Legislator Case Law & Legislation
1211/2018 AI generated

Greece Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court's consideration of an unproposed defense was superfluous.

Case Number 1211/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a debt collection dispute. The appellant argued the lower court erred by considering an unproposed defense regarding the purpose of the transaction, claiming this violated procedural rules. The court ruled this argument was baseless because the lower court had already substantively rejected the claimant's interest in pursuing the debt, making the additional consideration of the defense superfluous and legally irrelevant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code; Article 8 of Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the consideration of unproposed facts is inadmissible if the lower court's decision on the main claim renders such consideration superfluous.

Keywords

AI generated
procedural error superfluous argument unproposed defense appeal dismissal civil procedure debt collection legal interest

Cited Legislation

AI generated
Articles 57, 59, 914 and 932 of the Civil Code
Article 8 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 367 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1211 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1211/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ... Ανώνυμη Εταιρεία, η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κανδαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2067/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5086/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-3-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 5086/2015 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και μεταρρύθμισε την υπ’ αριθμ. 2067/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 6-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Αίτημα αυτής ήταν να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσείουσα να του καταβάλει ποσό 100.000 € ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση λόγω της περιγραφόμενης υπαίτιας συμπεριφοράς των υπαλλήλων της, που του προκάλεσε ηθική βλάβη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα? είναι λοιπόν παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξιώσεως προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα του ανθρώπου απαιτείται να συντρέχουν: α) προσβολή της προσωπικότητας, β) η προσβολή να είναι παράνομη, δηλ.

να έγινε χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είναι μικρότερης σπουδαιότητας ή ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, γ) να είναι υπαίτια, να οφείλεται δηλαδή σε δόλο ή αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 Α.Κ.), δ) να επήλθε ηθική βλάβη του προσβληθέντος και ε) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας προσβολής και της επελθούσας ηθικής βλάβης.

Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε εκδήλωσή της (πνευματική, σωματική, υγεία, ελευθερία, τιμή κ.λ.π.). Έτσι η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, γιατί ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα πλαίσια της προστασίας της προσωπικότητας, τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητάς του (ΑΠ 1279/2011).

Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρ. 59 ΑΚ, το δικαστήριο, με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Tα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις-εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.

Η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2000), οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ. Κατά την πρώτη των διατάξεων αυτών, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Ο χαρακτηρισμός της παραλείψεως ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση θετικής ενέργειας, που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη.

Ιδιαίτερα, σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία μπορούσε να προέλθει ζημία, η καλή πίστη του επιβάλλει την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προστασίας προς αποφυγή της ζημίας (ΑΠ 5/2001). Αμέλεια δε υπάρχει κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφώς νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 708/2004, ΑΠ 1084/2008).

Τέλος, υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συντέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στη αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με την ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, "προστηθείς", για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται, κατά τους όρους της διατάξεως αυτής, το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που με τη βούληση του τελευταίου ως "προστήσαντος" απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς με τη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτού, κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις οδηγίες και τις εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, προς τις οποίες είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται. Από το ίδιο ως άνω άρθρο συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον όχι μόνο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης σ’ αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ’ αυτόν ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ’ αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια (ΑΠ 926/2004).

Περαιτέρω, από το άρθρο 300 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και στη περίπτωση ευθύνης προστήσασας τραπεζικής εταιρίας από υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά υπαλλήλου της, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που έχει προκληθεί σε κάποιον ζημία -περιουσιακή ή μη- και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε από αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, ήτοι της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού, να επιχειρήσει θετική πράξη, την οποία όφειλε, από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως, και η οποία ήταν ικανή, κατ’ αιτιώδη συνάφεια, να αποτρέψει τη ζημία του, και έτσι παρέλειψε αυτός την αποτροπή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσό της (ΑΠ 363/2012, 1737/2002).

Στην περίπτωση αυτή, πρώτα εξετάζεται, αν ο συνηθισμένος επιμελής άνθρωπος μπορούσε με κατάλληλη ενέργεια ή παράλειψη να αποφύγει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία ή να την περιορίσει και, δεύτερον, αν εκείνος που ζημιώθηκε όφειλε, ως έντιμος και επιμελής κοινωνικός άνθρωπος, να προβεί στη δυνατή αυτή ενέργεια ή παράλειψη.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις ως άνω διατάξεις. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 § 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1738/2008).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2005 ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από αρμόδιους υπαλλήλους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ότι είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές δόσεις δανείου που είχε λάβει μέσω σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας.

Μετά ταύτα ο ενάγων μετέβη σε υποκατάστημα τις εναγομένης, όπου εκεί πληροφορήθηκε ότι υπήρχε οφειλή του, ύψους 5500 ευρώ, προερχόμενη από τη χρήση μιας πιστωτικής κάρτας από δάνειο που είχε συναφθεί στη Θεσ/νίκη για την αγορά μοτοσυκλέτας, αξίας 11.000 ευρώ. Ο ενάγων αμφισβήτησε προφορικά τη σύναψη της ανωτέρω σύμβασης δανείου του και στη συνέχεια με την από 25-11-2005 "έγγραφη βεβαίωση κατόχου για αμφισβήτηση συναλλαγής", με την οποία επίσης ζήτησε να του παραδοθούν όλα τα έγγραφα παραστατικά που αφορούσαν την ένδικη συναλλαγή, το ταχύτερο δυνατό, με τη σημείωση ότι σε διαφορετική περίπτωση θα κινηθεί δικαστικά.

Λόγω καθυστερήσεως της εναγομένης να ανταποκριθεί στο αίτημά του, ο ενάγων όχλησε αυτήν εκ νέου με την από 20-1-2006 αίτησή του. Κατόπιν τούτου η εναγομένη απέστειλε κατά μήνα Φεβρουάριο του 2006 στον ενάγοντα τα κάτωθι έγγραφα: α) την υπ’ αριθ. ...-9-2005 απόδειξη λιανικής πώλησης μιας μηχανής τύπου KAWASAKI 2 1000 cc, συνολικής αξίας 11.000 ευρώ, της εταιρίας με την επωνυμία "...", με έδρα τη Θεσ/νίκη, οδός ..., επί της οποίας υπήρχε σφραγίδα της εναγομένης με τα στοιχεία "...

ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ" και υπογραφές των υπαλλήλων της εναγομένης Δ. Σ. και Σ. Κ., 2) αντίγραφο της αίτησης δανείου μέσω κάρτας με ημερομηνία 23-9-2005, την οποία φέρεται ότι υπέγραψε ο ενάγων, με ατομικά στοιχεία αυτού: Γ. Ε. του Α. και της Π., γεν. στις 7-1-1969 στην Αθήνα, Ελληνικής υπηκοότητας, κάτοχος του υπ’ αριθ. ... Α.Δ.Τ. με Α.Φ.Μ. ..., κάτοικος Θεσ/νίκης, οδός ..., Τ.Κ. 54634, τηλ.

κατοικίας ... και κινητό ..., και επαγγελματικά στοιχεία, ατομική επιχείρηση ως κτίστης τοποθετητής πλακιδίων, με διεύθυνση εργασίας οδός ..., 3) την αίτηση έγκρισης συναλλαγής της ως άνω πωλήτριας εταιρίας, 4) τον με ημερομηνία 23-9-2005 ΠΙΝΑΚΑ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΠΟΣΟΥ ΤΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ 6600 ευρώ μετά τόκων, συνολικού ποσού 8.075,52 ευρώ, που υπογράφεται από την πωλήτρια εταιρία, τους υπαλλήλους της εναγομένης και τον φερόμενο ως αγοραστή ενάγοντα, 5) φωτοτυπία υπεύθυνης δήλωσης του αγοραστή, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής από το ΚΕΠ του ...

του Ν. Θεσ/νίκης, στην οποία αναφέρεται η αγορά και παραλαβή της ανωτέρω μοτ/τας από τον ενάγοντα και 6) αντίγραφο του υπ’ αριθ. ... δελτίου αστυνομικής ταυτότητας του ενάγοντος με ημερομηνία έκδοσης την 11-5-1996 από το AT Ανω Πατησίων, το οποίο επικυρώθηκε την 27-2-1997 από το Δ. Σ., αστυνομικό διευθυντή, βάσει του οποίου η εναγομένη εξέδωσε την ένδικη πιστωτική κάρτα, με στοιχεία:

Γ. Ε. του Α. και της Π. το γένος Θ., γεν. 7-1-1969 στην Αθήνα ημερομηνία έκδοσης 11-9-1996, τόπος έκδοσης AT Άνω Πατησίων και ημερομηνία επικύρωσης την 27-2-1997 από τον Αστυνομικό Διευθυντή Δ. Σ. και 7) το εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας έτους 2005. Από την αντιπαραβολή των εγγράφων αυτών προκύπτει ότι η ταυτότητα που χρησιμοποιήθηκε για τη διενέργεια της συναλλαγής είναι πλαστή, διαφορετική από το υπ’ αριθ. ...

δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του ενάγοντος, εκδοθέν στις 11-9-1996 από το AT Άνω Πατησίων και επικυρωμένο την 27-2-1997 από τον Α. Ν., αστυνομικό υποδιευθυντή. Συγκεκριμένα προέκυψε ότι πρόκειται για δελτίο αστυνομικής ταυτότητας νέου τύπου, όπως εκδίδονται από το έτος 2001 και μετέπειτα χωρίς δακτυλικά αποτυπώματα και αναφορά του θρησκεύματος, και αναγραφή των ονομάτων στην οπίσθια πλευρά του με λατινικούς χαρακτήρες, αν και έφερε ημερομηνία έκδοσης 11-9-1996, κατά το οποίο έτος δεν εκδίδονταν τέτοιου είδους δελτία αστυνομικής ταυτότητας.

Εξάλλου το εικονιζόμενο στη φωτογραφία πρόσωπο δεν είναι εκείνο του ενάγοντος. Αλλά ούτε και η τεθείσα στο ως άνω δελτίο ταυτότητας, καθώς και στα προαναφερόμενα έγγραφα που χρησιμοποιήθηκαν για την συναλλαγή, υπογραφή ανήκει στον ενάγοντα, όπως προκύπτει από τη σύγκριση αυτών με την υπογραφή που έχει τεθεί στα έγγραφα που απέστειλε στην εναγομένη ο ενάγων, όπως το αίτημα πελάτη αλλά και στο γνήσιο δελτίο αστυνομικής ταυτότητας αυτού, καθόσον οι υπογραφές είναι τελείως διαφορετικές από τις υπογραφές στα προαναφερόμενα έγγραφα.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι κατά την ημερομηνία καταρτίσεως της ένδικης σύμβασης δανείου ο ενάγων βρισκόταν στην πόλη των Αθηνών, προσήλθε στην εργασία του στην εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", όπου εργαζόταν ως πωλητής, και στη συνέχεια μετέβη στις περιοχές της ...

για να προβεί στην είσπραξη διαφόρων ποσών για λογαριασμό της εταιρείας (βλ. το από μήνα Σεπτέμβριο 2005 ΔΕΛΤΙΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ της άνω εταιρείας). Μετά ταύτα ο ενάγων προς υπεράσπιση των συμφερόντων του προέβη στην υποβολή της από 10-5-2006, με ... μήνυσης, η οποία διαβιβάστηκε στις 7-6-2006 στην Εισαγγελία Πλημ/κών Θεσ/νίκης, με ΑΒΜ ...

και ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του υπευθύνου για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση, υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, απάτης ιδιαίτερα μεγάλης και παράβαση του Ν. 1599/1986. Στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση αντικατάστασης της ταυτότητας του στο AT Ν. Μάκρης και εξεδόθη νέο δελτίο κατά το πρότυπο του νέου τύπου με λατινικούς χαρακτήρες, χωρίς δακτυλικά αποτυπώματα και χωρίς την αναγραφή του θρησκεύματος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε από την προσήκουσα εκτίμηση όλων των ως άνω αποδεικτικών μέσων, ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης, που ήταν επιφορτισμένοι με την έγκριση του δανείου και την έκδοση της πιστωτικής κάρτας, αν και είχαν υποχρέωση, σύμφωνα με τα κρατούντα στις τραπεζικές συναλλαγές να ελέγξουν επιμελώς και εμπεριστατωμένα το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του πελάτη, στην προκειμένη περίπτωση από βαρύτατη αμέλειά τους κατά τον έλεγχο αυτό δεν διέγνωσαν την πλαστότητα αυτού, αν και μπορούσαν ευχερώς να το διαπιστώσουν, δοθέντος ότι είναι γνωστό σε όλους ότι τα δελτία ταυτότητας που έχουν εκδοθεί πριν το έτος 2001, δεν έφεραν λατινικούς χαρακτήρες, ανέγραφαν το στοιχείο του θρησκεύματος και έφεραν δακτυλικό αποτύπωμα.

Το γεγονός ότι ούτε οι υπάλληλοι των άλλων υπηρεσιών, όπως της εφορίας και των ΚΕΠ, που επελήφθησαν και αυτοί σε άλλα στάδια σχετικά με τη χορήγηση δικαιολογητικών για την έκδοση του δανείου, αλλά ούτε οι υπάλληλοι της πωλήτριας, διαπίστωσαν ότι το δελτίο ταυτότητας ήταν πλαστό, δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, διότι το πταίσμα τρίτων προσώπων δεν αίρει το πταίσμα των υπαλλήλων της εναγομένης.

Η αμελής αυτή συμπεριφορά των αρμοδίων υπαλλήλων της τελευταίας τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία του ενάγοντος, αφού, αν οι υπάλληλοι αυτοί της εναγομένης, που τελούσαν σε σχέση προστήσεως μ’ αυτή, επεδείκνυαν την προσήκουσα επιμέλεια δεν θα εγκρινόταν το δάνειο". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε, με απόρριψη του σχετικού λόγου της εφέσεως της αναιρεσείουσας, την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε αποφανθεί θετικά για τα ζητήματα της υπάρξεως υπαιτιότητας στο πρόσωπο των προστηθέντων υπαλλήλων της και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της υπαιτιότητας αυτής και της ζημίας του αναιρεσιβλήτου.

Συνεχίζοντας δε το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η εναγομένη, αν και ο ενάγων αμφισβήτησε την συναλλαγή, δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για να διακριβώσει την αλήθεια ή μη των ισχυρισμών του τελευταίου, αλλά αντίθετα με την από 17-10-2006 εξώδικη δήλωση της που επέδωσε σε αυτόν στις 21-11-2007 (βλ. την υπ’ αριθ. ...21-11-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.

Κ.), κατήγγειλε τη σύμβαση χορήγησης δανείου και τον κάλεσε να καταβάλει το ποσό των 6.324,32 ευρώ, εντός προθεσμίας τριών ημερών. Συνέχεια άσκησε την από 17-12-2007 αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία πέτυχε την έκδοση της υπ’ αριθ. ...2008 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, για το ως άνω ποσό, την οποία επέδωσε στον ενάγοντα στις 15-2-2008 (βλ.

την υπ’ αριθ. ...-2-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Π.). Κατά της διαταγής αυτής πληρωμής ο ενάγων άσκησε την από 21-2-2008 ανακοπή και την από 21-2-2008 αίτηση αναστολής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στις οποίες προέβαλε, μεταξύ άλλων, ως σχετικό λόγο και τον ισχυρισμό περί πλαστότητας του δελτίου της αστυνομικής του ταυτότητας.

Επ’ αυτών εκδόθηκαν οι υπ’ αριθ. 4082/2009 και 1466/2008 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με τις οποίες έγιναν δεκτές η ανακοπή και η αναστολή εκτελέσεως, αντίστοιχα. Κατά της υπ’ αριθ. 4082/2009 αποφάσεως η εναγομένη άσκησε την από 18-2-2010 έφεση, η οποία απερρίφθη με την υπ’ αριθ. 3627/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής σε βάρος του ενάγοντος και την επίδοση σ’ αυτόν της σχετικής επιταγής προς πληρωμή, ο ενάγων εμφανίστηκε στους τρίτους, οι οποίοι έλαβαν γνώση των άνω εγγράφων, ως πρόσωπο αναξιόπιστο και αφερέγγυο πρόσωπο και ως οφειλέτης δανειολήπτης. Το γεγονός αυτό κατά τα προαναφερόμενα δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, πλην όμως από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε γνώση της εναγομένης με την έννοια της βεβαιότητας (επίγνωσης) ότι τα ως άνω γεγονότα ήταν ψευδή, επομένως δεν στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Όμως ο ως άνω ισχυρισμός ήταν αντικειμενικώς ικανός να προσβάλει την τιμή και την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και την εν γένει προσωπικότητά του, η δε εναγομένη γνώριζε ότι αυτό ήταν πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, αφού εμπεριέχεται αμφισβήτηση της φερεγγυότητος και του αξιόχρεου αυτού.

Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός περιήλθε σε γνώση αορίστου αριθμού προσώπων (δικαστικών υπαλλήλων, δικαστών, δικαστικών επιμελητών), αλλά και προσώπων του κοινωνικού και επαγγελματικού περιβάλλοντος του ενάγοντος και είχε ως αποτέλεσμα την τρώση της τιμής και της υπόληψης αυτού. Η εναγομένη ισχυρίζεται με τις προτάσεις, της πρωτοβάθμιας δίκης (τον ισχυρισμό δε αυτό επαναφέρει νόμιμα με σχετικό λόγο της έφεσής της) ότι η έκδοση της διαταγής πληρωμής και γενικά ο δικαστικός αγώνας έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για τη διαφύλαξη των οικονομικών και επαγγελματικών συμφερόντων της αιτούμενη δικαστική προστασία.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι με βάση τις συνθήκες της προκειμένης περίπτωσης δεν αποτελούσε το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέσο προς διαφύλαξη των συμφερόντων της εναγομένης. Ειδικότερα η τελευταία, ενόψει της αμφισβητήσεως εκ μέρους του ενάγοντος της ύπαρξης της συγκεκριμένης συναλλαγής, έπρεπε να προβεί προηγουμένως σε έλεγχο προς διαπίστωση της αλήθειας των ισχυρισμών του και μόνο σε περίπτωση που δεν προέκυπτε η βασιμότητα αυτών να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα εναντίον του.

Επομένως από όλες τις προαναφερόμενες περιστάσεις προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως του ενάγοντος, δεκτής καθισταμένης της αντενστάσεως του ενάγοντος, που υπέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει και στο Δικαστήριο αυτό νομίμως, όπως σαφώς προκύπτει από τις προτάσεις του της παρούσας συζητήσεως. Εξάλλου ο ισχυρισμός της εναγομένης περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, ο οποίος μετά την επίδοση της εξωδίκου καταγγελίας σε ουδεμία ενέργεια προέβη, δημιουργώντας σ’ αυτήν την πεποίθηση ότι αυτός επεδίωκε απλώς την μη καταβολή του χρέους, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον όσον αφορά την χορήγηση δανείου αυτός δεν είχε καμμιά εμπλοκή, όσον δε αφορά την περαιτέρω εξέλιξη της υπόθεσης, είχε ήδη προβεί σε όλες τις απαιτούμενες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες προς την εναγομένη, μάλιστα είχε ζητήσει επανειλημμένα από την τελευταία τα έγγραφα της συναλλαγής, ανέθεσε την υπόθεση σε πληρεξούσιο δικηγόρο και υπέβαλε έγκληση κατά παντός υπευθύνου, η δε εναγομένη, αν είχε αμφιβολίες για τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, έπρεπε να είχε ζητήσει τα απαιτούμενα κατά την κρίση της έγγραφα για τη διευθέτηση της διαφοράς....

Συνεπεία της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, αφού εμφανίστηκε ως αναξιόχρεος οφειλέτης δανειολήπτης, επεδόθη σε μακροχρόνιους δαπανηρούς δικαστικούς αγώνες με την άσκηση της ανακοπής και των ενδίκων μέσων εκ μέρους της εναγομένης, με αποτέλεσμα την περαιτέρω ψυχική του ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση, καταχωρήθηκε στο διατραπεζικό σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ με επακόλουθο την αδυναμία δανειοδότησής του...

Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και το μέγεθος της προσβολής και των συνεπειών της, του βαθμού υπαιτιότητας της εναγομένης, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών και των εν γένει συνθηκών πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έπαθε το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο.".

Μετά ταύτα, κατ’ αποδοχή σχετικού λόγου εφέσεως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε επιδικάσει στον ενάγοντα το ποσό των 40.000 € και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, επιδικάζοντας το έλασσον ποσό των 10.000 € ως χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη σχετική νομική σκέψη, εφόσον, σύμφωνα με τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάφαση του εν λόγω κανόνα δικαίου, καθώς ειδικότερα παρακάτω εκτίθεται.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα. Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ’ αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί εφαρμογής του άρθρου 330 ΑΚ, το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες).

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη ότι οι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας, που τελούσαν σε σχέση προστήσεως μ’ αυτή και ήταν επιφορτισμένοι με την έγκριση του δανείου, αν και είχαν υποχρέωση, σύμφωνα με τα κρατούντα στις τραπεζικές συναλλαγές, να ελέγξουν επιμελώς το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του πελάτη, από βαρύτατη αμέλειά τους κατά τον έλεγχο αυτό δεν διέγνωσαν την πλαστότητα αυτού με συνέπεια τη ζημία του αναιρεσιβλήτου, η δε συμπεριφορά τους αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία αυτή.

Επομένως είναι αβάσιμος και κατά το δεύτερο μέρος του ο ίδιος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.

IV. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα (δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος) που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. Α.Π. 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει κυρίως μεν ότι, ενώ πρότεινε τον ισχυρισμό περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 300 ΑΚ), με την έννοια ότι αυτός μετά την καταγγελία της δανειακής συμβάσεως, ενώ μπορούσε να την ενημερώσει για την πλαστότητα του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας που χρησιμοποιήθηκε για τη χορήγηση του δανείου, σε ουδεμία ενέργεια προέβη, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.

Ωστόσο το Εφετείο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) είχε προβεί σε όλες τις απαιτούμενες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες προς την εναγομένη, τουτέστι είχε ζητήσει επανειλημμένα από την τελευταία τα έγγραφα της συναλλαγής, ανέθεσε την υπόθεση σε πληρεξούσιο δικηγόρο και υπέβαλε έγκληση κατά παντός υπευθύνου, η δε εναγομένη, αν είχε αμφιβολίες για τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, έπρεπε να είχε ζητήσει τα απαιτούμενα κατά την κρίση της έγγραφα για τη διευθέτηση της διαφοράς, έλαβε υπόψη του τον άνω προβληθέντα από αυτήν ισχυρισμό και τον απέρριψε ως αβάσιμο, με συνέπεια να μην στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως αυτός.

Η επικουρικώς προβαλλόμενη με τον ίδιο λόγο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 300 και 330 ΑΚ με την έννοια της εξ οικείου πταίσματος ζημίας του αναιρεσιβλήτου, λόγω του ότι δεν αντέδρασε με κάποιο τρόπο στην ενημέρωση εκ μέρους της αναιρεσείουσας για την καταγγελία του δανείου και την πρόσκληση να εξοφλήσει το δάνειο πριν αυτή προβεί στην έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αβάσιμη διότι το Εφετείο δεν παρεβίασε τις διατάξεις αυτές, αφού δέχεται ότι πριν από αυτό το χρονικό σημείο είχε προηγηθεί διαμαρτυρία του αναιρεσιβλήτου, κατ’ αρχήν προφορική στο υποκατάστημα της αναιρεσείουσας στη Θεσσαλονίκη και εν συνεχεία γραπτή με την από 25-11-2005 "βεβαίωση κατόχου (ενν.

πιστωτικής κάρτας) για αμφισβήτηση συναλλαγής", με τη σημείωση ότι σε διαφορετική περίπτωση θα κινηθεί δικαστικά, πράγμα που έπραξε αργότερα με την υποβολή της από 10-5-2006 εγκλήσεως κατά παντός υπευθύνου. V. Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Οι παραπάνω ισχυρισμοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο η λήψη υπόψη ισχυρισμών που δεν έχουν επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως, όπως είναι οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, καθώς και εκείνοι που προτείνονται εκ περισσού (ΑΠ 1466/2008).

Εν προκειμένω με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ διότι για να απορρίψει την ένστασή της (ΠΚ 376 § 1) περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος να εισπράξει την απαίτησή της από το επικαλούμενο δάνειο έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου που δεν προτάθηκε και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλ. την αντένσταση του άρθρου 367 § 2 ΠΚ, που ορίζει ότι δεν εφαρμόζεται η ως άνω διάταξη όταν από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Εφόσον όμως το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν τον ισχυρισμό περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, κρίνοντας ότι με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως η ενέργεια της αναιρεσείουσας να επιδιώξει την έκδοση διαταγής πληρωμής και να συνεχίσει το δικαστικό αγώνα δεν αποτελούσε το αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο που θα διαφύλαττε τα συμφέροντά της, η περαιτέρω κρίση του ότι από τις περιστάσεις προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως του αναιρεσιβλήτου ήταν πλεοναστική και επομένως ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται.

Συνεπώς και η επικουρικώς προβαλλόμενη με τον ίδιο λόγο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 367 § 2 ΠΚ είναι αβάσιμη, αφού το Εφετείο εκ περισσού αναφέρθηκε στη διάταξη αυτή. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση της αναιρεσείουσας, να διαταχθεί κατ’ άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Μαρτίου 2017 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5086/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ