Legislator Case Law & Legislation
1212/2006 AI generated

Employer's unilateral change to employee's schedule deemed abusive under Greek labor law requiring court review.

Case Number 1212/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Court of Appeal's decision regarding an employer's unilateral change to an employee's work schedule. The court found the employer's modification of the shift from a fixed schedule to a rolling one constituted an abusive unilateral change under Article 281 of the Civil Code. Consequently, the case was remitted to the Court of Appeal for further examination with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 652, 656, 281, 349-351 of the Civil Code; The employer possesses the right to organize the enterprise but cannot abuse this right to cause material or moral harm to the employee through a unilateral and detrimental modification of the employment contract terms.

Keywords

AI generated
unilateral contract modification abusive employer power work schedule alteration labor law abuse remittal to lower court

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 652, 656, 281, 349-351 of the Civil Code
Article 5 of Law 2112/1920
Paragraph 3 of Article 5 of Law 3198/1955

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 25/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1212 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1212/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MULTIMEDIA Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή.

Του αναιρεσίβλητου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Δελαπόρτα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2107/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 7475/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Νοεμβρίου 2002 αίτησή της και τους από 3-2-2006 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 22-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου του κυρίου δικογράφου και την παραδοχή των λοιπών λόγων αυτού και των προσθέτων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349 - 351 Α.Κ., 7 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεως προς επίτευξη των σκοπών της.

Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά δι' αυτήν κριτήρια (Ολ.ΑΠ 25/2003). Δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., δηλ.

κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής.

Εξάλλου, μόνο το γεγονός της παροχής επί σειρά ετών της εργασίας σε ορισμένο ωράριο ή βάρδια , δεν σημαίνει, χωρίς άλλο, και ότι δημιουργήθηκε σιωπηρά συμβατικός όρος για την απασχόληση του εργαζομένου μόνο στο ωράριο αυτό ή στη συγκεκριμένη βάρδια, ώστε η αλλαγή του ωραρίου ή της βάρδιας, που γίνεται από τον εργοδότη στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος, να συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή.

Για να συμβεί τούτο απαιτείται να συντρέχουν και άλλα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται σαφώς η βούληση του εργοδότη να διατηρήσει αμετάβλητο αυτό το ωράριο εργασίας ή αυτή την βάρδια του μισθωτού. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ότι η ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ανώνυμη εταιρεία, η οποία ασκεί επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας ηλεκτρονικών εφαρμογών για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στις 26-9-1994 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ως σελιδοποιός (τεχνικός τύπου).

Με την ιδιότητά του αυτή παρείχε τις υπηρεσίες του, απασχολούμενος με την ένθεση φωτογραφιών σε περιοδικά στο ατελιέ της ..., έκτοτε συνεχώς επί 6,5 ώρες με σταθερό ωράριο εργασίας στην τελευταία βάρδια εργασίας της επιχειρήσεως της αναιρεσείουσας και μάλιστα πάντοτε από Δευτέρα έως και Παρασκευή και την Κυριακή, με εβδομαδιαία ανάπαυση κάθε Σάββατο.

Το ωράριό του ήταν από 20.00 μέχρι 02.30 ώρας και, λόγω μεταβολών του ωραρίου εργασίας της επιχείρησης της αναιρεσείουσας, μεταβλήθηκε στη συνέχεια αλλά, μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2000, ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο πάντα τις ως άνω ημέρες και πάλι κατά την τελευταία βάρδια εργασίας της επιχείρησής της (ήτοι κατά μήνα Αύγουστο του 2000 από 20.30 μέχρι 03.00 ώρας, και από τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2000 από 21.00 μέχρι 03.30.

Με την ίδια ειδικότητα με τον αναιρεσίβλητο, δηλαδή ως σελιδοποιοί ενθέτες φωτογραφιών σε περιοδικά, εργάζονταν στο άνω ατελιέ της αναιρεσείουσας άλλοι τρείς υπάλληλοι, από τους οποίους ο ένας με σταθερό ωράριο πρώτης βάρδιας και οι άλλοι δύο με κυλιόμενο εναλλασσόμενο ωράριο, ούτως ώστε να εξυπηρετούνται και οι τρείς βάρδιες του ωραρίου εργασίας της επιχείρησης.

Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα επί σειρά ετών, από το 1994 μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2000, και ο αναιρεσίβλητος προσέφερε την ως άνω εργασία του στην αναιρεσείουσα, επί εξι (6) συναπτά έτη με σταθερό ωράριο στην τελευταία βάρδια εργασίας της επιχειρήσεώς της, και η αναιρεσείουσα αποδεχόταν την εργασία του αυτή, που περιελάμβανε πάντοτε και νυκτερινή εργασία και εργασία καθ' όλες τις Κυριακές εργασία, για την οποία του κατέβαλλε τις νόμιμες προσαυξήσεις, με συνέπεια να δημιουργηθεί σχετικός σιωπηρός όρος στη σύμβαση εργασίας του με βάση τον οποίο η εργασία του συμφωνήθηκε σιωπηρά να παρέχεται με το ως άνω σταθερό ωράριο εργασίας στην τελευταία βάρδια εργασίας της επιχείρησης της αναιρεσείουσας από Δευτέρα έως και Παρασκευή και την Κυριακή, με εβδομαδιαία ανάπαυση κατά την ημέρα του Σαββάτου, για το λόγο ότι αυτός παρείχε και η αναιρεσείουσα αποδεχόταν την εργασία του κατά το ως άνω ωράριο εργασίας του σταθερά και μόνιμα, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη λόγους αναδιάρθρωσης της λειτουργίας της επιχείρησής της λόγω μειώσεως των εργασιών της, ενεργώντας μονομερώς και παρά την αντίδραση και μη συναίνεση του αναιρεσίβλητου, από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2000 μετέβαλε το ωράριο του αναιρεσίβλητου από σταθερό κατά την τελευταί βάρδια εργασίας της επιχείρησής της σε κυλιόμενο εναλασσόμενο κάθε βάρδια και απασχολούσε τον αναιρεσείοντα την πρώτη εβδομάδα από Δευτέρα έως και Παρασκευή από ώρας 09.30 μέχρι 16.00 ώρας και την Κυριακή από 20.00 μέχρι 02.30 ώρας, την δεύτερη εβδομάδα από Δευτέρα έως και Παρασκευή από 16.00 μέχρι 22.30 ώρας και το Σάββατο από 11.30 μέχρι 18.00 ώρας και την τρίτη εβδομάδα από Δευτέρα έως και Παρασκευή από 20.30 μέχρι 03.00 ώρας και την Κυριακή από 13.00 μέχρι 19.30 ώρας.

Ο αναιρεσίβλητος διαμαρτυρήθηκε, απέκρουσε και δεν αποδέχθηκε την αλλαγή αυτή του ωραρίου του, από την οποία υφίστατο και σημαντική μείωση των αποδοχών του λόγω της μειώσεως της νυκτερινής εργασίας του και της εργασίας του κατά τις Κυριακές και ζήτησε την τήρηση των όρων της σύμβασής του και την παροχή της εργασίας του όπως πριν με το ως άνω σταθερό ωράριο εργασίας στην τελευταία βάρδια εργασίας της επιχείρησης της αναιρεσείουσας από Δευτέρα έως και Παρασκευή και ην Κυριακή.

Πλην, όμως, επειδή δεν δέχθηκε η αναιρεσείουσα να τον απασχολήσει με το ως άνω σαθερό ωράριο που τον απασχολούσε με βάση τον σιωπηρό όρο της σύμβασης εργασίας του, ο αναιρεσίβλητος, χωρίς να το αποδεχθεί, συμμρφώθηκε στο νέο κυλιόμενο ωράριο με επιφύλαξη και παράλληλα άσκησε αμέσως την ένδικη αγωγή. Η κατά τα ανωτέρω από μέρους της αναιρεσείουσας - συνεχίζει το Εφετείο - μεταβολή του ωραρίου εργασίας του αναιρεσίβλητου κατά παράβαση του ως άνω σιωπηρού όρου της σύμβασης εργασίας του, όπως αυτός διαμορφώθηκε κατά το μακρό χρόνο λειτουργίας της σύμβασης αυτής και αποτέλεσε συμβατικό περιεχόμενο αυτής και προσδιοριστικό πλαίσιο της θέσης του αναιρεσίβλητου στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασής του, αφού αυτή συνεπάγεται σημαντική μείωση των αποδοχών του αναιρεσίβλητου λόγω της μείωσης της νυκτερινής εργασίας του και της εργασίας του κατά τις Κυριακές αλλά και του δημιουργεί και προβλήματα στο να συνεχίσει να εργάζεται σε δεύτερη εργασία που απασχολείται επίσης ως σελιδοποιός με διαφορετικό ωράριο, γεγονός που γνωρίζει η αναιρεσείουσα, προκαλώντας του έτσι άμεση και έμμεση υλική ζημία και ανατρέποντας την οικογενειακή, κοινωνική και εργασιακή του ζωή.

Εξάλλου, ενόψει του ότι το ως άνω σταθερό ωράριο εργασίας του αναιρεσίβλητου προβλέπεται και αποτελεί όρο της συμβάσεως εργασίας του, αποκλείεται η μεταβολή του κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας εργοδότριας, αφού η ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας αποκλείεται από το περιεχόμενο του κατά τα ανωτέρω σιωπηρού όρου της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου, ο οποίος για να τροποποιηθεί απαιτεί σύμβαση.

Τέλος, ναι μεν μετά την άσκηση της αγωγής και πριν από τη συζήτησή της η αναιρεσείουσα μείωσε τις ώρες εργασίας του ατελιέ της από τρείς βάρδιες των 6,5 ωρών και συνολικά 19,5 ωρών σε δύο βάρδιες των 6,5 ωρών και συνολικά σε 13 ώρες και ήδη από το Μάρτιο του έτους 2001 λειτουργεί η επιχείρησή της και το ατελιέ της αντί με τρεις βάρδιες με δύο βάρδιες, από τις οποίες η πρώτη από ώρας 10.00 μέχρι 16.30 ώρας και η τελευταία από 17.30 μέχρι 24.00 ώρας, πλην όμως και πάλι ο ενάγων έχει έννομο συμφέρον και δικαίωμα να αποκρούσει την κατά τα ανωτέρω μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του και να απαιτήσει κατ' εφαρμογή του κατά τα ανωτέρω σιωπηρού συμβατικού όρου της σύμβασης εργασίας της επιχείρησης της αναιρεσείουσας από Δευτέρα έως και Παρασκευή και όλες τις Κυριακές και όχι με κυλιόμενο ωράριο και τις μισές Κυριακές.

Αφού η μη παροχή της εργασίας του κατά το ως άνω σταθερό ωράριο, παρά τη μείωση του ωραρίου εργασίας της επιχείρησης και την καθιέρωση δύο βαρδιών εργασίας από τρεις, συνεπάγεται γι' αυτόν συνέπειες(σημαντική μείωση των αποδοχών του, δημιουργία προβλημάτων στο να συνεχίσει να εργάζεται σε δεύτερη εργασία του), η δε άσκηση του ένδικου δικαιώματός του δεν είναι καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ..

Με τις σκέψεις αυτές εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, έκρινε βάσιμη την αγωγή, αναγνώρισε ότι η από μέρους της αναιρεσείουσας ως άνω μεταβολή του ωραρίου εργασίας του αναιρεσίβλητου συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να τον απασχολεί με το συμβατικό, σταθερό, ωράριό του στην τελευταία βάρδια του ωραρίου εργασίας της επιχείρησής της και κατά τις ημέρες Δευτέρα έως και Παρασκευή και Κυριακή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 648, 652, 656, 281 και 349 - 351 Α.Κ., 7 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955. Αφού δεν εκθέτει περιστατικά από τα οποία να συνάγεται σαφώς η βούληση της αναιρεσείουσας όπως - στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας υπό τη μορφή της ελευθερίας καθορισμού του περιεχομένου της συμβάσεως εργασίας από τα μέρη - διατηρήσει αμετάβλητη την τοποθέτηση του αναιρεσίβλητου στην τελευταία βάρδια, οπότε θα ήταν υποχρεωμένη να διατηρήσει και αυτή(βάρδια), ματαιώνοντας την αναδιάρθρωση της επιχειρήσεώς της, ακόμη και αν αυτή επιβάλλονταν από την ανάγκη προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς, για λόγους καθαρά οικονομικοτεχνικούς.

Επίσης δεν αναφέρει αν η παραμονή του επί εξαετία στην ίδια βάρδια αποφασιζόταν από όργανο της αναιρεσείουσας, που ήταν αρμόδιο για την κατάρτιση της συμβάσεώς και την μεταβολή των όρων αυτής.

Συνεπώς, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες στα ως άνω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα και έτσι δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως, ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων, κατά το σχετικό δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7475/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ