Legislator Case Law & Legislation
1211/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision regarding unpaid overtime and invalid dismissal compensation.

Case Number 1211/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court of Athens' decision on labor disputes. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate evidence regarding 16 days of unpaid sick leave and excessive overtime compensation. The court found the lower court's reasoning insufficient for these specific claims and ordered a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal against a final judgment if the lower court failed to provide adequate reasoning for its evidentiary findings, necessitating a remand for further examination.

Keywords

AI generated
Labor Law Appeal Overtime Compensation Invalid Dismissal Insufficient Reasoning Remand for Trial Code of Civil Procedure Evidence Evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1211 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1211/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Κοσμά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Π. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστάθιου Γραμμένου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1249/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4290/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 12.4.2021 [με αριθ. εκθ. καταθ. 1775/198/13.4.2021] αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ'αριθ. 4290/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία μετ'εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ'αριθ. 1249/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την ακυρότητα της καταγγελίας επιδικάζοντας μισθούς υπερημερίας [από 5.4.2016 έως 5.4.2017 αλλά και λόγω μη αποδοχής της εργασίας του ενάγοντος επί 16 ημέρες], αμοιβές για υπερεργασία και παράνομες υπερωρίες από τον Απρίλιο του 2015 έως τον Μάρτιο του 2016 συνολικά για όλες τις αιτίες το ποσό των 16.610,17 ευρώ, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως της αναιρεσείουσας - εναγομένης, όπως και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έγινε εν μέρει δεκτή η από 17.6.2016 αγωγή του εφεσιβλήτου ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, περιορίσθηκε το επιδικαζόμενο ποσό για μισθούς υπερημερίας στο ποσό των 5.047,14 ευρώ [αντί των 11.487,14 ευρώ], επιδικάσθηκε για αμοιβές υπερεργασίας και κατ'εξαίρεση υπερωρίας το ποσό των 4.597,91 ευρώ και για μη καταβληθείσες αποδοχές υπερημερίας 16 ημερών το ποσό των 525,12 ευρώ, εντόκως, όπως ειδικότερα ορίζεται σ'αυτήν.

Η ως άνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ]. Κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 4 της Υπουργικής Απόφασης 51266/ 2955/1975 (ΦΕΚ Β' 1458/1975) "περί καθορισμού των ωρών εργασίας του προσωπικού τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων (πούλμαν)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 2 του ν.δ. 4020/1959 και 2 του α.ν. 199/1936, όπως τροποποιήθηκε με την Υπουργική Απόφαση 1907/1987 (ΦΕΚ Β' 594/1987), η απασχόληση των οδηγών των τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων (πούλμαν), πλην των εκτελούντων αστική ή υπεραστική συγκοινωνία, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως και τις 72 εβδομαδιαίως.

Στις ώρες αυτές περιλαμβάνονται: α) ο χρόνος οδήγησης, ο οποίος δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, ούτε τις 48 ώρες εβδομαδιαίως, η δε πέραν των 45 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι συμπλήρωσης του 48ώρου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας απασχόληση των μισθωτών αυτών, λογίζεται ως υπερεργασία, κατά την έννοια του άρθρου 659 ΑΚ, β) ο χρόνος παραλαβής και παράδοσης του αυτοκινήτου, γ) ο χρόνος τυχόν επισκευής του αυτοκινήτου κατά τη διάρκεια της διαδρομής, δ) τα διαλείμματα κατά τη διάρκεια της διαδρομής και οι διακοπές εντός και εκτός έδρας και ε) οι εντός έδρας και μεταξύ δύο διαδρομών διακοπές στο σταθμό αυτοκινήτων, εφόσον καθεμία από αυτές δεν υπερβαίνει τις 3 ώρες, καθώς και τυχόν περισσότερες των δύο διακοπών, άσχετα με τη διάρκειά τους.

Για την πέραν του δώρου απασχόληση θα καταβάλλεται το ωρομίσθιο, εξευρισκόμενο δια διαιρέσεως των 6/25 του συμφωνημένου ή νομίμου μισθού δια του αριθμού 45 (ήδη 40 σύμφωνα με την ΥΑ 11770/1984) και προσαυξημένο κατά ποσοστό: α) 25% για τις μέχρι 60 ώρες ετησίως, β) 50% για τις πέραν των 60 ωρών ετησίως και μέχρι 120 και γ) 75% για τις πέραν των 120 ωρών ετησίως.

Με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ (ΥΑ 11770/1984, ΦΕΚ Β' 81/20-2- 1984) ορίστηκε ότι "η διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας των εργαζομένων, που απασχολούνται σε οποιοδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας, ορίζεται σε 40 ώρες. Οι αποδοχές των εργαζομένων, παρά τον περιορισμό των ωρών εργασίας, δεν μειώνονται...".

Εξάλλου, με το άρθρο 4 παρ.1 της από 7-6-2008 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας", που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 52781/2462/2008 (ΦΕΚ Β' 1489/29-7-2008) από 1-4-2008 και ίσχυσε έως 31-3-2009, ορίζεται ότι οι αποδοχές του πίνακα του άρθρου 2 της εν λόγω ΣΣΕ για το έτος 2008 αφορούν σε πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση με δύο (2) συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης (ρεπό) κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις της ΔΑ 38/1985.

Οι ώρες εργασίας των οδηγών που υπάγονται στην απόφαση αυτή είναι 40 ώρες εβδομαδιαίως, που αντιστοιχούν σε 8 ώρες οδήγησης ανά ημέρα και έως 13 ώρες ημερησίως. Οι ώρες απασχόλησης πέραν των 8 ωρών ημερησίως αμείβονται ως υπερωριακή απασχόληση, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Περαιτέρω, με το ομοίου περιεχομένου άρθρο 4 της ΔΑ 17/2009 "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας", που επακολούθησε, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 25216/2058/2009 (ΦΕΚ Β' 1847/3-9- 2009), που ίσχυσε από 1-4-2009 έως 31-3-2010, καθώς και των από 25-4-2010 και 12-5-2011 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας" (πράξεις κατάθεσης 1/28-4-2010 και 26/13-5- 2011, αντίστοιχα), που ίσχυσαν από 1-4-2010 έως 31-3-2011 η πρώτη και από 1-4-2011 έως 31-3-2012 η δεύτερη, ορίζεται ότι οι αποδοχές του πίνακα του άρθρου 2 παρ.1 αυτών για τα έτη 2009, 2010 και 2011, αντίστοιχα, αφορούν σε πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση με δύο (2) συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης (ρεπό) κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις της ΔΑ 38/1985 και ότι οι ώρες εργασίας των οδηγών που υπάγονται σε αυτές είναι 40 ώρες εβδομαδιαίως, που αντιστοιχούν σε 8 ώρες οδήγησης ανά ημέρα και έως 13 ώρες ημερησίως απασχόληση.

Οι ώρες απασχόλησης πέραν των 8 ωρών ημερησίως αμείβονται ως υπερωριακή απασχόληση σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Εξάλλου, η απόφαση 35/1985 ΔΔΔΔ Αθηνών "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας" (πράξη κατάθεσης Υπουργού Εργασίας .../26-6-1985) στο άρθρο 5 ορίζει ότι "Καθιερώνεται εβδομάδα πέντε εργασίμων ημερών στους εργαζομένους που υπάγονται στην απόφαση αυτή.

Οι ημέρες ανάπαυσης είναι συνεχόμενες". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι απαγορεύεται και είναι παράνομη η εργασία οδήγησης καθ' εαυτή των οδηγών τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων, που υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως ή τις 40 ώρες εβδομαδιαίως, καθώς και η εργασία γενικώς, η οποία, μαζί με τα κατά τη διαδρομή διαλείμματα και τις διακοπές οδήγησης εντός και εκτός έδρας και τις λοιπές περιστάσεις που καθορίζονται στην ως άνω παράγραφο 1 του άρθρου 1 της ΥΑ 51266/2955/1975, δηλαδή το χρόνο παραλαβής και παράδοσης του αυτοκινήτου και το χρόνο τυχόν επισκευής του κατά τη διάρκεια της διαδρομής, υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως και τις 72 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ η πέραν των 8 ωρών μέχρι 13 ωρών ημερησίως και η πέραν των 40 ωρών μέχρι 72 ωρών εβδομαδιαίως απασχόληση, που γίνεται υπό τις ως άνω άλλες, εκτός της οδήγησης, περιστάσεις, είναι επιτρεπόμενη εργασία, για την αμοιβή της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2874/2000 (άρθρο 4 παρ.2, 3, 4 και 5), του ν. 3385/2005 (με το άρθρο 1 του οποίου αντικαταστάθηκε το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 από 1-10- 2005) και του άρθρου 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010.

Και ναι μεν, κατά το άρθρο 3 στοιχ. α' του π.δ. 167/2006 (ΦΕΚ Α' 179/2006) "Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της 2002/15/ΕΚ Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών (...-3- 2002)", η ισχύς του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 12 αυτού, άρχισε από τις 23-3-2005, δεν περιλαμβάνονται στο χρόνο εργασίας των μετακινούμενων εργαζομένων (οδηγών) τα κατά το άρθρο 5 διαλείμματα, ο κατά το άρθρο 6 χρόνος ανάπαυσης, καθώς και οι κατά το στοιχείο β' του παρόντος άρθρου 3 "περίοδοι υποχρέωσης διαθεσιμότητας", πλην όμως, κατά το άρθρο 10 του ως άνω π.δ. 167/2006 (άρθρο 10 της Οδηγίας) "Το παρόν διάταγμα δεν εμποδίζει την εφαρμογή ή τη θέσπιση ευνοϊκότερων νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών ή την εφαρμογή συλλογικών συμβάσεων ή άλλων συμφωνιών μεταξύ κοινωνικών εταίρων, ευνοϊκότερων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των μετακινούμενων εργαζομένων.

Η εφαρμογή του παρόντος δεν μπορεί να επιφέρει υποβάθμιση της γενικής προστασίας των εργαζομένων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παρ.1 αυτού" (ΑΠ 1065/2018, 601/2017, 1069/2014). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10, που αντικατέστησε τις παραγράφους 1, 3 και 5 του άρθρου 1 του ν.3385/2005, οι ώρες υπερεργασίας [41η, 42η, 43η, 44η και 45η ώρα] αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις , όρια υπερωριακής απασχόλησης, ενώ οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 40% και για την πέραν των 120 ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 60%.

Οι κατ'εξαίρεση υπερωρίες αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 80%.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού, έχουσα έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, τυγχάνει εφαρμογής και επί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία είναι μεν αναιτιώδης δικαιοπραξία, όταν όμως γίνεται κατά κατάχρηση δικαιώματος, είναι άκυρη κατ' άρθρο 174 ΑΚ, ως αντικειμένη στην προαναφερομένη απαγορευτική διάταξη.

Περίπτωση δε καταχρήσεως δικαιώματος επί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού συντρέχει και όταν η καταγγελία γίνεται από λόγους εκδικήσεως του εργοδότη, επειδή ο μισθωτός διεξεδίκησε νόμιμα δικαιώματα από την εργασιακή σχέση. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.

Ακόμη, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [ΑΠ 1070/2020].

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο δώδεκα [12] ώρες ημερησίως, επί πενθήμερο, ενώ σε ουδένα σημείο διαλαμβάνει περί οδηγήσεως επί 12ωρο ημερησίως κατά τον υπολογισμό δε των διαφορών αποδοχών εκ των υπερωριών υπολόγισε τις παράνομες, "κατ'εξαίρεση", υπερωρίες με προσαύξηση 80% επί του καταβαλλομένου ωρομισθίου, ενώ θα έπρεπε να υπολογίσει τις διαφορές αποδοχών της ημερήσιας υπερωριακής απασχόλησης σύμφωνα με την ΥΑ 51266/1975 δηλαδή να εξεύρει το ωρομίσθιο δια διαιρέσεως των 6/25 του συμφωνημένου ή νομίμου μισθού δια του αριθμού 45 [ήδη 40 σύμφωνα με την ΥΑ 1170/1984] και προσαυξημένο κατά ποσοστό 25% για τις μέχρι 60 ώρες ετησίως, β] 50% για τις πέραν των 60 ωρών ετησίως και μέχρι 120 ώρες και γ] 75% για τις πέραν των 120 ωρών ετησίως, άλλως, να εφαρμόσει ως προς την υπερωριακή απασχόληση τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 3385/2005, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από τη διάταξη του άρθρου 74 αριθ. 10 του Ν. 3863/2010. 'Ετσι κατέστη αναιρετέα για τους λόγους με αριθ. 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αφορά την μη αναφορά παραδοχών περί οδηγήσεως επί 12ωρο είναι αβάσιμος, γιατί επί αξιώσεως για καταβολή αμοιβής από υπερεργασία και υπερωρία δεν είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός του ημερησίου και του εβδομαδιαίου χρόνου οδήγησης, ενόψει του ότι η αξιούμενη αμοιβή δεν βασίζεται σε υπέρβαση του νόμιμου χρόνου ημερήσιας ή εβδομαδιαίας οδήγησης αλλά στην επιτρεπόμενη εργασία, που περιλαμβάνει τα διαλείμματα, τις διακοπές οδήγησης, τον χρόνο παράδοσης και παραλαβής του αυτοκινήτου και τις λοιπές περιστάσεις, για την αμοιβή της οποίας εφαρμόζονται οι προδιαληφθείσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας [ΑΠ 1069/2014.

Κατά το μέρος όμως που αφορά τον υπολογισμό της κατ'εξαίρεση υπερωρίας με προσαύξηση 80% η προσβαλλομένη απόφαση έσφαλε, γιατί ενώ δέχθηκε ημερήσια εργασία 12 ωρών ήτοι κάτω από 13 ώρες ημερησίως, συμπεριλαμβανομένων των διαλειμμάτων, των διακοπών και των λοιπών περιστάσεων, εξέλαβε την δεκάτη, ενδεκάτη και δωδεκάτη ώρα ημερήσιας απασχόλησης ως παράνομη υπερωρία, ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν πρόκειται για νόμιμες υπερωρίες, αφού η ημερήσια εργασία ήταν κάτω των 13 ωρών, η αμοιβή των οποίων υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 της ΥΑ 51266/2955/1975 [ΦΕΚ Β 1458/1975] και το άρθρο 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010 [ΑΠ 1065/2018].

Συνεπώς εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και θα πρέπει να αναιρεθεί ως προς το κεφάλαιο της αμοιβής των υπερωριών.

Με τον δεύτερο λόγο η αναιρεσείουσα επικαλείται εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένως η αναιρεσιβαλλομένη απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένσταση εξοφλήσεως των απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου από υπερεργασία και υπερωρίες και δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις καταβολής και την αιτία καταβολής που συνάγεται από αυτές.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί βασίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της γενικής απόρριψης ως απαραδέκτου της ενστάσεως εξοφλήσεως, παρότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης συνάγεται ότι απαράδεκτο λόγω αοριστίας απορρίφθηκε μόνο το αίτημα εξόφλησης κατά το ποσό των 2654 ευρώ, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το έτος 2015 για εργασία πλέον του νομίμου οκταώρου χωρίς να αναφέρει τις αιτίες των επί μέρους καταβολών.

Αντιθέτως, από την απόφαση του Εφετείου συνάγεται ότι στα πλαίσια εκτίμησης των αποδείξεων, που εκφεύγουν του αναιρετικού ελέγχου, ελήφθησαν υπόψη και αφαιρέθηκαν από τις οφειλές του έτους 2015 συγκεκριμένες καταβολές για υπερεργασία και υπερωρίες, τον Απρίλιο 59 ευρώ για υπερεργασία και 230,25 ευρώ για υπερωρίες, τον Μάιο 76,52 ευρώ για υπερεργασία και 265,68 ευρώ για υπερωρίες, τον Ιούλιο 41,32 ευρώ για υπερεργασία και 17,71 ευρώ για υπερωρίες, τον Αύγουστο 70,84 ευρώ για υπερεργασία και 123,98 ευρώ για υπερωρίες, το Σεπτέμβριο 5,91 ευρώ για υπερεργασία , τον Οκτώβριο 29,52 ευρώ για υπερεργασία και 123,98 ευρώ για υπερωρίες, το Νοέμβριο 53,13 ευρώ για υπερεργασία και 106,27 ευρώ για υπερωρίες, το Δεκέμβριο 100,36 ευρώ για υπερεργασία και 115,12 ευρώ για υπερωρίες , ενώ για το έτος 2016 δέχθηκε ότι δεν υπήρξαν καταβολές.

Πέρα από αυτό όμως η εν λόγω ένσταση κατά το μέρος που αφορά τις υπερωρίες, καλύπτεται από την εμβέλεια του προηγούμενου αναιρετικού λόγου, γιατί θα εκτιμηθούν εκ νέου οι καταβολές στην μετ'αναίρεση δίκη μετά τον νέο υπολογισμό της αμοιβής των υπερωριών.

Συνεπώς η απόφαση δεν έσφαλε , αφού ορθά απέρριψε λόγω αοριστίας καταβολές αναιτιολόγητες, ενώ όσα επί πλέον υποστηρίζει η αναιρεσείουσα αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον τρίτο λόγο υποστηρίζει η αναιρεσείουσα το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι η απόλυση του ενάγοντος έλαβε χώρα για λόγους εκδικήσεως στο πρόσωπο του , επειδή τόλμησε να διεκδικήσει νόμιμα εργασιακά του δικαιώματα. Ειδικότερα δέχθηκε ότι ο ενάγων "την 24.3.2016 . ...μετά το τέλος της εργασίας του στο χώρο του γκαράζ και παρουσία του νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης διαμαρτυρήθηκε για την καθ'υπέρβαση του νομίμου ωραρίου του εργασία, ενημερώνοντας συγχρόνως αυτόν ότι θα καταγγείλει την εν λόγω συμπεριφορά του στην Επιθεώρηση Εργασίας....Πράγματι την 31.3.2016 ο ενάγων προσέφυγε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας ...όπου κατήγγειλε την εκ μέρους του παροχή υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης, νυχτερινής εργασίας, εργασία κατά την ημέρα της Κυριακής, σε αργίες και κατά τις ημέρες ανάπαυσης, καθώς και το γεγονός ότι από την 28.3.2016 η εναγομένη δεν του παρείχε εργασία.

Τελικά την 4.4.2016 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος , με την επίδοση προς αυτόν του από 1.4.2016 εγγράφου απόλυσης και συνημμένα το από 28.3.2016 έντυπο καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η εναγομένη δια του εκπροσώπου της προέβη σε καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος επειδή δεν ήταν αρεστή σ'αυτήν η παραπάνω συμπεριφορά του, ο οποίος διεκδικούσε νόμιμα δικαιώματά του,....για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπο του, επειδή επιδίωξε την καταβολή αμοιβής για την εκ μέρους του παρεχόμενη εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου του και ως εκ τούτου η καταγγελία αυτή είναι καταχρηστική και άκυρη.

Η ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξετασθείσα μάρτυρας της εναγομένης [υπάλληλος της τελευταίας] κατέθεσε ότι την 24.3.2016 μετά το πέρας της εργασίας του, ο ενάγων μάζεψε τα πράγματά του από το αυτοκίνητο και ενημέρωσε τον εκπρόσωπο της εναγομένης ότι αποχωρεί από την εργασία του οριστικά και ότι την 28.3.2016 επικοινώνησε η ίδια τηλεφωνικά με τον ενάγοντα, προκειμένου να προσέλθει στην εταιρεία και να υπογράψει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, η οποία του είχε ανακοινωθεί προφορικά και ότι την 31.3.2016 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης.

Όμως, τα ανωτέρω έρχονται σε αντίθεση με όσα περιλαμβάνονται στο υπ'αριθ. 324/2016 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς, όπου στα πλαίσια της διαδικασίας απόπειρας επίλυσης εργατικής διαφοράς την 7.9.2016 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης Ι. Μ. ουδεμία αναφορά κάνει ότι ήδη από την 28.3.2016 είχε προβεί προφορικά σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ενώ αντίθετα ισχυρίσθηκε ότι από την 25.3.2016 δεν κατέστη εφικτή η επικοινωνία του με τον ενάγοντα, προκειμένου να του ανατεθεί εργασία.

Επομένως, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έγινε για λόγους εκδίκησης επειδή τόλμησε να διεκδικήσει νόμιμα εργασιακά του δικαιώματα και ως εκ τούτου είναι άκυρη ως καταχρηστική, διότι η εναγομένη με την καταγγελία αυτή υπερέβη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της αυτού...

η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα από 2.2.2016 έως 30.5.2016 προέβη σε απολύσεις εργαζομένων, τις οποίες σε κάθε περίπτωση όπως προκύπτει από προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν τις γνωστοποίησε στον ΟΑΕΔ, λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών της και συγκεκριμένα λόγω διακοπής της συνεργασίας της με το Γενικό Ογκολογικό Νοσοκομείο και το εκπτωτικό χωριό στα Σπάτα Αττικής, αφού, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα, στη σχετική απόφαση της εναγομένης καθοριστικό ρόλο είχε η άρνηση του ενάγοντος να συμμορφωθεί με την αντεργατική εργοδοτική της συμπεριφορά".

Υπό τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο ότι η ως άνω καταγγελία υπήρξε καταχρηστική και ότι ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο τον μισθό υπερημερίας ως και τα επιδόματα εορτών και αδείας του διαστήματος από 5ης Απριλίου 2016 μέχρι 5ης Απριλίου 2017 συνολικού ποσού 11.487,14 ευρώ, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως και είχε επιδικάσει το προαναφερόμενο ποσόν.

Με την εν λόγω κρίση, το Μονομελές Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αλλά και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες καθιστώσες ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, και εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον, κατά τα ανωτέρω, εδέχθη ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου προήλθε εξ εκδικήσεως και εμπαθείας του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας λόγω της προηγηθείσας διαμαρτυρίας του σχετικά με τα εργασιακά του δικαιώματα, χωρίς όμως να προβεί στην παράθεση περιστατικών, τα οποία να εξηγούν ικανοποιητικά την ως άνω παραδοχή και να επιτρέπουν τον έλεγχο της καταγγελίας ως προερχομένης εκ ταπεινών ελατηρίων, αφού ναι μεν η διαμαρτυρία του μισθωτού δυνατόν να προκαλεί την ενόχληση και την δυσαρέσκεια του εργοδότη, δεν επαρκεί όμως μόνη αφ' εαυτής, άνευ άλλων περιστατικών να τεκμηριώσει ως αυτόθροο συνέπεια ότι η επακολουθήσασα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού υπήρξε προϊόν εκδικήσεως και εμπαθείας του εργοδότη (ΑΠ 1070/2020, 258/2019, 1672/2018, 1253/2018, 729/2018).

Επί πλέον περιέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα κατά το χρονικό διάστημα από 2.2.2016 έως 30.5.2016 προέβη σε απολύσεις εργαζομένων της λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών της και συγκεκριμένα λόγω διακοπής της συνεργασίας της με το Γενικό Ογκολογικό Νοσοκομείο και το εκπτωτικό χωριό στα Σπάτα Αττικής, χωρίς να αιτιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που βάρυναν στην κρίση της περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας, περιοριζόμενο σε επιχειρήματα ως προς τη συμπεριφορά του εκπροσώπου της στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 7.9.2016, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της καταγγελίας [της 4.4.2016] για να αιτιολογήσει το αποδεικτικό της πόρισμα, χωρίς να συναξιολογήσει τα οικονονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η εργοδότρια εταιρεία από τη μείωση των εργασιών της, που την οδήγησαν σε απολύσεις και άλλων εργαζομένων της.

Συνεπώς, έσφαλε ως προς το κεφάλαιο της καταχρηστικότητας της καταγγελίας.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλειες α] εκ του αριθ. 8 του άρθρ.559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα εξέλαβε εκ των ημερομηνιών συντάξεως και επιδόσεως του εγγράφου της καταγγελίας ότι έγινε για λόγους εκδίκησης και β] εκ του αριθ.20 του ιδίου ως άνω άρθρου, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ'αριθ. 0055/2017 ένορκης βεβαίωσης εκλαμβάνοντας ότι η απόλυση έγινε για λόγους εκδίκησης.

Οι λόγοι αυτοί πέραν του ότι είναι απαράδεκτοι, ο πρώτος γιατί αναφέρεται σε εκτίμηση των αποδείξεων ο δε δεύτερος γιατί οι ένορκες βεβαιώσεις δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα της διάταξης με αριθ. 20 του άρθρου 559 παρά μόνο εκείνα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη και όχι εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων [ΑΠ 794/2017], πλήττουν το ως άνω κεφάλαιο της καταχρηστικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και παρέλκει η εξέτασή τους Με τον πέμπτο λόγο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη με τις παραδοχές της ότι η εναγομένη "σε πολλές περιπτώσεις έθετε τον ενάγοντα σε καθεστώς υποχρεωτικής άδειας άνευ αποδοχών κυρίως όταν μεταξύ τους υφίστατο εντάσεις.

Τούτο συνέβη κατά τα χρονικά διαστήματα από 14.8.2015 έως 18.8.2015, από 15.9.2015 έως 21.9.2015 και από 28.3.2016 έως 4.4.2016. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι κατά το πρώτο ανωτέρω χρονικό διάστημα ο ανάγων αιτήθηκε άδεια άνευ αποδοχών και προς απόδειξη του ισχυρισμού της προσκομίζει την από 3.8.2015 βεβαίωση του ενάγοντος από την οποία φαίνεται ότι ζήτησε ...άδεια άνευ αποδοχών για το διάστημα από 14.8.2015 έως 10.9.2015.

Όμως δεν αντέχει στη λογική ο επί μόλις τέσσερεις μήνες απασχολούμενος στην επιχείρηση της εναγομένης ενάγων να αιτείται άδεια άνευ αποδοχών τέτοιας διαρκείας, την οποία μάλιστα ανακάλεσε ο ίδιος εντός τεσσάρων μηνών". Ακόμη ότι ο ισχυρισμός της ότι ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του διότι ανεύρε άλλη εργασία και λίγες μέρες μετά τον προσέλαβε εκ νέου, "αφού δεν αποδείχθηκε σε ποίο εργοδότη ανεύρε εργασία ο ενάγων επί πλέον, δεν αντέχει στην κοινή λογική η εναγομένη ως εργοδότρια να δέχεται στην εργασία της τον ενάγοντα μετά την ως άνω συμπεριφορά που επέδειξε...

κατόπιν τούτων για τη μη αποδοχή της προσηκόντως προσφερομένης εργασίας του ενάγοντος...για 16 συνολικά ημέρες η εναγομένη οφείλει το συνολικό ποσό των 525,12 ευρώ...". Με τις παραδοχές αυτές υποστηρίζει η αναιρεσείουσα η αναιρεσιβαλλομένη για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας για 16 συνολικά ημέρες συνολικού ποσού 525,12 ευρώ επιστράτευσε την κοινή πείρα και τη λογική μη λαμβάνοντας υπόψη τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα, που η ίδια προσκόμισε και δη την από 15.9. 2015 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος, το από 22.9.2015 έγγραφο με τον τίτλο "ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ ΣΤΗ ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ", το οποίο φέρει την υπογραφή του, ενώ διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες υποπίπτοντας στους αναιρετικούς λόγους με αριθ. 11 γ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος αφού η αναιρεσιβαλλομένη με τις ως άνω παραδοχές δεν περιέλαβε επαρκείς αιτιολογίες στη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος επιδίκασης μισθών υπερημερίας δέκα έξι [16] ημερών και ιδίως ως προς την από 3.8.2015 βεβαίωση και το Δελτίο Εργατικής Διαφοράς, που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα.

Γι' αυτό θα πρέπει να αναιρεθεί και ως προς το κεφάλαιο αυτό. Με τον λόγο με αριθ. 6 και με την επίκληση της πλημμέλειας των ιδίων διατάξεων εκ των αριθμών 11 γ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη της την υπ'αριθ. 5430/20.2.2018 ένορκη βεβαίωση μάρτυρος της, 12 μηνιαία προγράμματα ημερήσιας απασχόλησης του ενάγοντος ούτε ότι τα δρομολόγια μετ'επιστροφής προς την Ειδομένη γίνονταν από δύο οδηγούς, όπως κατέθεσε η μάρτυρας ανταπόδειξης της αγωγής, τα οποία αν εκτιμούσε και αξιολογούσε ορθώς, δεν θα δέχονταν 12ωρη απασχόληση και δεν θα επιδίκαζε αμοιβές για υπερεργασία και υπερωρίες.

Όμως, η ως άνω 5430/2018 ένορκη βεβαίωση συμπεριλαμβάνεται στα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη, αφού αναφέρονται ρητά στην αναιρεσιβαλλομένη, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις αντικρούονται από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα που αναφέρεται ως άνω ότι ελήφθησαν υπόψη.

Μετά από αυτά θα πρέπει να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναίρεσης, που αφορούν τα κεφάλαια της αμοιβής των υπερωριών των μισθών υπερημερίας 16 ημερών και της καταχρηστικότητας της καταγγελίας, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τα κεφάλαια αυτά, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθ. 4290/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων [2.300] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ