Supreme Court partially allows tort claim against insurance fund and insurers for child support and damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the widow's appeal against the insurance fund and insurers, ordering them to pay specific sums for child support and damages. The court rejected the claim against the insurance fund regarding the counterclaim but upheld the liability for the primary plaintiffs. This decision was based on the established facts of the tortious act and the specific arguments presented by the parties during the appeal proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 179, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court partially allows a tort claim against an insurance fund and insurers when the claimant proves the elements of liability, while rejecting counterclaims that lack sufficient evidence or legal basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1211 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1211/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του καθ' ου η κλήση - εκκαλούντος - εφεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 10-1-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Των καθ' ων η κλήση - εφεσιβλήτων: 1) Α. χας Δ. Κ., 2) Σ. Κ. του Δ. και 3) Κ. Κ. του Δ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1η και 3ος παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευσταθία Κριεμάδη και η 2η εκπροσωπήθηκε από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο της Ευσταθία Κριεμάδη.
Των καθ' ων η κλήση - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων: 1) Β. Κ. του Θ., κατοίκου ... και 2) Δ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σφυρή. Της καλούσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Νακοπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 11-1-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2003 αγωγή της Α. χας Δ. Κ. (ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τότε τέκνων της Σ. Κ. και Κ. Κ.), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 29-5-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4783/2003 εν μέρει οριστική και 4910/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9993/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν το ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ με την από 11-4-2006 αίτησή του και οι Β. Κ. του Θ., Δ. Μ. και "... ΑΕ" (ήδη ... ΑΕΑΕ) με την από 26-4-2006 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1295/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 5865/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ με την από 29-11-2013 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 521/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση, κράτησε την υπόθεση και την παρέπεμψε για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 1-7-2021 κλήση της καλούσας (... ΑΕΑΕ). Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 1-7-2021 κλήση της έκτης αναιρεσείουσας και ήδη καλούσας, ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η κρινόμενη υπόθεση, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 521/2021 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 5865/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κρατήθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση επί της ουσίας, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012, ενόψει του ότι επρόκειτο για παραδοχή δευτέρας αναιρέσεως.
Η αναιρεθείσα, με την ως άνω υπ' αριθμ. 521/2021 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, υπ' αριθμ. 5865/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρα 666, 667, 670-376 και 681Α του Κ.Πολ.Δ.), όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Με την από 11-5-2003 και με αριθμό καταθέσεως 78193/4468/2003 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), Α. Κ., ενεργώντας ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των τότε ανηλίκων τέκνων της Σ. Κ. και Κ. Κ. (ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων), στρεφόμενη κατά των Β.
Κ., Δ. Μ., ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", και ήδη ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ( ήδη τέταρτο, πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων) και του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" (ήδη αναιρεσείοντος), ισχυρίστηκε ότι την 5-7-2002 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, και άγνωστος οδηγός, οδηγώντας άγνωστο αυτοκίνητο, προκάλεσαν, από συγκλίνουσα αμέλειά τους, τροχαίο ατύχημα, υπό τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή, που είχε ως αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα Δ.
Κ., ο οποίος επέβαινε στο πρώτο αυτοκίνητο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημιάς και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης, που η ίδια και τα τέκνα της υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό του.
Η αγωγή αυτή, συνεκδικάστηκε με την από 29-5-2003 και με αριθμό καταθέσεως 82965/4781/2003 παρεμπίπτουσα αγωγή του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", με την οποία το τελευταίο ζήτησε να αναγνωριστεί, ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι (τρεις πρώτοι εναγόμενοι στην κύρια αγωγή), υποχρεούνται να του καταβάλουν, κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του πρώτου από αυτούς στο ένδικο ατύχημα, οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί το ίδιο να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα, για τις ανωτέρω αιτίες.
Επ' αυτών, εκδόθηκε, αρχικά η υπ' αριθμ. 4783/2003 εν μέρει οριστική και, ακολούθως, η υπ' αριθμ. 4910/2004 οριστική απόφαση, του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, αφού έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του εναγομένου Β. Κ. και αγνώστου οδηγού, κατά ποσοστό 80% και 20% αντιστοίχως, δέχτηκε εν μέρει αυτές (αγωγή και παρεμπίπτουσα αγωγή), ως βάσιμες κατ' ουσίαν.
Κατόπιν ασκήσεως, κατά των παραπάνω αποφάσεων, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, 1) της από 1-4-2005 (αρ. κατ. 2911/2005) εφέσεως των εναγομένων, Β. Κ., Δ. Μ. και ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και ήδη "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και 2) της από 7-2-2005 (αρ. κατ. 1116/2005) εφέσεως του Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και μετά από συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9993/2005 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία οι εφέσεις έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως του Εφετείου, ασκήθηκαν 1) η από 11-4-2006 αίτηση αναιρέσεως, του Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και 2) η από 26-4-2006 αίτηση αναιρέσεως, των Β. Κ., Δ. Μ. και ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και ήδη "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Επί των αναιρέσεων αυτών, που συνεκδικάτηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1295/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 9993/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ.
και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Με την από 25-9-2009 κλήση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 5865/2010 απόφασή του, αφού έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του εναγομένου Β.
Κ. και αγνώστου οδηγού, κατά ποσοστό 70% και 30% αντιστοίχως, εξαφάνισε τις εκκληθείσες αποφάσεις, δίκασε επί της ουσίας την κύρια και την παρεμπίπτουσα αγωγή και δέχτηκε αυτές εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής αποφάσεως ζήτησε το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", με την από 29-11-2013 (αρ.
κατ. 850/2013) αίτησή του. Επ' αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 521/2021 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και, όπως προαναφέρθηκε, κρατήθηκε η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο για να δικαστεί κατ' ουσίαν, σε ιδιαίτερη συζήτηση, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, εφόσον πρόκειται περί δευτέρας αναιρέσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικώς, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999: "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1και 2 του νόμου αυτού: "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.
Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Τέλος, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου: "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση".
Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα υπ' αριθμ. 4783/2003 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, την υπ' αριθμ. 6359/2003, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε νομότυπα, κατ' άρθρο 671 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε εν προκειμένω, πριν την κατάργησή του με το άρθρο 1 (άρθρο τέταρτο) του ν. 4335/2015, τις φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.), και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων περιλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής προδικασίας και η υπ' αριθμ. 100579/2004, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 5-7-2002 και περί ώρα 15.30' ο πρώτος εναγόμενος, Β. Κ., οδηγώντας το ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και ήδη "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου, Δ.
Μ., στο οποίο επέβαινε, ως συνοδηγός, ο Δ. Κ., εκινείτο επί της Λεωφόρου Αμφιθέας, στην περιοχή του Παλαιού Φαλήρου, με κατεύθυνση από παραλία προς Λεωφόρο Συγγρού. Όπως προκύπτει από την από 5-7-2002 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, η ως άνω λεωφόρος είναι ευθεία, διπλής κατευθύνσεως, τα οχήματα, στην προς λεωφόρο Συγγρού κατεύθυνση, πλάτους οδοστρώματος 6 μέτρων, εκινούντο σε δύο παράλληλες λωρίδες, χωρίς σχετική διαγράμμιση, ενώ τα δυο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας διαχωρίζονται με τσιμεντένια νησίδα, πλάτους 1.20 μ.
και ύψους 0.25-0.30 μ. Κατά το χρόνο του ατυχήματος, ο καιρός ήταν αίθριος, οι συνθήκες φωτισμού ημέρας, η κατάσταση της οδού ξηρή, η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική, το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ορίζεται, με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα (Ρ-32), σε 60 χλμ./ώρα. Ο ως άνω πρώτος εναγόμενος Β. Κ., ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί με ασφάλεια τους απαιτούμενους χειρισμούς, κινούμενος με ταχύτητα τουλάχιστον 80 χιλ./ώρα, που υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη των 60χιλ./ώρα, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της προς Λεωφόρο Συγγρού κατεύθυνσης, μόλις έφθασε στο ύψος που η ως άνω Λεωφόρος Αμφιθέας συμβάλλεται, δεξιά σε σχέση με την πορεία του, με την οδό Υγείας, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο ανήλθε στη διαχωριστική νησίδα και προσέκρουσε με σφοδρότητα, με το δεξιό τμήμα του οχήματός του, στον ευρισκόμενο επ' αυτής στύλο της ΔΕΗ, όπου αποκολλήθηκε η δεξιά εμπρόσθια πόρτα του αυτοκινήτου, ακολούθως δε, κατήλθε από τη διαχωριστική νησίδα και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και ακινητοποιήθηκε, με μέτωπο προς την παραλία.
Συνεπεία του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, τραυματίσθηκε ο συνεπιβαίνων στο ως άνω υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο Δ. Κ., ο οποίος υπέστη βαρύτατες κακώσεις στην κεφαλή, στο θώρακα και την κοιλία, εξαιτίας των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του. Ο ως άνω εναγόμενος Β. Κ., όπως προκύπτει από την, επί της σχηματισθείσας για το ένδικο ατύχημα εκθέσεως αυτοψίας, σχετική αναφορά του συντάξαντος αυτή, Ανθ/μου του Τμήματος Τροχαίων Οδικών Ατυχημάτων Β.
Σ., δήλωσε ότι όχημα αγνώστου αριθμού κυκλοφορίας, μάρκας ..., χρώματος λευκού, εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία ο ίδιος εκινείτο, με επακόλουθο την εκτροπή του οχήματός του. Εν συνεχεία δε, κατά τη δοθείσα αυθημερόν (5-7-2002) ένορκη κατάθεσή του, ανέφερε ότι, προπορευόμενο αυτού, στη δεξιά λωρίδα, αγνώστου αριθμού κυκλοφορίας, λευκό αυτοκίνητο σχολής οδηγών, εργοστασίου κατασκευής ..., οδηγούμενο από άγνωστο οδηγό, ενήργησε αιφνίδια αριστερό ελιγμό, εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και απέφραξε την κανονική πορεία του, με αποτέλεσμα να εξαναγκαστεί ο ίδιος στη διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα την άνοδο του όχηματός του στη διαχωριστική νησίδα και την πρόσκρουσή του στην κολώνα της ΔΕΗ.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός, περί εμπλοκής στο ένδικο ατύχημα, αγνώστου αυτοκινήτου, στον οποίο στηρίζεται και η κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου αγωγική αξίωση, δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Παρά την καταγραφή, στην ως άνω έκθεση αυτοψίας, της δηλώσεως του Β. Κ., για εμπλοκή στο ατύχημα αγνώστου αυτοκινήτου, στο συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα απεικονίζεται μόνον η πορεία και η εκτροπή του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκινήτου, χωρίς καμία αναφορά της πορείας τυχόν ετέρου, αγνώστου αυτοκινήτου. Οι T. S. και Ε. Κ., στις ένορκες καταθέσεις τους, ο μεν πρώτος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της 16-7-2003 (ένα έτος μετά το ατύχημα), κατά την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, ο δε δεύτερος, ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της 11-2-2004 (ένα έτος και επτά μήνες μετά το ατύχημα), κατά την εκδίκαση της κατά του οδηγού Β.
Κ. κατηγορίας για ανθρωποκτονία από αμέλεια, εμφανίζονται ως δήθεν αυτόπτες μάρτυρες και καταθέτουν ότι είναι συνάδελφοι του ως άνω οδηγού, ότι κατά την επιστροφή τους από την εργασία τους ακολουθούσαν την ίδια με αυτόν πορεία, κινούμενοι όπισθεν αυτού, με δικά τους οχήματα και ότι είδαν το λευκό αυτοκίνητο, που άλλαξε ξαφνικά λωρίδα κυκλοφορίας, εξαναγκάζοντας τον Β.
Κ., προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση, να ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά και να προσκρούσει στην κολώνα της ΔΕΗ. Οι καταθέσεις, όμως, αυτές δεν κρίνονται πειστικές. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την ως άνω έκθεση αυτοψίας, κατά τη διενέργειά της, που έλαβε χώρα περί ώρα 15.55 της 5ης Ιουλίου 2002 (ήτοι 25 μόλις λεπτά μετά το ατύχημα), δεν βρέθηκε, ούτε υποδείχθηκε αυτόπτης μάρτυρας.
Οι ίδιοι, επιχειρώντας να δικαιολογήσουν τη μη αναφορά τους, ως αυτοπτών μαρτύρων, στην έκθεση αυτοψίας, αναφέρουν, ο μεν πρώτος T. S., ότι περίμενε μισή ώρα μετά το ατύχημα και επειδή δεν είχε έλθει η αστυνομία απεχώρησε, ο δε δεύτερος Ε. Κ., ότι αποχώρησε από τον τόπο του ατυχήματος, γιατί έχει αναπνευστικό και δεν μπορούσε με τη ζέστη.
Εν τούτοις, δεν είναι πειστικό ότι, παρά τη φιλική και συναδελφική τους σχέση με τον εμπλακέντα στο ατύχημα Β. Κ., ο οποίος, κατ' αυτούς, δεν ευθυνόταν για το ατύχημα, αλλά και παρά την τραγική κατάληξη του ατυχήματος, το θανάσιμο δηλαδή τραυματισμό του αδελφού τελευταίου, δεν παρέμειναν να τον συνδράμουν και να καταθέσουν περί των συνθηκών του ατυχήματος, αλλά εγκατέλειψαν τον τόπο του ατυχήματος, πριν προσέλθει το ασθενοφόρο και η αστυνομία, προκειμένου να αποφύγουν την ταλαιπωρία.
Σημειώνεται ότι οι προαναφερόμενοι, ουδέποτε, μετά το ένδικο ατύχημα, μετέβησαν στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα, προκειμένου να δηλώσουν τα στοιχεία τους, εμφανίστηκαν δε για πρώτη φορά, προκειμένου να καταθέσουν ως μάρτυρες, στις ανωτέρω, αστική και ποινική, δίκες. Ούτε όμως και ο ίδιος ο Β. Κ., παρότι στη δοθείσα αμέσως μετά το ατύχημα κατάθεσή του αναφέρθηκε σε εμπλοκή τρίτου, άγνωστου αυτοκινήτου, δεν ανέφερε ότι άμεση αντίληψη των συνθηκών του ατυχήματος είχαν οι προαναφερόμενοι T.
S. και Ε. Κ., που ακολουθούσαν το όχημά του. Πέραν τούτου, ο ίδιος, στην απολογία του ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση της κατ' αυτού κατηγορίας για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε βάρος του Δ. Κ., επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 100579/2004, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, με την, επί λέξει, αναφορά ότι "...από δεξιά ήταν ένα λευκό Ι.Χ.
Σχολής Οδηγών, έκανε λόγο ζικ- ζακ. Δεν μου άναψε φλας. Για να μην το τρακάρω έκανα λόγο αριστερά, ανέβηκα στο κράσπεδο. Δεν το ήθελα. Ήταν η κακή ώρα...Μπορεί να ήταν κούραση...", εμμένει μεν στην εμπλοκή αγνώστου αυτοκινήτου στην επέλευση του ατυχήματος, διαφοροποιείται ως προς τις, κατά την εκδοχή του, συνθήκες αυτού, αφού δεν αναφέρεται πλέον σε αιφνίδια είσοδο αγνώστου αυτοκινήτου στην πορεία του και απόφραξη της πορείας του, αλλά σε στιγμιαία κίνηση αυτού (ζικ- ζακ, δηλαδή κίνηση προς τα αριστερά και αμέσως επαναφορά προς τα δεξιά), επιχειρεί δε να δικαιολογήσει το ατύχημα, επικαλούμενος την κόπωσή του από την εργασία του.
Μάλιστα, με την ως άνω υπ' αριθμ. 100579/2004 αμετάκλητη απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο οδηγός Β. Κ. κηρύχθηκε ένοχος, για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, χωρίς, στο σκεπτικό αυτής, να γίνεται καμία αναφορά στην εμπλοκή αγνώστου αυτοκινήτου και συνυπαιτιότητα του αγνώστου οδηγού αυτού, στην επέλευση του ατυχήματος.
Με βάση τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε εμπλοκή άλλου, άγνωστου οδηγού, στο ένδικο ατύχημα, ειδικότερα δε δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι συνυπαίτιος για το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Δ. Κ., είναι και άγνωστος οδηγός αγνώστου αυτοκινήτου, ο οποίος ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά και παρενεβλήθη στην πορεία του οδηγούμενου από τον Β.
Κ. οχήματος. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και του επελθόντος κατ' αυτό θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς των εναγόντων, Δ. Κ., είναι ο εναγόμενος Β. Κ., ο οποίος, με την περιγραφείσα παραπάνω οδική του συμπεριφορά, παραβίασε τις από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ 1. 19 παρ. 1 και 2 και 20 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του, υφισταμένης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ανωτέρω παραβάσεων και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με τις εκκαλούμενες, υπ' αριθμ. 4783/2003, εν μέρει οριστική και 4910/2004, οριστική, αποφάσεις του, έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του εναγομένου Β. Κ. και αγνώστου οδηγού, κατά ποσοστό 80% και 20% αντιστοίχως, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις.
Γι' αυτό, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν, οι σχετικοί λόγοι της από 7-2-2005 (αρ. κατ. 1116/2005) εφέσεως του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που αναφέρονται στο κεφάλαιο της υπαιτιότητας. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η ως άνω έφεση, να εξαφανιστούν οι εκκαλούμενες αποφάσεις, να κρατηθεί και να εκδικαστεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο (άρθρ. 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθούν, η από 11-5-2003 (αρ.
κατ. 4468/26-5-2003) κύρια αγωγή, και κατά τα αιτούμενα κονδύλια της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης, μέσα στα όρια, όμως, που διαγράφονται από την αναιρετική 521/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, όπως θα γίνει λόγος στην επόμενη σκέψη της παρούσας καθώς και η από 29-5-2003 (αρ. κατ. 82965/4781/2003) παρεμπίπτουσα αγωγή του εναγομένου- παρεμπιπτόντος ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ". Από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός, καθώς και αυτά που συνάπτονται άρρηκτα με εκείνα που αναιρέθηκαν.
Ως προς τα κεφάλαια και μόνο αυτά (αναιρεθέντα και άρρηκτα με αυτά συνδεόμενα), οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και ως προς αυτά συζητείται η υπόθεση στο δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο δεν δύναται να επιληφθεί της υπόθεσης ως προς τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, αφού, αν προέβαινε εκ νέου στην εξέταση αυτών, θα προσέβαλλε το δεδικασμένο.
Η έκταση αυτή της αναιρέσεως, δηλαδή ως προς ποια κεφάλαια αναιρέθηκε η απόφαση, προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσής της και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού από την ίδια για ολική αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Από αυτά συνάγεται ότι, αν ασκηθεί αγωγή από τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, στρεφόμενη κατά περισσοτέρων, φερόμενων ως συνυπαιτίων, προσώπων, για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, είτε λόγω ηθικής βλάβης, του τραυματισθέντος κατά το ατύχημα ενάγοντος, είτε λόγω ψυχικής οδύνης, της οικογένειας του θανόντος κατ' αυτό συγγενούς τους, και αναιρεθεί η εκδοθείσα επ' αυτής απόφαση, κατά παραδοχή λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολ.Δ., για ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα, των περισσοτέρων, φερόμενων ως υπαιτίων, εναγομένων, η απόφαση αναιρείται και ως προς το άρρηκτα με το λόγο αυτό συνδεόμενο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθώς και ως προς το ποσό της αποζημίωσης που επιδικάστηκε, μόνο όμως με την έννοια ότι το δικαστήριο της παραπομπής, αφού κρίνει το ζήτημα της υπαιτιότητας, επανακαθορίζει τα ποσά της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης, θέτοντας ως βάση τα ποσά που κρίθηκαν με την αναιρεθείσα απόφαση, ως προς τα οποία αυτή δεν αναιρέθηκε, το ύψος των οποίων αναπροσαρμόζει, με βάση την υπαιτιότητα (αποκλειστική ή συντρέχουσα) των εμπλεκομένων (πρβλ.
Α.Π. 1595/2018, Α.Π. 2079/2017, Α.Π. 1788/2017, Α.Π. 1307/2007).
Εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε, με την υπ' αριθμ. 521/2021 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, έγινε δεκτός λόγος αναιρέσεως, κατά της υπ' αριθμ. 5865/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. (ανεπαρκής αιτιολογία), σε σχέση με το κρίσιμο για τη διάγνωση της διαφοράς ζήτημα της (συν)υπαιτιότητας ή μη του οδηγού του αγνώστου αυτοκινήτου, και δη σε σχέση με το εάν, άγνωστο όχημα, οδηγούμενο από άγνωστο οδηγό, εκινείτο πράγματι στο σημείο του ατυχήματος και τις συνθήκες υπό τις οποίες η κίνηση αυτού συνετέλεσε στο επελθόν αποτέλεσμα, στην πρόκληση, δηλαδή, του ενδίκου ατυχήματος και, αφού αναιρέθηκε η πληττόμενη απόφαση του Εφετείου, μόνο για το λόγο αυτό, ως προς το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του άγνωστου οδηγού (άλλωστε, τα κονδύλια της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης δεν προσβλήθηκαν ειδικά με λόγο αναιρέσεως), παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο τμήμα του Αρείου Πάγου προς περαιτέρω εκδίκαση.
Με την αναιρεθείσα υπ' αριθμ. 5865/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το δικαστήριο εκείνο, εκτιμώντας ανέλεγκτα τις αποδείξεις, δέχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα, ζημιώθηκε κατά τα ποσά των 2.000 ευρώ για την ίδια ατομικά και 2.800 ευρώ για κάθε μία από τις ανήλικες θυγατέρες της, για το χρονικό διάστημα από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι την άσκηση της αγωγής, και κατά τα ποσά των 200 ευρώ μηνιαίως, για την ίδια ατομικά και 280 ευρώ μηνιαίως για κάθε μία από τις ανήλικες θυγατέρες της, για το χρονικό διάστημα από 6-5-2003 έως 6-5-2006, ως δικαιούχοι διατροφής από το θανόντα σύζυγο της πρώτης ενάγουσας και πατέρα των εκπροσωπούμενων από αυτή ανήλικων (τότε) θυγατέρων της, ενώ όρισε ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που δικαιούται κάθε μία από αυτές, ανέρχεται σε 50.000 ευρώ.
Εν συνεχεία, εξαφάνισε τις εκκληθείσες αποφάσεις, δίκασε επί της ουσίας την κύρια και την παρεμπίπτουσα αγωγή, δέχτηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην πρώτη ενάγουσα, ατομικά το ποσό των πενήντα τριών χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα έξι ευρώ και δεκαεννέα λεπτών (53.436,19), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθώς και το ποσό των διακοσίων (200) ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 6-5-2003 μέχρι 6-5-2006, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Σ.
και Κ. το ποσό των πενήντα δυο χιλιάδων οκτακόσιων (52.800) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθώς και το ποσό των διακοσίων ογδόντα (280) ευρώ μηνιαίως για καθένα από αυτά για το χρονικό διάστημα από 6-5-2003 μέχρι 6-5-2006, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση.
Κατόπιν τούτων, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, αφού το παρόν Δικαστήριο, αντίθετα με την υπ' αριθμ. 5865/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δέχεται αποκλειστική υπαιτιότητα του του εναγομένου Β. Κ. και μη εμπλοκή άλλου, άγνωστου οδηγού, στο ένδικο ατύχημα, στην οποία στηρίζεται η σε βάρος του εναγομένου, Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", πρέπει: 1) να απορριφθεί η από 11-5-2003 (αρ. κατ. 4468/26-5-2003) κύρια αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του εναγομένου, Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", να συμψηφισθούν, όμως, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα, για τον πρώτο και το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, μεταξύ της ενάγουσας και του ως άνω εναγομένου, λόγω εύλογης αμφιβολίας αυτών ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρα 179 περ.
β' και 183 του Κ.Πολ.Δ), να γίνει δε αυτή δεκτή ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, Β. Κ., Δ. Μ. και ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" και ήδη "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", να υποχρεωθούν οι τελευταίοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν στην ενάγουσα, ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της, ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα ίδια ως άνω ποσά, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της εφέσεως στο εκκαλούν- εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" (άρθρο 495 αρθμ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να επιβληθεί σε βάρος των ως άνω εναγομένων, λόγω της ήττας τους, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. του 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό και 2) να απορριφθεί η κατά των Β.
Κ., Δ. Μ. και ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", και ήδη "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", από 29-5-2003 (αρ. κατ. 82965/4781/2003) παρεμπίπτουσα αγωγή του εναγομένου- παρεμπιπτόντος ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", ως άνευ αντικειμένου, αφού απερρίφθη η κατ' αυτού κύρια αγωγή, η παραδοχή της οποίας αποτελούσε προϋπόθεση παραδοχής αυτής, να συμψηφισθούν, όμως, στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των ως άνω διαδίκων, για τον πρώτο και το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω εύλογης αμφιβολίας αυτών ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρα 179 περ.
β' και 183 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την από 7-2-2005 (αρ. κατ. 1116/2005) έφεση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ".
Εξαφανίζει τις υπ' αριθμ. 4783/2003, εν μέρει οριστική και 4910/2004, οριστική, αποφάσεις, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν, την από 11-5-2003 (αρ. κατ. 4468/26-5-2003) αγωγή και την από 29-5-2003 (αρ. κατ. 82965/4781/2003) παρεμπίπτουσα αγωγή.
Απορρίπτει την από 11-5-2003 (αρ. κατ. 4468/26-5-2003) αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ". Συμψηφίζει στο σύνολό τους, μεταξύ της ενάγουσας και του ως άνω εναγομένου, τα δικαστικά έξοδα, για τον πρώτο και το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.
Δέχεται εν μέρει την ως άνω αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτου, δευτέρου και τρίτης των εναγομένων, Β. Κ., Δ. Μ. και ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και ήδη "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Υποχρεώνει τους ως άνω εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην ενάγουσα Α. χήρα Δ. Κ., ατομικά, το ποσό των πενήντα τριών χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα έξι ευρώ και δεκαεννέα λεπτών (53.436,19), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθώς και το ποσό των διακοσίων (200) ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 6-5-2003 μέχρι 6-5-2006, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση, και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Σ. και Κ. το ποσό των πενήντα δυο χιλιάδων οκτακοσίων (52.800) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθώς και το ποσό των διακοσίων ογδόντα (280) ευρώ μηνιαίως, για καθένα από αυτά, για το χρονικό διάστημα από 6-5-2003 μέχρι 6-5-2006, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση. Επιβάλλει σε βάρος των ως άνω εναγομένων, λόγω της ήττας τους, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των έξι χιλιάδων επτακοσίων (6.700) ευρώ.
Απορρίπτει την κατά των Β. Κ., Δ. Μ. και ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "... ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ήδη "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", από 29-5-2003 (αρ. κατ. 82965/4781/2003) παρεμπίπτουσα αγωγή του εναγομένου- παρεμπιπτόντος ενάγοντος Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ".
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των ως άνω διαδίκων, για τον πρώτο και το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ