Legislator Case Law & Legislation
1211/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding prior compensation claim for same tort.

Case Number 1211/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on a compensation claim. The appellant argued that the lower court's findings on his disability and income loss were legally flawed, yet the Court held that the prior judgment on the same tort constituted res judicata. Consequently, the Court ruled that the appellant's arguments were inadmissible because they sought to relitigate issues already finally decided in the earlier proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Res judicata bars relitigation of the same legal relationship, legal cause, and historical cause between the same parties, preventing an appeal against a final judgment on a tort claim when a subsequent claim for later damages relies on the same facts.

Keywords

AI generated
res judicata final judgment tort liability compensation claim inadmissible appeal legal cause same parties

Cited Legislation

AI generated
Articles 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 item e of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 931 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1211 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1211/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ιωάννη Καλαϊτζίδη, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Στούμπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3458/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5317/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-1-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 28-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 5317/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.

Συγκεκριμένα, το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο σύνολο: α) το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε), β) τη νομική αιτία, ήτοι το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε και γ) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή (κατά τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης).

Αυτά δε ισχύουν και όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης (μεταγενέστερης) αξιώσεως. Ειδικότερα, στην περίπτωση αδικοπραξίας, στην οποία θεμελιώνεται και η αξίωση αποζημιώσεως λόγω βλάβης του σώματος ή της υγείας, η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί προηγουμένης αγωγής αποζημιώσεως του παθόντος, στηριζομένης στην ίδια αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο στη νέα δίκη με την οποία ζητείται η επιδίκαση αποζημιώσεως για μεταγενέστερο χρόνο, ως προς τις συνθήκες τέλεσης αυτής, την υπαιτιότητα του εναγομένου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τις ζημίες (θετική και διαφυγόν κέρδος) που αυτός υπέστη στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο, για τον οποίο και επιδικάσθηκε αποζημίωση, όχι όμως και για το μεταγενέστερο, κατά τον οποίο είναι δυνατόν η αδικοπραξία να εξακολουθήσει να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν κατέστησαν αντικείμενο έρευνας στην τελεσιδίκως κριθείσα προγενέστερη αγωγή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με το να δεχτεί, κρίνοντας επί της ένδικης από 30-11-2011 αγωγής του ενάγοντα - νυν αναιρεσείοντα, που αφορά περαιτέρω ζημία του από την απώλεια εισοδημάτων του από την εργασία του, λόγω του τραυματισμού και της προκληθείσας απ' αυτό μόνιμης μερικής αναπηρίας του, κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα το οποίο οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθμό 82145 μηχανήματος έργων (σκούπα), Ηλία Αναστασόπουλου, ιδιοκτησίας του Δήμου Αθηναίων, που είχε προστηθεί από τον ως άνω Δήμο και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την πρόκληση ζημιών σε τρίτους στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ότι η μόνιμη μερική αναπηρία του δεν έχει επιπτώσεις στην επαγγελματική του δραστηριότητα ως δικηγόρου και δεν επηρεάζει μειωτικώς το από την άσκηση της δικηγορίας εισόδημά του, παρά το νόμο, δεν δέχθηκε την συνδρομή των όρων του δεδικασμένου, αναφορικά με τα περιστατικά αυτά, προκύπτοντος από τη με αριθμό 3433/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής του που αφορά ζημία του, προγενέστερου χρονικού διαστήματος, από την απώλεια εισοδημάτων του από την εργασία του λόγω του τραυματισμού του, κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, και επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής παροχής του άρθρου 931 ΑΚ, με την οποία κρίθηκε τελεσιδίκως ότι συνεπεία του τραυματισμού του κατέστη ανάπηρος σε ποσοστό 25% και ότι η αναπηρία του αυτή "είναι μόνιμη και θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο οικονομικό του μέλλον, την επαγγελματική του δραστηριότητα και την κοινωνική του εξέλιξη, δεδομένου ότι η άσκηση της δικηγορίας στην Αθήνα απαιτεί συνεχείς μετακινήσεις, ορθοστασία, αλλά και καθιστική εργασία στο γραφείο...

Το πρόβλημα αυτό της υγείας του ενάγοντα αποτελεί αρνητικό στοιχείο στο πλαίσιο του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξής του...". Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, το δεδικασμένο, τόσο για το κύριο, όσο και για το προδικαστικό ζήτημα που κρίθηκε, δεν καλύπτει αυτοτελώς την εκτίμηση κατ' ιδίαν πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο, που εξέδωσε την τελεσίδικη απόφαση από την οποία απορρέει αυτό, όπως είναι τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα, αναφορικά με τις δυσμενείς συνέπειες του τραυματισμού του και της προκληθείσας εξ αιτίας αυτού αναπηρίας του, επί πλέον δε διότι, σύμφωνα με τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα, η ζημία που υπέστη ο αυτός, λόγω του τραυματισμού του και της συνεπεία αυτού προκληθείσας αναπηρίας του, βάση προσδιορισμού της οποίας αποτελούν τα μηνιαία εισοδήματά του, που θα αποκόμιζε από την άσκηση της δικηγορίας, χωρίς τον τραυματισμό του κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ανάγεται σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα απ' αυτό της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η επικαλούμενη απ' αυτόν τελεσίδικη απόφαση και συνεπώς η τελευταία αυτή απόφαση, δεν αποτελεί δεδικασμένο στην παρούσα δίκη που ανοίχτηκε επί της νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία αγωγής αναφορικά με την επικαλούμενη ζημία του.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1211/2012).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, επειδή το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της απώλειας ή μη εισοδημάτων του ενάγοντα - νυν αναιρεσείοντα, από την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας ως δικηγόρου, λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και της προκληθείσας εξ αιτίας αυτού αναπηρίας του.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την ως άνω (υπ' αριθμ. 3433/2011) τελεσίδικη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (Εφετείου Αθηνών) κρίθηκε ότι: Εξαιτίας του τραυματισμού του και της δυσλειτουργίας του ΔΕ κάτω άκρου του σε συνδυασμό με τις αισθητικές διαταραχές στην περιοχή του τραύματος, ο ενάγων κατέστη ανάπηρος σε ποσοστό 25% (βλ.

την από 3-3-2008 ιατρική έκθεση του ιατρού Κων/νου Δαύρου). Η αναπηρία του δε αυτή είναι μόνιμη και θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο οικονομικό του μέλλον, την επαγγελματική του δραστηριότητα και την κοινωνική του εξέλιξη... επιδίκασε δε στον ενάγοντα για αποζημίωση, λόγω της ολοσχερούς καταστροφής της μοτοσυκλέτας του, για δαπάνες μελλοντικής πλαστικής χειρουργικής επέμβασης, πλασματικής πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου - οικιακής βοηθού, λήψης βελτιωμένης διατροφής, απώλειας εισοδημάτων για το χρονικό διάστημα από 13-12-2006 μέχρι και 30-9-2007, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, το συνολικό ποσό των 152.894 ευρώ...

Η προαναφερθείσα μερική και εφ' όρου ζωής αναπηρία του ενάγοντος έχει δυσμενείς επιπτώσεις και στην απρόσκοπτη ενασχόλησή του με την επαγγελματική του δραστηριότητα, και δη αυτή του δικηγόρου δεδομένου ότι η άσκηση της δικηγορίας - ειδικά στην Αθήνα - απαιτεί συνεχείς μετακινήσεις και ορθοστασία, που επιβαρύνουν την ως άνω κατάσταση του κάτω άκρου του, προκαλώντας συχνά οίδημα και άλγος και γι' αυτό, άλλωστε, το Δικαστήριο τούτο με την 3433/2011 απόφασή του επιδίκασε σ' αυτόν πρόσθετη αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, ποσού 40.000 ευρώ.

Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η οικονομική ζημία που υπέστη από την οφειλόμενη στον τραυματισμό του ελλειμματική - σε σχέση με το παρελθόν - άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας ανέρχεται σε ποσοστό 25%, δηλαδή ανάλογο της μερικής αναπηρίας του, επί των εισοδημάτων που προσδοκούσε με βάσιμη πιθανότητα να αποκερδαίνει από την 1-10-2007, επομένη της τελευταίας ημέρας του χρονικού διαστήματος ανικανότητάς του για εργασία, για το οποίο του επιδικάσθηκαν απωλεσθέντα εισοδήματα διαστήματος 9,5 μηνών (13-12-06 έως 30-9-07), μέχρι και την 25-11- 2031, οπότε θα μπορούσε να συνταξιοδοτηθεί, προσαυξανομένων αυτών κατά 3% ετησίως.

Ότι τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονταν, κατά το χρόνο του ατυχήματος, στο ποσό των 3.000 ευρώ με συνέπεια να υφίσταται μερική απώλεια εισοδήματος ποσού 750 ευρώ, μηνιαίως (3.000 X 25%), το οποίο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε από την εργασία του, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά 3%. Πλην, όμως, αν και είναι σαφές ότι ο ενάγων, λόγω του τραυματισμού του, έχει υποστεί μόνιμη μερική αναπηρία, κατά προαναφερθέντα, δεν αποδεικνύεται ότι αυτή η μερική αναπηρία θα έχει αντίκτυπο και στις οικονομικές του απολαβές, ότι δηλαδή θα επηρεαστεί καθοριστικά η απόδοση και η παραγωγικότητά του στο μέλλον και, συνακόλουθα, και τα εισοδήματά του από την εργασία του, ως δικηγόρου.

Είναι, βέβαια, δεκτό, ότι το επάγγελμα αυτό απαιτεί, όπως ήδη αναφέρθηκε, συνεχείς μετακινήσεις και ορθοστασία, όμως, σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να κριθεί ότι η μερική αυτή αναπηρία θα του στερεί τη δυνατότητα να αποκομίζει εισοδήματα που, προ του τραυματισμού του, αποκόμιζε, τούτο δε, διότι το επάγγελμα του δικηγόρου απαιτεί, κατά το μεγαλύτερο και σημαντικότερό του μέρος, πνευματική και όχι σωματική εργασία, την οποία ο ενάγων ουδόλως κωλύεται από τον τραυματισμό του να παρέχει.

Η σωματική αυτή αναπηρία, με βάση τα παραπάνω, ουδόλως θα επηρεάσει την ικανότητα του ενάγοντος να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου, να εργάζεται στο γραφείο τις ώρες που θα εργαζόταν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, και προ του ατυχήματος, ενώ δεν προέκυψε ότι τυχόν καταπόνηση του δεξιού του ποδιού, θα υποχρεώνει να απουσιάζει από την εργασία του (στο γραφείο ή στα Δικαστήρια) για κάποιες εβδομάδες ή δεκαήμερα, όπως αυτός ισχυρίζεται, ώστε να είναι εκτεθειμένος στις υποχρεώσεις του απέναντι στους πελάτες του.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η κατάσταση της υγείας του, μετά το ατύχημα, τον υποχρεώνει να δηλώνει αδυναμία εκπροσώπησης των πελατών του στο Δικαστήριο και να παραπέμπει αυτούς σε άλλους συναδέλφους του. Ενισχυτικό των πιο πάνω διαπιστώσεων είναι και το γεγονός ότι ο ενάγων, παρά τον τραυματισμό του και την ανικανότητά του για εργασία τους πρώτους 9 μήνες του έτους 2007, αυτός πέτυχε να έχει εισοδήματα, από την εργασία του ως δικηγόρος, ύψους 16.210 ευρώ, κατά τους τρεις μήνες που εργάστηκε (βλ.

εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2008). Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η σύζυγός του Αικατερίνη Διαμαντή, είναι, επίσης, δικηγόρος Αθηνών και ασκεί μαχόμενη δικηγορία (βλ. εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος για τα οικονομικά έτη 2006, 2007, 2008 και 2011, από τα οποία προκύπτουν τα εισοδήματά της από το ανωτέρω επάγγελμά της) και θα μπορεί να αναλαμβάνει τις υποθέσεις του συζύγου της, όποτε και αν αυτός βρίσκεται κάποιες φορές σε σωματική αδυναμία εκπροσώπησης κάποιων πελατών του.

Με βάση, λοιπόν, τα παραπάνω, η σωματική βλάβη που υπέστη ο ενάγων εκ του ατυχήματος και η εξαιτίας τούτου προκληθείσα μερική αναπηρία, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν επηρεάζει την ικανότητα αυτού προς εργασία και κτήσεως από αυτήν εισοδημάτων, που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε, αν δεν μεσολαβούσε ο επίδικος τραυματισμός του κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγική αξίωση του ενάγοντος, ως ουσιαστικά βάσιμη, δεχόμενο ότι η μερική, λόγω του τραυματισμού του, αναπηρία του ενάγοντος, επηρεάζει, σε ποσοστό 15% την επαγγελματική - οικονομική του δραστηριότητα, με συνέπεια να υφίσταται περιουσιακή ζημία από απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων, κατά το χρονικό διάστημα από την 1-10-2007 μέχρι την 30-9-2014 ύψους 29.988 ευρώ, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της από 31-10-2012 έφεσης της εναγομένης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την από 15-10-2012 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη , ενώ δέχτηκε την από 31-10-2012 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας ως ουσιαστικά βάσιμη, και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και κράτησε την υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο και ειδικότερα ότι η σωματική βλάβη που υπέστη ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων από το ατύχημα και η εξ αιτίας αυτού προκληθείσα μερική αναπηρία του, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν επηρεάζει την ικανότητα αυτού προς εργασία και κτήσεως από αυτήν εισοδημάτων, που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε, αν δεν μεσολαβούσε ο ένδικος τραυματισμός του, περιέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή από εκείνο των περί αδικοπραξίας διατάξεων και ειδικότερα καθόσον αφορά στην έλλειψη ζημίας του αναιρεσείοντος, λόγω απώλειας εισοδημάτων από την επαγγελματική του δραστηριότητα ως δικηγόρου κατά το ένδικο χρονικό διάστημα και δε στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.

Ειδικότερα, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί δυσμενών επιπτώσεων της αναπηρίας του αναιρεσείοντος στην απρόσκοπτη ενασχόλησή του με την επαγγελματική του δραστηριότητα, και δη αυτή του δικηγόρου, δεδομένου ότι η άσκηση της δικηγορίας - ειδικά στην Αθήνα - απαιτεί συνεχείς μετακινήσεις και ορθοστασία, που επιβαρύνουν την ως άνω κατάσταση του κάτω άκρου του, λόγος για τον οποίο όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάστηκε σ' αυτόν πρόσθετη αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 ΑΚ ποσού 40.000 ευρώ, δεν έρχονται σε αντίφαση με τις παραδοχές της, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αναφερόμενος αποσπασματικά σ' αυτές, σύμφωνα με το οποίες δεν αποδεικνύεται ότι η μερική αναπηρία του θα έχει αντίκτυπο και στις οικονομικές του απολαβές, και ότι δεν μπορεί να κριθεί ότι η μερική αυτή αναπηρία θα του στερεί τη δυνατότητα να αποκομίζει εισοδήματα που, προ του τραυματισμού του, αποκόμιζε, εφόσον, το Εφετείο αιτιολογεί με επάρκεια και σαφήνεια το συμπέρασμα αυτό, και χωρίς να αναιρούνται οι αμέσως παραπάνω παραδοχές του, αναφέροντας ότι το επάγγελμα του δικηγόρου απαιτεί, κατά το μεγαλύτερο και σημαντικότερό του μέρος, πνευματική και όχι σωματική εργασία, την οποία (πνευματική εργασία) ο ενάγων ουδόλως κωλύεται από τον τραυματισμό του να παρέχει, εργαζόμενος στο γραφείο του τις ώρες που θα εργαζόταν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, και προ του ατυχήματος και δεν προέκυψε ότι τυχόν καταπόνηση του δεξιού του ποδιού, θα υποχρεώνει να απουσιάζει από την εργασία του (στο γραφείο ή στα Δικαστήρια) για κάποιες εβδομάδες ή δεκαήμερα, όπως αυτός ισχυρίζεται, ώστε να είναι εκτεθειμένος στις υποχρεώσεις του απέναντι στους πελάτες του.

Τέλος, και η άλλη προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα με τον ίδιο λόγο αιτίαση, που έχει σχέση με την ιδιότητα της συζύγου του ως δικηγόρου, απαραδέκτως προβάλλεται, εφόσον αναφέρεται σε επιχείρημα της προσβαλλόμενης απόφασης που διατυπώθηκε από το Εφετείο υπό τη μορφή απλής επισημάνσεως, προς ενίσχυση της εξαχθείσας κρίσης του, περί αβασιμότητας των ισχυρισθέντων από τον αναιρεσείοντα ότι η κατάσταση της υγείας του τον υποχρεώνει να δηλώνει αδυναμία εκπροσώπησης των πελατών του στο Δικαστήριο και να παραπέμπει αυτούς σε άλλους συναδέλφους του, και δεν αφορά παραδοχή επί τη βάσει της οποίας το Εφετείο διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή μομφή για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-1-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5317/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Ιωάννη Καλαϊτζίδη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 12 της 1211/2015 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Α.Λ.