Supreme Court allows appeal by winning party when first instance judgment dismisses claim on formal grounds only.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's request to appeal the Second Instance Court's dismissal of his appeal. The appellant had won the first instance but lost the appeal because the Second Instance Court rejected his appeal as inadmissible due to lack of legal interest. The Court held that a winning party has a legal interest to appeal if the lower court dismissed their claim on formal grounds rather than substantive ones, allowing them to retry the case.
Legislator headnote
AI generatedArt. 516 para. 2 and Art. 532 of the Code of Civil Procedure; A winning party in the first instance may exercise the right of appeal if the lower court dismissed their claim on formal grounds, thereby creating a detrimental precedent that warrants a substantive review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1212 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1212/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), , Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βλαχογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία "ALLIANZ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1873/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και του 3613/2007 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/10/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 29/9/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμό 3613/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 2 του ΚΠολΔ "έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Έννομο δε συμφέρον για την άσκηση εφέσεως έχει ο διάδικος που νίκησε στην πρωτοβάθμια δίκη, όταν η στρεφόμενη κατ' αυτού αγωγή ή η κυρία παρέμβαση απορρίφτηκε για λόγους τυπικούς, αντί ν' απορριφθεί στην ουσία της ή όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως παράγεται βλαπτικό των συμφερόντων του νικήσαντος διαδίκου δεδικασμένο. Στην περίπτωση όμως που η αγωγή κλπ απορρίφτηκε για τυπικό λόγο, προϋπόθεση της δυνατότητας ασκήσεως κατά της αποφάσεως εφέσεως από το διάδικο που νίκησε, γιατί δεν απορρίφθηκε η αγωγή κατ' ουσία, είναι ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή για λόγο τυπικό (ΑΠ 2/2006). Στην περίπτωση αυτή δεν πρέπει να χαρακτηρισθεί νικητής διάδικος ο εναγόμενος, παρά μόνο αν είχε αρκεσθεί σε τέτοια απόρριψη. Αν είχε ζητήσει και την απόρριψή της κατ' ουσία, δεν έλαβε, τότε, τη δικαστική προστασία που ζήτησε. Η απόφαση υπολείπεται των προσδοκιών του, και συνεπώς πρέπει να θεωρηθεί ηττημένος διάδικος, ο οποίος βλάπτεται γενικώς από το περιεχόμενο της αποφάσεως.
Συνεπώς υφίσταται γι' αυτόν η δυνατότητα, με την άσκηση της αναιρέσεως, να μεταβάλει υπέρ αυτού την απόφαση, εφόσον συντρέχει βάσιμη προς τούτο περίπτωση. Εξάλλου, οι αιτήσεις του διαδίκου, που αφορούν το δικονομικό αντικείμενο της δίκης, εκφεύγουν συνήθως της εξουσίας διαθέσεως των διαδίκων, δεν δεσμεύουν, λοιπόν το δικαστήριο, το οποίο κρίνει έτσι κι αλλιώς κατά κανόνα αυτεπάγγελτα κάθε τι που σχετίζεται με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, δεν έχουν συνεπώς αυτοτελή σημασία και άρα δεν είναι κατάλληλες να προσδιορίσουν την έκταση της βλάβης.
Είτε, πάντως, θεωρηθεί νικητής, είτε ηττημένος, ο εναγόμενος, υφίσταται κατά κανόνα βλάβη, επειδή η εμβέλεια του δεδικασμένου, που αναπτύσσει η απορρίπτουσα την αγωγή για τυπικούς λόγους απόφαση, είναι σχετικά περιορισμένη, αν συγκριθεί με την έκταση του δεδικασμένου της αποφάσεως που απορρίπτει την αγωγή για λόγους ουσιαστικούς.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976 προκύπτει σαφώς ότι ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου ζημιωθέντος προσώπου, που ασκεί την κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου αξίωσή του, ενστάσεις, που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, ενώ, με την ίδια διάταξη, επιφυλάσσεται σ' αυτόν, ασφαλιστή, το δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού, από δε τη διάταξη του άρθρου 25 αριθ. 8 της υπ' αριθ.
Κ4/585/1978 Απόφασης του Υπουργού Εμπορίου [ΦΕΚ 795/8-4-1978, Τεύχ. Α.Ε. - Ε.Π.Ε.] προκύπτει, επίσης, σαφώς ότι αποκλείονται της ασφαλιστικής σύμβασης ζημιές που προξενήθηκαν από οδηγό ο οποίος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ [Ν. 2696/999].
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο ασφαλιστής, αφού δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου προσώπου την ένσταση για την οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου από πρόσωπο που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού.
Το δικαίωμα αυτό αναγωγής του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωσή του, ασκείται δε είτε με αυτοτελή αγωγή του ασφαλιστή , είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή αν συνενάγονται, ως απλοί ομόδικοι, ο ασφαλιστής και ο ασφαλισμένος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 69 παρ. 1 περ. ε του ΚΠολΔ.
Συνεπώς, είναι επιτρεπτή κατά το νόμο η πρόωρη άσκηση αγωγής εξ αναγωγής του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου, με βάση το άρθρο 11 παρ. 1 εδ. β του Ν. 489/1976 (ΑΠ 1468/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, ως καθολική διάδοχος της HELVETIA ΑΕΓΑ, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2-2-2003 αγωγή, με την οποία ζήτησε, όπως μετέτρεψε το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων οφείλει να της καταβάλει, σε περίπτωση ήττας της, τα ποσά των ευρώ 32.420, 29.400, 14.700, 5.870, και 417 ή όποιο ποσό υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους ενάγοντες των αναφερομένων σ' αυτήν τριών αγωγών, διότι το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη από ζημιές έναντι τρίτων στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, οδηγείτο από πρόσωπο, το οποίο βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και, σύμφωνα με το νόμο, αποκλείονται της ασφαλιστικής συμβάσεως ζημίες που προξενήθηκαν από οδηγό, ο οποίος τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, και δεν μπορεί να αντιτάξει κατά των ζημιωθέντων τρίτων ενστάσεις, που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1873/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια της οποίας απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, διότι κρίθηκε ότι ασκήθηκε υπό την αίρεση ευδοκίμησης των παραπάνω τριών αγωγών. Μετά ταύτα ο εναγόμενος άσκησε την από 10-12-2005 έφεση, κατά της ως άνω αποφάσεως, στην οποία ισχυρίστηκε ότι εκκαλεί την πιο πάνω απόφαση, διότι, κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εν γένει εφαρμογή του νόμου, η εκκαλουμένη απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως απαράδεκτη, κρίνασα ότι αυτή ασκήθηκε υπό την αίρεση ευδοκίμησης ετέρων αγωγών, ενώ έδει κατ' ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και ορθή εφαρμογή του νόμου, να εξετάσει την αγωγή και ως προς τη νομιμότητα και τη βασιμότητά της...
και ζήτησε, έχοντας έννομο συμφέρον, την εξαφάνιση της απόφάσεως αυτής, ώστε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, όπως, λόγω παραγραφής της ένδικης αξιώσεως, ως μη νόμιμη και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Επί της εφέσεώς του αυτής το Εφετείο Αθηνών, εξετάζοντας κατ' αρχήν το παραδεκτό αυτής, εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3613/2007 απόφασή του, η οποία την απέρριψε ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, ως νικήσαντος στον πρώτο βαθμό διαδίκου.
Ο αναιρεσείων, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ισχυρίζεται, ότι το Δικαστήριο έσφαλε στην εφαρμογή των άρθρων 516 παρ. 2 και 532 ΚΠολΔ, με την απόρριψη της έφεσής του ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος αυτού ως νικήσαντος διαδίκου, ενώ έπρεπε, κατ' ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων να κρίνει ότι είχε έννομο συμφέρον για την άσκηση της εφέσεως, να προχωρήσει στην εξέτασή της κατ' ουσία, δεδομένου ότι έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της εφέσεως, για τους πιο πάνω λόγους, δηλαδή γιατί η εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την κατ' αυτού στρεφόμενη αγωγή ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους, με αποτέλεσμα η ενάγουσα-εφεσίβλητη, και ήδη αναιρεσίβλητη, να μπορεί να επανέλθει με νέα αγωγή.
Ο λόγος αυτός ιδρύει πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, του ότι παρά το νόμο κήρυξε το απαράδεκτο αυτό, αφού, στην προκείμενη περίπτωση, είναι επιτρεπτή κατά το νόμο η πρόωρη άσκηση της αγωγής εξ αναγωγής του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 69 παρ. 1 περ. ε ΚΠολΔ, και συνακόλουθα, η αγωγή της αναιρεσίβλητης ασκήθηκε νομίμως.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3613/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ