Σ. Π. το γένος Ν. Α., 2) Γ. Α. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Βαβέτση και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ - Δ.Ε.Η.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νικολάου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3079/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 372/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/3/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 1/3/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 20-3-2007 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3070/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του Ν. 4483/1965 "ιδιόκτητοι ή κάτοχοι αστικών ακινήτων υποχρεούνται, όπως αιτήσει της ΔΕΗ επιτρέπωσι την εγκατάστασιν υποσταθμού διανομής ηλεκτρικής ενεργείας εν τω ακινήτω επί καταλλήλου χώρου υπογείου και εν ελλείψει τοιούτου του ισογείου προς ηλεκτροδότησιν του ακινήτου και ενίσχυσιν του τοπικού δικτύου της περιοχής.
Βλαπτομένης δε της ιδιοκτησίας καταβάλλεται αποζημίωσις εφαρμοζομένων των διατάξεων περί αναγκαστικής απολλοτριώσεως, διατηρούντων των ιδιοκτητών το δικαίωμα εκμισθώσεως εις την ΔΕΗ του ως άνω χώρου". Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, ανεξαρτήτως αν η εγκατάσταση υποσταθμού διανομής ηλεκτρικής ενεργείας σε κάποιο ακίνητο που βλάπτεται από αυτήν γίνεται κατόπιν καταβολής αποζημιώσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ή κατόπιν εκμισθώσεως του χώρου αυτού από τον ιδιοκτήτη προς τη ΔΕΗ, επέρχεται αναγκαστική δέσμευση της χρήσεως του χώρου αυτού και ως μισθίου τόσο για την εγκατάσταση, όσο και για τη συνέχιση της λειτουργίας του υποσταθμού διανομής ηλεκτρικής ενέργειας.
Η δέσμευση αυτή, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται για όσο χρόνο κρίνεται αναγκαία η λειτουργία του υποσταθμού, συνιστά νόμιμο περιορισμό της κυριότητας, ο οποίος δεν αντίκειται στο άρθρο 17 του ισχύοντος Συντάγματος και στα άρθ. 2§1, 28§1 της Συνθήκης της ΕΣΔΑ και του άρθ. 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, επιβάλλεται δε χάριν του γενικού συμφέροντος, συνιστάμενου στον εξηλεκτρισμό των πόλεων.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, αν ο ιδιοκτήτης αντί της αποζημιώσεως δέχθηκε να εκμισθώσει το ακίνητό του στη ΔΕΗ προς εγκατάσταση σ' αυτό υποσταθμού, δεν προστατεύεται από τις περί αποδόσεως του μισθίου ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, διατηρεί, όμως το δικαίωμα να ζητήσει, σε περίπτωση διαφωνίας με τη ΔΕΗ, τον δικαστικό προσδιορισμό του μισθώματος (ΑΠ 557/2003, ΑΠ 280/2001, ΑΠ 51/2000).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το δικάσαν Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι, κατά τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά "με την γενόμενη δυνάμει της επίδικης σύμβασης, η οποία πρόδηλα υπό τα εκτιθέμενα φέρει τα χαρακτηριστικά εκμίσθωσης (παραχώρησης χρήσης με αντάλλαγμα), προς εγκατάσταση υποσταθμού διανομής ηλεκτρικής ενέργειας από την εναγομένη ΔΕΗ στο ανωτέρω ακίνητο, του οποίου η μεν πρώτη ενάγουσα (νυν αναιρεσείουσα) είναι επικαρπώτρια ο δε δεύτερος,(νυν δεύτερος των αναιρεσειόντων), ψιλός κύριος, επήλθε αναγκαστική δέσμευση της χρήσης του επίδικου χώρου, τόσο για την εγκατάσταση όσον και για τη συνέχιση της λειτουργίας του ανωτέρω υποσταθμού και ότι επομένως, δεν πρόκειται περί σύμβασης μίσθωσης αορίστου χρόνου λυομένης με καταγγελία, ούτε και συντρέχει περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος εκ μέρους της εναγομένης, που συνεχίζει νόμιμα την πιο πάνω σύμβαση, και αποφάνθηκε ότι η ένδικη αγωγή ήταν απορριπτέα, ως μη νόμιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ως άνω διάταξη του Ν. 4483/1965, η οποία ήταν εφαρμοστέα, στην προκειμένη περίπτωση και όχι τις διατάξεις των άρθ. 361, 608, 609 και 281 ΑΚ και των άρθ. 2 § 1, 28 § 1 της ΕΣΔΑ και του άρθ. 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω και δεν υπέπεσε στην από το άρθ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο ως άνω λόγος αναίρεσης εάν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Εξάλλου, ο από το άρθ. 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτημα αδίκαστο.
Με τον δεύτερο, από το άρθ. 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους αγωγικούς ισχυρισμούς ότι η πράξη της εναγομένης - νυν αναιρεσιβλήτου (ΔΕΗ) η οποία παρακρατεί το μίσθιο και αρνείται να το αποδώσει, αντίκειται στις διατάξεις των άρθ. 361, 608, 609 ΑΚ και στις ως άνω διατάξεις της ΕΣΔΑ, καθώς και στη διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ, ως καταχρηστική.
Ενώ, με τον τρίτο, από το άρθ. 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ λόγο, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής "περί αναγνωρίσεως της επελεύσεως των αποτελεσμάτων της καταγγελίας της μισθώσεως και περί του παρανόμου χαρακτήρος της αρνήσεως της εναγομένης (να αποδώσει το μίσθιο)". Ο μεν δεύτερος λόγος (για μη λήψη υπόψη των ως άνω ισχυρισμών) είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το δικάσαν εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω, φερομένους ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμούς και τους απέρριψε.
Ο δε τρίτος λόγος (άφησε αίτημα αδίκαστο) είναι επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος δεδομένου ότι, κατά τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, σχετικά με τις αιτιάσεις προς θεμελίωση του λόγου αυτού και όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το δικαστήριο εδίκασε τα ως άνω αιτήματα και αποφάνθηκε επ' αυτών, αλλά κατά τρόπο αντίθετο από την άποψη των αναιρεσειόντων και απέρριψε αυτά, ως μη νόμιμα.
ΙΙΙ.- Ο από το άρθρ. 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και ειδικότερα ότι το δικάσαν Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρ. 526 Κ.Πολ.Δ., έκρινε ότι τα προταθέντα το πρώτον ενώπιον του Εφετείου περιστατικά, προς θεμελίωση της αγωγής (πλην των διατάξεων του Α.Κ.) και στις διατάξεις της ΕΣΔΑ και του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, συνιστούσαν απαράδεκτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, ενώ κατά την άποψη των εναγόντων-αναιρεσειόντων, συνιστούσαν "παραδεκτή διευκρινιστική επίκληση εφαρμογής των ως άνω διατάξεων".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, διότι, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η από τη διάταξη του αρθ. 12§4 Ν. 4483/1965 (αναγκαστική) δέσμευση του ακινήτου, επιβάλλεται χάριν του γενικού συμφέροντος της ηλεκτροδότησης και δεν αντίκειται ούτε στις περί προστασίας της ιδιοκτησίας διατάξεις του Συντάγματος, ούτε στις περί προστασίας της περιουσίας διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής.
Επομένως, και υπό την εκδοχή ότι οι ως άνω ισχυρισμοί δεν συνιστούν μεταβολή της βάσης της αγωγής, αλλ' απλώς διευκρινιστικά και συμπληρωματικά γεγονότα, τα οποία παραδεκτώς συμπληρώνονται με τις προτάσεις, για τη θεμελίωση της, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, εγκυρότητας της γενομένης υπ' αυτών καταγγελίας της μίσθωσης και τη συνακόλουθη λήξη αυτής, η κρινόμενη αγωγή είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέα, ως μη νόμιμη.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθ 176 και 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2007 αίτηση της Μ.-Μ. Π. κλπ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3079/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ