Supreme Court allows OTE's appeal against labor court dismissal, ruling collective agreement terms must be calculated in severance pay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed OTE's appeal against a labor court judgment that dismissed the employees' claim for severance pay. The court found the lower court violated collective agreements by failing to include specific allowances and overtime premiums in the calculation of the early retirement bonus. Consequently, the decision was overturned and the case remanded for recalculation based on the correct statutory and contractual terms.
Legislator headnote
AI generatedν. 1876/1990; ΕΣΣΕ 10-5-1996: Successive collective agreements may modify labor terms, and severance pay calculations must strictly follow the specific allowances and premiums defined in the applicable collective agreement rather than general salary bases.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1211 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1211/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ ΑΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Τζώτζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) .... 2) ... και 3) ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 204/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-11-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 7-10-2008 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες υπ' αριθμ....., ... και ...της ...εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών .... ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στις 4-11-2008, οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης με αίτηση των αναιρεσιβλήτων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε σε κάθε έναν από τους αναιρεσιβλήτους, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση. Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών.
ΙΙ.- Από το σύνολο των διατάξεων του ν. 1876/1990 ("ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις"), συνάγεται ότι οι όροι εργασίας που ρυθμίζει Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., μπορούν να τροποποιηθούν με άλλη συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση (διαδοχική Σ.Σ.Ε.). Διαδοχή Σ.Σ.Ε. υπάρχει όταν νεότερη χρονικά Σ.Σ.Ε. αντικαθιστά προγενέστερη του ίδιου είδους και πεδίου ισχύος. Κατά τη διαδοχή Σ.Σ.Ε. η νεότερη Σ.Σ.Ε. μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων. Δηλαδή κατά τη διαδοχή Σ.Σ.Ε. δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της ευνοίας υπέρ των μισθωτών αλλά ισχύει η αρχή της τάξεως (αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων).
Συνεπώς, νεότερη Σ.Σ.Ε. καταργεί την προηγούμενη του ίδιου είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις και δεν εφαρμόζεται η διάταξη της § 2 του άρθρου 7 του ανωτέρω νόμου, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των συλλογικών συμβάσεων, είναι επικρατέστεροι, εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους.
Εκτός αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της Σ.Σ.Ε., οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη Σ.Σ.Ε. που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης, οι οποίοι με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 αριθ. 5 του ως άνω ν. 1876/1990, η συλλογική σύμβαση εργασίας μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα που αφορούν την ερμηνεία των κανονιστικών όρων της συλλογικής συμβάσεως εργασίας. Ως ερμηνεία νοείται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η αυθεντική, η οποία έτσι ανατρέχει στο χρόνο ενάρξεως της ισχύος της Σ.Σ.Ε., ενώ ως κανονιστικοί όροι που μπορούν να ερμηνευτούν νοούνται, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, εκείνοι που είναι ασαφείς και λόγω της ασάφειάς τους προέκυψαν ή μπορούσαν να προκύψουν διαφωνίες για την αληθινή έννοιά τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν την κρινόμενη υπόθεση: Οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου το έτος 1975 η πρώτη, το έτος 1969 η δεύτερη και το έτος 1971 ο τρίτος, έχοντας υπαγάγει τις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους και τους όρους λειτουργίας τους στο ρυθμιστικό πεδίο των Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΕΣΣΕ) μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ.
Οι ενάγοντες αποχώρησαν από την εναγομένη στις 17-6-1998, 1-6-1999 και 15-2-2002, αντίστοιχα, έπειτα από αίτησή τους, λόγω συμπληρώσεως υπερδεκαπενταετούς πραγματικής υπηρεσίας, εικοσιπενταετούς υπηρεσίας και τριακονταετούς υπηρεσίας, αντίστοιχα. Η εναγομένη, κατά την καταβολή της προβλεπόμενης πρόσθετης αποζημίωσης λόγω απόλυσης στους αναιρεσιβλήτους, δεν υπολόγισε και την αναλογία των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων , Πάσχα, κανονικής άδειας, της αμοιβής των νόμιμων υπερωριών, εξαιρέσιμων ημερών κλπ.
Με την από 7-3-1990 ΕΣΣΕ που συνήφθη μεταξύ της εναγομένης και της Ομοσπονδίας εργαζομένων ΟΤΕ ( ΟΜΕ-ΟΤΕ) ορίστηκε ότι η απόφαση του Δ.Σ. της πρώτης με αριθμό 2112/7-6-1989 για παροχή στο προσωπικό που απολύεται λόγω συνταξιοδότησης πρόσθετης αποζημίωσης πέραν της προβλεπόμενης από την κείμενη νομοθεσία, ίσης με τρεις τακτικούς μισθούς, υπολογιζόμενης με βάση τον τακτικό μισθό του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης αποτελεί όρο της συλλογικής αυτής σύμβασης.
Ακολούθως, με τον όρο 44 παρ. α' της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ μεταξύ της εναγομένης και της ΟΜΕ-ΟΤΕ ορίστηκε ότι στο προσωπικό, που θεμελιώνει δικαίωμα απόλυσης σύμφωνα με τις διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ και των ΕΣΣΕ και απολύεται με αίτησή του, καταβάλλεται πρόσθετη αποζημίωση απολύσεως ίση με τις τακτικές αποδοχές 4, 6, 8 και 10 μηνιαίων τακτικών μισθών υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, εφόσον ο υπολειπόμενος χρόνος από την ημερομηνία υποχρεωτικής απόλυσης λόγων 35ετίας ή ορίου ηλικίας κατά τα ισχύοντα είναι αντίστοιχα 1, 2, 3, 4 και άνω πλήρη έτη (12μηνα).
Εξάλλου, με τον υπ' αριθμ. 3 όρο της από 23-5-1996 ΕΣΣΕ προστέθηκε εδάφιο στο άρθρο 44 της προγενέστερης από 10-5-1996 ΕΣΣΕ, σύμφωνα με το οποίο "διευκρινίζεται" ότι στους μισθούς που καταβάλλονται στους απολυόμενους ως πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης δεν περιλαμβάνεται η αναλογία των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα, κανονικής αδείας, υπερωριών, εξαιρεσίμων κλπ.
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε στη συνέχεια, ότι η ως άνω παροχή αποτελεί "πρόσθετη αποζημίωση λόγω απολύσεως" και έτσι εξομοιώνεται ως προς όλες τις συνέπειες με τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως του ν. 2112/1920 και του ν. 3198/1955, δηλαδή και ως προς τον τρόπο υπολογισμού της, δέχτηκε δε περαιτέρω ότι η ως άνω προστεθείσα με τον υπ' αριθμ. 3 όρο της από 23-5-1996 ΕΣΣΕ ερμηνευτική διάταξη "εισάγει δυσμενέστερη ρύθμιση και μεταβάλλει την αμέσως προηγούμενη χρονικά ως προς την έννοια των τακτικών αποδοχών του όρου 44 της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ ...., αφού μειώνει τις τακτικές αποδοχές κατά το ποσό της αναλογίας των επιδομάτων των εορτών και της κανονικής αδείας" και έτσι, εφόσον οι όροι της ως άνω από 10-5-1996 ΕΣΣΕ είναι ευνοϊκότεροι για τους ενάγοντες "δεν είναι δυνατή η μεταβολή τους με τη μεταγενέστερη από 23-5-1996 ΕΣΣΕ, διότι αυτή κατά το παραπάνω σκέλος της έχει το χαρακτήρα τροποποιητικής διάταξης περιέχουσας δυσμενέστερες ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους που ισχύουν για το μέλλον", με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να μην "υπάγονται στις ρυθμίσεις αυτές και αποκρούεται η εφαρμογή τους για τον υπολογισμό της πρόσθετης αποζημίωσης που δικαιούνται αυτοί πέραν της βασικής...".
Δέχτηκε δε τελικά το Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι, στην ως άνω πρόσθετη αποζημίωση, που προβλέφθηκε ως κίνητρο εθελούσιας εξόδου από την υπηρεσία με τον όρο 44 παρ. α' της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ, έπρεπε να συνυπολογιστούν και τα επιδόματα των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, το επίδομα αδείας, η αμοιβή για τη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση και για την εργασία κατά τις εξαιρέσιμες ημέρες, καθώς και το "πριμ" υπεραπασχόλησης.
Κρίνοντας, όμως, έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις της από 7-3-1990, 10-5-1996 και 23-5-1996 ΕΣΣΕ, που έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου. Και αυτό, γιατί, κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, η πρόσθετη αποζημίωση, που χορηγήθηκε ως κίνητρο πρόωρης εξόδου από την αναιρεσείουσα, για όσους είχαν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, θα έπρεπε να υπολογιστεί αποκλειστικά και μόνο με βάση τις τακτικές αποδοχές "των μηνιαίων τακτικών μισθών υπό συνθήκες πλήρους απασχόλησης", στους οποίους όμως, ως εκ του πράγματος, δεν περιλαμβάνεται και η αναλογία των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας, καθώς και τόσο της αμοιβής για τη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση και για την εργασία κατά τις εξαιρέσιμες ημέρες όσο και του "πριμ" υπεραπασχόλησης, ερμηνευτική εκδοχή που επιβεβαιώθηκε και από την πράγματι ερμηνευτική και ως εκ τούτου έχουσα αναδρομική ισχύ διάταξη του όρου 3 της από 23-5-1996 Επιχειρησιακής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, λαμβανομένου υπόψη ότι η εν λόγω πρόσθετη αποζημίωση απολύσεως δεν ταυτιζόταν και δεν εξομοιωνόταν προς εκείνη που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και το ν. 3198/1955, ακριβώς διότι χορηγήθηκε υπό διαφορετικό σκοπό και προϋποθέσεις.
Μάλιστα, πέραν αυτών, όταν οι αναιρεσίβλητοι αποχώρησαν από την εργασία τους ήδη ίσχυε ως προς αυτούς ο τελευταίος όρος της εν λόγω από 23-5-1996 ΕΣΣΕ για μη υπολογισμό και των εν λόγω επιδομάτων και αμοιβών για την εξεύρεση του ύψους της πρόσθετης αποζημιώσεως απολύσεως. Επισημαίνεται δε ότι, όπως εκτιμάται, δεν υφίσταται, στην πραγματικότητα, παραδοχή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του και για το ότι οι όροι της ως άνω από 10-5-1996 ΕΣΣΕ κατέστησαν όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, πολύ περισσότερο που οι ατομικές συμβάσεις εργασίας αυτών είχαν καταρτιστεί, κατά τη σχετική παραδοχή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, σε προγενέστερο χρόνο, κατά τα πιο πάνω σχετικώς αναφερόμενα.
Επομένως, ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ,να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 204/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ