1211/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1211/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι, περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με την ένδικη αγωγή του, ισχυρίσθηκε (μεταξύ άλλων) ότι δεν του χορηγήθηκε η προβλεπόμενη ετήσια άδεια τόσο κατά το έτος 2000 όσο και κατά το έτος 2001, ζήτησε δε, εκ του λόγου αυτού τα κατά νόμο οφειλόμενα (μισθό αδείας, προσαυξημένο καθώς και διαφορά του καταβληθέντος επιδόματος αδείας).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1211 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1211/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στην Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ", που εδρεύει στην Ν. Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Ράπτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 857/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4350/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 22-12-2008 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 1322/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε κατά τα αναφερόμενα κεφάλαιά της την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση κατά τα κεφάλαια αυτά, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 5902/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-5-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 4-3-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, και την απόρριψη του πρώτου λόγου, της από 8-5-2013 αίτησης, για αναίρεση της 5902/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξ άλλου, ο από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση της δεσμευτικότητας της απόφασης του Αρείου Πάγου, από το δικαστήριο της παραπομπής, μετ` αναίρεση, ιδρύεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, ενώ αντίθετα, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αναιρεθείσας, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι επί της από 9-3-2004 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε ν' αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες ευθυνόμενες εις ολόκληρον εκάστη, οφείλουν να του καταβάλλουν το συνολικό ποσό των 222.819 ευρώ, εκ του οποίου καταψηφιστικά το ποσό των 12.050 ευρώ, για τις αναφερόμενες σ' αυτή διαφορές από την παροχή εργασίας του ως χειριστού εκσκαπτικού μηχανήματος, κατά το χρονικό διάστημα από 2-6-1999 μέχρι 30-11-2001, εκδόθηκε η 857/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Επί ασκηθείσας δε εφέσεως και πρόσθετων λόγων εφέσεως από τον ενάγοντα, κατ' αυτής, η 4350/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που, μετά παραδοχή αυτών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε τις εναγόμενες εις ολόκληρο εκάστη, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 10.362 ευρώ και επί ασκηθείσας αιτήσεως αναιρέσεως από τον τελευταίο κατ' αυτής, η 1322/2010 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία έγινε δεκτή, κατά ένα μέρος η αίτηση αναιρέσεως (καθόσον αφορά τις ήδη αναιρεσίβλητες), αναιρέθηκε, κατά το μέρος αυτό, η ρηθείσα απόφαση του Εφετείου για λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Ειδικότερα, με την αναιρετική απόφαση, έγινε δεκτό ότι το Εφετείο, δεχόμενο ανέλεγκτα ότι: Ο ενάγων, προσελήφθη από τις εναγόμενες στις 2-6-1999, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως χειριστής εκσκαπτικών μηχανημάτων, με τόπο εργασίας το Καλλίδρομο Φθιώτιδας και με αποδοχές τις από το νόμο προβλεπόμενες, πραγματοποίησε δε έως 30-11-2001, που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του (εκτός των άλλων):
Α) Εργασία σε 67 Κυριακές, για την οποία δικαιούται συνολικό ποσό 2.920,30 ευρώ. Ότι, για όλες τις αιτίες που αναφέρονται στην απόφαση δικαιούται για το επίδικο χρονικό διάστημα το ποσό των 47.115,62 ευρώ, αντί του οποίου καταβλήθηκε στον ενάγοντα το υπέρτερο συνολικό ποσό των 56.586 ευρώ. Ότι, με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, επειδή το συνολικό καταβληθέν ποσό ήταν ανώτερο του συνολικού δικαιουμένου ποσού, δέχθηκε κατά παραδοχή σχετικής ένστασης των εναγομένων ότι με την καταβολή αυτή εξοφλήθηκε και το δικαιούμενο ποσό για προσαύξηση εργασίας 75% κατά τις Κυριακές και απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγική αυτή αξίωση του αναιρεσείοντος.
Ότι, κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες αυτό ζήτημα της πληρωμής της προσαύξησης 75% των Κυριακών και ωρών εργασίας του, κατά μήνα, που δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν. Ειδικότερα, ότι: α) δεν αναφέρει το ποσό που κατά μήνα καταβαλλόταν στον αναιρεσείοντα για προσαύξηση 75% για την εργασία του που δέχθηκε ότι παρείχε κατά τις Κυριακές ούτε, έστω εκείνο που καταβλήθηκε συνολικώς για την ίδια αιτία, ώστε να κριθεί εάν επήλθε μερική ή ολική απόσβεση με καταβολή της αξίωσης αυτής (άρθρ. 416 ΑΚ), β) ενώ έκρινε ότι το ποσό των 2.990,30 ευρώ, που δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δικαιούται για προσαύξηση 75% εξοφλήθηκε με την καταβολή υπέρτερου συνολικού ποσού 56.586 ευρώ, δεν καθίσταται σαφές, αν καταβλήθηκε συγκεκριμένο ποσό και ποιο, από το συνολικό ποσό των 56.586 ευρώ, που να αφορούσε την καταβολή προς εξόφληση των 2.990,30 ευρώ, ούτε αναφέρει αν υπήρξε συμφωνία καταλογισμού της προσαύξησης αυτής στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές.
Ότι, περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με την ένδικη αγωγή του, ισχυρίσθηκε (μεταξύ άλλων) ότι δεν του χορηγήθηκε η προβλεπόμενη ετήσια άδεια τόσο κατά το έτος 2000 όσο και κατά το έτος 2001, ζήτησε δε, εκ του λόγου αυτού τα κατά νόμο οφειλόμενα (μισθό αδείας, προσαυξημένο καθώς και διαφορά του καταβληθέντος επιδόματος αδείας).
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε αυτούσια την άδειά του, για τα δύο αυτά έτη και απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμη την αγωγική αυτή αξίωσή του, χωρίς όμως και να διαλάβει αιτιολογίες, αν έλαβε και τις αποδοχές αδείας, το αίτημα για επιδίκαση των οποίων επίσης απορρίφθηκε σιωπηρώς, πότε έλαβε τις άδειές του, ούτως ώστε να ελεγχθεί η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, σχετικά με τους ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς (για μη χορήγηση της ετήσιας άδειάς του, των αποδοχών και αποζημίωσης άδειας) τους οποίους απέρριψε, στέρησε από την προσβαλλόμενη την αναγκαία νόμιμη βάσιμη με ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 3 ΑΝ 539/45 και 1 παρ. 2 Ν. 4504/1966, που εφήρμοσε, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου".
Ακολούθως, το Εφετείο, δικάζοντας ως δικαστήριο παραπομπής την ένδικη υπόθεση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα, καθόσον αφορά τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Α) Σε όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σύμβασης ο ενάγων εργάσθηκε 67 Κυριακές.
Για την εργασία του αυτή για την οφειλόμενη προσαύξηση ποσοστού 75% για την 8ωρη απασχόλησή του στις ημέρες Κυριακής δικαιούται: α) για το χρονικό διάστημα από 2-6-1999 μέχρι 31-12-1999 (403.795 δρχ. μηνιαίος μισθός : 25 Χ 75%) Χ 15 Κυριακές = 181.707 δρχ. (533,26 ευρώ), β) από 1-1-2000 μέχρι 30-6-2000 (415.960 δρχ. μηνιαίος μισθός : 25 Χ 75%) Χ 15 Κυριακές = 187.182 δρχ. (549,32 ευρώ), γ) από 1-7-2000 έως 31-12-2000 (429.149 δρχ.
μηνιαίος μισθός : 25 Χ 75%) Χ 13 Κυριακές = 164.638 δρχ. (483,16 ευρώ) και δ) από 1-1-2001 έως 31-11-2001 (443.257 δρχ. μηνιαίος μισθός : 25 Χ 75%) Χ 24 Κυριακές = 319.145 δρχ. (936,60 ευρώ), ήτοι ο ενάγων δικαιούται από την πιο πάνω αιτία το συνολικό ποσό των 2.502,34 ευρώ. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έχει εξοφληθεί κάθε απαίτηση του ενάγοντος από την εργασία του κατά τις Κυριακές, καθόσον αυτός για όλες τις αγωγικές αξιώσεις του - συμπεριλαμβανομένης και της πληρωμής της προσαύξησης 75% των Κυριακών - έχει λάβει συνολικά 56.292,90, ενώ δικαιούταν να λάβει 47.115,62 ευρώ, ήτοι έλαβε επί πλέον 9.177,28 ευρώ.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι οι επικαλούμενες καταβολές δεν αποδεικνύονται από κάποιο πειστικό αποδεικτικό μέσο, ούτε από τις αποδείξεις πληρωμής, στις οποίες δεν έχει καταχωρηθεί κανένα ποσό για τις Κυριακές. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι έχει εξοφληθεί η ένδικη απαίτηση χωρίς ν' αναφέρει ποιο είναι εκείνο ακριβώς το ποσό που καταβλήθηκε συνολικά, ώστε να κριθεί αν επήλθε μερική ή ολική απόσβεση με καταβολή της αξίωσης (416 ΑΚ), εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.
Β) Ο ενάγων εργαζόταν κατά το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και δικαιούταν λόγω του χρόνου προϋπηρεσίας του κανονική άδεια ανάπαυσης 30 εργασίμων ημερών για καθένα των ετών 2000 και 2001. Η εναγομένη δεν χορήγησε στον ενάγοντα την άδεια ανάπαυσης για τα έτη 2000 και 2001 και δεν κατέβαλε σ' αυτόν τις αποδοχές αδείας για αυτά και ως εκ τούτου του οφείλονται:
α) για το έτος 2000: 415.960 δρχ. βασικός μισθός : 2 = 207.98 δρχ. (0,61 ευρώ) και β) για το έτος 2001: 443.257 δρχ. βασικός μισθός : 2 = 221.62 δρχ. (0,65 ευρώ) και συνολικά (0.61 + 0,65 =) 1,26 ευρώ. Επίσης, όσον αφορά το επίδομα αδείας των παραπάνω ετών, ο ενάγων, για το έτος 2000 δικαιούταν το ποσό των 266.34 δραχμών και έναντι αυτών έλαβε 219.221 δρχ., ήτοι 47.123 δρχ.
λιγότερο από αυτό που δικαιούταν και για το έτος 2001, δικαιούταν να λάβει 333.607 δρχ. και έλαβε 220.659 δρχ καθώς και 109.575 δρχ., ως αποζημίωση αδείας που δεν έλαβε λόγω της απόλυσής του και συνολικά 330.234 δρχ. και συνεπώς έλαβε 3.373 δρχ. λιγότερο απ' αυτό που δικαιούταν. Επομένως ο ενάγων δικαιούται να λάβει, για την παραπάνω αιτία το συνολικό ποσό των (47.123 + 3.373 δρχ. =) 50.946 δρχ. (0,15 ευρώ).
Με βάση τα ανωτέρω, ο ενάγων για τις προαναφερθείσες αιτίες δικαιούται να λάβει το συνολικό ποσό των (1,26 Ε + 0,15 Ε) 1,41 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε την άδειά του για τα δύο αυτά έτη, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, δεχόμενο όμως τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι έλαβε το επίδομα αδείας των ετών 2000 και 2001 και απορρίπτοντας σιωπηρά το αίτημα για επιδίκαση των αποδοχών αδείας των ανωτέρω ετών, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις.
Κατάληξε δε το Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, ότι, κατά παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος, πρέπει να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση κατά τις άνω διατάξεις της, δικάζοντας δε επί της αγωγής, κατά το άνω μέρος, δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη αυτή και υποχρέωσε τις εναγόμενες, εις ολόκληρο εκάστη, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (2.502,34 + 1,41 =) 2.503,75 ευρώ.
Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, καθόσον αφορά το, ως άνω, υπό στοιχ. Α) σκέλος της προσβαλλόμενης, δεχόμενο ότι η αξίωση του ενάγοντος για προσαύξηση 75% λόγω παροχής εργασίας κατά Κυριακή, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2.502,34 ευρώ, παραβίασε τη δεσμευτικότητα της αναιρετικής απόφασης, αφού μ' αυτήν αναιρέθηκε η 4350/2006 εφετειακή απόφαση, μόνο καθόσον αφορά τη γενομένη δεκτή ένσταση εξοφλήσεως του "δικαιούμενου ποσού...
των 2.990,30 ευρώ, που δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων δικαιούται για προσαύξηση εργασίας 75% κατά τις Κυριακές", για λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν καθίστατο σαφές, αν καταβλήθηκε συγκεκριμένο ποσό και ποιο, από το συνολικό ποσό των 56.586 ευρώ, που να αφορούσε την καταβολή προς εξόφληση των 2.990,30 ευρώ, ούτε ανέφερε αν υπήρξε συμφωνία καταλογισμού της προσαύξησης αυτής, ώστε να κριθεί αν επήλθε μερική ή ολική απόσβεση με καταβολή της αξίωσης αυτής (άρθρ. 416 ΑΚ)...", ενώ και από την παραδεκτή επισκόπηση της από 22-12-2008 αίτησης αναίρεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 4350/2006 απόφασης, προκύπτει ότι ο σχετικός αναιρετικός λόγος αφορούσε μόνο την παραδοχή της ένστασης αυτής και όχι το επιδικασθέν για την αιτία αυτή ποσό, ως προς το οποίο η απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη.
Δεχόμενο το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, ότι για την αιτία αυτή, ο αναιρεσείων δικαιούται διαφορετικό ποσό και δη εκείνο των 2.502,34 ευρώ, υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 16 και 18 Κ.Πολ.Δ και κατά συνέπεια ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω, καθόσον αφορά το, ως άνω, υπό στοιχ. Β) σκέλος της προσβαλλόμενης, το Εφετείο, προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών -που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις εφαρμοσθείσες διατάξεις του ν. 539/1945 και της ισχύουσας ΕΓΣΣΕ, τις οποίες παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.
Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς τη βασιμότητα ή μη του αγωγικού κονδυλίου, που αφορά την επιδίκαση αξιώσεων για μη χορήγηση της ετήσιας άδειας των ετών 2000 και 2001, των αποδοχών αδείας των ίδιων ετών, της από υπαιτιότητα των εναγομένων μη χορήγησής της, κατά το έτος 2000 και της διαφοράς του καταβληθέντος επιδόματος αδείας, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του αντιφατικώς το μεν ότι: "Ομοίως αποδεικνύεται, δυνάμει δεδικασμένου, ότι ο ενάγων εργαζόταν κατά το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και δικαιούταν, σύμφωνα με το νόμο, λόγω του χρόνου προϋπηρεσίας του κανονική άδεια ανάπαυσης τριάντα (30) εργασίμων ημερών, για καθένα των ετών 2000 και 2001" καθώς και ότι "η εναγομένη δεν χορήγησε στον ενάγοντα την άδεια ανάπαυσης για τα έτη 2000 και 2001 και δεν κατέβαλε σ' αυτόν τις αποδοχές αδείας για τα έτη αυτά", το δε κατά τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας επιμερίζει το βασικό μισθό διά 2, ήτοι για αποδοχές αδείας που αντιστοιχούν σε 15 ημέρες.
Επίσης, ενώ δέχεται ότι: "Ο μισθωτός, κατά τη διάρκεια της άδειας δικαιούται να λάβει από τον εργοδότη τις συνήθεις αποδοχές του, ήτοι τις αποδοχές που θα ελάμβανε εάν πραγματικά απασχολείτο στην επιχείρηση, κατά τον αντίστοιχο χρόνο της άδειάς του" κατά την εξεύρεση των ίδιων αποδοχών, συνυπολογίζει το "βασικό μισθό", χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση, ως προς το αν αποτελούσε ή όχι αυτός και μόνο τις συνήθεις αποδοχές του.
Ομοίως, ενώ δέχεται ότι, "Αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν χορήγησε στον ενάγοντα την άδεια ανάπαυσης για τα έτη 2000 και 2001", ακολούθως διαλαμβάνει ότι "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε την άδεια του για τα δύο αυτά έτη, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις...".
Τέλος, καθόσον αφορά τις αξιώσεις αποδοχών αδείας και διαφοράς επιδόματος αδείας, διέλαβε ελλιπείς κατά τούτο αιτιολογίες, ως προς τον υπολογισμό αυτών και την αναγωγή των δικαιουμένων σε ευρώ, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη των διατάξεων των άρθρων 3 ΑΝ 539/1945 και 1 του ΝΔ 4504/1966, που εφάρμοσε.
Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη, η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, καθόσον αφορά τα ανωτέρω, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες διατάξεις που αναφέρθηκαν και στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, είναι βάσιμος.
Πρέπει λοιπόν, κατά παραδοχή των άνω λόγων να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 237, προκύπτουν τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσία, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 Κ.Πολ.Δ.
και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ' ουσία νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσία, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.
Εφόσον λοιπόν, στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται, η απόφαση του δικαστηρίου, που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασής του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί, από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις πρέπει να επιβληθούν, σε βάρος των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, την 5902/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Και Επιβάλλει στις αναιρεσίβλητες τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2014. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ