1211/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1211/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο.
Full text
Απόφαση 1211 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1211/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον Γενικό Γραμματέα περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας που κατοικοεδρεύει στη Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ο., 2) Μ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/5/2003 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκε η 12/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/12/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 5/2/2010 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σοφίας Καραχάλιου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μόνου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του (από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) και την απόρριψη του αυτού λόγου, κατά το δεύτερο μέρος του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση, συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του,. τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ,, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στα πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-3-2011) που έγινε με την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Εκπροσωπήθηκε μόνο το αναιρείον, από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αλέξανδρο Ροΐλο με δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι με την από 27-4-2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου ορίστηκε ως αρμόδιο τμήμα για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης το Δ' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου και με την υπό ιδία χρονολογία πράξη του Προέδρου του εν λόγω τμήματος ορίστηκε δικάσιμος για την εκδίκαση αυτής η 19-2-2010, κατά την οποία, όπως από το πινάκιο προκύπτει, οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Μιχαήλ Βαρότσο και η συζήτηση της αναβλήθηκε, με αίτησή τους, για την παρούσα δικάσιμο.
Όπως δε προκύπτει από τις με αρ. 228/28-5-2009 και 228/27-5-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (19-2-2010) καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους Ν.
Ο. και Μ. Κ. αντίστοιχα. Επομένως, εφ'οσον η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση των απολειπόμενων αναιρεσιβλήτων, πρέπει και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από το αναιρεσείον, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεων των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κλπ" όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ.9 και 10 του Ν. 947/1979, αναφορικώς με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων καθώς και των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Κατά την παράγραφο 3 δε του αυτού άρθρου, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παράγ. 4 αυτού, "όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων".
Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου αυτού (1, 3, 4) αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (που μετά την επικύρωση της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, κατ' άρθρον 28 παρ. 1 του Συντάγματος) και επομένως, το καθιερούμενο με αυτές τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος, ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφελείας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, και ανατρέποντας το, ως άνω, μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του.
Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτου του απαλλοτριωθέντος ακινήτου εισήγετο προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στην νομολογία άποψη (Ολ.ΑΠ 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως, άποψη που κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Ολ.ΑΠ 10/2004).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του Ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Νόμου 653/1977 (ΦΕΚ 2142 Α') είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (παρ. 1).
Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφ' όσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης (παρ. 2). Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή (παρ. 3).
Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται, από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο (παρ. 6). Οι συνέπειες της παραγ. 4 του άρθρου 9 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο της ωφέλειας απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά την συντέλεση της απαλλοτρίωσης, μη επιτρεπομένου σε κάθε περίπτωση του καθορισμού νέας τιμής μονάδας.
Όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούνται να ζητήσει με αίτηση του τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 37 του αυτού Νόμου, "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει: α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την παρόδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί. Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ιδίου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο μήνες από την έναρξη ισχύος του".
Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, το οποίο ισχύει από 19-1-2002, το προαναφερόμενο τεκμήριο της ωφελείας των παρόδιων ιδιοκτητών, το οποίο αρχικώς είχε χαρακτηρισθεί αμάχητο, ορίζεται ότι είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά την διαδικασία του άρθρου αυτού.
Από τον συνδυασμό δε των, ως άνω, διατάξεων του άρθρου αυτού προς τις διατάξεις του άρθρου 37 του ιδίου Νόμου, συνάγεται, ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν προ της ενάρξεως της ισχύος του αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεση των μέχρις αυτής, δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί προ της ενάρξεως της ισχύος των αυτών διατάξεων (Α.Π. 1056/2008).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 5 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας, εσφαλμένως δέχτηκε, ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου.
Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως, που υπάγεται κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ ύλην, έστω και αν το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μόνο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επειδή το Εφετείο δεν κήρυξε την καθ ύλη αναρμοδιότητά του, προς εκδίκαση της ενδίκου αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων για διόρθωση του οικείου κτηματολογικού πίνακα, που υποβλήθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, μέσω του φορέα του έργου για το οποίο η σαυτή αναφερόμενη απαλλοτρίωση, κατ' άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, εφ' όσον η απαλλοτρίωση αυτή είχε συντελεσθεί από 30-4-2001, ήτοι προ της ισχύος του Νόμου 2971/2001 (19-1-2002) και οι διατάξεις του άρθρου 33 Ν. 2971/2001 δεν εφαρμόζονται ως προς αυτή.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι: οι ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 26-5-2003 αίτηση τους απευθυνόμενη ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μέσω του φορέα του έργου για το οποίο η σαυτή αναφερομένη απαλλοτρίωση, κατ' άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, ισχυρίσθηκαν ότι με την υπ' αριθμ. 1063896/4318/0010/16-6-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 464/τ.
Δ/3-7-1998) κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για δημοσία ωφέλεια και ειδικότερα για την κατασκευή του ανισόπεδου κόμβου Κ5 της εξωτερικής Ανατολικής Περιφερειακής με την εσωτερική Περιφερειακή οδό Θεσσαλονίκης, εκτάσεως 180.210 τ.μ., όπως αυτή εμφανίζεται υπό κλίμακα 1:500, στα αναφερόμενα στην αίτηση κτηματολογικά διαγράμματα και τον αντίστοιχο με αρ.
Τ1 κτηματολογικό πίνακα της ΔΣΕ/τμήμα τοπογραφήσεων του ΠΕΧΩΔΕ, στην οποία περιλαμβάνεται και εδαφική έκταση 80 τ.μ. της υπ' αριθμ. Κ.Π. 54 ιδιοκτησίας τους συνολικής εκτάσεως 198,27 τ.μ. Η ιδιοκτησία τους αυτή επιβαρύνεται, ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία, με αυτοαποζημίωση για την αξία 59 τ.μ., ενώ στην πραγματικότητα ουδεμία ωφέλεια αποκτά, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται, για τους λόγους που εκτίθενται στην αίτηση.
Με την υπ' αριθμ. 28530/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθορίστηκε η προσωρινή αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, συνεπεία όμως του ότι οι ίδιοι δεν κλητεύθηκαν ούτε παρέστησαν στη δίκη και δεν έλαβαν γνώση της διεξαγωγής και περατώσεως της, με την από 27-7-2001 αίτηση τους ζήτησαν τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν ακίνητό τους.
Επί της αιτήσεως τους αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1258/2003 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 3-3-2003 και με την οποία καθορίσθηκε η οριστική αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα έκταση και απερρίφθη το αίτημα αυτών για τον καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για το απομένον εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα της ιδιοκτησίας τους.
Επί τη βάσει των περιστατικών αυτών, ζήτησαν τη διόρθωση του, ως άνω, κτηματολογικού πίνακα, ως προς τις εγγραφές που αναφέρονται στις στήλες 18 και 16 και αφορούν στην επιβαλλομένη αυτοαποζημίωση, και την αντικατάσταση αυτών με την ένδειξη "Δημόσιο". Το καθ' ού η αίτηση και ήδη αναιρεσείον, με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η αίτηση απαραδέκτως εισάγεται να εκδικασθεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά τη διαδικασία του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 και πρέπει να απορριφθεί, λόγω έλλειψης υλικής αρμοδιότητας αυτού, δεδομένου ότι ο νόμος αυτός δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που η απαλλοτρίωση έχει κηρυχθεί και συντελεσθεί πριν την έναρξη ισχύος του (19-1-2002), η δε συντέλεση της σχετικής απαλλοτρίωσης επήλθε στις 30-4-2001 με τη δημοσίευση στο προσκομιζόμενο και επικαλούμενο με αρ.
φύλλου 320/30-4-2001 ΦΕΚ ειδοποίησης για την παρακατάθεση της προσωρινά καθορισθείσης αποζημιώσεως. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, αναφερόμενο στην υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, προβληθείσα ένσταση του καθ' ού Ελληνικού Δημοσίου, απέρριψε αυτή, δεχόμενο, την καθ' ύλη αρμοδιότητά του, και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 33 παρ.7 εδ.
β ν. 2971/2001 και προέβη στην εκδίκαση της αιτήσεως, την οποία και δέχθηκε κατ' ουσία. Έτσι, όμως που έκρινε υπέπεσε στην κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφ' όσον, όπως εκτίθεται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, οι διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, επί των οποίων ερείδεται η καθ' ύλην αρμοδιότητα αυτού, δεν εφαρμόζονται επί απαλλοτριώσεως που κηρύχθηκε και συντελέστηκε προ της ισχύος του Νόμου αυτού (19-1-2002), όπως η προκειμένη, στην οποία αναφέρεται με την απόφασή του.
Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή ως βασίμου και κατ' ουσία του λόγου αυτού της αναιρέσεως, να γίνει αυτή δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκδίκαση στο αρμόδιο καθ' ύλη Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (άρθρο 580 παρ.2 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 12/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο αρμόδιο καθ' ύλη, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ